Διεθνή
Τουρκικός εκβιασμός και ανατροπή Κραν Μοντανά: Πρόταξη ισότιμης κυριαρχίας και μετά ασφάλεια
Ποια νομικά εργαλεία έχει ο Πρόεδρος και το διακύβευμα του δείπνου της Πενταμερούς – Πώς επιδιώκουν να κρύψουν την ισότιμη κυριαρχία κάτω από την πολιτική ισότητα και πώς οικοδομούν την παρθενογένεση
Γιάννος Χαραλαμπίδης
Η Τουρκία ανατρέπει το σκηνικό του Κραν Μοντανά προτάσσοντας ως προϋπόθεση για να γίνει συζήτηση επί του θέματος της ασφάλειας και των εγγυήσεων, την αποδοχή της πολιτικής ισότητας στη λογική της ισότιμης κυριαρχίας, η οποία υποβοηθούμενη από τις βρετανικές ιδέες δημιουργεί τις προϋποθέσεις παρθενογένεσης. Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται ακόμη και από στενούς συνεργάτες του Προέδρου. Γι’ αυτό ετοιμάζονται νομικά αντεπιχειρήματα σε μια προσπάθεια άμυνας της ελληνοκυπριακής πλευράς κατά τη διάρκεια της Πενταμερούς (Σημειώνουμε ότι το Κραν Μοντανά είχε καταρρεύσει όταν προέκυψε αδιέξοδο στο θέμα της ασφάλειας, της αποχώρησης των στρατευμάτων και των εγγυήσεων. Εκεί μείναμε. Τώρα, οι Τούρκοι θέτουν πρώτα το θέμα της πολιτικής ισότητας και της ισότιμης κυριαρχίας και ισχυρίζονται ότι δεν θα περάσουν επί της ουσίας στο θέμα της ασφάλειας εάν δεν πάρουν αυτά που θέλουν ή για να δώσουν στο θέμα της ασφάλειας θα πρέπει να αρχίσει η ελληνοκυπριακή πλευρά να δίνει στο θέμα της ισότιμης κυριαρχίας και της συνομοσπονδίας).
- Η σανίδα σωτηρίας της ΕΕ και η έκθεση Μπορέλ
- Πώς η ασφάλεια συνδέεται με την κυριαρχία και το ΝΑΤΟ
- Το κεκτημένο της ΕΕ και η αποχώρηση του Αττίλα
Επαφές Άγκυρας – ΟΗΕ
Συναφείς πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ΓΓ του ΟΗΕ και οι συνεργάτες του έχουν τακτική επαφή με την τουρκική πλευρά, η οποία μέχρι στιγμής εξακολουθεί να τηρεί τις θέσεις τις οποίες εκφράζει και δημόσια (συνομοσπονδία, όχι πλήρη αποχώρηση στρατευμάτων και άλλη μορφή συστήματος εγγυήσεων ή τουρκική Βάση με κυριαρχία στη λογική των Βρετανικών). Εκτιμάται, δε, ότι οι ακραίες τουρκικές θέσεις και κυρίως η ισότιμη κυριαρχία θα επιχειρηθεί να καλυφθεί κάτω από την πολιτική ισότητα, την οποία ήδη αποδέχεται η ελληνοκυπριακή πλευρά διότι καθορίζεται στο ψήφισμα 716 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το εν λόγω ψήφισμα τονίζει ότι η πολιτική ισότητα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην την αριθμητική. Όμως, στην ουρά της αριθμητικής ισότητας γίνεται αναφορά ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής ισότητας, μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις αποτελεσματικές κατά τρόπον ώστε να κατοχυρώνονται ουσιώδη και ζωτικά ζητήματα και της μιας και της άλλης πλευράς. Είναι γνωστόν ότι οι αποτελεσματικές αποφάσεις μεταφράζονται ως κρυφά και φανερά βέτο, που σημαίνει την από κοινού άσκηση της εξουσίας και της κυριαρχίας.
Ισότιμη κυριαρχία και παρθενογένεση
Η λογική της πολιτικής ισότητας και της ισότιμης κυριαρχίας συνδέεται: Πρώτο, με το κατάλοιπο εξουσίας, το οποίο έχει ήδη κερδίσει η τούρκικη πλευρά. Αυτό σημαίνει ότι, όσες εξουσίες δεν ανήκουν στην Κεντρική Κυβέρνηση, θα ανήκουν στα κρατίδια, τα οποία θα μπορούν να παράγουν πρωτογενές δίκαιο. Δεύτερο, με την εκ περιτροπής προεδρία, που μεταφράζεται ως διχοτόμηση της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία στη λογική της κυριαρχίας πηγάζει εξίσου, όπως αναφέρουν τα συμφωνηθέντα μεταξύ Αναστασιάδη-Έρογλου, από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε έναν και ενιαίο λαό, με αποτέλεσμα να προσφέρεται η δυνατότητα στην τουρκική πλευρά να ισχυρίζεται ότι υπάρχει διπλή πηγή κυριαρχίας. Η ερμηνεία αυτή μπορεί να ενισχυθεί από την πρακτική των χωριστών δημοψηφισμάτων, τα οποία οι Τούρκοι ερμηνεύουν ως χωριστά δικαιώματα αυτοδιαθέσεως, δυο λαών, όπως το άρθρο 1, παράγραφος 2 του Χάρτη των Ην. Εθνών καθορίζει. Και, ως εκ τούτου, θεωρούν ότι το νέο πολιτειακό σύστημα, μία δηλαδή ομοσπονδία ομοσπονδιακού χαρακτήρα, προκύπτει από δύο λαούς στη βάση της παρθενογένεσης. Ότι, δηλαδή, θα είναι κάτι νέο, εξ ου και η έννοια του «new state of affairs», ελληνιστί της «Νέας Τάξης Πραγμάτων». Αυτή η αντίληψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι έχουμε μια συνταγματική δομή που καμία σχέση δεν έχει με το ενιαίο κράτος της Ζυρίχης, ούτε με τη βελτίωσή του όπως προεκλογικά είχε υποσχεθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αντίθετα, θα υπάρχουν τρία συντάγματα, ένα κοινό, και ένα για κάθε συνιστών κράτος, τα οποία θα είναι ισοϋψή μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, κανένα εκ των τριών δεν θα μπορεί σε τυπική ισχύ να είναι υπεράνω οποιουδήποτε άλλου. Στην πραγματικότητα θα εξαφανιστεί από το πολιτικό και νομικό διεθνές σκηνικό το υφιστάμενο υπό κατοχήν κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα αντικατασταθεί από τις ελεύθερες περιοχές που θα ονομαστούν ελληνοκυπριακό συνιστών κράτος και από τις κατεχόμενες περιοχές. Δηλαδή το ψευδοκράτος, το οποίο θα αναγνωριστεί ως ισότιμο συνιστών τουρκοκυπριακό κράτος. Θα έχουμε δηλαδή κατάργηση των ψηφισμάτων 541 και 550, αφού εμείς θα αναγνωρίσουμε το ψευδοκράτος ως ισότιμο συνιστών τουρκοκυπριακό κράτος ανατρέποντας ταυτοχρόνως ό,τι το άρθρο 2, παράγραφος 4 του Χάρτη των Ην. Εθνών αναφέρει. Ότι, δηλαδή, καμία οντότητα, Αρχή ή κράτος δεν μπορεί να αναγνωριστεί εφόσον είναι προϊόν της χρήσης των όπλων. Η γενεσιουργός αιτία του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους είναι η εισβολή. Η λύση που προωθείται αποτελεί διάλυση του κράτους στη Ζυρίχη και επικρότηση της παρανομίας. Θα έχουμε, δηλαδή, μία παγκόσμια πρωτοτυπία.
Τα εργαλεία των Ην. Εθνών
Το ερώτημα, βεβαίως, είναι αν και ποια επιχειρήματα υπάρχουν στα χέρια του Προέδρου, ακόμη και στο πλαίσιο της Πενταμερούς, προκειμένου, εάν υπάρχει πολιτική πρόθεση, να αναχαιτιστούν οι τουρκικές και βρετανικές ιδέες που θα βοηθήσουν τον ΓΓ του ΟΗΕ να εξεύρει κοινό έδαφος για να προχωρήσει η διαδικασία. Τα βασικά νομικά και πολιτικά εργαλεία του Προέδρου της Δημοκρατίας έχουν δύο πυλώνες. Ο ένας είναι αυτός του ΟΗΕ. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος μέλος των Ην. Εθνών, τελούσα μάλιστα υπό κατοχήν, της οποίας απόδειξη αποτελούν τα ψηφίσματα 541 και 550 που στηρίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 4 της Χάρτας του ΟΗΕ και καθορίζουν ρητώς ότι το ψευδοκράτος δεν μπορεί να αναγνωριστεί καθότι είναι προϊόν της χρήσης των όπλων. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Πρόεδρος πρέπει να καλέσει τον ΓΓ του ΟΗΕ, ως τον θεματοφύλακα της Χάρτας, να ξεκαθαρίσει προς όλους τους εμπλεκομένους ότι δεν μπορούν να γίνουν δεχτές ιδέες οι οποίες να αναγνωρίζουν τα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως χωριστή κρατική ονότητα.
Η σανίδα του κεκτημένου
Ο άλλος πυλώνας είναι αυτός της ΕΕ. Η τελευταία έκθεση Μπορέλ είναι σαφής: Τονίζει ότι η Τουρκία οφείλει να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, διότι η αναγνώρισή της προκαλεί προβλήματα στις σχέσεις της Άγκυρας με την ΕΕ. Αυτή η διαπίστωση είναι συναφής με την αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, που είναι στην ίδια γραμμή με τα ψηφίσματα 541 και 550 και διευκρινίζει ότι: Η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της αναγνωρίζουν επί της νήσου Κύπρου μόνο ένα κράτος. Αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο εντάχθηκε ολόκληρο στην ΕΕ επί τη βάσει του Πρωτοκόλλου 10. Στο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν εφαρμόζεται το κεκτημένο λόγω της κατοχής, η οποία δεν επιτρέπει στις νόμιμες Αρχές να ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο. Ταυτοχρόνως, στην απόφαση για την Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή επισημαίνεται ότι για τις οποιεσδήποτε παρανομίες που συμβαίνουν στα κατεχόμενα, η ευθύνη δεν ανήκει στις όποιες τουρκοκυπριακές «αρχές», αλλά στην Τουρκία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης επιβάλλει οικονομικές αποζημιώσεις σε βάρος της Άγκυρας επειδή στερεί από του Ελληνοκύπριους το δικαίωμα πρόσβασης και απόλαυσης των περιουσιών τους.
Η σημασία της ΚΔ
Όλα τα ανωτέρω ισχύουν διότι βρίσκεται στη ζωή η Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς ο Πρόεδρος θα πρέπει να ζητήσει, δηλαδή να προτάξει, όπως η Τουρκία σεβαστεί το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, που σημαίνει ότι θα πρέπει να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Και όχι να αναγνωρίσει η Κυπριακή Δημοκρατία το ψευδοκράτος ως ισότιμο χωριστό συνιστών κράτος. Αυτό είναι το διακύβευμα του δείπνου της Πενταμερούς, την πρώτη κιόλας μέρα, προτού περάσουμε στα υπόλοιπα. Εάν η Τουρκία αρνείται την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή τον σεβασμό του Διεθνούς και Κοινοτικού Δικαίου, τότε είναι πρόδηλον ότι δεν θέλει λύση αλλά διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, διχοτόμηση και συνταγματικό και γεωπολιτικό έλεγχο του νησιού και της περιοχής. Άρα φέρει και το βάρος της ευθύνης για την αδυναμία εξεύρεσης δημοκρατικής και βιώσιμης λύσης, που θα είναι σύμφωνη με τις αρχές και τις αξίες τής ΕΕ, όπως η ίδια η έκθεση Μπορέλ αναφέρει και όλες οι συναφείς αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Δημοκρατία, ασφάλεια και ΝΑΤΟ
Εκ των πραγμάτων, ο δημοκρατικός χαρακτήρας της λύσης οδηγεί στην πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από το νησί και στην ακύρωση των συνθηκών εγγυήσεως. Διότι κανένα κράτος της ΕΕ αλλά και παγκοσμίως δεν μπορεί στις μέρες μας να έχει επί του εδάφους του ξένα στρατεύματα και πολιτικούς πάτρωνες. Απόδειξη των όσων αναφέρουμε αποτελεί το κοινοτικό κεκτημένο, που απαγορεύει στην ΕΕ να αποστέλλει στρατεύματα εντός του εδάφους κρατών-μελών της στη λογική των εγγυήσεων από ξένες δυνάμεις που θα μπορούσαν να ασκούν τμήμα κρατικής κυριαρχίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ξεκαθαρίζει και το θέμα της ασφάλειας που μπορεί βεβαίως να επιλυθεί στο πλαίσιο συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας σε Οργανισμούς εντός των οποίων συμμετέχει η Ελλάδα και η Τουρκία, όπως είναι το ΝΑΤΟ. Η άρνηση της Τουρκίας για συμμετοχή της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, στο οποίο συμμετέχουν η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών μελών της ΕΕ, θα αποδείξει ότι η Τουρκία δεν θέλει τη δημιουργία ενός πραγματικά κυρίαρχου πολιτειακού συστήματος στην Κύπρο, αλλά ενός προτεκτοράτου, το οποίο θα ελέγχει την ασφάλειά μας και κατ’ επέκτασιν την κυριαρχία μας.
Οι ευθύνες της Τουρκίας και το άλλοθι…
Υπάρχουν λοιπόν σανίδες σωτηρίας, τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει ο Πρόεδρος από την πρώτη μέρα από το δείπνο της Πενταμερούς, για να καθαρίσει το τραπέζι και να ξέρει επί του εδάφους πού πατά και πού πηγαίνει. Διαφορετικά, εάν επιλέξει να μπει στο αγγλοτουρκικό ναρκοπέδιο, η Κυπριακή Δημοκρατία θα οδηγηθεί σε μία διαδικασία νέων περιπετειών, από την οποία θα βγει βαθύτατα τραυματισμένη ή διαλυμένη. Αυτά μας λένε οι Τούρκοι. Στα επόμενα βήματα, μετά την Πενταήμερη, είτε θα υπογράψουμε νέα τετελεσμένα και τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως η Άγκυρα επιθυμεί, είτε θα μας καταλογίσουν τις ευθύνες για να έχουν άλλοθι προκειμένου να προχωρήσουν μονομερώς σε ό,τι έχουν σχεδιάσει πριν από την Πενταμερή. Ο καθείς αναλαμβάνει τις ευθύνες του από τώρα και όχι μετά. Εμείς δεν απορρίπτουμε, αναλύουμε και εισηγούμαστε στο πλαίσιο δημοκρατικού διαλόγου ελπίζοντας ότι, έστω και τη δωδέκατη, η εκτελεστική εξουσία θα συμπεριφερθεί κατά τρόπο υπεύθυνο και όχι στη βάση ενός δήθεν ρεαλισμού, που μετατρέπει την Κύπρο σε τμήμα της νέας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
*Δρ των Διεθνών Σχέσεων
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

