Ιστορία - Πολιτισμός
Φωνές από το παρελθόν, διδάγματα από την Ιστορία
Ιωάννης Γ. Βιδάκης & Γεώργιος Χ. Μπάλτος[1]
Σε πρόσφατη έκδοση βιβλίου μας, [Μπάλτος & Βιδάκης, «Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΜΑΣ – Νεοοθωμανισμός διαχρονικά σημαίνει Εκτουρκισμός», εκδ. Ινφογνώμων, 2020], αναζητούμε την απάντηση σ΄ ένα από τα πιο καυτά ερωτήματα που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες, και όχι μόνον, ελληνοτουρκικές σχέσεις, δηλαδή ποια από τις “δύο Τουρκίες” είναι πιο “ασφαλής”, ή και λιγότερο απειλητική, ως γείτονας, η Τουρκία της κεμαλικής παράδοσης ή η κυβερνώσα μεταμοντέρνα αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οριοθετώντας τα κατά τον Ρ. Τ. Ερντογάν “σύνορα της καρδιάς”, τα οποία ωστόσο δεν σέβονται ιστορικά δικαιώματα και διεθνή δίκαια άλλων λαών;

Χάρτης 1: Ανατολική Μεσόγειος (αρχή βασιλείας Ανδρόνικου Γ΄) Πηγή
Ο θυμόσοφος λαός μας, σημειώνει εύστοχα ότι: «ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας (παρα)μένει». Το Βυζάντιο αρχικά (από την έναρξη του 14ου αιώνα), ύστερα όλοι οι λαοί των Βαλκανίων και στη συνέχεια η Ελλάδα, η Κύπρος, η Βουλγαρία (όσον αφορά στην Ευρώπη), δυστυχώς απέκτησαν έναν κακό γείτονα, έναν επεκτατικό, ύπουλο και αδηφάγο «συνοράτορα». Ειδικά ο λαός μας διαθέτει εμπειρία και μνήμη ετών, θλιβερή και κακοφορμισμένη, από τη συμβίωση με αυτόν τον γείτονα, με διαφορετικά κάθε φορά ονόματα: Τουρκομάνοι, Σελτζούκοι, Μπέηδες (μπεηλίκια-εμιράτα), Οθωμανοί, Νεό-Τουρκοι, Κεμαλικοί, Παλαιό-Τουρκοι, Νέο-Οθωμανοί[2].
Στο παρόν κείμενο επισημαίνεται μία, όχι απλά δυσάρεστη αλλά καταστροφική περίσταση, στην οποία σταδιακά, εμφύλιες διενέξεις, διχόνοιες και μηχανορραφίες, αλαζονεία, ιδιοτέλειες και συμφέροντα, σημάδεψαν την μοίρα του Ελληνισμού. Αναφερόμαστε στην εποχή του Βυζαντίου 220 έτη περίπου, πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης και η εξιστόρηση έχει ως ακολούθως:

Χάρτης 2: Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1265
Με τον πατέρα του, διάδοχο και συναυτοκράτορα Μιχαήλ Θ΄ να έχει πεθάνει ήδη από το 1320, ο Ανδρόνικος Γ΄ κατέλαβε την εξουσία με ήπιο πραξικόπημα κατά του παππού του, αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου. Ο Ανδρόνικος Β΄, κατηγορώντας τον εγγονό του για ανάμειξη στον θάνατο του αδελφού του Μανουήλ, τον είχε ήδη αποκηρύξει παλαιότερα ορίζοντας ως διάδοχο τον δικό του δευτερότοκο γιο Κωνσταντίνο, (αδελφό του Μιχαήλ και θείο του Ανδρόνικου Γ΄). Όμως ο δραστήριος Ανδρόνικος Γ΄ είχε την υποστήριξη μιας ομάδας νέων αριστοκρατών, ενώ κατάφερε να συγκεντρώσει πολιτικούς και στρατιωτικούς συμπαραστάτες και τελικά να εκτοπίσει τον παππού του από την εξουσία το 1328, στέλνοντάς τον έγκλειστο σε μοναστήρι, μέχρι τον θάνατό του. Ο εμφύλιος πόλεμος που προηγήθηκε, (διαμάχη των δύο Ανδρονίκων), και διήρκεσε με διαλείμματα από το 1321 έως το 1328, εξάντλησε την αποδυναμωμένη ήδη αυτοκρατορία.
Σημειώνεται ότι το 1320 (δηλαδή πρίν 700 έτη), ο ηγεμόνας των Οθωμανών, Οσμάν παρέδωσε ομαλά την εξουσία του εμιράτου στον γιό του Ορχάν, ο οποίος ανέλαβε πλήρη καθήκοντα το 1323/4 (έως το 1360) και διόρισε τον αδελφό του Alaeddin Pasha, ως βεζίρη. Ο Ορχάν κατά την διάρκεια της πρώτης εμφύλιας διαμάχης των Βυζαντινών το 1326, κατέλαβε την Προύσα από αυτούς, την οποία έκανε νέα πρωτεύουσα του εμιράτου.
Ο εγγονός του Ανδρόνικου Β΄ αποδείχτηκε ικανότερος ηγεμόνας. Ήταν άξιος στρατιώτης, πολιτικός ηγέτης αλλά και διπλωμάτης. Καταπολέμησε την διαφθορά, ενίσχυσε το στρατό και επανίδρυσε το ναυτικό, που είχε καταργήσει ο Ανδρόνικος Β΄. Ο Ανδρόνικος διοίκησε την αυτοκρατορία [1328-1341] με τον φίλο του, στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνό. Ο Καντακουζηνός ήταν άνθρωπος με πολυποίκιλα χαρίσματα και τεράστια πολιτική διορατικότητα. Ωστόσο η εποχή τους χαρακτηρίστηκε από οικονομική ανέχεια, προβλήματα στην εξωτερική πολιτική, διαφθορά στην αυλή και την δικαιοσύνη, στάσεις ξεσπούσαν στην επικράτεια, ενώ εξωτερικοί εχθροί διενεργούσαν συνεχείς επιθέσεις.
Έτσι η προέλαση των Οθωμανών στη Μικρά Ασία, παρά τις προσπάθειες των δύο, ενιαίου πνεύματος ηγετών, συνεχίστηκε: οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν στη μάχη του Πελεκάνου (Maltepé) το 1329 από τον Ορχάν, η Νίκαια της Βιθυνίας χάθηκε για τους Βυζαντινούς το 1331, η Σμύρνη το 1334, η Πέργαμος [Bergmann, βόρεια της Σμύρνης] το 1335, η Νικομήδεια το 1337, παρά την ήττα των Οθωμανών το 1334, έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Σέρβος Στέφανος Δουσάν κατέλαβε το 1335 τις Σέρρες. Ο Ανδρόνικος με τον Καντακουζηνό προσπάθησαν να προσεταιρισθούν, ως αντίβαρο στους Οθωμανούς, τους εμίρηδες του Σαρουχάν και του Αϊδινίου και τους Οθωμανούς ως αντίβαρο στους Σέρβους.
Ωστόσο η παραμέληση της απειλής των Οθωμανών, με την εμπλοκή του Βυζαντίου στον Βουλγαρο-Σερβικό πόλεμο (1331-1335), όπου απώλεσε εδάφη (Αχρίδα, Πρίλαπο, Καστοριά, Στρωμνίτσα), και παρά το θετικό γεγονός της ενσωμάτωσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου στην επικράτειά της (1335-1348), διαμορφώνουν μια απελπιστική κατάσταση: περί το 1338, οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν την Ανατολία, (το εμιράτο του Karasi, πρώτο μπεηλίκι που ενσωματώνουν) και φθάνουν στον Βόσπορο, (στην θέση Haïdar Pasha).
Συνεπώς στα τέλη του 1340, ο Καντακουζηνός αντιλαμβάνεται ότι αυτή η παραδοσιακή πολιτική ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, και επιδιώκει πλέον μια ρεαλιστική, εκσυγχρονισμένη πολιτική έναντι των γειτόνων Οθωμανών, αλλά αδυνατεί να αντιδράσει πλέον, οπότε γίνεται έρμαιο των εξελίξεων, τις οποίες επιχειρεί να αντιμετωπίσει με σπασμωδικές κινήσεις και αυτοσχεδιασμούς.
Το 1341 ο Ανδρόνικος Γ΄ όρισε ως επίτροπο του ανήλικου γιού του Ιωάννη, τον Καντακουζηνό: έτσι όταν πέθανε ο Ανδρόνικος το ίδιο έτος, αναπάντεχα, διαμορφώνοντας μια ατμόσφαιρα κρίσης, ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, έγινε αυτοκράτορας [1341-1391, 50 έτη]. Όμως ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας και ο Αλέξιος Απόκαυκος διαφώνησαν με αυτήν την επιτροπεία, δήμευσαν την περιουσία του Καντακουζηνού και φυλάκισαν τους συνεργάτες του, με την πρόφαση ότι επιβουλευόταν τον θρόνο. Επακολουθεί δεύτερος εμφύλιος [1341-1347], με τους Οθωμανούς προ των πυλών!
Στον εμφύλιο οι αντίπαλοι συνήψαν συμμαχίες με εχθρούς, όπως τον Σέρβο Στέφανο Δουσάν, ο οποίος άλλαξε στρατόπεδα κατά τα ίδια συμφέροντα και τους Οθωμανούς, τους οποίους έφεραν ως επιδιαιτητές οι Βυζαντινοί. Παράλληλα δαπανήθηκε κάθε ίχνος χρυσού που υπήρχε, με χαρακτηριστικό δείγμα την κατάθεση των αυτοκρατορικών κοσμημάτων σε βενετικό ενεχυροδανειστήριο από την Άννα, έναντι ευτελούς ποσού. Ως αποτέλεσμα ανέκυψαν προβλήματα κοινωνικής και θρησκευτικής φύσεως: εκδηλώθηκαν λαϊκές εξεγέρσεις στην Αδριανούπολη και σε άλλες περιοχές της Θράκης από υποστηρικτές του Ιωάννη Ε΄ και πολέμιους του Καντακουζηνού, ο οποίος ευνοούσε τις υψηλές εισοδηματικές τάξεις. Στην Θεσσαλονίκη για παράδειγμα εκδιώχθηκε από τον λαό ο διοικητής και φίλος του Καντακουζηνού Συναδηνός και η διοίκηση πέρασε στα χέρια των Ζηλωτών.
Μόνος εγγυητής της ομαλότητας, ήταν ο έντιμος και πιστός Καντακουζηνός: φίλος του αυτοκράτορα, υπερασπίστηκε τα δικαιώματα του Ιωάννη, στο τέλος όμως βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του. Όντας συχνά σε εκστρατείες, ήταν εύκολος στόχος των μηχανορραφιών της Πόλης. Η αποτυχία των συμμαχιών του, τον οδηγεί να συνάψει γάμο (της κόρης του Θεοδώρας) με τον Ορχάν το 1346, η οποία ήταν συνηθισμένη πρακτική της βυζαντινής διπλωματίας. Μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τους αντιπάλους του ο Καντακουζηνός επέτυχε δυστυχώς με συνδρομή και των Οθωμανών, να στεφθεί συναυτοκράτορας στην Βασιλεύουσα. Η διαμάχη ανεστάλη το 1347, με πρώτο αυτοκράτορα τον Ιωάννη Ε’ και συναυτοκράτορα τον Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνό. Οι εμφύλιες διενέξεις έληξαν οριστικά μόνο, όταν ο δεύτερος παραιτήθηκε από τον θρόνο το 1354, και εκάρη μοναχός.
Καθόλη την περίοδο του δεύτερου εμφυλίου, ο Καντακουζηνός επιχείρησε πολλές φορές να συνδιαλλαγεί και να λήξει ο πόλεμος μεταξύ των Βυζαντινών: έστειλε τρεις πρεσβείες κληρικών, στην Πόλη (1342, 1343-4, 1344), με σκοπό να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, χωρίς αποτέλεσμα. Το 1347 ο Καντακουζηνός εισέρχεται θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, δείχνοντας σεβασμό στους αντιπάλους του, με λύση τη στέψη του ως «πρεσβύτερου αυτοκράτορα», μέχρι την ενηλικίωση του Ιωάννη Ε΄. Πάντρεψε την κόρη του Έλενα με τον νεαρό Παλαιολόγο, ενισχύοντας τις σχέσεις του με τον αυτοκρατορικό οίκο.
Ωστόσο οι εχθροί εκμεταλλεύονται την ευκαιρία: ο Στέφανος Δουσάν στέφεται αυτοκράτωρ Σερβίας & Ρωμανίας από τον Πατριάρχη Σερβίας το 1346, η Χίος καταλαμβάνεται από τους Γενουάτες [1346-1566], Τουρκομάνοι επιδράμουν στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και σε άλλες βυζαντινές πόλεις. Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, το 1347 ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη επιδημία πανούκλας, που οδήγησε στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπων. Το 1348 ο Δουσάν καταλαμβάνει περιοχές του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Θεσσαλίας: για την αντιμετώπιση των Σέρβων, ο Καντακουζηνός ζητεί την βοήθεια του Ορχάν και το 1349 20.000 ιππείς αποστέλνονται για να εμποδίσουν να αλωθεί η Θεσσαλονίκη.
Παράλληλα και ως παραπόμενο αποτέλεσμα της κρίσης, ξέσπασε και η ησυχαστική διαμάχη που δίχασε ορθόδοξο λαό και κλήρο. Αντίπαλοι στην έριδα αυτή, ο Γρηγόριος Παλαμάς (ησυχαστές) και ο Νικηφόρος Γρηγοράς (ενάντιοι). Η έριδα αν και θεωρητική, αποτέλεσε σημαντικό πρόβλημα που προστέθηκε στα λοιπά δεινά του κράτους, αφού δηλητηρίασε την κοινωνική ειρήνη. Κατά την υπερχιλιόχρονη βυζαντινή παράδοση, ο αυτοκράτορας κλήθηκε να αντιμετωπίσει το θέμα, με την σύγκλιση τεσσάρων διαδοχικών συμβουλίων και τελική έκβαση την δικαίωση του Ησυχαστικού κινήματος το 1349. Στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας το 1349, ο Αλέξιος Γ΄ Μεγάλος Κομνηνός, στηριζόμενος από την φιλοβυζαντινή παράταξη αναλαμβάνει την εξουσία, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τις στάσεις μεγάλων οικογενειών και τις επιθέσεις Τουρκομάνων[3]. Την εν λόγω περίοδο σημειώθηκαν διαμάχες μεταξύ Βενετών και Γενουατών, με πεδίο μάχης την Κωνσταντινούπολη. Προσπαθώντας να επιλύσει το πρόβλημα, ο Καντακουζηνός υπέστη οδυνηρή ναυτική ήττα από τους Γενουάτες, στον Κεράτιο, το 1349, ενώ νέα μάχη το 1352 είχε το ίδιο αποτέλεσμα.
Ακολουθεί ωστόσο τρίτη κρίση: το 1352, ο Καντακουζηνός διορίζει τον γιό του Ματθαίο, κυβερνήτη της Αδριανούπολης. Ο Ιωάννης Ε΄ με Σέρβους συμμάχους πολιορκεί την πόλη και ο Ματθαίος ζητεί συνδρομή από τον Καντακουζηνό, ο οποίος συγκεντρώνει στρατό κυρίως από οθωμανικά στρατεύματα, με επικεφαλής τον Σουλεϊμάν Πασά, γιό του ηγεμόνα τους, Ορχάν. Τα οθωμανικά στρατεύματα απελευθέρωσαν την Αδριανούπολη και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, τους επετράπη να την λεηλατήσουν για τρεις ημέρες. Η χρήση ξένων και μουσουλμανικών στρατευμάτων και η λεηλασία της πόλης από αλλόθρησκους, έστρεψαν το λαό εναντίον του Καντακουζηνού. Ο Σουλεϊμάν το 1353 νικά τους Σέρβους στο Διδυμότειχο [Demotika] και ένα οχυρό στην ευρωπαϊκή ακτή, πιθανό αυτό της Τζύμπης [Tzympe], αποδίδεται στον Ορχάν, γι΄ αυτήν την βοήθεια. Μετά από αυτό, ο οθωμανικός στρατός επέστρεψε αρχικά στη Μ. Ασία. Η συμμαχία του Καντακουζηνού με τον Σουλεϊμάν, εναντίον του Ιωάννη Ε’, είναι ίσως το μελανότερο σημείο της διακυβέρνησής του πρώτου, καθώς οι Οθωμανοί γνωρίζουν τον πλούτο της Θράκης και αποβλέπουν στην κτήση της.
Έπονται τα χειρότερα: το 1354 ο Καντακουζηνός ανακηρύσσει συμβασιλέα τον γιο του Ματθαίο. Το ίδιο έτος έγινε σφοδρός σεισμός στην Θράκη και οι κάτοικοι έντρομοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους. Όταν τα νέα του σεισμού έφτασαν στον Σουλεϊμάν, ο οποίος βρισκόταν στην Biga (Τρωάδα), μετακόμισε στην Θράκη, [Ρουμέλια για τους Οθωμανούς], με το στρατό του, τουρκομάνικες οικογένειες που ήταν έτοιμες να μεταναστεύσουν και εγκαταστάθηκαν στην ερειπωμένη Καλλίπολη. Έτσι, πατούν για πρώτη φορά πόδι με αξιώσεις σε ευρωπαïκή γη, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την ίδια την Βασιλεύουσα, καθώς ο Σουλεϊμάν είχε από την εκστρατεία του, εκτιμήσει την ευφορία της Θράκης.
Σύμφωνα με ιστορικούς, ο Καντακουζηνός για την αποστολή στην Αδριανούπολη, υποσχέθηκε να παράσχει στους Οθωμανούς ένα οχυρό, στην χερσόνησο της Καλλίπολης. Ο Σουλεϊμάν διέσχισε την χερσόνησο για να το επισκευάσει [Çimpe Castle], αλλά όταν ότι η Καλλίπολη είχε εκκενωθεί λόγω του σεισμού, την κατέλαβαν, την επισκεύασαν και μετέφεραν οικογένειες από την απέναντι αασιατική ακτή και Τουρκομάνικες συμμορίες της Θράκης [πρώτη οθωμανική πόλη στην Ευρώπη].
Η εγκατάσταση αυτή δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα στον Καντακουζηνό. Προσφέρθηκε να αποζημιώσει τον Σουλεϊμάν για να εκκενώσει το κάστρο, (και την Καλλίπολη). Όμως ο Σουλεϊμάν του δήλωσε ότι αυτό το φρούριο πέρασε στα χέρια του, λόγω της χάρης του Αλλάχ, ότι εγκαταστάθηκε σ΄ ένα ερείπιο όπου κανείς δεν ζούσε και τυχόν εγκατάλειψή του θα σήμαινε απόρριψη της εύνοιας του Θεού. Ο Καντακουζηνός υπέβαλε τότε αίτημα στον Ορχάν, ηγεμόνα των Οθωμανών: σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, ο Ορχάν το δέχτηκε αρχικά, σύμφωνα με άλλους, απέρριψε αμέσως την πρόταση συνάντησης, λόγω γήρατος και ασθένειας. Τελικά οι Οθωμανοί εγκαθίστανται στην ερειπωμένη Θράκη (Καλλίπολη – Gallipoli), διαθέτοντας και οχυρό, ο Ορχάν αρνείται να εγκαταλείψει την πόλη, ακυρώνει τη συμφωνία με τον Καντακουζηνό και διατάζει την επέκταση των Οθωμανών στην Αν. Θράκη έως την Κωνσταντινούπολη!
Η αντίληψη του Καντακουζηνού αποκρυσταλλώνεται σε ομιλία του, στο Βυζαντινό Συμβούλιο το 1354, στην οποία τονίζει ότι η έλλειψη ναυτικού, στρατού και χρημάτων, καθιστούσε αναγκαία την διπλωματία για την αντιμετώπιση των απειλητικών Οθωμανών.
**
Το χρονικό τέλος γράφεται με το δίπτυχο, «πόλεμος ή συνεργασία», μέσω μιας μορφής συνομοσπονδίας, όπως μας το παραθέτει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. Η απόφαση της πλειοψηφίας των μελών του Βυζαντινού Συμβουλίου με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ ήταν πόλεμος, η οποία ήταν μια πράξη πλήρως ακατανόητη για τις οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες της αυτοκρατορίας, αλλά απολύτως κατανοητή λόγω της ανησυχίας των Βυζαντινών από την κατάληψη της Καλλίπολης, της διάσχισης από τους Τούρκους του νοητού ορίου της Προποντίδας, όταν θεωρούσαν ότι τους είχαν αποκλείσει στη Μικρά Ασία, και του φόβου της δημιουργίας μιας νέας μεθοριακής γραμμής, δηλαδή αυτής της Ρούμελης (Ευρώπης), η οποία εν ευθέτω χρόνο θα υπαγόταν στην εξουσία των Οθωμανών.
Στη συνέχεια της μικρής αυτής ιστορίας, το 1357 ο γιός του Καντακουζηνού, διοικητής Ροδόπης & συναυτοκράτορας Ματθαίος συλλαμβάνεται από Σέρβους, παραδίδεται στον Ιωάννη Ε΄ και απεκδύεται τα αυτοκρατορικά διάσημα, ενώ το 1359 τα στρατεύματα των Οθωμανών εμφανίζονται στα τείχη της Πόλης.

Χάρτης 3: Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1435
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός είναι σημαντική μορφή ανάμεσα στους Βυζαντινούς ηγέτες. Προικισμένος με πλείστα από τα προσόντα που απαιτούνται για έναν άξιο αυτοκράτορα, βρέθηκε να έχει τα ηνία του κράτους υπό τόσο δυσμενείς διεθνείς συγκυρίες, που πιθανόν άλλος, λιγότερο ικανός, να μην είχε καταφέρει να το διασώσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν και ποτέ δεν αμφισβήτησε επίσημα την πρωτοκαθεδρία του Ιωάννη Ε’ στον θρόνο, βρέθηκε μονίμως κατηγορούμενος για έλλειψη αφοσίωσης σ΄ αυτόν, με αποτέλεσμα μακροχρόνιες εμφύλιες διαμάχες οι οποίες συνέθλιψαν οικονομικά αλλά και πολιτικά το Βυζάντιο.
Το χρονικό διάστημα ουσιαστικής μετοχής στην Βυζαντινή εξουσία του Καντακουζηνού έχει μεγάλη σημασία, διότι είναι μακράς διάρκειας, (ουσιαστικά από το 1321 έως το 1354, ήτοι 33 έτη) και στην διάρκειά της έλαβαν χώρα σπουδαία γεγονότα όπως, το επίσημο πέρασμα των Οθωμανών στην ευρωπαϊκή ήπειρο μέσω της Προποντίδας, η οποία για τον λαό και την βυζαντινή αυλή αποτελούσε το νοητό όριο των οθωμανικών εδαφών. Ο Καντακουζηνός εφάρμοσε μια πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική, συνεργαζόμενος, αλλά και προσπαθώντας να θέσει υπό τον έλεγχο του, Βούλγαρους, Σέρβους και Τουρκομάνους. Ωστόσο κυρίως τα προβλήματα στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας υπέσκαψαν και ναρκοθέτησαν τις προσπάθειές του. Η εκμετάλλευση των σφαλμάτων των Βυζαντινών από τους εχθρούς τους, είχαν ολέθρια αποτελέσματα για την επιβίωση της αυτοκρατορίας.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
[1] O Ιωάννης Βιδάκης (αξωματικός οικονομικού σώματος ΠΝ ε.α.), κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών, από το Τμήμα Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, του Πανεπιστημίου Αιγαίου στην Χίο [email: johnvidos2000@yahoo.gr]
Ο Γεώργιος Μπάλτος είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στη Σχολή Επιστημών της Διοίκησης.
[2] Μπάλτος Γεώργιος & Βιδάκης Ιωάννης, (2020). «Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΜΑΣ – Νεοοθωμανισμός διαχρονικά σημαίνει Εκτουρκισμός», Αθήνα, εκδ. Ινφογνώμων
[3] SHUKUROV Rustam, «Turkic Elites in Constantinople and Trebizond in 1261-1453.
Some Comparative Notes», σελ. 193-204, 2017, Classiques Garnier, Paris,
«ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΕΛΙΤ ΣΕ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΛΗ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ 1261-1453, Μερικές Συγκριτικές Σημειώσεις», https://geopolitico.gr/2021/04/tourkikes-elit-se-konstantinoupoli-kai-trapezounta-1261-1453/ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: 2/4/2021
Necipoğlu Nevra, Byzantium between the Ottoman and the Latins, Cambridge: Cambridge University Press, 2009, 21- 28.
Σαρόγλου Παναγιώτης, (2017). «Βυζάντιο και Τούρκοι κατά το Α΄ μισό του 14ου αιώνα», Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών: Κρίση και Ιστορική Αλλαγή, Επιβλέπων Καθηγητής: Λέκτορας Ιωάννης Σμαρνάκης, Μυτιληνη, σελ. 10, 17,18,
https://hellanicus.lib.aegean.gr/bitstream/handle/11610/20626/Βυζάντιο%20και%20Τούρκοι.pdf?sequence=4&isAllowed=y
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας