Ιστορία - Πολιτισμός
Σφαγές στήν Κωνσταντινούπολη
Σφαγές στήν Κωνσταντινούπολη
Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ βρέθηκε σέ δεινή θέση ἀφότου ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολη ἡ εἴδηση γιά τήν κήρυξη τῆς ἐπαναστάσεως στήν Μολδαβία καί τή Βλαχία. Εἶχαν ἤδη διαφανεῖ οἱ προθέσεις τοῦ σουλτάνου Μαχμούτ Β’ κατά τῶν Χριστιανῶν ὑπηκόων του, ἀλλά ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἦταν ἀποφασισμένος νά μείνει στή θέση του καί νά προστατεύσει ὅσο καλύτερα μποροῦσε τό ποίμνιό του. Θά μποροῦσε κάλλιστα νά δεχτεῖ τήν πρόταση τοῦ Ἀχαιοῦ μητροπολίτη Δέρκων Γρηγορίου, νά ἀναχωρήσουν καί οἱ δύο γιά τήν Πελοπόννησο καί ἀπό ἐκεῖ νά ἡγηθοῦν τῆς ἐπαναστάσεως. Θά ἔσωζαν ἔτσι καί τή ζωή τους καί δέν θά δέχονταν τίς ἐπίκρισεις πού δέχονται ἀκόμα καί σήμερα, ὅτι τάχα ἦταν μέ τό μέρος τοῦ τυράννου καί ἐνάντιοι στήν ἐπανάσταση τῶν Ρωμιῶν. Ἀλλά ἡ φυγή τους θά σημάδευε τήν ἔκδοση φετβά ἀπό τόν Σεϊχουλισλάμη γιά τή γενική σφαγή ὅλων τῶν ἀπίστων (γκιαούρηδων) ἀπό τούς πιστούς ὀπαδούς τοῦ κορανίου καί τοῦ Ἀλάχ.
«Καί Ἐγώ ὡς κεφαλή τοῦ Ἔθνους καί ὑμεῖς ἡ Σύνοδος ὀφείλομεν νά ἀποθάνωμε διά τήν κοινή σωτηρίαν, ὁ θάνατος ἠμῶν θά δώση δικαίωμα εἰς τήν Χριστιανοσύνην νά ὑπερασπίση τό Ἔθνος ἐναντίον τοῦ τυράννου, ἀλλ’ ἄν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νά θαρύννωμεν τήν ἐπανάστασιν, τότε θά δικαιώσωμεν τόν σουλτάνον ἀποφασίσαντα νά ἐξολοθρεύση ὅλον τό Ἔθνος.»
Οἰκουμενικός Πατριάρχης Νέας Ρώμης Γρηγόριος Ε’
Ἔτσι ὁ Πατριάρχης μέ τήν Ἱερά Σύνοδο ἐξέδωσε συνοδικό μέ τό ὁποῖο ἀφόριζε τούς πρωτεργάτες τῆς ἐπαναστάσεως, καταδίκαζε τίς ἐνέργειες τῶν ἐπαναστατῶν καί τούς προέτρεπε νά μείνουν πιστοί στήν κραταιά βασιλεία τοῦ σουλτάνου. Ὁ Μαχμούτ βεβαίως, εἶχε καλέσει στήν πρωτεύουσά του μουσουλμανικά στίφη ἀπό τίς ἐπαρχίες, ὀργανωμένα ἀπό τούς οὐλεμάδες καί ἄλλους φανατικούς δερβίσηδες καί εἶχε καλέσει τόν Χατζή Χαλήλ ἐφένδη νά ἐκδώσει φετβά γιά γενική σφαγή τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Σεϊχουλισλάμης ὅμως ἐπηρεασμένος ἀπό τίς ἐκκλήσεις τοῦ Πατριάρχη καί μέ ἀποδεικτικό στοιχεῖο τόν ἀφορισμό τῶν ἐπαναστατῶν, ἀρνήθηκε νά ἐκδώσει διαταγή γενικῆς σφαγῆς ὅλων τῶν μή μουσουλμάνων. Ἔτσι ἀναβλήθηκε ἡ διαταγή ἐξόντωσης ὅλων τῶν Ρωμιῶν τῆς Πόλης, ἀπό τόν γενναῖο Χαλίλ, ὁ ὁποῖος πλήρωσε μέ τήν ζωή του τήν ἀπόφασή του αὐτή.
«Ὁ Φαρμάκης ὁμολογεῖ μετέπειτα ὅτι ἠθέλησεν νά κατηχήση εἰς τήν ἐταιρίαν τόν ἐξόριστο τότε εἰς τό Ὄρος τοῦ Ἄθωνος Γρηγόριον Πατριάρχην, ὅτι ὁ σεβάσμιος οὗτος γέρων ἔδειξε εὐθύς ζωηρότατον ἐνθουσιασμόν ὑπέρ τοῦ πνεύματος τῆς ἐταιρίας. Δέν ἠθέλησεν ὅμως καί νά ὁρκομωτήση καί παρετήρησεν ὅτι ἄν ἀνακαλυφθῆ ποτέ εἰς τά βιβλία τῆς Ἑταιρίας τό ὄνομά του, θέλει διακινδυνεύσει ὁλόκληρον τό ἔθνος, τοῦ ὁποίου προεῖχε πάντοτε ἀπό τήν τύραννον ἐξουσίαν.»
Ἰωάννης Φιλήμων
Στίς 24 Μαρτίου 1821, τό θηρίο ἄρχισε νά ἐκτελεῖ τούς Φαναριῶτες. Πρῶτοι καρατομήθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη οἱ Νικόλαος Σκαναβής, Μιχαήλ Μάνος, Γεώργιος Μαυροκορδᾶτος, Μιχαήλ Χαντζερής, Στεφανάκης Μαυρογένης, Ἀλέξανδρος Ράλλης, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Ἀλέξανδρος Φωτεινός καί ὁ μέγας Λογοθέτης Θεόδωρος Ρίζος. Ἀπαγχονίσθηκαν ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης, ὁ Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ὁ Τσορμπατσόγλου, ὁ Γεώργιος Νέγρης. Τό παράδειγμα τοῦ σουλτάνου τό ἀκολούθησαν οἱ γενίτσαροι καί ἄλλα στίφη μουσουλμάνων σφάζοντας καί βασανίζοντας Χριστιανούς σέ πόλεις καί χωριά.
«Ἀρχάς Ἀπριλίου 1821, ἐνῶ ὁ ἰμάμης φωνάζει εἰς τόν μιναρέν κατά τῶν ἀπίστων, ἀπειλούντων τήν θρησκείαν τοῦ Μωάμεθ καί τόν θρόνον, οἱ Τοῦρκοι σφάζουσι τούς Χριστιανούς ὅσους ἀπαντώσωσιν εἰς τάς ἀγυιάς, εἰς τάς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Βιάζουσι δέ τό ἄσυλον τῶν οἰκιῶν, συντρίβουσι τάς θύρας, εἰσβάλλουσιν ὡς τίγρεις καί φονεύουσιν ὅσους εὕρωσιν εἰς αὐτάς καί πανταχοῦ δέν ἀκούονται εἰμή ἄγριαι καί τρομακτικαί κραυγαί τῶν δημίων, οἰμωγαί καί ὁλολυγαί τῶν θυμάτων καί θρῆνοι καί κοπετοί γυναικῶν καί παιδίων, ὅσων τυχόν φείδωνται τῆς ζωῆς.
Οἱ δέ πρέσβεις τῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων δέν ἐμποδίζουσι τήν μιαιφόρον χείρα τοῦ Σουλτάνου του νά χύνη αἵματα ἀπόπλων, ἀδυνάμων γερόντων, γυναικών, νηπίων καί μόνος ὁ Στρώγανωφ τόν λέγει νά διαστείλη τούς ἀθώους ἀπό τούς ἐνόχους καί νά μή φονεύη τούς ὁμοθρήσκους τοῦ Αὐτοκράτορος.
Ὁ δ’ αἱματοχαρής Μαχμούδ παραθαρρύνει ἤ μᾶλλον εἰπεῖν προστάζει τόν ἀχαλίνωτον, τόν ἄγριον ὄχλον τῶν Τούρκων νά τόν μιμηθῆ δολοφονών καί πράττων ὅλα καί τά πλέον φρικώδη κακουργήματα, δί ὧν ἁρπαζόμενοι ἀπό τάς οἰκίας των ὅσοι τῶν τέ κληρικῶν καί τῶν σημαντικῶν Ἑλλήνων δέν ἠμπόρεσαν νά φύγωσιν, ἄλλοι μέν ἀποκεφαλίζονται, ἄλλοι δ’ ἀπαγχονίζονται ἤ πνίγονται διά βρόχου καί ρίπτονται εἰς τήν θάλασσαν καί ἄλλοι καταποντίζονται ζῶντες εἰς τό Μεγαρεῦμα καί ἄλλοι ρίπτονται εἰς τάς σκοτεινάς καί καθύγρους φυλακάς ἔνθα ἐκπνέουσιν ἀνηλεῶς βασανιζόμενοι καί ἄλλοι ἐξορίζονται εἰς τά ἐνδότερα τῆς Ἀσίας.»
Νικόλαος Σπηλιάδης – Ἑλληνική Ἐπανάστασις, 1851
Ὅταν ὁ σουλτάνος, ἔμαθε γιά τήν ἐπανάσταση τοῦ Μοριᾶ καί τῆς Ρούμελης ἐξαγριώθηκε ἀκόμα περισσότερο. Ἦταν ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ Ρωσία βρισκόταν πίσω ἀπό τούς γκιαούρηδες. Θεωροῦσε ἀδύνατον οἱ ραγιάδες νά ἐπαναστατήσουν μόνοι τους χωρίς τήν ὑποκίνηση κάποιας μεγάλης δυνάμεως. Συνέπεια τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῆς ἦταν νά ἐξακολουθήσουν νά θεωροῦνται ὡς κύρια μέτωπα ἀφ’ ἑνός ἡ Μολδοβλαχία, πού ἦταν προωθημένη θέση γιά τή συγκράτηση τῶν Ρώσων, καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἴδια ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἔπρεπε ἑπομένως νά συνεχιστεῖ ἡ ἀποστολή στρατευμάτων πρός τόν Δούναβη καί ἡ συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στρατοῦ καί στόλου στήν πρωτεύουσα, πρός μεγάλη ὠφέλεια τῆς ἐπαναστάσεως στήν Ἑλλάδα, πού ἡ ἀντιμετώπισή της, κατά τούς πρώτους μῆνες, ἀφέθηκε βασικά στίς ἐπιτόπιες τουρκικές φρουρές.
Ὁ μουσουλμάνος σουλτάνος ἐξαπέλυσε καί ἄλλα κύματα τρομοκρατίας καί σφαγῶν σέ περιοχές τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας γιά νά ἐπιβεβαιώσει τό προσωνύμιο “χασάπης” πού τοῦ εἶχαν ἀποδώσει οἱ Ρωμιοί ὑπήκοοί του. Τήν 1η Ἀπριλίου 1821 ὀργανώθηκε διαδήλωση στήν Κωνσταντινούπολη μέ ἐπικεφαλῆς φανατικούς “σοφτάδες”, τρόφιμους σπουδαστές τῶν ἱερατικῶν σχολείων. Οἱ διαδηλωτές, ἀφοῦ διέτρεξαν ἐπί ὧρες τούς δρόμους τῆς πρωτεύουσας μέ κραυγές καί ἀπειλές ἐναντίον τῶν ἀπίστων, καταπάτησαν τήν ἔξω ἀπό τό τεῖχος τήν ἑλληνική ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τή λεηλάτησαν καί τήν ἔκαψαν.
Ὁ κύριος σκοπός τῶν ὀργανωτῶν τῆς διαδηλώσεως ἦταν νά προκληθεῖ σύγκρουση μέ Ἕλληνες “ἐπαναστάτες” καί ἔτσι νά ὑπάρξει πρόσχημα γιά τή γενική σφαγή τῶν ἀπίστων, χωρίς ἡ πραγματοποίησή της νά παραβαίνει τόν τουρκικό νόμο καί δίχως νά παρέχει ἐπιχειρήματα γιά ἐπέμβαση τῆς Ρωσίας, πού οἱ συνθῆκες τῆς παρεῖχαν δικαίωμα προστασίας τῶν Χριστιανῶν τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Ἕλληνες ἐπαναστάτες ὅμως δέν ἐμφανίσθηκαν στούς δρόμους, ὅπως φαντάσθηκαν οἱ Τοῦρκοι. Οἱ Ἕλληνες κλείσθηκαν στά σπίτια τους. Δέν δόθηκε ἔτσι πρόσχημα γιά τή γενική σφαγή.
Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ἔσπευσε στό σπίτι τοῦ Μεγάλου Διερμηνέως Κωνσταντίνου Μουρούζη καί τόν προέτρεψε νά φύγει, ὥστε νά σωθεῖ, λέγοντάς του, σύμφωνα μέ τήν ἀφήγηση τοῦ Φιλήμονος: «Ἀφετέ με νά πληρώσω ἐγώ τήν ἐκδίκησιν τοῦ τυράννου. Εἶμαι γέρων, καταβαίνων τόν τάφον. Τό σχῆμα μου, ἡ λειτουργία μου, μέ καλούσιν εἰς θυσίαν ὑπέρ τοῦ ποιμνίου. Σωθεῖτε ὅμως ὑμεῖς, διότι ἔχετε καί ἡλικίαν καί ἱκανότητα καί θέσιν κοινωνικήν, νά ὑπηρετήσετε τήν πατρίδα».
Ὁ Κωνσταντῖνος Μουρούζης ὅμως παρέμεινε καί αὐτός στή θέση του, γιά νά μήν προκαλέσει περισσότερο τήν ὀργή τοῦ τυράννου. Τήν Μεγάλη Δευτέρα, 4 Ἀπριλίου 1821 θά ἔβρισκε τόν θάνατο ἀλλά θά προλάβαινε ὁ τέως δραγουμάνος νά φωνάξει στόν τύραννο πού παρακολουθοῦσε τόν ἀποκεφαλισμό: «Αἱμοβόρε σουλτάνε! σουλτάνε ἄδικε! σουλτάνε ἄθλιε! ἡ τελευταία ὥρα τῆς βασιλείας σου ἐσήμανε αἱ ὠμότητές σου τιμωρηθήσονται ὁ Θεός ἐκδικῆσοι σοί τό ἑλληνικόν ἔθνος».
Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Πύλη διέταξε τόν Πατριάρχη νά στείλει ἀπογραφή τῶν ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν πού ἔμεναν στό Φανάρι μέ τά ὀνόματα τῶν ἀνδρῶν, τίς πατρίδες καί τά ἐπαγγέλματά τους. Ἤθελε νά ἔχει κατάλογο τῶν πλουσίων Ἑλλήνων καί τῶν μετοίκων Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτῶν καί Αἰγαιοπελαγιτῶν, ὥστε νά ἐπιλέγει εὔκολα τά θύματα, ἀνάλογα μέ τίς ἑκάστοτε περιστάσεις. Ἐπειδή δέν ὑπῆρχε τέτοια ἀπογραφή, ἀνέλαβαν νά τήν πραγματοποιήσουν δύο Τουρκοκρητικοί, πού γνώριζαν ἑλληνικά. Συγχρόνως ἐκδόθηκε διάταγμα, πού ἀπαγόρευε μέ ποινή θανάτου τήν ἀναχώρηση τῶν ραγιάδων ὑπό ὁποιαδήποτε σημαία. Ζητήθηκε σχετική συγκατάθεση τῶν πρέσβεων τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων καί δόθηκε. Ἀπέκτησαν ἔτσι οἱ τουρκικές ἀρχές τό δικαίωμα νά ἐνεργοῦν ἔρευνα στά πλοῖα τῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων. Ἔστειλαν μάλιστα οἱ πρέσβεις διαταγές στούς προξένους τους σέ ὅλη τήν ὀθωμανική ἐπικράτεια, νά μήν παρέχουν στούς Ἕλληνες ἄσυλο, οὔτε νά ἐπιτρέπουν στούς πλοιάρχους νά δέχονται φυγάδες. Μόνο o πρέσβυς τῆς Ρωσίας Στρόγανωφ δέν ἀποδέχτηκε τό ἀπάνθρωπο αὐτό διάταγμα τῆς Πύλης.
Στίς 10 τό πρωί τῆς Κυριακῆς του Πάσχα τῆς 10ης Ἀπριλίου 1821, ἔφτασε στό Πατριαρχεῖο ὁ νέος μέγας διερμηνέας Σταυράκης Ἀριστάρχης καί κατευθύνθηκε στή μεγάλη αἴθουσα, τό Μεγάλον Συνοδικόν. Ἀνέβηκε τότε ἐκεῖ καί ὁ Πατριάρχης, καί συνδιαλεγόταν μαζί του, ἐνῶ ἐκεῖνος ἔκρυβε τόν λόγο τῆς ἀποστολῆς του καί τήν ταραχή του ὅσο μποροῦσε. Ξαφνικά ἀκούστηκε θόρυβος ἀπό ἄλογα στήν αὐλή καί παρουσιάστηκαν στήν αἴθουσα, “μορφήν φέροντες τεράτων! ἀγριωπῶν”, ὅπως γράφει ὁ Φιλήμων, “ὁ γενιτσάραγας, ὁ μποσταντσίμπασης, ὁ τσαουσλάρ ἐμινή, ὁ κεσεδάρης τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καί ἄλλοι πολλοί μέχρι πεντήκοντα”. Ὁ Μέγας Διερμηνέας σηκώθηκε ὄρθιος καί διάβασε διάταγμα παύσεως τοῦ Πατριάρχη καί ἐξορίας του. Οἱ Τοῦρκοι ὁδήγησαν τόν Γρηγόριο στήν ἀποβάθρα τοῦ Φαναρίου ὅπου τόν ἐπιβίβασαν σέ μία βάρκα μαζί μέ τόν ἀνεψιό του Δημήτριο καί τόν ἱεροδιάκονο Ἀγάπιο, πού τόν συνόδευαν. Ἀντί νά κατευθυνθοῦν πρός τό Καδίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τόν τόπο τῆς ἐξορίας του, σύμφωνα μέ τό διάταγμα, στράφηκαν πρός τό γιαλί – κιοσκιού, καί τόν ἔκλεισαν στήν τρομερή φυλακή τοῦ μποσταντσίμπαση.
Στό Πατριαρχεῖο συγκεντρώθηκαν γιά τήν ἐκλογή νέου πατριάρχη, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ἡγεμόνες Ἀλέξανδρος Καλλιμάχης καί Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ὁ μέγας διερμηνέας Σταυράκης Ἀριστάρχης, ὁ μέγας λογοθέτης τῆς Ἐκκλησίας Στέφανος Μαυρογένης, οἱ πρόκριτοι καί οἱ προϊστάμενοι τῶν συντεχνιῶν. Ἡ ἐκλογή ὅμως καθυστεροῦσε. Οἱ καταλληλότεροι γιά τόν πατριαρχικό θρόνο ἀρχιερεῖς παρακαλοῦσαν νά μήν ἐκλεγοῦν. Ἔφθασε τότε νέα, αὐστηρή διαταγή τῆς Πύλης, νά γίνη ἀμέσως ἡ ἐκλογή. Τελικά δέχθηκε ὁ Πισιδίας Εὐγένιος, Φιλιππουπολίτης. Ἐφοδιάσθηκε ἀμέσως μέ τή συστατική ἀναφορά καί πῆγε στήν Πύλη σύμφωνα μέ τά καθιερωμένα. Ὅταν γύρισε, ἔγινε δεκτός μέ τίς συνηθισμένες τυπικές τιμές καί ἐπακολούθησε ἡ δοξολογία μέσα σέ ἀτμόσφαιρα κατήφειας, θλίψεως καί ἀγωνίας.
Μετά τήν ἀναχώρηση ἀπό τήν Πύλη τοῦ νέου Πατριάρχη οἱ Τοῦρκοι ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή τόν Γρηγόριο, τόν ἐπιβίβασαν πάλι σέ μία λέμβο μέ συνεπιβάτη τόν κοτσίμπαση (ἀρχιβασανιστή) καί ἀπομάκρυναν τούς δικούς του συνοδούς. Ἡ λέμβος κατευθύνθηκε πίσω στήν ἀποβάθρα τοῦ Φαναρίου, ὅπου καί ἀποβίβασαν τόν Πατριάρχη μέ τά χέρια του δεμένα πίσω. Ἐκεῖ ἄγριο πλῆθος Τούρκων ἐνόπλων εἶχε συγκεντρωθεῖ καί περίμενε νά παρακολουθήσει τό μαρτύριο τοῦ πνευματικοῦ ἡγέτη τῶν Ρωμιῶν.
Ὁ Γρηγόριος προχώρησε λίγα βήματα, γονάτισε καί ἔσκυψε τό κεφάλι, περιμένοντας τό μαχαίρι τοῦ δημίου. Ἀλλά ὁ κοτσίμπασης τοῦ ἔδωσε λάκτισμα καί τοῦ εἶπε ἄγρια “κάλκ γιοῦ ροῦ” (σήκω καί προχώρα) καί, ὅπως ὁ Πατριάρχης ἀπό τά γηρατειά καί τήν ἐξάντληση δέν μποροῦσε νά σηκωθεῖ, τόν βοήθησε o ἴδιος. Δύο στρατιῶτες τόν ὑποβάσταζαν γιά νά συνεχίσει τήν πορεία στόν ἀνηφορικό δρόμο πρός τό Πατριαρχεῖο. Τελικά τόν κρέμασαν στή μεσαία ἀπό τίς τρεῖς ἐξωτερικές θύρες τοῦ Πατριαρχείου.
«Συγχρόνως δέ ἐκρεμάσθησαν εἰς διάφορα μέρη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ Γαλατᾶ, ὁ Ἐφέσου Διονύσιος, ὁ Νικομηδείας Ἀθανάσιος, ὁ Ἀγχιάλου Εὐγένιος, ὁ Δέρκων Γρηγόριος, ὁ Θεσσαλονίκης Ἰωσήφ καί ὁ Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώϊος. Τά δέ σώματα τοῦ τέ Πατριάρχου καί τῶν λοιπῶν ἐσύρθησαν ἀτίμως ὑπό Ἑβραίων καί ἐρρίφθησαν εἰς τήν θάλασσαν. Τό σῶμα ὅμως τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου εὑρέθη τήν τρίτην ἡμέραν ὑπό τοῦ Κεφαλλήνου πλοιάρχου Γ. Σκλάβου, ὑφ’ οὗ καί μετηνέχθη εἰς Ὀδησσόν, ἔνθα διαταγή τοῦ αὐτοκράτορος, ἐτελέσθη μεγαλοπρεπής κηδεία.
Ἡ οἰκογένεια τῶν φιλότουρκων Καλλιμαχῶν ἐξωρίσθη εἰς τήν Ἀσίαν, ὅπου μετά τίνας μήνας, ὁ μέν ἡγεμῶν Σκαρλάτος Καλλιμάχης ἐπνίγη ὑπό Τούρκου δημίου, ὁ δέ ἀδελφός αὐτοῦ Ἰωάννης ἀπεκεφαλίσθη εἰς Προῦσαν.
Αἵ ἡμέραι ἐκεῖναι ἦσαν ἡμέραι φρίκης καί τρόμου διά τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει Χριστιανούς. Αἱ οἰκίαι καί οἱ γυναικωνίται ἐπατοῦντο, οἱ αἱμοχαρεῖς Ἀσιανοί Τοῦρκοι σείοντες γυμνάς τάς ρομφαίας καί φρυάττοντες, περιέτρεχον τάς ὁδούς θύοντες καί ἀπολύοντες ὅσους τοῦ κοινοῦ λαοῦ ἀπήντων, ἄλλους ἔσφαζον ἐπί τῶν ὁδῶν, ἄλλους ἐκρέμων, ἄλλους παρέδιδον εἰς τά βασανιστήρια, ἐκκλησίας ἐμίαινον καί ἐγύμνωνον, περιουσίας ἐδήμευον, γυναίκας καί κοράσια ἤρπαζον.
Ἰδού οἱ Ὀθωμανοί, τούς ὁποίους ἡ Εὐρώπη ἐλπίζει νά ἐκπολιτίση!»
Ἐπίτομος Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως –
Θεόφιλος Γεώργιος, Ἀθήνησι 1860
«When the news reached the Sultan of the insurrectionary movements, he resolved upon a mode of revenge, which showed that he merited the title of butcher, bestowed upon him by the Greeks. Let us pass over the murder of the young, learned and accomplished Demetre Morousi (Δημήτριος Μουρούζης) his grand interpreter; for this, there was the shadow of an excuse.
But in order to outrage, in the highest possible degree, the feelings of every Greek, it was resolved to strike a blow which should excite their indignation and horror; not only by the enormity of the crime, but by the sanctity and rank of the victim. The head of the Greek church, the Grand Patriarch, resident at Constantinople, was then Gregory.
Οn Easter Sunday, after the performance of church ceremonies, he was seized as he came out at the door, by the Sultan’ s emissaries; dragged off to his palace and hung up over the gate like a dog; and his body left for two days, to be scoffed at, and spit on by every good Moussulman and then dragged by the heels to the sea shore and thrown into the water. This brutal act, accompanied by every aggravating circumstance that could render it worthy of the imperial butcher, by whom it was perpetrated, was the signal for the commencement of outrages upon the Christians;
Then began those massacres of men, women, and children, with the sickening details of which the European journals teemed for months. Then the streets of Constantinople ran down with Christian blood; then murder and rapine had full sway in tile lair of the Sultan. Churches were broken into and pillaged, the ornaments torn down, and the pictures of the saints defiled in every way; nine bishops, besides hundreds of priests were hung; and many thousands of the common people butchered in cold blood, and without possibility of defence.
The bloody signal given at Constantinople, was heard through Asia Minor, where the Turkish population greatly outnumbers the Greek; and they began an indiscriminate slaughter of all whom they could find. The smoke of hundreds of peaceful villages, and the blood of tens of thousands of Greeks, were made to atone for the fault of their countrymen in a distant put of the empire, who had dared to revolt. If there was a Greek who till now had hesitated, desperation decided him; the die was far ever cast; and Greek and Turk had become open and irreconcilable enemies.
But no place suffered like Aivali, or Cydonia. This flourishing and most interesting spot, was inhabited solely by Greeks; who enjoyed the rare privilege of living under their own town rulers. There were 30.000 inhabitants in the town previous to the revolution, many of whom however had fled. It had a college, and its population was one of the most enhghtened of any Greek town. Situated as they were in the heart of the Turkish empire, the thought of revolt could never have entered their minds;
But the Pasha of the province was determined that it should; he therefore, upon pretence of the discovery of a conspiracy, sent a thousand soldiers to be quartered among them. The next day a larger number arriving, began to commit every outrage upon the inhabitants, and wanted only an excuse, to fall upon and massacre them.
The third day, the Greek fleet appeared off the harbour, but merely by accident, not having had any communcation with it. This however was the signal for the Turks, who began to massacre all that fell in their way, and set fire to the houses.
The inhabitants, in despair, rushed to arms; boats were sent off from the fleet; the sailors united with the inhabitants, and after a severe fight, the Turks were driven out of the town. But the inhabitants knew it was only a momentary respite; in the morning the Turks would return with immense forces, and the only refuge from death or slavery was on board the vessels.
That night was to them one of horror and confusion, more easily imagined than described; every one was anxious to get on board, with as many of his effects as be could save. About 5,000 were received on board the fleet, and the next day as many more were butchered by the Turks. All the men, the young and aged, were murdered in cold blood; the women and boys, whose beauty made them valuable prizes, were carried off to sell in the markets of Constantinople, and serve the brutal lusts of the rich. The buildings were all burnt, and of the flourishing Aivali, there remained but the ashes of its houses and the bones of its inhabitants.
The fleet bore away with its melancholy charge – every vessel crowded full. That of Tombazi had more than 600 on board. They were distributed among the islands, and left to the compassion of the inhabitants; and the fleet returned – each division to its own port.»
An historical sketch of the Greek revolution Samuel Gridley Howe
«Ὁ Πατριάρχης, βιαζόμενος ὑπό τῆς Πόρτας, σᾶς στέλλει ἀφοριστικά καί Ἐξάρχους, παρακινώντας σας νά ἑνωθῆτε μέ τήν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νά τά θεωρῆτε αὐτά ὡς ἄκυρα, καθότι γίνονται μέ βίαν καί δυναστείαν καί ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Πατριάρχου.»
Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης σέ ἐπιστολή του στόν Κολοκοτρώνη, γιά τόν ἀφορισμό
«Μέ προτρέπετε εἰς φυγήν, μάχαιρα θά διέλθη τάς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί λοιπῶν πόλεων τῶν Χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε, ὅπως ἐγώ μετημφιεσμένος καταφύγω εἰς πλοῖον ἤ κλεισθῶ ἐν οἰκί οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ἠμῶν πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δ’ ἐκεῖθεν πώς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τόν χηρεύσαντα λαόν οὐχί. Ἐγώ διά τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τό ἔθνος μου, οὐχί δέ ὅπως ἀπολέσω τοῦτο διά τῆς χειρός τῶν γενιτσάρων. Ὁ θάνατός μου ἴσως ἐπιφέρει μεγαλυτέραν ὠφέλειαν παρά ἡ ζωή μου. Οἱ ξένοι Χριστιανοί ἡγεμόνες δέν θά θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πώς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θά μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τήν νίκην εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅ,τι καί ἄν μου συμβεῖ.»
Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’
«Τά ὁμαδικά ἐγκλήματα, τά βαρύνοντα τήν τουρκικήν ἐξουσίαν, ἐνηργήθησαν κυρίως ἐκεῖ πού δέν ἐξεδηλώθη κίνησις ἐπαναστατική. Ὁ Μαχμούτ ἰσχυρίζετο ὅτι μόνον διά τῆς ἀγριότητος ἠδύνατο ν’ ἀπαντήση εἰς τήν ἀποστασίαν τῶν ἀπίστων. Ἄλλ΄ ἡ ἀγριότης αὐτή δέν ἐξεδηλώθη παρά μόνον εἰς τόπους ὅπου δέν ὑπῆρχαν ἀποστᾶται καί ὅπου δέν ἐφαίνετο κινδυνεῦον τό Ἰσλάμ. Ἐξεδηλώθη ἐναντίον τῶν ἠρεμούντων ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, εὑρισκομένων μακράν τῆς χώρας ὅπου εἶχε κηρυχθῆ ἡ ἐπανάστασις, ἐναντίον τοῦ κλήρου των, ἐναντίων τῶν γυναικῶν των, πού ἀπήχθησαν εἰς τά χαρέμια, ἐναντίον τῶν παιδιῶν των, πού μετεφέρθησαν εἰς τήν Ἀσίαν διά νά ἐξισλαμισθοῦν.
Εἰς τήν Πελοπόννησον δέν ἔγιναν σφαγαί. Τούς ἑλληνικούς πληθυσμούς τούς εὑρισκομένους πλησίον τῶν ἰσχυροτάτων τουρκικῶν φρουρῶν, ἐπροστάτευε ἡ μακρινή ἠχώ τῶν ὀλίγων ἑλληνικῶν τουφεκιῶν τῆς ὑπαίθρου.
Εἰς τήν Στερεάν, εἰς τήν Ἤπειρον, εἰς τήν Θεσσαλίαν δέν ἀπετολμήθησαν σφαγαί, διότι ὑπῆρχαν ἔξω τῶν πόλεων Ἕλληνες ὁπλαρχηγοί. Ἡ μανία τῶν Τούρκων κατά τῶν γκιαούρηδων ἐπεξετάθη ἐκεῖ ὅπου οἱ Ἕλληνες ἠρεμοῦσαν καί ἔμεναν ἀπολύτως ἀπροστάτευτοι. Εἰς τήν Πόλιν, τήν Σμύρνην, τήν Κύπρον, εἰς τήν Κῶν, εἰς τήν Θάσον, εἰς τήν Λῆμνον, εἰς τήν Ἀδριανούπολιν.
Ὁ μουτεσελίμης τῆς Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ ὑπέβαλε εἰς τήν Πύλιν μακρόν ὀνομαστικόν κατάλογον Κυπρίων, τῶν ὁποίων ἐζήτησε τήν θανάτωσιν. Ἡ Πύλη ἀπήντησεν ὡς φύλαρχος τῆς Ἀφρικῆς, ἔχων νόμον τήν πίστιν του εἰς τόν Προφήτην καί τήν ληστείαν τῶν καραβανίων. Διέταξε νά σφαγοῦν ὅλοι οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τόν κατάλογον καί ἄλλοι ἀκόμη ἄν ἐχρειάζετο, νά δημευθοῦν αἱ περιουσίαι των καί νά ἐξανδραποδισθοῦν αἱ γυναῖκες καί τά παιδιά των, ἐκτός ἐκείνων πού θά προσήρχοντο εἰς τόν Ἰσλαμισμόν.
Οἱ συλληφθέντες μετεφέρθησαν εἰς τήν πλατείαν πρό τοῦ διοικητηρίου καί ἐκεῖ ἀνεγνώσθη τό φιρμάνι τοῦ σουλτάνου διά τήν θανάτωσίν των. Ὁ μητροπολίτης Κυπριανός ἀπηγχονίσθη ἐπί δένδρου καί ἀπεκεφαλίσθησαν τρεῖς ἄλλοι ἀρχιερεῖς, ὁ Πάφου, ὁ Κιτίου καί ὁ Κυρήνειας. Τήν ἑπομένην ἀπεκεφαλίσθησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι πλήν τριανταέξ, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν νά ἐξισλαμισθοῦν. Τά πτώματα τῶν σφαγέντων ἔμειναν ἐκτεθειμένα ἐπί ἡμέρας, κατακοπέντα καί παραμορφωθέντα ἀπό τούς βανδάλους, ἀπαγορευθείσης τῆς ταφῆς.»
Διονύσιος Κόκκινος (Σφαγές στήν Κύπρο)
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας