Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τι κρύβεται πίσω από τη Γαλάζια Πατρίδα και τη στροφή Ερντογάν προς την Αίγυπτο

Δημοσιεύτηκε στις

Ακτινογραφία της πολιτικής του Ερντογάν έναντι της Αιγύπτου και του Αραβικού κόσμου

του Αλί Αγτζάκουλου

Μία από τις πρώτες ενέργειες των κυβερνήσεων που έχουν στόχο την αλλαγή του καθεστώτος, είναι η αλλαγή του άξονα της εξωτερικής πολιτικής του κράτους, οι διεθνείς συμμαχίες του και ο ορισμός των φιλικών / εχθρικών χωρών.

Με αυτόν τον τρόπο, τα εργαλεία εξωτερικής πολιτικής που το ισχύον καθεστώς παρέχει νομιμότητα και αναγνώριση θα αποδυναμωθούν και θα εξαφανιστούν με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, ένα από τα εξωτερικά εμπόδια στην αλλαγή καθεστώτος καταργείται.

Το Ιράν παρουσίασε το καλύτερο πρόσφατο παράδειγμα. Μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979, οι παραδοσιακοί εχθροί του Ιράν ορίστηκαν ως φίλοι και οι φίλοι του ως εχθροί.

Στην Τουρκία, από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία είναι η βάση της εξωτερικής πολιτικής που είναι συμβατή με τoν εκκοσμικισμό σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, η πολιτική της χώρας ήταν ο προσανατολισμός και στο τέλος η ένταξη με τη Δύση. Οι συμμαχίες της Τουρκίας με τις χώρες των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, η είσοδος στο ΝΑΤΟ και πολιτικές επιλογές όπως η περιπέτεια ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι αποτέλεσμα της πολιτικής ένταξης και ολοκλήρωσης με τη Δύση.

Κατά κάποιο τρόπο, αυτό σήμαινε τη συνέχιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επειδή το Οθωμανικό Κράτος θεωρούσε επίσης τον εαυτό του ως ένα Ευρωπαϊκό Κράτος. Αυτή η κατάσταση απέκτησε επίσημη ταυτότητα με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1856.

Αυτό το πρότυπο εξωτερικής πολιτικής οδηγούσε στη μετατροπή της Τουρκίας σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Αυτή η πορεία αλλαγής της Τουρκίας, ενώ από τη μια πλευρά της παρείχε ασφάλεια ενάντια σε απειλές από τη Σοβιετική Ρωσία, από τη μία πλευρά, αυτός ο μετασχηματισμός, καθιστούσε την Τουρκία οικονομική και πολιτιστική γέφυρα μεταξύ της Δύσης και των χωρών της Μέσης Ανατολής, ειδικά με τις αραβικές χώρες, κάτι που της παρείχε ταυτοχρόνως στρατηγικό βάθος .

Κάθε μέρα, όσο ενισχυόταν περισσότερο η ευρωπαϊκή ταυτότητα της Τουρκίας, αυτό επηρέαζε θετικά τη στάση των αραβικών χωρών προς την Άγκυρα και επέτρεπε τη δημιουργία επιτυχημένων σχέσεων μεταξύ αυτών των χωρών και της Τουρκίας. Στην πραγματικότητα, ακόμη και οι φιλικές σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ, συνέβαλαν θετικά στις σχέσεις της Τουρκίας με τις αραβικές χώρες.

Η αλλαγή καθεστώτος που ξεκίνησε στις 17/25 Δεκεμβρίου 2013 ολοκληρώθηκε στις 15 Ιουλίου 2016. Η Τουρκία δεν είναι πλέον μια «κοσμική και δημοκρατική» χώρα, αλλά έχει μετατραπεί σε μια χώρα «εθνικιστική θεοκρατική». Αυτό το υβριδικό καθεστώς, λίγο ισλαμιστής, λίγο παντουρκιστής και λίγο νεοοθωμανός, εκτός από την επιθετική πολιτική στο εσωτερικό, ακολούθησε μια επιθετική πολιτική και στην εξωτερική πολιτική.

Ενώ το νέο καθεστώς από τη μια πλευρά κατέστρεφε σκόπιμα την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική του παλαιού καθεστώτος, από την άλλη προσπάθησε να εδραιώσει τη νομιμότητά του καθορίζοντας νέες συμμαχίες και νέες χώρες φίλων / εχθρών που θα αναζωογονούσαν τον Ερντογάν και το καθεστώς του. Οι παλιοί φίλοι γίνονται νέοι εχθροί και οι παλιοί εχθροί γίνονται νέοι φίλοι. Όπως και στο Ιράν.

Η άποψη ότι  η μυστική δύναμη πίσω από την επιχείρηση αποκάλυψης των κυκλωμάτων διαφθοράς (της κλίκας Ερντογάν) της 17/25 Δεκεμβρίου 2013 και πίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες,  παρέσυραν την Τουρκία στον άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν. Αυτό είναι συνειδητή επιλογή του Ερντογάν. Ένα άλλο γεγονός που επηρέασε την επιλογή του Ερντογάν είναι η κατάληψη της εξουσίας του στρατού στην Αίγυπτο. Αρθρογράφοι κοντά στον Ερντογάν είχαν ήδη ξεκάθαρα γράψει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πίσω από αυτό το πραξικόπημα.

Η ανατροπή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας από τον Αιγυπτιακό Στρατό και η κατάληψη της εξουσίας στις 3 Ιουλίου 2013 ήταν επίσης ένας παράγοντας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις σχέσεις του Ερντογάν με την Αίγυπτο και τις αραβικές χώρες. Ο Ερντογάν, που μεγάλωσε στο πολιτιστικό περιβάλλον της ιδεολογίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, όταν είδε το τέλος που είχε ο Μουχάμετ Μόρσι, σκέφθηκε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε επίσης να συμβεί και σ’ αυτόν, γι’ αυτό άρχισε να πολεμά ενάντια στον Abdulfettah Sisi, ο οποίος κατέλαβε την αιγυπτιακή εξουσία, υποστηρίζοντας ανοιχτά και κρυφά την ανατραπείσα Μουσουλμανική Αδελφότητα, ακόμη και να ενεργεί σαν ο ηγέτης της. Συνεχίζει δε να βλέπει όλους εκείνους που στοχεύουν την Αδελφότητα ως εχθρούς του. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές αραβικές χώρες, ιδίως η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, έχουν συμπεριλάβει την Αδελφότητα στον κατάλογο των τρομοκρατών τους.

Έτσι στήθηκαν οι ακρογωνιαίοι λίθοι της νέας εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. Φυσικά, είναι απαραίτητο να προστεθεί και η προβοκάτσια του Mavi Marmara το 2010. Αυτή η προβοκάτσια έδωσε τη δυνατότητα στην Τουρκία μαζί με το Ιράν, τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και οργανώσεις τύπου Αλ Κάιντα να εφαρμόσουν το σχέδιό τους για πολιορκία του Ισραήλ. Η σκόπιμη καταστροφή των σχέσεων της Τουρκίας με το Ισραήλ, είχε επιπτώσεις και οδήγησε στην επιδείνωση των σχέσεων με τις αραβικές χώρες. Επειδή αυτές οι λαϊκιστικές πολιτικές (του Ερντογάν) ήταν μια προσπάθεια να κερδίσει τη συμπάθεια των λαών τους, παρά των ίδιων των αραβικών κρατών, και να θέσουν τα θεμέλια για τις πολιτικές του νεοοθωμανισμού.

Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό αυτές τις πολιτικές δεν διαμορφώθηκαν με βάση τα συμφέροντα της Τουρκίας, αλλά με βάση τα σχέδια του Ερντογάν. Η πολιτική του κράτους μπήκε στο ράφι αρνήθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η τουρκική εξωτερική πολιτική που διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις προσδοκίες του Ερντογάν και του καθεστώτος του.

Η απόφαση του Ερντογάν να υποστηρίξει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα κατέστρεψε τις σχέσεις της Τουρκίας με την Αίγυπτο (και τις άλλες αραβικές χώρες),  ενώ τα νεοοθωμανικά παιχνίδια και τα όνειρα παλινόρθωσης του Χαλιφάτου, οδήγησαν τις σχέσεις αυτές σε ένα επίπεδο από το οποίο δεν υπάρχει γυρισμός.  Ακατάληπτες και ανόητες πολιτικές όπως τα σχέδια του Ερντογάν  δια της υποστήριξης της  Μουσουλμανικής Αδελφότητας να επαναφέρει το Χαλιφάτο, είναι προϊόν ενός υποσυνείδητου που υποτιμά τους Άραβες. Σαν να μην ήταν σκλαβωμένοι οι Άραβες, σαν μην έδωσαν αγώνες, χύνοντας το αίμα τους, για να αποκτήσουν την ελευθερία τους από το Οθωμανικό κράτος. Σαν να μην έχουν οι Άραβες καμία υπόσταση και βούληση, ο Ερντογάν σήκωσε τη σημαία του Χαλιφάτου και νόμισε ότι οι Άραβες θα τρέξουν, να μπουν κάτω από τον Ερντογάν και μαζί να κινηθούν εναντίον της Δύσης και του Ισραήλ. Αυτή ήταν μια ανόητη αντίληψη.

Αυτό που πραγματικά χρειάζεται να επιδιορθωθεί είναι αυτό το υποσυνείδητο και οι πολιτικές που είναι προϊόντα αυτού του υποσυνείδητου. Η Τουρκία ξεκινώντας από τη Συρία, άρχισε να καταλαμβάνει επίσημα αραβικά εδάφη, και σαν να κάρφωνε το μαχαίρι στην καρδιά του Αραβικού κόσμου, κατέλαβε εδάφη και ίδρυσε στρατιωτικές βάσεις στο Ιράκ, τη Συρία, το Κατάρ, τη Λιβύη, το Σουδάν και στη Σομαλία, έθεσε υπό την επιρροή της ορισμένες χώρες όπως το Κατάρ, προσπαθώντας να διασπάσει και να διαλύσει τον Αραβικό Σύνδεσμο. Τώρα, σαν να μην τα γνώριζαν όλα αυτά οι Άραβες, παριστάνουν τον καλό και στέλνουν ψεύτικα χαμόγελα στην Αίγυπτο.

Το εθνικιστιό θεοκρατικό καθεστώς του Ερντογάν έχει αποτύχει στην ίδια την πατρίδα του. Ο λαός φτωχοποιήθηκε και οι κατσαρόλες που που ανέτρεψαν κυβερνήσεις, άρχισαν να σιγοβράζουν. Ο Ερντογάν δεν γνωρίζει πότε ο εσωτερικός σύμμαχός του (το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης) θα κλωτσήσει την καρέκλα κάτω από τα πόδια του. Δεν αισθάνεται ασφαλής και φοβάται. Και καθώς φοβάται, αναζητά βοήθεια από έξω.

Γι ‘αυτόν τον λόγο, προσπαθεί να ρίξει γέφυρες και να επιδιορθώσει τις σχέσεις του με τη Γαλλία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, τις οποίες χλεύαζε μέχρι χθες με τον γνωστό δικό του τρόπο. Όλοι, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου, έχουν συνειδητοποιήσει ότι η ιστορία της Γαλάζιας Πατρίδας είναι μια επιχείρηση «ψεύτικης σημαίας . Κανείς δεν σέβεται τις θετικές ή αρνητικές δηλώσεις του υπουργικού συμβουλίου του Ερντογάν σχετικά με αυτό το θέμα. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουν πως έστρεψε την προσοχή του κόσμου στην ιστορία της Γαλάζιας Πατρίδας, για να είναι μόνιμη η παραμονή του στα αραβικά εδάφη που κατέλαβε (Συρία). Όσοι δεν το ήξεραν τώρα πια το ξέρουν..

Τόσο η χώρα όσο και ο Ερντογάν έχουν μπει στη δίνη μιας σπείρας προβλημάτων. Εάν θέλει να ανοίξει μια νέα σελίδα στην εξωτερική πολιτική, προτείνω να ξεκινήσει από το σημείο που ο ίδιος χάλασε την πρώτη φορά. Η ομαλοποίηση με το Ισραήλ θα βοηθήσει στην επίλυση και των άλλων προβλημάτων. Αυτό το γνωρίζει και ο Ερντογάν.

@Ahval Türkçe

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις48 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή