Ιστορία - Πολιτισμός
10 Απριλίου 1821: Οι Τούρκοι απαγχονίζουν τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’
10 Απριλίου 1821: Ο Απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’
Η είδηση για την έναρξη της επαναστάσεως στην Πελοπόννησο έφθασε στην Κωνσταντινούπολι προς το βράδυ της 31ης Μαρτίου και η είδηση για την επανάσταση στην ανατολική Στερεά Ελλάδα λίγες ημέρες αργότερα.
Ο σουλτάνος καταλήφθηκε από μεγάλη ταραχή και αντέδρασε όπως και όταν πριν ένα μήνα είχε μάθει την κήρυξη της επαναστάσεως από τον Υψηλάντη. Ενέμεινε ωστόσο στην ίδια εκτίμηση της καταστάσεως και των κινδύνων για την οθωμανική αυτοκρατορία. Αν και είχε μεσολαβήσει η αποδοκιμασία από τον Ρώσο αυτοκράτορα του Υψηλάντη και του κινήματός του και η Ρωσία τηρούσε ουδετερότητα στη Μολδοβλαχία ο σουλτάνος και οι σύμβουλοί του εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι η ρωσική στάση ήταν απλώς «επίδειξις αποδοκιμασίας», ότι ήταν αδύνατον οι «ραγιάδες» να τόλμησαν την επανάσταση μόνοι τους χωρίς υποκίνηση από τη Ρωσία, ότι ήδη με την επανάσταση και στη νότια περιοχή της Βαλκανικής, ύστερα από την επανάσταση στις βόρειες επαρχίες της, προχωρούσε η εφαρμογή του γενικότερου επαναστατικού σχεδίου και έπρεπε να αναμένεται η εξέγερση και μέσα στην Κωνσταντινούπολι.
Συνέπεια της εκτιμήσεως αυτής ήταν να εξακολουθήσουν να θεωρούνται ως κύρια μέτωπα η Μολδοβλαχία, που ήταν προωθημένη θέση για τη συγκράτηση των Ρώσων, και η ίδια η Κωνσταντινούπολις έπρεπε άρα να συνεχιστή η αποστολή στρατευμάτων προς τον Δούναβη και η συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στρατού και στόλου στην πρωτεύουσα, προς μεγάλη ωφέλεια της Επαναστάσεως στην Ελλάδα, που η αντιμετώπισή της, κατά τους πρώτους μήνες, αφέθηκε βασικά στις επιτόπιες τουρκικές δυνάμεις.
Θεωρήθηκε εξ άλλου από τον σουλτάνο και τους συμβούλους του, υπό την επήρεια και των αισθημάτων εκδικήσεως εναντίον των Ελλήνων, ότι το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μη εξάπλωση της επαναστάσεως στην Ελλάδα και σε άλλες επαρχίες και για την καταστολή της στις ήδη επαναστατημένες περιοχές ήταν η εξαπόλυση τρομοκρατίας.
Έτσι, άρχισε, από την Κωνσταντινούπολι πρώτα, νέο κύμα άγριων διωγμών που επεκτάθηκε σε όλες σχεδόν, τις περιοχές της αυτοκρατορίας, όπου υπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί στη διάθεση των τουρκικών άρχων.
Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ
10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ)
Ήδη την 1η Απριλίου οργανώθηκε οχλαγωγική διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολι με επικεφαλής φανατικούς «σοφτάδες», τρόφιμους σπουδαστές των ιερατικών σχολείων. Οι διαδηλωτές, αφού διέτρεξαν επί ώρες τους δρόμους της πρωτεύουσας με κραυγές και απειλές εναντίον των απίστων, καταπάτησαν την έξω από το τείχος ελληνική εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, την λεηλάτησαν και την έκαψαν.
Ο κύριος σκοπός των οργανωτών της διαδηλώσεως ήταν να προκληθεί σύγκρουση με Έλληνες «επαναστάτες» και έτσι να υπάρξει πρόσχημα για τη γενική σφαγή των απίστων, χωρίς η πραγματοποίησή της να παρεβαίνη τον τουρκικό νόμο και δίχως να παρέχει επιχειρήματα για επέμβαση της Ρωσίας, που οι Συνθήκες της παρείχαν δικαίωμα προστασίας των Χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έλληνες «επαναστάτες» όμως δεν εμφανίσθηκαν στους δρόμους, όπως φαντάσθηκαν οι τούρκοι. Οι Έλληνες κλείσθηκαν στα σπίτια τους. Δεν δόθηκε έτσι πρόσχημα για τη γενική σφαγή.
Ο σουλτάνος εφάρμοσε τότε τη μέθοδο των μερικών σφαγών και των θανατώσεων εκλεκτών Ελλήνων, αυτών ιδίως που κατείχαν ηγετικές θέσεις. Αλλα οι εγκληματικές αυτές πράξεις, αντί να τρομοκρατήσουν και να κάμψουν τους Έλληνες επαναστάτες, τους φανάτισαν και τους συσπείρωσαν περισσότερο και αντί να εξασθενίσουν, ενδυνάμωσαν την Επανάσταση.
Εν τω μεταξύ, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, που είχε κατορθώσει κατά τον Μάρτιο να διασώσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς, τους υποκείμενους στην εξουσία των Τούρκων, από τους μείζονες κινδύνους που είχαν προκύψει ως συνέπεια της αντιδράσεως του σουλτάνου στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας, αντιλήφθηκε, όταν έμαθε την επανάσταση της Πελοποννήσου, ότι θα άρχιζε νέος κύκλος αγριώτερων διωγμών. Προβλέποντας ότι ο σουλτάνος θα στρεφόταν εναντίον των κορυφαίων του Έθνους, έσπευσε στο σπίτι του μεγάλου διερμηνέως Κωνσταντίνου Μουρούζη και τον προέτρεψε να φύγει, ώστε να σωθεί, λέγοντάς του, σύμφωνα με την αφήγηση του Φιλήμονος:
«Αφετέ με να πληρώσω εγώ την εκδίκησιν του τυράννου. Είμαι γέρων, καταβαίνων τον τάφον. Το σχήμα μου, η λειτουργία μου, με καλούσιν εις θυσίαν υπέρ του ποιμνίου. Σωθείτε όμως υμείς, διότι έχετε και ηλικίαν και ικανότητα και θέσιν κοινωνικήν, να υπηρετήσετε την πατρίδα».
Ο Κ. Μουρούζης «ουδόλως… κατώτερος των περιωνύμων Γεωργίου και Δημητρίου, … της αυτής οικογενείας» απάντησε στον πατριάρχη: «Γνωρίζω την τύχην ήτις με αναμένει. Αλλά, αν φύγω εγώ, σώζω μεν την ζωήν μου, θέλω όμως ιδεί εξαγορασθησομένην αυτήν δια του αίματος απείρων αθώων. Η φυγή μου θέλει βεβαιώσει έτι μάλλον τα περί ενοχής του γένους υποψίας του σουλτάνου, και η γενική σφαγή θέλει παρακολουθήσει ταύτην. Συμφέρει ένα απολέσθαι υπέρ του λαού. Ας θυσιασθώ εγώ, Δεσπότη μου αλλ’ ας σωθώσιν οι άλλοι, ας σωθή το έθνος». Έτσι και ο πατριάρχης και ο μέγας διερμηνέας παρέμειναν στις θέσεις τους, για να υπερασπισθούν όσο μπορούσαν το έθνος.
Ο σουλτάνος στράφηκε πρώτα εναντίον του μεγάλου διερμηνέως. Για την ενοχοποίησή του χρησιμοποιήθηκε σκευωρία. Τη Μεγάλη Δευτέρα, 4 Απριλίου, ενώ πήγαινε στην υπηρεσία του, άγνωστος τον πλησίασε έξω από την πόρτα του «πασά – καπούσου» και του έδωσε επιστολή με υπογραφή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο Μουρούζης αναγνώρισε ότι η υπογραφή ήταν πλαστή και παρουσίασε αμέσως την επιστολή στον τούρκο υπουργό των Εξωτερικών, που τον καθησύχασε. Αλλά, ενώ έβγαινε από την αίθουσα, τον άρπαξε ο δήμιος και τον οδήγησε στο «γιαλί – κιοσκιού», όπου σε λίγα λεπτά εμφανίσθηκε ο ίδιος ο σουλτάνος, για να παρακολουθήσει τη θανάτωση του μεγάλου διερμηνέως. Εκείνος πρόφθασε και του φώναξε στην τουρκική γλώσσα:
«Αιμοβόρε σουλτάνε! σουλτάνε άδικε! σουλτάνε άθλιε! η τελευταία ώρα της βασιλείας σου εσήμανε αι ωμότητές σου τιμωρηθήσονται ο Θεός εκδικήσοι σοι το ελληνικόν έθνος». Αμέσως θανατώθηκε από τον δήμιο με αποκεφαλισμό. Έτσι τελείωσε τη ζωή του, σε ηλικία 32 ετών, ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, «αναμφιβόλως», όπως γράφει o Κούμας, «ο αγαθοφρονέστατος πάντων των συγχρόνων του φαναριωτών».
Επακολούθησαν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα θανατώσεις εγκρίτων Ελλήνων. Έτσι, θανατώθηκαν ο βάνος Μαυροκορδάτος, ο Παναγιώτης Χαντζέρης, ο βάνος Νικόλαος Χαντζέρης, ο σπαθάρης Δημήτριος Χαντζέρης, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος από την Πελοπόννησο, ο Αντώνιος Τσίρας από την Πελοπόννησο και ο γιός του Στέφανος, ο βάνος Παναγιώτης Τσέγκης, ο Τσορμπατσόγλου με άλλους τέσσερεις άγνωστους, ο αγάς Αλέξανδρος Ράλλης, ο παχάρνικος Γεώργιος και ο κλουτσιάρης Ζαφείρης από τα Θεράπεια και άλλοι.
Εν τω μεταξύ η Πύλη διέταξε τον πατριάρχη να στείλη απογραφή των ελληνικών οικογενειών που έμεναν στο Φανάρι με τα ονόματα των ανδρών, τις πατρίδες και τα επαγγέλματά τους. Ήθελε να έχει κατάλογο των «αρχοντικών» προσώπων και των μετοίκων Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτών και Αιγαιοπελαγιτών, ώστε να επιλέγει εύκολα τα θύματα, ανάλογα με τις αποφάσεις της κάθε φορά. Επειδή δεν υπήρχε τέτοια απογραφή, ανέλαβαν να την πραγματοποιήσουν δύο Τουρκοκρήτες, που γνώριζαν ελληνικά, με δύο εφημέριους ως οδηγούς των.
Συγχρόνως εκδόθηκε διάταγμα, που απαγόρευε με ποινή θανάτου την αναχώρηση των ραγιάδων υπό οποιαδήποτε σημαία. Ζητήθηκε σχετική συγκατάθεση των πρέσβεων των ευρωπαϊκών δυνάμεων και δόθηκε. Απέκτησαν έτσι οι τουρκικές αρχές το δικαίωμα να ενεργούν έρευνα στα πλοία των δυνάμεων αυτών. Έστειλαν μάλιστα οι πρέσβεις διαταγές στους προξένους των σε όλη την οθωμανική επικράτεια, να μην παρέχουν στους Έλληνες άσυλο ή υπεράσπιση, ούτε να επιτρέπουν στους πλοιάρχους να δέχωνται φυγάδες. Μόνο o πρέσβυς της Ρωσίας Στρόγανωφ δεν παραδέχθηκε το απάνθρωπο αυτό διάταγμα της Πύλης και υποστήριξε ότι αντέβαινε στις Συνθήκες. Με το μέτρο αυτό της απαγορεύσεως των αναχωρήσεων ήθελε η Πύλη να αποτρέψει την ενίσχυση των επαναστατών στην Ελλάδα με φυγάδες, αλλά και να έχει στην Κωνσταντινούπολι και τις άλλες πόλεις «επί το προχειρότερον πλείονα θύματα κατά τας περιστάσεις».
Ο πατριάρχης είχε τη δυνατότητα να διαφύγει παρ’ όλα αυτά τα μέτρα, αλλά έκρινε πάντοτε, ότι όφειλε να παραμείνη ως το τέλος στη θέση του. Στις προτροπές να φύγη, όταν γνώσθηκε η επανάσταση της Πελοποννήσου, απάντησε, όπως αναφέρει βιογράφος του:
«Με προτρέπετε εις φυγήν μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των Χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, όπως εγώ μετημφιεσμένος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικί οιουδήποτε ευεργετικού ημών πρεσβευτού, ν’ ακούω δ’ εκείθεν πως οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύσαντα λαόν ουχί. Εγώ δια τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως απολέσω τούτο δια της χειρός των γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρα η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ήγεμόνες δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πως η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ υπομονής εις ό,τι και αν μου συμβεί… Ναι ας μη γείνω χλεύασμα των ζώντων δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της 0δησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενος εν μέσω των αγίων να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες :Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης. Αν το έθνος μου σωθεί και θριαμβεύσει τότε πέποιθα ότι θα μου αποδώσει θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου… Υπάγω όπου με καλεί ο νους μου, ο μέγας κλήρος του έθνους και ο πατήρ ο ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων».
Ως το Μεγάλο Σάββατο οι τούρκοι είχαν θανατώσει μόνο λαϊκούς Έλληνες. «Έμεινε…», όπως γράφει ο Κούμας, «να επιφερθή ποινή εις τον κλήρον, ως εγγυητήν της υπακοής των Χριστιανών. Δια να γείνη επαισθητοτέρα, και ως καθόλου του Χριστιανικού γένους επαγομένη, επρόσμενεν η Οθωμανική αυλή την ημέραν του Πάσχα» και αποφάσισεν να θανωτώση και τον ίδιο τον πατριάρχη.
Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα, 10ης Απριλίου, έφτασε στα Πατριαρχεία ο νέος μέγας διερμηνέας Σταυράκης Αριστάρχης και κατευθύνθηκε στη μεγάλη αίθουσα, το «μεγάλον συνοδικόν». Ανέβηκε τότε εκεί και ο πατριάρχης, και συνδιαλεγόταν μαζί του, ενώ εκείνος έκρυβε τον λόγο της αποστολής του και την ταραχή του όσο μπορούσε. Έφτασαν σε λίγο οι αρχιερείς που κατοικούσαν κοντά, αμέσως ακούσθηκε θόρυβος από άλογα στην αυλή και παρουσιάστηκαν στην αίθουσα, «μορφήν φέροντες τεράτων! αγριωπών», όπως γράφει ο Φιλήμων, «ο γενιτσάραγας, ο μποσταντσίμπασης, ο τσαουσλάρ εμινή, ο κεσεδάρης του υπουργού τωv εξωτερικών και άλλοι πολλοί ..,. μέχρι πεντήκοντα».
Ο Πατριάρχης τότε κατάλαβε τον λόγο της παρουσίας τους και ζήτησε να του φέρουν «τον τρίβωνα και το επανωκαλύμαυχον». Τα φόρεσε και αποσύρθηκε στο κάτω μέρος της αίθουσας. Ο μέγας διερμηνέας σηκώθηκε όρθιος και διάβασε διάταγμα παύσεως του πατριάρχη και εξορίας του. Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, που δεν ήταν πια ούτε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ούτε πατριάρχης, στράφηκε, στην έξοδο της αίθουσας. Τον περιστοίχισαν τότε οι τούρκοι και ο κεσεδάρης τον οδήγησε στην αποβάθρα του Φαναρίου όπου τον επιβίβασαν σε ακάτιο μαζί με τον ανεψιό του Δημήτριο και τον ιεροδιάκονο Αγάπιο, που τον συνόδευαν. Το ακάτιο όμως, αντί να κατευθυνθεί προς το Καδίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τον τόπο της εξορίας, σύμφωνα με το διάταγμα, στράφηκε προς το γιαλί – κιοσκιού, οπότε φάνηκε ότι είχε αποφασισθεί η θανάτωση του πατριάρχη. Μετά την αποβίβαση τον έκλεισαν στην τρομερή φυλακή του μποσταντσίμπαση.
Εν τω μεταξύ στα Πατριαρχεία, όπου είχαν συγκεντρωθεί για την εκλογή νέου πατριάρχη, οι αρχιερείς, οι ηγεμόνες Αλέξανδρος Καλλιμάχης και Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ο μέγας διερμηνέας, ο μέγας λογοθέτης της Εκκλησίας Στέφανος Μαυρογένης, οι πρόκριτοι και οι προϊστάμενοι των Συντεχνιών, διάβασε πάλι ο μέγας διερμηνέας το διάταγμα για την έκπτωση του πατριάρχη και την εκλογή νέου:
«Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος, γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του και τω προσδιορίζεται διαμονή εις το Καδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής… Μη επιθυμούσα η Υψηλή Πύλη να στερήσει τους πιστούς της υπηκόους από της πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειά των».
Η εκλογή όμως καθυστερούσε. Οι καταλληλότεροι για τον πατριαρχικό θρόνο αρχιερείς παρακαλούσαν να μην εκλεγούν. Έφθασε τότε νέα, αυστηρή διαταγή της Πύλης, να γίνη αμέσως η εκλογή. Τελικά δέχθηκε ο Πισιδίας Ευγένιος, Φιλιππουπολίτης. Εφοδιάσθηκε αμέσως με τη συστατική αναφορά και πήγε στην Πύλη σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Όταν γύρισε, έγινε δεκτός με τις συνηθισμένες τυπικές τιμές και επακολούθησε η δοξολογία μέσα σε ατμόσφαιρα κατήφειας, θλίψεως και αγωνίας.
Μετά την αναχώρηση από την Πύλη του νέου πατριάρχη οι τούρκοι βγάλανε από τη φυλακή τον πατριάρχη Γρηγόριο, τον επιβίβασαν πάλι σε ακάτιο με συνεπιβάτη τον κοτσίμπαση (αρχιβασανιστή) και απομάκρυναν τους δικούς του συνοδούς. Το ακάτιο, κυκλωμένο από άλλα, με 4 ως 5 στρατιώτες, κατευθύνθηκε πίσω στην αποβάθρα του Φαναρίου, όπου και αποβίβασαν τον πατριάρχη με τα χέρια του δεμένα πίσω. Εκεί άγριο πλήθος Τούρκων ενόπλων και στρατιωτών είχε συγκεντρωθεί και περίμενε, γαυριώντας, να παρακολουθήσει τη θανάτωση του αρχηγού των Ελλήνων, “ως πρώτου δήθεν και κυρίου αρχηγού της επαναστάσεως της Πελοποννήσου.”
Ο πατριάρχης Γρηγόριος προχώρησε λίγα βήματα, γονάτισε και έσκυψε το κεφάλι, περιμένοντας το μαχαίρι του δημίου. Αλλά ο κοτσίμπασης του έδωσε λάκτισμα και του είπε αγρία «καλκ γιου ρου» (σήκω και προχώρα) και, όπως ο πατριάρχης από το γήρας και την εξάντληση δεν μπορούσε να σηκωθεί, τον βοήθησε o ίδιος. Δυό στρατιώτες τον υποβάσταζαν για να συνεχίσει την πορεία στον ανηφορικό δρόμο προς τα Πατριαρχεία.
Όταν έφτασαν εκεί χρειάσθηκε να περιμένουν. Είχε αποφασιστεί για τον πατριάρχη θάνατος με απαγχονισμό και ως θέση η μεσαία από τις τρείς εξωτερικές θύρες των Πατριαρχείων ετοίμαζαν τότε την αγχόνη με δοκούς που έμπηγαν στον θριγκό του τοίχου επάνω από τη θύρα αυτή και δεν είχε τελειώσει ακόμη η εργασία. Κατά τον χρόνο της αναμονής ο πατριάρχης προσευχόταν. Όταν όλα συμπληρώθηκαν, ο μποσταντσήμπασης του είπε με βροντώδη φωνή, όπως αναφέρει ο Φιλήμων: «Κακούργε, ουκ ει συ ο διαφθείρας τους δούλους του σουλτάνου, του καταφυγίου του κόσμου; ουκ ει συ ο ωθήσας τους απίστους υπηκόους εις την αποστασίαν;…» και έδωσε διαταγή στους δημίους. Αυτοί τον έσυραν στην αγχόνη. Ο θάνατός του επήλθε αμέσως.
Στο στήθος του αναρτήθηκε έγγραφο, που ανέφερε την αιτία της καταδίκης του:
«Επειδή χρέος των ανωτέρων και των αρχηγών, οιουδήποτε έθνους, είναι το επαγρυπνείν νυχθημερόν επί των εις την επιτήρησιν αυτών εμπεπιστευμένων προσώπων, το πληροφορείσθαι περί πασών των πράξεων αυτών και αναφέρειν εις την κυβέρνησιν πάντα τα μεταξύ αυτών ανακαλυπτόμενα εγκλήματα και οι Πατριάρχαι, όντες επίσης, ως εκ της θέσεως αυτών, ανώτεροι και αρχηγοί των υπηκόων, οίτινες ζώσιν εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής εξουσίας, οφείλουσιν, ίνα προ πάντων ώσιν άμωμοι, έντιμοι, χρηστοί και ειλικρινείς κεκτημένοι δε τας ιδιότητας ταύτας, αφ’ ου εννοήσωσι τας αγαθάς και κακάς κλίσεις λαού τίνος, οφείλουσιν, ίνα προλαμβάνωσιν εγκαίρως τας κακάς δι’ απειλών τε και συμβουλών, εν ανάγκη δια τιμωριών κατά τα παραγγέλματα της θρησκείας αυτών, και πληρούσιν ούτω μέρος της ευγνωμοσύνης ην οφείλουσι τη υψηλή Πύλη δια τας ευεγερσίας και τας ελευθερίας, ην απολαύουσιν υπό την αγοθοεργόν αυτής σκιάν.
Αλλ’ ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης, όστις όμως έδωκε προηγουμένως τοσαύτα αφοσιώσεως δείγματα, δεν ηδυνήθη να μη συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρισθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων ανθρώπων, επιλαθομένων εαυτών και παρασυρομένων υπό διαβολικών και χιμαιρικών ιδεών χρέος δε αυτού ην, όπως διδάξη τους αμαθείς, ότι προέκειτο ενταύθα περί επιχειρήσεως ματαίας, ουδέποτε δυναμένης ίνα πραγματοποιηθή, επειδη τα κακα σχέδια ουδέποτε θριαμβεύουσι κατα της μωαμεθανικης ισχύος και θρησκείας, λαβουσών την ύπαρξιν αυτών παρά του θεού από χιλίων και πλέον ετών, και διατηρηθησομένων μέχρι της τελευταίας κρίσεως, ως βεβαιεί ημάς ο ουρανός δια αποκαλύψεων και θαυμάτων. Εν τούτοις ένεκα της διαφθοράς της καρδίας αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ’ ετιμώρησε τους απλούς ανθρώπους, οίτινες επλανήθησαν, αλλά, κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως, ώστε αναποφεύκτως σχεδόν άπαν το Ελληνικόν έθνος, εν υπάρχουσι πολλοί αθώοι και δυστυχείς υπήκοοι, ουδέ την ελαχίστην ταύτης γνώσιν έχοντες, θέλει καταστραφή ίσως εκ θεμελίων και καταστή το αντικείμενον της οργής του Θεού.
Όταν η αστυνομία επληροφορήθη περί της επαναστάσεως, και αφ’ ου αυτή εγνώσθη υπό του κοινού, η υψηλή Πύλη, υπό μόνης της συμπαθείας προς τους δυστυχείς αυτής υπηκόους ορμουμένη, εζήτησεν ίνα επαναγάγη αυτούς δια της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και διεύθυνεν επί τούτω προς τον Πατριάρχην προσταγήν, διαλαμβάνουσαν διαταγάς και συμβουλάς αναλόγους προς τον σκοπόν τούτον, μετά διαταγής προς τον Πατριάρχην, όπως αναθεματίση πάντα τα μέρη του τόπου, ένθα ο τρόπος ούτος κατέστη αναγκαίος κατά των συμμετασχόντων της επαναστάσεως υπηκόων.
Άλλ’ αντί να δαμάση αυτούς, και πρώτος αυτός να επανέλθη εις το χρέος αυτού, αυτός ο άπιστος υπήρξεν υπέρ πάντα άλλον ο άξων πασών των αταξιών, των μέχρι του δεδιαταραξασών την κοινήν ησυχίαν, επείσθημεν, ότι και αυτός εγεννήθη εις Πελοπόννησον, και ότι συμμετέσχε πασών των βιαίων πράξεων, ας τινές υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν εκεί και εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτω λοιπόν αυτός ο ίδιος υπήρξεν αίτιος της εξοντώσεως και της απωλείας, ην βεβαίως θέλουσιν υποστεί τη βοήθεια του Θεού. Επειδή δε επείσθημεν απανταχόθεν περί της προδοσίας αυτού ου μόνον κατά της υψηλής Πύλης, αλλά και κατά του ιδίου αυτού έθνους, αναγκαίον κατέστη, όπως αφαιρεθή το σώμα του από της γης και δια τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση εις παράδειγμα δια τους λοιπούς.»
Εξεδόθη την 19 του μηνός Ρετζέπ έτος 1230
(10 Απριλίου 1821)
ΠΗΓΗ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛ.ΕΘΝΟΥΣ ΕΚΔ.ΑΘΗΝΩΝ
Ο Άγιος Γρηγόριος Ε΄
Ο Γρηγόριος Ε΄ (1746-1821) από τους επιφανέστερους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως (1797-1798, 1806-1808, 1818-1821) εθνομάρτυρας από τους διαπρεπέστερους του απελευθερωτικού αγώνα, Άγιος της Εκκλησίας (10 Απριλίου), ανήκει εξίσου στην Εκκλησία, στο Έθνος και την Παιδεία. Παράλληλα πολυσυζητημένη μορφή, λόγω της εμπλοκής του στις ιδεολογικές συγκρούσεις του νεότερου ελληνισμού.
_________ Βιογραφικά
Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Γεννήθηκε στην Δημητσάνα από γονείς ασήμους και φτωχούς. Η φιλομάθεια του όμως τον ώθησε στην σπουδή. Σπούδασε αρχικά στη σχολή της γενέτειρας του και από το 1756 για δύο χρόνια στην Αθήνα. Με τη βοήθεια ενός θείου του, νεωκόρου στη Σμύρνη, μπόρεσε να φοιτήσει άλλα πέντε χρόνια στο περίφημο Γυμνάσιό της. Ήταν όμως φύση όχι μόνο φιλομαθής, αλλά και ασκητική. Αναθρεμμένος σε κλίμα παραδοσιακό- ησυχαστικό, ακολούθησε το χάρισμά του και στράφηκε στο μοναστικό βίο. Τον έρωτά του για το μοναχισμό ενίσχυσε η περίφημη Μονή Φιλοσόφου στην πατρίδα του και η από την παιδική ηλικία σχέση του μαζί της. Η κουρά του έγινε στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Στη συνέχεια θα σπουδάσει στην Πατμιάδα Σχολή (θεολογία και φιλοσοφία) κατορθώνοντας να αποκτήσει υψηλή για την εποχή παιδεία. Ξαναγυρίζει στη Σμύρνη, όπου χειροτονείται διάκονος από τον Σμύρνης Προκόπιο, υπηρετώντας ως αρχιδιάκονός του.
Γρήγορα όμως γίνεται πρεσβύτερος και πρωτοσύγκελος. Το 1785 ο Προκόπιος εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Γρηγόριος χειροτονείται επίσκοπος και ανέρχεται στο Μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης. Η πλούσια δραστηριότητά του τον κάνει πλατιά γνωστό και γι’ αυτό τον Μάιο του 1797, μετά τη χηρεία του Οικουμενικού Θρόνου, εκλέγεται πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Γρηγόριος Ε΄. Η παραμονή του στον Οικουμενικό Θρόνο συνδέεται με πλήθος περιπετειών και δυσχερειών. Αυτό φαίνεται και από την ανώμαλη πορεία της πατριαρχίας του. Εκθρονίζεται και εξορίζεται το 1798. Αποσύρεται στη Μονή Ιβήρων του Άθωνα, όπου μένει επτά χρόνια, επιδιδόμενος στην άσκηση και μελέτη. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 καλείται για δεύτερη φορά από τους αρχιερείς στον Πατριαρχικό Θρόνο.
Τα προβλήματα όμως δεν παύουν. Η αλλαγή της τουρκικής πολιτικής και η επανάσταση των Γενιτσάρων επιφέρουν και νέα πτώση του Γρηγορίου, που εξορίζεται στην Πριγκηπόνησο και το 1810 αποσύρεται πάλι στο Άγιο Όρος, όπου μένει άλλα 9 χρόνια. Εκλέγεται όμως και για Τρίτη φορά πατριάρχης (15 Δεκεμβρίου 1818 )κι επιστρέφει στην Πόλη τον Ιανουάριο του 1819. Η Τρίτη πατριαρχία του συνδέεται με κρισιμότατες στιγμές του Γένους. Η θέση του γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και η πατριαρχία του λήγει με τη μαρτυρική του θυσία. Αφού τη νύχτα του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) μαζί με 8 άλλους αρχιερείς τέλεσε τη θεία Λειτουργία της Αναστάσεως συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Αλλά στις 3 το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στη μεσημβρινή πύλη του Πατριαρχείου. Επί τρεις ημέρες το σώμα του έμεινε μετέωρο, δεχόμενο τους εξευτελισμούς του μανιασμένου όχλου. Μια σπείρα Εβραίοι αγόρασαν το νεκρό, τον περιέφεραν στους δρόμους και τελικά τον έριξαν στον Κεράτιο. Ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Νικ. Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε κρυφά στην Οδησσό, όπου τάφηκε στον Ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος.
_________ Δράση
Παρά το σύντομο διάστημα της πατριαρχίας του (συνολικά 6 χρόνια), τις περιπέτειες του και τους δύσκολους καιρούς, ο Γρηγόριος ανέπτυξε σημαντική δράση. Ήδη στη Σμύρνη αφοσιώθηκε στο κήρυγμα και σε κοινωνική δράση, ευεργετική για το ποίμνιο του και ενίσχυσε σημαντικά την παιδεία. Την αγάπη του για την παιδεία και το φωτισμό του Γένους μέχρι το μαρτύριό του δείχνουν οι σωζόμενες Εγκύκλιοι του. Παράλληλα έδινε διέξοδο στα θεολογικά ενδιαφέροντά του, προσανατολίζοντάς τα στο διαφωτισμό του ποιμνίου του, τοποθετώντας όμως το διαφωτιστικό του έργο στα πλαίσια της ελληνορθόδοξης – ρωμαϊκής παράδοσης, που καθορίστηκαν από τους αγίους Πατέρες. Προσπαθεί έτσι να εκλαϊκεύσει την πατερική γνώση για να στηρίξει την πίστη.
Γι’ αυτό μεταφράζει και εκδίδει τους Περί Ιερωσύνης λόγους του Ι. Χρυσοστόμου. Στην Πόλη αργότερα θα εκδώσει στο πατριαρχικό τυπογραφείο τα Ηθικά του Μ. Βασιλείου, εξήγηση των ομιλιών του στην Εξαήμερο και Κυριακοδρόμιο σε απλή γλώσσα. Το ενδιαφέρον του για την παιδεία μένει αδιάπτωτο, εκφραζόμενο με πλήθος ευεργετικών ενεργειών. Θέλει όμως διαφωτισμό ρωμαϊκό, ελληνότροπο, και γι’ αυτό δεν κρύβει την επιφυλακτικότητά του απέναντι στον δυτικό διαφωτισμό και τον προοδευτισμό της εποχής, όχι για λόγους τυφλής συντηρητικότητας, αλλά κυρίως από την επιθυμία να διασώσει την ρωμαϊκή παράδοση, στην οποία ολόκληρος ανήκε και την οποία έβλεπε να απειλείται από ιδεολογικά ρεύματα, κατευθυνόμενα από την Γαλλική Επανάσταση και τον αντιχριστιανισμό της.
Στην Πόλη μερίμνησε για τη στέγαση του Πατριαρχείου, διαρρύθμισε τον πατριαρχι
κό ναό, εργάστηκε για την ανόρθωση του ηθικού βίου. Κατά τις τρεις πατριαρχίες του εκδίδει πλήθος τόμων, σιγγιλίων, εγκυκλίων, επιστολών που αποβλέπουν στην ευστάθεια της Εκκλησίας. Υποδειγματική θα είναι η σταθερή προσήλωσή του στους ιερούς κανόνες και την εκκλησιαστική παράδοση. Οργανώνει τη λειτουργία της Συνόδου του πατριαρχείου, μεριμνά για την παιδεία και το ήθος των εισερχομένων στον κλήρο, όντας ο ίδιος υψηλό παράδειγμα ασκητικού βίου, σε σημείο που να προκαλεί γι’ αυτό αντιδράσεις. Επιδεικνύει παράλληλα θαυμαστή σύνεση και αξιοπρέπεια απέναντι στους κρατούντες. Η νομιμοφροσύνη του – τόσο σκανδαλιστική για τους επικριτές του – δεν μπορεί να κατανοηθεί και ερμηνευθεί έξω από την διάθεσή του να μην προκαλεί επεμβάσεις της εξουσίας στα εσωτερικά της Εθναρχίας. Αλλά και τα οικονομικά προβλήματα του θρόνου τράβηξαν την προσοχή του. Έλυσε με επιτυχία το χρονίζον ζήτημα των Κολλυβάδων, ρύθμισε τη λειτουργία των ναών, ενδιαφέρθηκε για τα ληξιαρχικά βιβλία και το Κιβώτιο του Ελέους, έλαβε εύστοχες αποφάσεις για τις προικοδοσίες και τους αρραβώνες, για τους γάμους και τα διαζύγια, την αναδιοργάνωση των μοναστηριών κ.λ.π. Έργο τεράστιο, θαυμαστό για μια φύση ασκητική, όπως ο Γρηγόριος.
_________ Στάση στο Εθνικό Ζήτημα
Ο Γρηγόριος ανέβηκε στον Πατριαρχικό θρόνο σε μια κρίσιμη και πολυτάραχη εποχή που γεννήθηκε από την κοσμογονία της Γαλλικής Επανάστασης και τους ναπολεόντειους πολέμους. Η Ιερά Συμμαχία διαμορφώνει την αντίπερα όχθη και ο ευρωπαϊκός χώρος συγκλονίζεται αδιάκοπα από τις σφοδρές συγκρούσεις και την πολυδαίδαλη δράση της διπλωματίας. Η οθωμανική πολιτική αναπροσανατολίζεται με γρήγορο ρυθμό, όπως και η ρωσική και τα συμμαχικά μέτωπα αλλάζουν συνεχώς όψη. Παράλληλα εξαπλώνονται στην Ανατολή οι επαναστατικές (όχι μόνο πολιτικά) ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και ο ριζοσπαστικός αγγλογαλλικός διαφωτισμός, ο οποίος με την εκρηκτικότητά του γίνεται για τους Ανατολικούς σύμβολο της ασέβειας και της αθεΐας. Οι καιροί όμως αλλάζουν και για τους ίδιους τους υπόδουλους Ρωμιούς. Σημειώνεται μεγάλη πρόοδος στο εμπόριο και στην παιδεία. Ιδιαίτερα αναπτύσσονται οι κοινότητες του εξωτερικού, αλλά και εσωτερικά οργανώνεται η αυτοδιοίκηση και η ζωή των κοινοτήτων. Αντίθετα τα εσωτερικά της Μεγάλης Εκκλησίας παρουσιάζουν πολλά προβλήματα.
Χαλάρωση και αρρυθμία, αλλαξοπατριαρχίες, δράση των ιεραποστόλων και της ξένης προπαγάνδας, δημιουργούν όλα ένα κλίμα αντίξοο και απρόσφορο για ομαλή δημιουργική πορεία. Σ’ αυτό το κλίμα όμως κλήθηκε να κινηθεί και να δράσει ο Γρηγόριος. Η κριτική που αναπτύχθηκε γύρω από τη δράση του, είναι τελείως αντιφατική. Κινείται μεταξύ απόλυτης εξιδανίκευσης και απόλυτης απόρριψης, γιατί και στην περίπτωση του Γρηγορίου δεν αποφεύχθηκε η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση της Ιστορίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η κριτική δεν περιορίστηκε στο χώρο της ιστορικής επιστήμης, αλλά επεκτάθηκε και στον χώρο της (ανεύθυνης) μυθιστοριογραφίας – λογοτεχνίας, η οποία τροφοδοτεί το λαϊκό αίσθημα και δημιουργεί παραπλανητικές εντυπώσεις.
Για τον ιστορικό όμως υπάρχει η πραγματικότητα, που προσφέρεται για ανοικοδόμηση αντικειμενικής κρίσης, με την προϋπόθεση βέβαια της αποδέσμευσης από τις οποιεσδήποτε θεολογικές δεσμεύσεις. Ακόμη απαιτείται μετάθεση δική μας στην εποχή του Γρηγορίου και εσωτερική συμμετοχή στη μαρτυρική πορεία του, γιατί στους οποιουσδήποτε αναχρονισμούς δεν βρίσκεται η λύση.
Πρωτ. Γεωργ. Δ. Μεταλληνός Καθηγητής Παν/μιου
(Από την εφημ. Επάλξεις, 1-4-2000
ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
Του αοιδήμου Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄
1813
Του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ έγγραφον, υπό τύπον διαθήκης. Εύρηται εν τη Μονή Ιβήρων.
Πανοσιολογώτατοι Προεστώτες και λοιποί συγκοινοβιάται της σεβασμίας Μονής Ιβήρων. Επειδή επλήρωσα το κοινόν χρέος, ομολογώ ότι η ομολογία αύτη υπάρχει εξωφλημένη και αμέσως να σχισθή και να κατακαή και να γραφή το όνομα της εμής αναξιότητος, Γρηγορίου μοναχού να μνημονεύηται.
Και εν τη ημέρα της αποβιώσεώς μου κατ’ έτος να εκτελήται έν μνημόσυνον εις άφεσιν αμαρτιών μου.
Και τα διακόσια πενήντα να μοιρασθώσιν εις τους ευρεθέντας εφημερίους, ανά έν σαρανταλείτουργον και εις μίαν τράπεζαν.
Τα λοιπά επειδή κατ’ έτος ελάμβαναν ανά πεντακόσια, εξωφλήθησαν τέλεον.
Γρηγόριος πρώην Κων/πόλεως αναξιώτατος.
Ακριβές αντίγραφον εξ ανεκδότου ιδιογράφου ειδικώς διά την Μονήν Αγίαν Λαύραν Καλαβρύτων.
Εν τη εν Αγίω όρει Ι. Μονή Ιβήρων,
17 Οκτωβρίου 1953,
Ο Βιβλιοθηκάριος
Ιερομ. Αθανάσιος Ιβηρίτης.
Επί του φακέλου αναγράφεται:
«Το παρόν έγγραφον υπάρχει του Πατριάρχου πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Πελοποννησίου και, ει μεν συμβή θάνατος, αμέσως να ανοιχθή παρά των επιτρόπων της Ιεράς τούτης Μονής των Ιβήρων».
Η ΔΙΑΘΗΚΗ
Επειδή η ώρα της εκάστου τελευτής υπάρχει αδιόριστος κατά την θείαν απόφασιν, δια τούτο καγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος του Θεού δούλος διατίθημι την παρούσαν διαθήκην και ζητώ παρά πάντων συγχώρησιν, συγχωρώ καγώ πάσιν. Και διορίζω επίτροπόν μου τον λογιώτατον χαρτοφύλακα κυρ. Νικηφόρον Ιβηρίτην, ίνα εκτελέση μετά θάνατόν μου.
Και πρώτον δύο χιλιάδες γρόσια, όπου έχω δάνεια εις το κοινόν του όρους, αφείς το δεδουλευμένον διάφορον, τα μεν χίλια γρόσια να αποστείλη εις το νοσοκομείον Κωνσταντινουπόλεως, τα δε πεντακόσια τω κατά καιρόν Πατριάρχη, ίνα εκτελέση έν μνημόσυνον υπέρ της αμαρτωλής μου ψυχής, και τα άλλα πεντακόσια τη Ιερά Συνόδω, ίνα σειλλειτουργήσωσιν, ότι ταύτα επί τούτω είχον εν τω κοινώ πεφυλαγμένα.
Τα δε ευρεθέντα εν τω κιβωτίω μου εναπομείναντα εκ των εξόδων του ετησίου μου, να μοιρασθώσιν εις τους ιερείς του Όρους και πτωχούς, αμέσως και εις την θανήν μου.
Άλλην χρηματικήν περιουσίαν δεν έχω, ειμή μόνον τα φορέματά μου παλαιόγουνες, αντεροκάβαδα, τα οποία να μοιρασθώσιν όσοι ευρεθώσιν εις την υπηρεσίαν μου.
Εξ αυτών δε ο αρχιδιάκονος και ανεψιός μου θέλει λάβει τα τιμιώτερα και οι λοιποί κατά την τάξιν των. Τα στρώματα του οντά και παπλώματα να δοθώσιν εις το νοσοκομείον των Ιβήρων, ομοίως και μπακιρικά.
Ταύτα διατάσσω να γίνωσιν απαρασάλευτα, μηδείς δε των συγγενών τολμήσθω να ζητήση ή να παρασαλεύση τι των διαταχθέντων, ότι εστί πυρ καταναλίσκον εις αυτόν, και διότι είτι ευρίσκεται εις εμέ υπάρχει εκκλησιαστικόν, και ουδέν πατρικόν ή μητρικόν. Ούτως διατάσσω και αράν μεγίστην, αποφαίνομαι να ενεργηθώσιν απαρασάλευτα.
αωιγ΄ (1813) Απριλίου ε΄ (5).
Ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος υποβεβαιώ ιδία χειρί.
Ακριβές αντίγραφον εκ της βιβλιοθήκης Ι. Μονής Ιβήρων
17 Οκτωβρίου 1953.
Ο βιβλιοθηκάριος
Ιερομ. Αθανάσιος Ιβηρίτης.
Επί του φακέλου αναγράφεται:
«Αύτη υπάρχει διαθήκη του πρώην Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου,
η οποία θέλει ανοιχθή μετά θάνατον αυτού παρά των επιτρόπων της Ιεράς Μονής Ιβήρων».
Ακριβές αντίγραφο του αντιγράφου εκ της βιβλιοθήκης κειμηλίων
της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων,
Κυριακή 05 Μαρτίου 2005.
Π. Α. Μ.
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας