Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σοβιετικά αρχεία: Πώς η Τουρκία «κορόιδεψε» τον Τσώρτσιλ και τους δυτικούς στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο

Δημοσιεύτηκε στις

Τσώρτσιλ και Ινονού στη συνάντηση των Αδάνων, το 1943
Δημοσιεύουμε ένα κείμενο του έγκριτου Ρώσου στρατιωτικού αναλυτή Γ. Κρούτικωφ, που δημοσιεύθηκε στις 8.3.21 στον ιστότοπο VZGLYAD, και στο οποίο παρουσιάζεται μεγάλο μέρος της αναφοράς του πρέσβη της ΕΣΣΔ στην Άγκυρα Σεργκέι Βινογκράντωφ, από τις 13 Φεβρουαρίου 1943. Το έγγραφο αποδεσμεύτηκε πρόσφατα από το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών, και έχει τεράστια σημασία για την κατανόηση της τουρκικής πολιτικής κατά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στην αναφορά γίνεται εκτενής μεταφορά των όσων αποκάλυψε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μενεμεντσίογλου για τις επαφές που είχε η τουρκική ηγεσία με την Δύση και κυρίως με τον Τσώρτσιλ. Από τα όσα παραθέτει και από την αξιολόγηση του Ρώσου αναλυτή συνάγεται ότι:
α. Η Τουρκία είχε σαφή φιλογερμανική στάση, ήδη πριν από την έκρηξη του πολέμου. Η τουρκική ελίτ υποκριτικά επέμεινε στην “ουδετερότητα” και ανέμενε ότι σε περίπτωση γερμανικής νίκης θα μπορούσε να ανασυστήσει την Οθωμανική αυτοκρατορία, κάτι για το οποίο προφανώς είχε λάβει διαβεβαιώσεις από το Βερολίνο. 
β. Η Τουρκία θα εισερχόταν στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας σε περίπτωση νίκης της τελευταίας στο μέτωπο του Καυκάσου, που θα άνοιγε το δρόμο της κατάκτησης της Μέσης Ανατολής. 
γ. Οι Δυτικοί στην προσπάθειά τους να κερδίσουν με το μέρος τους την Τουρκία πρόσφεραν αφειδώς σύγχρονα στρατιωτικά μέσα, ακόμη και μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944, χωρίς ποτέ η Τουρκία να τα χρησιμοποιήσει κατά της Γερμανίας. 
δ. Οι Τούρκοι είχαν κατοχυρώσει, χωρίς να δεσμευτούν σε τίποτε, σε περίπτωση νίκης των συμμάχων, να έχουν λόγο στην διευθέτηση των μεταπολεμικών  Βαλκανίων, και μάλιστα να στείλουν στρατό τουλάχιστον στην νότιο Βουλγαρία. 
ε. Η Μόσχα βάσει των πληροφοριών που είχε από την πρεσβεία της, βεβαιώθηκε για τις προθέσεις της Τουρκίας, και μετέφερε σημαντικό τμήμα του στρατού του Καυκάσου στην Κριμαία, για την εκδίωξη των Γερμανών, ενώ το στράτευμα που παρέμεινε πήρε θέσεις επίθεσης πλέον, κυρίως στην περιοχή της Ατζαρίας. 
στ. Η Τουρκία συμπεριελήφθη στην ομάδα των νικητών, με παρέμβαση της Δύσης, ως αντίβαρο προς τη Μόσχα, μέσω της εικονικής κήρυξης πολέμου κατά της Γερμανίας τον Φεβρουάριο του 1945.
Καθώς στην γεωπολιτική υφίστανται σχεδόν αναλλοίωτες οι βασικές συνισταμένες, είναι περιττό να τονίσουμε τη αξία της γνώσης της τουρκικής στάσης της εποχής εκείνης για την κατανόηση  της τρέχουσας πολιτικής της Άγκυρας. Άλλωστε, αυτός είναι ένας από τους λόγους που ένα τέτοιο κείμενο δημοσιεύεται σήμερα, στοχεύοντας σε πολλούς αποδέκτες.  
του Γιεβγένι Κρούτικωφ

Ένας από τους κυριότερους κινδύνους κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου ήταν η πιθανότητα κάποιες χώρες, όπως η Τουρκία, να εισέλθουν στον πόλεμο στην πλευρά της Γερμανίας. Τα αποχαρακτηρισμένα αρχειακά έγγραφα δείχνουν με ποιο τρόπο η σοβιετική διπλωματία μπόρεσε να διασφαλίσει ότι η Τουρκία θα παρέμενε ουδέτερη – αν και αυτό ήταν αρκετά αμφίβολα.

Κατά τη διάρκεια του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η σοβιετική διπλωματία έπρεπε να λύσει αρκετά, με την πρώτη ματιά, περιφερειακά ζητήματα, τα οποία, ωστόσο, δεν ήταν δευτερεύοντα. Φυσικά, από το καλοκαίρι του 1941, στο προσκήνιο ήταν τα θέματα του ανοίγματος του δεύτερου Μετώπου, και, στη συνέχεια, η συμφωνία με τους συμμάχους του συνασπισμού για τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη. Αυτό το πλέγμα των ζητημάτων θεωρείτο πλέον το κύριο έργο του σοβιετικού Υπουργείου Εξωτερικών κατά την περίοδο του πολέμου. Παράλληλα όμως υπήρχαν και λιγότερο γνωστά προβλήματα, τα οποία έπρεπε επίσης να επιλυθούν κατά καιρούς σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Μεταξύ αυτών των καθηκόντων ήταν ο καθορισμός της θέσης σε σχέση με τους συμμάχους της Γερμανίας, οι οποίοι διέφεραν μεταξύ τους στην εσωτερική δομή τους και στον βαθμό συμμετοχής στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό είναι ένα ξεχωριστό και σπάνια ερευνημένο θέμα. Ένα άλλο πρόβλημα: η συνεργασία με τις κυβερνήσεις,  χωρών που είχε καταλάβει η Γερμανία αλλά και συμμαχικών της κρατών, που ήταν εξόριστες. Εκεί, επίσης, δεν πήγαιναν όλα ομαλά και όχι μόνο για τη σοβιετική διπλωματία. Είναι γνωστές οι συγκρούσεις μεταξύ του Τσώρτσιλ και του ντε Γκωλ, οι οποίες οδήγησαν σχεδόν σε ανοιχτό ρήγμα στις σχέσεις μεταξύ αυτών των δύο ασυμβίβαστων πολιτικών. Ξεχωριστό υπήρξε το πολωνικό ζήτημα.

Μια άλλη ομάδα καθηκόντων ήταν η συνεργασία με ουδέτερες χώρες ή με χώρες που μόνο λόγω των περιστάσεων αποκαλούνταν «ουδέτερες», αλλά στην πράξη έτειναν σε φιλο-γερμανικές θέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία απέκτησε ιδιαίτερη σημασία, η ηγεσία της οποίας ανοιχτά έδειχνε συμπάθεια προς τη Γερμανία μέχρι το τέλος του 1944, αλλά με ανατολίτικο πονηρό τρόπο προσπαθούσε να καθίσει ταυτόχρονα σε πολλές καρέκλες. Για τη Σοβιετική Ένωση, η παρουσία ενός ασταθούς και ενίοτε επιθετικού γείτονα στο νότιο μέτωπο αποτελούσε σαφή απειλή, για να μην αναφέρουμε το πρόβλημα των Στενών  και των διαρκών συνοριακών διαφορών. Οι σχέσεις των συμμάχων με την Τουρκία συμπεριλήφθηκαν ως ξεχωριστό θέμα στην ημερήσια διάταξη των συνομιλιών των τριών ηγετών στην Τεχεράνη, καθώς και κατά τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των τριών συμμαχικών χωρών στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1943.

Στην πραγματικότητα, υπήρχαν μόνο τρεις τέτοιες ξεχωριστές, «προσωποποιημένες» περιπτώσεις στην ημερήσια διάταξη των συνομιλιών: Τουρκία, Ιταλία και Φινλανδία. Όσον αφορά τα ζητήματα των μεταπολεμικών σχέσεων με την Ιταλία και τη Φινλανδία απαιτήθηκαν χωριστές δηλώσεις. Το τουρκικό ζήτημα, όμως, ήταν αυτό που ανησυχούσε διαρκώς όλους.

Αρχικώς, ήταν ο Τσώρτσιλ που πήρε την πρωτοβουλία. Μια σχεδόν αστυνομική ιστορία, με την ανεπιτυχή προσπάθεια των Βρετανών και του Τσώρτσιλ προσωπικά να κερδίσει την Τουρκία με την πλευρά των Συμμάχων, εξελίχθηκε όπως θα το περιγράψουμε. Προτρέχοντας, ας πούμε μόνον ότι στη διάσκεψη της Τεχεράνης, ο Στάλιν, στην πρώτη του συνομιλία με τον Τσόρτσιλ και τον Ρούσβελτ, δήλωσε ξεκάθαρα και κοφτά ότι δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να επιτευχθεί η είσοδος της Τουρκίας στον πόλεμο! Αυτό ωστόσο η αγγλοσαξονική διπλωματία δεν το κατανόησε.

Επίσκεψη του Τσώρτσιλ στα Άδανα

Στις 30 Ιανουαρίου 1943, ο Τσώρτσιλ ταξίδεψε από το Κάιρο στη νοτιότερη μεγαλύτερη τουρκική πόλη, τα Άδανα, για να συναντηθεί με τον Τούρκο πρόεδρο Ισμέτ Ινονού. Ο Τσώρτσιλ εξέφραζε επίσης τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς οι θέσεις των Αγγλοσαξόνων είχαν προηγουμένως συμφωνηθεί στη συνάντηση της Καζαμπλάνκα.

Ο Ινονού παρέμεινε σιωπηλός κατά τη διάρκεια της συνάντησης με τον Βρετανό πρωθυπουργό και η συνομιλία διεξήχθη από τον Τούρκο πρωθυπουργό Σουκρού Σαράτζογλου και τον Υπουργό Εξωτερικών Νουμάν Μενεμεντσίογλου. Ο Τσώρτσιλ βρέθηκε σε μη βολική θέση, αλλά οι Βρετανοί απλά δεν γνώριζαν ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του τότε τουρκικού Συντάγματος, ο Πρόεδρος δεν είχε κανένα δικαίωμα να διεξάγει τέτοιες διαπραγματεύσεις. Αυτή η ανατολίτικη πονηριά τον απήλλασσε από την ευθύνη να λάβει δύσκολες αποφάσεις για την εξωτερική πολιτική.

Και αυτοί οι δύο – ο Σαράτζογλου και, ιδιαίτερα, ο Μενεμεντσίογλου- κέρδισαν τον Τσώρτσιλ προσωπικά αλλά κι όλη τη βρετανική διπλωματία. Όμως οι Σοβιετικοί διπλωμάτες κατάφεραν να αποσπάσουν σημαντικές πληροφορίες από αυτήν την επαφή και να διευκρινίσουν με ακρίβεια τη θέση της Τουρκίας τη δεδομένη στιγμή. 

Και οι δύο υψηλόβαθμοι Τούρκοι αξιωματούχοι ήταν Αλβανοί στην καταγωγή τους και οι δύο φοίτησαν στην Ελβετία. Ο πατέρας του Μενεμεντσίογλου, Ραφίκ, ήταν για κάποιο διάστημα Υπουργός Οικονομικών, υπό τον τελευταίο σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο προπάππους του, ο Ναμίκ Κεμάλ-μπέη ήταν ένας από τους κύριους ιδεολόγους του κινήματος των «Νέων Οθωμανών», και ο ίδιος ο Ατατούρκ έλεγε ότι τα έργα του Ναμίκ Κεμάλ-μπέη τού είχαν ασκήσει ισχυρή επιρροή. Ο προ-προπάππους του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών ήταν ο κύριος αστρολόγος του Σουλτάνου, ο οποίος ήλεγχε συνολικά τη ζωή του προληπτικού χαλίφη όλων των πιστών, με τη βοήθεια των αστεριών. Με αυτή την παλαιά αλβανική ελίτ, η οποία για αιώνες επηρέαζε την αυλή των σουλτάνων, δεν μπορείς να παίζεις. Ο ίδιος ο Ατατούρκ ήταν μισός Αλβανός και μισός «Μακεδόνας» και σκόπιμα περιβάλλετο από τέτοιους ανθρώπους, ενώ στην πρώτη επαναστατική κυβέρνησή του δεν υπήρχε ούτε ένας καθαρόαιμος Οθωμανός [Τούρκος].

Ο Τσώρτσιλ σκόπευε να δωροδοκήσει την τουρκική ηγεσία, διασφαλίζοντας τη μεταπολεμική συμμετοχή (ή συνενοχή) της Τουρκίας  στη διευθέτηση της ζωής των περιοχών, για τις οποίες είχε ενδιαφέρον (κυρίως στα Βαλκάνια και τη Συρία), και τη δεδομένη στιγμή προσφέροντας να βοηθήσει τους Τούρκους με σύγχρονα όπλα. Συγκεκριμένα, προτάθηκε οι Τούρκοι να λάβουν προνόμια στα Βαλκάνια, ειδικά στη Βουλγαρία, πριν εμφανιστεί εκεί ο σοβιετικός στρατός.

Εκείνη την εποχή, ο τουρκικός στρατός αξιολογείτο σε όχι καλή κατάσταση. Μόνο το πυροβολικό αντιστοιχούσε κάπως στο σύγχρονο επίπεδο, ενώ δεν υπήρχαν καθόλου τανκς και αεροσκάφη συγκρίσιμου επιπέδου. Ταυτόχρονα, ο Τσώρτσιλ φόβισε τους Τούρκους με μια πιθανή επίθεση της Γερμανίας, η οποία χρειαζόταν μια νέα έξοδο προς τη Μέση Ανατολή. Αξίζει να θυμηθούμε ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ακόμη κριθεί το αποτέλεσμα της μάχης στο Στάλινγκραντ και στον σοβιετικό Καύκασο, και παρέμενε ισχυρή η απειλή της γερμανικής διείσδυσης στην Υπερκαυκασία και η σύνδεσή της με τους Τούρκους.

Ο Μενεμεντσίογλου θεωρείτο ο «δημιουργός της ουδετερότητας», ήταν ο επικεφαλής στις τουρκικές αντιπροσωπείες στις διαπραγματεύσεις στο Μοντρέ για τα Στενά και σ’ αυτές για την επαρχία Χατάι [Αλεξανδρέττα] της Συρίας. Αλλά ταυτόχρονα ήταν ένας φανερός Γερμανόφιλος, που συναντήθηκε με τον Ribbentrop πάνω από δώδεκα φορές και είχε την τάση να χρησιμοποιεί την «ουδετερότητα», που δεν ανταποκρινόταν πλήρως στην έννοια της λέξης. Απλώς ανέμενε ποιος θα νικούσε, έχοντας προφανή συμπάθεια προς τη Γερμανία, πιστεύοντας ότι στο μέλλον, με τη γερμανική βοήθεια, θα ξεκινήσει η αποκατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Και σε αυτούς τους ανθρώπους ο Τσώρτσιλ προσέφερε σύγχρονα άρματα μάχης και αεροσκάφη, τα οποία δεν περίσσευαν καν στους ίδιους τους Βρετανούς. Προηγουμένως, έφερε μια στρατιωτική αποστολή στα Άδανα, η οποία έπρεπε να διδάξει στους Τούρκους πώς να χειρίζονται σύγχρονα όπλα. Στη συνέχεια, το Δεκέμβριο του 1943, μια τουρκική αντιπροσωπεία με την ίδια σύνθεση (Ινονού, Σαράτζογλου και Μενεμεντσίογλου) έφτασε στο Κάιρο για τη διάσκεψη με τη συμμετοχή των Τσώρτσιλ, Ρούσβελτ και Τσιάνγκ Κάι Σεκ. Υπήρξαν φήμες στον παγκόσμιο τύπο ότι η Τουρκία φερόταν να είναι έτοιμη να εισέλθει στον πόλεμο με την πλευρά των συμμάχων, αλλά στη διάσκεψη του Καΐρου δεν ελήφθησαν τελικές αποφάσεις. Επιπλέον, επιστρέφοντας στην Άγκυρα από το Κάιρο, οι Τούρκοι συνήψαν συμφωνία με τη Γερμανία για την προμήθεια προς αυτήν του σημαντικού στρατηγικά χρωμίου. Την ίδια ώρα, η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέχιζαν να εξοπλίζουν τους Τούρκους με σύγχρονα όπλα.

Σε κάποιο σημείο, ο ηλικιωμένος Πρόεδρος Ινονού ήταν έτοιμος να αρνηθεί να προμηθεύει το Βερολίνο με χρώμιο, αλλά ο Μενεμεντσίογλου τον «τούμπαρε» με τον ίδιο τρόπο που οι πρόγονοί του καθοδηγούσαν τους σουλτάνους, και το τουρκικό χρώμιο συνέχιζε να πηγαίνει στη Γερμανία μέχρι και τις αρχές του 1945. Τον Φεβρουάριο του 1944, η υπομονή του Τσόρτσιλ εξαντλήθηκε, η βρετανική στρατιωτική αποστολή αποσύρθηκε από την Τουρκία και η προμήθεια όπλων σταμάτησε. Το Λονδίνο ουσιαστικά παραδέχτηκε ότι οι προσπάθειές του να επηρεάσουν την Άγκυρα μέσω της κολακείας, της δωροδοκίας και των υποσχέσεων ήταν άσκοπες.

Και όλο αυτό το διάστημα, ο Μενεμεντσίογλου επισκεπτόταν τον Σοβιετικό πρέσβη στην Άγκυρα, Σεργκέι Βινογκράντωφ, «για να παίξουν σκάκι».

Η αναφορά του Ρώσου πρέσβη από την Άγκυρα

Να πώς περιγράφει ο Σοβιετικός πρέσβης τη συνάντηση με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών στις 13 Φεβρουαρίου 1943, δηλαδή αμέσως μετά τη λήξη της συνάντησης με τον Τσώρτσιλ στην Αντάνα.

«Επισκέφτηκα τον Μενεμεντσίογλου. Ανέφερα ότι μου είπαν πως ο υπουργός ήθελε να με ενημερώσει για τη συνάντηση στα Άδανα. Ο Μενεμεντσίογλου, επιβεβαιώνοντας τα λόγια μου, παρατήρησε ότι ήταν έτοιμος να το κάνει νωρίτερα και με περίμενε την επόμενη μέρα μετά την επιστροφή του στην Άγκυρα. Τονίζοντας ότι με ευχαρίστηση με ενημερώνει, ο Υπουργός, πρώτα απ’ όλα, είπε ότι ενώ βρισκόταν στη Σμύρνη, ο Βρετανός Πρέσβης έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Τσώρτσιλ, στο οποίο ο τελευταίος εξέφρασε την επιθυμία να συναντηθεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό Εξωτερικών. Ο Σαράτζογλου έστειλε ένα τηλεγράφημα στον Μενεμεντσίογλου ζητώντας τις απόψεις του σχετικά με αυτό το θέμα. Αυτός απάντησε ότι μια τέτοια συνάντηση και ανταλλαγή απόψεων με τον Τσώρτσιλ δεν θα μπορούσε παρά να ωφελήσει. Έτσι, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση. Ο Ινονού ήταν παρών σε όλες τις διαπραγματεύσεις, αλλά σύμφωνα με το τουρκικό σύνταγμα, όλα τα θέματα συζητήθηκαν με τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό Εξωτερικών. […]

Ωστόσο, οι Βρετανοί μας είπαν στη διάσκεψη ότι εάν η Τουρκία μέχρι στιγμής ήταν σε θέση να αποφύγει τον πόλεμο με την πολιτική της ουδετερότητας, αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει περάσει. Αντιθέτως, σύμφωνα με τους Βρετανούς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η Τουρκία θα δεχόταν επίθεση από τη Γερμανία, δεδομένου ότι η τελευταία, είχε σχεδιάσει να διεισδύσει στη Μέση Ανατολή ακολουθώντας δύο κατευθύνσεις -η πρώτη μέσω του Καυκάσου και η άλλη μέσω της Αιγύπτου. Αυτό το γερμανικό σχέδιο ματαιώθηκε. Τώρα πρέπει να φοβόμαστε ότι η Γερμανία θα επιλέξει τη μέση οδό, μέσω της Τουρκίας». 

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η Wehrmacht δεν είχε τη δυνατότητα τον Ιανουάριο του 1943 να βρει διαθέσιμες 40-50 μεραρχίες για να οργανώσει από το μηδέν ένα νέο θέατρο στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Ο Μενεμεντσίογλου το γνώριζε αυτό πολύ καλά, αλλά παρ’ όλα αυτά άφησε τον Τσώρτσιλ να ολοκληρώσει τη σκέψη του.

«Με βάση αυτό, οι Βρετανοί μάς υπενθύμισαν ότι τα τελευταία τρία χρόνια η Τουρκία ζητά όπλα για τον στρατό της. ‘‘Γνωρίζουμε, είπαν, ότι το τουρκικό πεζικό έχει καλά στοιχεία. Το τουρκικό πυροβολικό είναι σε ικανοποιητική κατάσταση. Αλλά δεν έχετε αρκετά σύγχρονα μέσα πολέμου – άρματα μάχης, αεροσκάφη κ.λπ. Προηγουμένως, δεν μπορούσαμε να δώσουμε αυτό που ζητήσατε, τώρα έχουμε αυτήν την ευκαιρία. Ας συζητήσουμε λοιπόν εδώ, σε αυτήν τη συνάντηση, σε ποιο βαθμό μπορείτε να αξιοποιήσετε όλα όσα μπορούμε να σας δώσουμε και ποιοι τρόποι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προμήθεια αυτών των όπλων’’. Συμφωνήσαμε με αυτά τα γενικά σχόλια και εκφράσαμε την ετοιμότητά μας να ξεκινήσουμε τη συζήτηση. Αλλά ο πρόεδρός μας, πρώτα απ’ όλα, ήθελε να θέσει το ερώτημα: “Γιατί θέλετε να μας δώσετε όπλα;” Το γεγονός είναι, εξήγησε ο Μενεμεντσίογλου, ότι δεν θέλουμε να είμαστε στο σκοτάδι για το νόημα αυτού που μας μιλούν. Θέλουμε να μάθουμε τι θέλουν από εμάς».

Τότε ο Τσόρτσιλ θα τεντώθηκε. Δύο απόγονοι Αλβανών φεουδαρχών, με τη σιωπηρή έγκριση του γιου ενός Κούρδου αξιωματούχου, όχι μόνο διαπραγματεύονταν, αλλά απευθείας ρώτησαν: τι θέλετε από εμάς;

«Οι Βρετανοί εξήγησαν αμέσως στον πρόεδρο ότι, πρώτα απ‘ όλα, θεωρούν καλύτερο για τον κοινό σκοπό εάν η Τουρκία είναι ισχυρή. Η αδυναμία της Τουρκίας, κατά τη γνώμη τους, θα μπορούσε να βλάψει τον σκοπό των συμμάχων, εάν λάβουμε υπόψη την πιθανότητα εκπλήξεων. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που προέβαλαν οι Βρετανοί και μας φάνηκε πειστικός, λογικός και σεβασμός. Δεύτερον, οι Βρετανοί είπαν ότι ”θέλουμε να ενισχύσουμε την Τουρκία, να της δώσουμε μεγαλύτερη ελευθερία αποφάσεων, στο μέτρο του δυνατού, πώς θα ενισχυθεί η αμυντική ικανότητα της Τουρκίας και θα αυξηθεί το αίσθημα ασφάλειας γι‘ αυτήν, θα είναι πιο ελεύθερη στη λήψη ορισμένων σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά της”».

Επρόκειτο για κολακεία, η οποία ήταν κατ’ αρχήν σύμφωνη με την τουρκική εθιμοτυπία και τον τρόπο διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων. Στη συνέχεια ήρθε η σειρά των λεπτομερειών.

Το σχέδιο του Τσώρτσιλ για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο

«Εδώ οι Βρετανοί μας εξέθεσαν τα τρία στάδια της σταδιακής αποχώρησης της Τουρκίας από την πολιτική της ουδετερότητας […]  Κατά τη γνώμη τους, το πρώτο στάδιο θα μπορούσε να είναι η διευκόλυνση της διέλευσης των συμμαχικών μέσων μέσω των Στενών και η αποτροπή της διέλευσης των Στενών για τις δυνάμεις του Άξονα. Σ’ αυτό αντιτάχθηκα στον Τσώρτσιλ, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα του συνεδρίου στο Montreux και η παραβίασή του ήταν πάντα λεπτό και ακανθώδες για εμάς ζήτημα. Από τη σκοπιά του μέλλοντος, δεν θα ήταν σκόπιμο να θέσουμε τους εαυτούς μας σε μια άβολη θέση σχετικά με το θέμα των Στενών. Ο Τσώρτσιλ περιφρόνησε το σχόλιο μου, όπως ξέρετε, είναι ένα εκδηλωτικό και ενθουσιώδες άτομο. Απλώς είπε ότι θα έρθει η ώρα και δεν θα είστε τόσο σχολαστικοί, γιατί αυτό που κάποτε αποτελούσε ‘casus belli’ για τη Γερμανία δεν θα φαίνεται πλέον ως τέτοιο τη στιγμή που θα μπορείτε να της πείτε ανοιχτά ‘δεν δίνω δεκάρα σε ό,τι λέτε’. 

Από τη μία πλευρά, ο Μενεμεντσίογλου παρατήρησε τις θέσεις της Συνθήκης του Montreux για τα Στενά, και επεσήμανε τον κίνδυνο ενός προηγούμενου για το μέλλον. Ενώ ο Τσώρτσιλ συμπεριφέρθηκε πολύ συναισθηματικά και κοντόφθαλμα. Αλλά μην λησμονούμε ότι ήταν ο ίδιος ο Μενεμεντσίογλου που υπέγραψε αυτή τη συνθήκη για τα Στενά του Montreux για λογαριασμό της Τουρκίας, και ήταν αυτός που εξασφάλισε τη διέλευση των Στενών για τα γερμανικά και τα συμμαχικά της Γερμανίας (ρουμανικά και βουλγαρικά) πλοία. Οι Τούρκοι εξαρχής συμπεριφέρονταν υποκριτικά και η συναισθηματικότητα του Τσώρτσιλ τους έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ελευθερία να ελέγξουν την κατάσταση.

«[…] Τέλος, το τρίτο στάδιο, όταν η Τουρκία θα έχει ήδη αρκετή δύναμη για να ακολουθήσει τα εξωτερικά της συμφέροντα, θα εισέλθει απευθείας στον πόλεμο. Σε αυτό το σημείο, ο Μενεμεντσίογλου σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της διάσκεψης δεν ζητήθηκε τίποτα από την Τουρκία και η Τουρκία δεν ανέλαβε καμία υποχρέωση. Η Τουρκία παραμένει, όπως και πριν, έχοντας πλήρη ελευθερία στη λήψη αποφάσεων που θεωρεί απαραίτητες σύμφωνα με τα συμφέροντά της.

Αυτή ήταν γενικά η διακριτή θέση της Τουρκίας: δεν υπέγραφαν έγγραφα πολιτικού χαρακτήρα. Μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο δύσκολο ήταν για τον πρέσβη Βινογκράντωφ να επικοινωνήσει με έναν  εκλεπτυσμένο με ανατολίτικο τρόπο διπλωμάτη όπως ο Μενεμεντσίογλου. Για παράδειγμα, στη συνέχεια ο Μενεμεντσίογλου διερεύνησε ανοιχτά τη θέση του Τσόρτσιλ σχετικά με την περαιτέρω διευθέτηση των Βαλκανίων όταν «καταρρεύσει η Γερμανία». Ταυτόχρονα, ο Τούρκος υπουργός μίλησε για πιθανό λιμό τα Βαλκάνια, αλλά και για την εμφάνιση ορισμένων «τουρκικών στρατευμάτων» στη Βουλγαρική Ρωμυλία, τα οποία, ίσως, θα εκδικηθούν τους Βούλγαρους για παρελθούσες προσβολές. Αλλά σε κάθε περίπτωση διατηρώντας το ανεξάρτητο κράτος της Βουλγαρίας.

Ο Τσώρτσιλ απάντησε αναπτύσσοντας την παλιά του θεωρία ότι τα Βαλκάνια και η Κεντρική Ευρώπη πρέπει να ενωθούν σε κάποιο είδος συνομοσπονδίας για να αποφευχθούν ατέρμονες διεθνικές και συνοριακές διαφορές. Η θεωρία αυτή φαινόταν τότε πολύ ουτοπική για να έχει την ευκαιρία να ενσωματωθεί στην πραγματικότητα. Αλλά ο Βρετανός πρωθυπουργός προσπαθούσε τακτικά να την μεταφέρει στους Ρούσβελτ και Στάλιν.

Ο πρέσβης Βινογκράντωφ γράφει περαιτέρω:

«Ρώτησα πώς αντέδρασαν οι Γερμανοί στη συνάντηση στα Άδανα. Ο Μενεμεντσίογλου απάντησε ότι ”μιλώντας ειλικρινά, πριν από ένα χρόνο οι Γερμανοί θα θεωρούσαν τους εαυτούς τους πολύ προσβεβλημένους από αυτή την διάσκεψη και θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει πολλά προβλήματα. Τώρα δεν είναι στην ίδια θέση όπως πριν από ένα χρόνο. Αναγκάστηκαν να αποδεχθούν αυτήν την διάσκεψη στα Άδανα. Η άποψή τους, την οποία μου εξέφρασαν, συνοψίζεται σε μια φράση: “Εάν τα όπλα που θα λάβετε από τους Βρετανούς χρησιμεύουν για να ενισχύσουν την άμυνά σας, να ενισχύσετε τη χώρα σας, δεν έχουμε καμία αντίρρηση”». […]

Αλλά τελικώς, συνέχισε ο υπουργός, πρέπει να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί δεν έχουν λόγο να ανησυχούν από αυτή τη διάσκεψη, γνωρίζουν τη συμμαχία μας με τους Βρετανούς και δεν μπορούν να θεωρήσουν τις διαπραγματεύσεις μας με τους Βρετανούς ως ασυνήθιστες, ειδικά επειδή εμείς δεν αλλάζουμε την πολιτική μας ως αποτέλεσμα αυτής της διάσκεψης».

Αυτή ήταν μια από τις βασικές φράσεις που είπε ο Μενεμεντσίογλου στον Βινογκράντωφ. Η πολιτική της Τουρκίας δεν αλλάζει από τις διαπραγματεύσεις με τον Τσώρτσιλ και την έναρξη εφοδιασμού της Άγκυρας με βρετανικά όπλα. Αυτό δεν αφορά μόνο την πολιτική της «ουδετερότητας», αλλά και την πρακτική της συνεργασίας με το Βερολίνο. «Οι Γερμανοί δεν έχουν λόγο για να ανησυχούν». Παρακάτω:

«Στην ερώτησή μου σχετικά με τη γνώμη του υπουργού για την πιθανότητα γερμανικής επίθεσης εναντίον της Τουρκίας, ο Μενεμεντσιόγλου απάντησε: ‘‘Εάν η απόφαση σχετικά με το εάν η Γερμανία θα επιτεθεί στην Τουρκία ή όχι αφορά το γερμανικό γενικό επιτελείο, τότε μπορεί να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα επιτεθεί στην Τουρκία, αλλά επειδή αυτό το ζήτημα θα αποφασιστεί από ένα άτομο που δεν θεωρεί τον εαυτό του δεσμευμένο από τη λογική και ενεργεί σύμφωνα με τη θεϊκή έμπνευση, τότε μια τέτοια πιθανότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο Χίτλερ δεν ακούει κανέναν, και τώρα, για παράδειγμα, έχει γίνει γνωστό σε εμάς ότι ο Ribbentrop δεν μπόρεσε να συναντηθεί με τον Χίτλερ για περίπου ένα μήνα, ο Χίτλερ έχει κλειδωθεί στο γραφείο του και δεν δέχεται κανέναν , το μόνο άτομο που μπορεί να μπει στο γραφείο του είναι ο επικεφαλής της Γκεστάπο, ο Himmler».

Ήταν αλήθεια για τον Ribbentrop. Υπήρξε μια περίοδος που ο Χίτλερ, για κάποιο παράλογο λόγο, δεν δεχόταν τον Υπουργό των Εξωτερικών του. Και από τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών δεν είναι απαραίτητο να απαιτηθεί γνώση των λεπτομερειών της εσωτερικής γερμανικής ζωής. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι ο Himmler δεν ήταν ο επικεφαλής της Γκεστάπο, αλλά τέλος πάντως ο Μενεμεντσιόγλου συγχωρείται.

«Η γερμανική επίθεση εναντίον της Τουρκίας δεν μπορεί να αποκλειστεί επειδή πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Γερμανία δεν έχει χάσει εντελώς τη δύναμή της. Η Γερμανία μπορεί να σταθεροποιήσει τη θέση της στο Ανατολικό Μέτωπο, ας υποθέσουμε μια τέτοια δυνατότητα, σταματώντας σε κάποια γραμμή, και τη θέση της στην Τυνησία. Αυτό θα της δώσει την ευκαιρία, έστω και προσωρινά, να συγκεντρώσει δυνάμεις και να πραγματοποιήσει μετωπική επίθεση εναντίον της Τουρκίας. Ευρισκόμενη στο ευνοϊκό οροπέδιο της Ανατολίας, θα διευθύνει τις περαιτέρω επιχειρήσεις της, εάν είναι δυνατόν γι’ αυτήν, είτε εναντίον του Καυκάσου, του Ιράν, του Ιράκ, είτε κατά της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, κατέληξε ο Μενεμεντσιόγλου, δεν πρέπει να προκαλέσουμε τη Γερμανία έως ότου είμαστε αρκετά δυνατοί. Φυσικά, αν μας επιτεθεί, θα πολεμήσουμε και θα πολεμούσαμε ακόμη και χωρίς βρετανικά όπλα, αλλά θα δούμε αν θα ήταν τόσο εύκολο για τη Γερμανία να μας καταστρέψει, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν θέλουμε να εξαφανιστούμε από το χάρτη. Εκτός από το γεγονός ότι αυτό δεν το θέλουμε, πρέπει να σημειωθεί ότι η εξαφάνιση της Τουρκίας θα αποτελούσε βαρύ πλήγμα και για τους συμμάχους. Αντιθέτως, η ενδυνάμωση της είναι ένας παράγοντας μεγάλου οφέλους για τους συμμάχους».

Αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής προς την Τουρκία

Κατ’ αρχήν, η Άγκυρα έκανε ελιγμούς σχεδόν σε ολόκληρο τον πόλεμο με μισο-απειλητικό, μισό-απαιτητικό τόνο. Ο πρέσβης Βινογκράντωφ διατήρησε φιλικές σχέσεις με τον Μενεμεντσίογλου, παρά την, κατά διαστήματα, προφανή φιλο-γερμανική θέση του Τούρκου υπουργού. Έπαιζαν σκάκι.

Οι πληροφορίες που προέρχονταν από τον Βινογκράντωφ στη Μόσχα κατέστησαν δυνατό για τη Μόσχα και τον Στάλιν προσωπικά να καθορίσουν τη βασική γραμμή συμπεριφοράς απέναντι στην Τουρκία. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν απαραίτητο να διατηρηθεί ένας ολόκληρος στρατός στην Υπερκαυκασία, ο οποίος κατά την περίοδο από το 1941 έως το 1945 ονομαζόταν Καυκασιανό Μέτωπο. Εκτός από την κατοχή του βόρειου τμήματος του Ιράν, ο στρατός αυτός έπρεπε να καλύπτει και τα τουρκικά σύνορα, καθώς εξετάστηκε σοβαρά το ζήτημα της δυνατότητας ταχείας εισόδου της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας.

Για να εξαλείψει αυτήν την απειλή έπρεπε, μεταξύ άλλων, να το κάνει μέσω ενός προληπτικού κτυπήματος. Εν μέσω των μαχών για το Στάλινγκραντ, δαπανήθηκαν μεγάλοι υλικοί πόροι για την κατασκευή συγκεκριμένων δρόμων και γεφυρών στην Αντζαρία (τμήμα της Γεωργίας) που θα μπορούσαν να αντέξουν τα κομβόι τεθωρακισμένων (αυτοί οι δρόμοι και οι γέφυρες εξακολουθούν να υπάρχουν).

Η απειλή από την Τουρκία θεωρήθηκε πολύ επικίνδυνη, για να μην αναφέρουμε το γεγονός ότι η συμπεριφορά της Άγκυρας σχετικά με τη διέλευση γερμανικών και ρουμανικών πλοίων μέσω των Στενών φαινόταν ως εχθρική συμπεριφορά απέναντι στην ΕΣΣΔ.

Το πρόβλημα των Στενών συζητήθηκε από τον Στάλιν στη διάσκεψη της Τεχεράνης στο πλαίσιο της εχθρικής συμπεριφοράς της Τουρκίας.

Άλλο ζήτημα βεβαίως ότι η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να δαπανήσει πόρους για τη δημιουργία ενός νέου θεάτρου στρατιωτικών επιχειρήσεων (όπως και η Γερμανία), κάτι που επέτρεψε στην Άγκυρα να χειραγωγεί την κατάσταση προς όφελός της. Αλλά ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί η στάση απέναντι στην Τουρκία και να ληφθεί μια τελική απόφαση με βάση αξιόπιστες πληροφορίες που προέρχονταν από την Άγκυρα τόσο μέσω της κατασκοπίας, όσο και (κυρίως) μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών.

Οι πληροφορίες από τον πρέσβη Βινογκράντωφ αποδείχθηκαν καθοριστικές σε αυτό το θέμα. Η αξιολόγηση των όσων είπε ο Μενεμεντσίογλου έδειξε ότι η Τουρκία θα ήταν έτοιμη για επιθετικές ενέργειες μόνο εάν η Γερμανία μπορούσε να κερδίσει προς την κατεύθυνση του Καυκάσου (αυτό μπορεί να συγκριθεί σε κάποιο βαθμό με τις πληροφορίες του Ζόργκε για τα σχέδια της Ιαπωνίας). Διαφορετικά, οι Τούρκοι θα συνεχίσουν να «ισορροπούν σε πολλές καρέκλες», και στο μέλλον δεν θα υπάρχει ανάγκη να διατηρηθεί μεγάλη δύναμη στρατού στην Υπερκαυκασία. Τελικά ο στρατός αυτός  μεταφέρθηκε στην Κριμαία, αν και μέρος του συνέχισε να καλύπτει τα σύνορα στην Αντζαρία, αλλά μετά την άνοιξη του 1943, απειλώντας μάλλον την Τουρκία παρά αμυνόμενος σε αυτήν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία θα μπορούσε να αποκλειστεί από τον κατάλογο των «νικητριών χωρών», αν και η Άγκυρα τον Φεβρουάριο του 1945 κήρυξε τυπικά τον πόλεμο στη Γερμανία. Η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε από την αγγλοσαξονική διπλωματία, η οποία ήθελε να διατηρήσει την Τουρκία στη σφαίρα επιρροής της μετά τον πόλεμο.

Έτσι, η σοβιετική διπλωματία όχι μόνο εξασφάλισε τη νότια πλευρά της ΕΣΣΔ από μια πιθανή απειλή από έναν ασταθή γείτονα (αν και ο Μενεμεντσιόγλου προσπάθησε να πείσει τον Βινογκράντωφ ότι θα υπάρχει ”παντοτινή φιλία”), αλλά αργότερα παρείχε στη Μόσχα καλές αφετηριακές θέσεις για τις διαπραγματεύσεις για την μεταπολεμική παγκόσμια τάξη. Σε αυτές συμπεριλαμβανόταν και η πιθανή αποζημίωση από την Ιταλία, για παράδειγμα, καθώς και ένα εντελώς υπαρκτό σχέδιο απόδοσης της Λιβύης στην ΕΣΣΔ. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Πηγή: https://vz.ru/society/2021/3/8/1087964.html

Ιστολόγιο Σωτήρη Δημόπουλου

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις12 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή