Ακολουθήστε μας

Διεθνή

JINSA: H Oυάσιγκτον και η «μοναχική» Τουρκία

Δημοσιεύτηκε στις

Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρουσιάζεται ως μια δύναμη αποσταθεροποίησης της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, που πρέπει είτε να υποχωρήσει από την επιθετικότητά της έναντι των ΗΠΑ και των περιφερειακών συμμάχων της είτε να πληρώσει ακριβό τίμημα που θα περιλαμβάνει κυρώσεις και περιθωριοποίηση εντός του ΝΑΤΟ. Γίνεται λόγος για την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί τακτική «καρότου και μαστιγίου», αλλά με σκοπό να υπάρξουν αποτελέσματα και όχι απλές παραινέσεις. Στην έκθεση γίνεται σαφής αναφορά στην ανάγκη η Ουάσιγκτον να διαδραματίσει ρόλο συντονιστή, ώστε να γίνει αντιληπτό σε όλους τους εταίρους πως οι ανησυχίες της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας για την τουρκική επιθετικότητα είναι δικαιολογημένες και βασισμένες στην πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη αποστροφή αποτελεί μια σαφή αιχμή για τη στάση που κρατούν ορισμένοι Ευρωπαίοι εταίροι έναντι των ελληνικών και κυπριακών ανησυχιών.

Η έννοια της «πολύτιμης μοναξιάς», που χρησιμοποιείται στον τίτλο της έκθεσης, προέρχεται από τη φράση που είχε χρησιμοποιήσει το 2013 ο Ιμπραήμ Καλίν, ο στενότερος σύμβουλος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προκειμένου να εξηγήσει την, αναδυόμενη τότε, εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, έπειτα από την κατάρρευση του δόγματος «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» του Αχμέτ Νταβούτογλου. Η πρόσφατη προσπάθεια του Ερντογάν για επανεκκίνηση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες χαρακτηρίζεται «ανειλικρινής», καθώς υπαγορεύεται από την πολιτική πίεση που δέχεται στο εσωτερικό και όχι από την ανάγκη ανασχεδιασμού της εξωτερικής πολιτικής.

Οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να επιδιώξει μια πολιτική που από τη μια θα προχωρεί προς μια νέα συνεργασία με την Αγκυρα, αλλά από την άλλη θα προστατεύει τις ΗΠΑ από τη μονομερή εξωτερική πολιτική που ακολουθεί η Αγκυρα. Η επιτυχία μιας τέτοιας πολιτικής, αναφέρουν, εξαρτάται από δύο στοιχεία: πρώτον, τον συντονισμό ανάμεσα στους διατλαντικούς και μεσογειακούς εταίρους που έναντι της Τουρκίας έχουν όλοι συμφέροντα που αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά είναι συχνά μη εναρμονισμένα, και με διαφορετική προτεραιότητα για τον καθένα. Δεύτερον, να δοθεί στην Τουρκία ένα συγκεκριμένο δίλημμα ώστε να είναι σαφές ότι αν δεν αλλάξει η συμπεριφορά της, θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις.

Οι συντάκτες της έκθεσης συνιστούν προς αυτή την κατεύθυνση μια στρατηγική αφενός γραφειοκρατική και συναλλακτική, αφετέρου σε συντονισμό με τους εταίρους, πέραν του Ατλαντικού, και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι προτάσεις προς την κυβέρνηση Μπάιντεν είναι οι εξής:

Πρώτον, η σχέση ΗΠΑ – Τουρκίας να μπει στη σωστή διάσταση. Η Τουρκία δεν θα πρέπει να ενθαρρύνεται ώστε να συνεχίσει να πιστεύει ότι είναι «απαραίτητος» εταίρος για τις ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σωστό οι επαφές σε επίπεδο Μπάιντεν να μειωθούν.

Δεύτερον, η δημιουργία ενός συνασπισμού. Η Ουάσιγκτον να πείσει τους Ευρωπαίους εταίρους της ότι το ζήτημα των S-400 είναι τεράστιας σημασίας για το σύνολο του ΝΑΤΟ. Επίσης, πρέπει να συντονίσει την προσπάθεια ανάδειξης των ελληνικών και κυπριακών ανησυχιών για την τουρκική επιθετικότητα. Προκειμένου να εξασφαλίσει μια κοινή προσέγγιση, η Ουάσιγκτον πρέπει να είναι προετοιμασμένη να προσθέσει στην ατζέντα ζητήματα που δεν την αφορούν ευθέως, όπως η μετανάστευση, που ενδιαφέρει τους Ευρωπαίους.

Τρίτον, να δοθεί ξεκάθαρη επιλογή προς την Τουρκία. Ενας τέτοιος συνασπισμός θα πρέπει να δώσει στην Τουρκία την ευκαιρία να βελτιώσει τις σχέσεις με όλους ή να διακινδυνεύσει την αποξένωση όλου του συνασπισμού. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δοθούν οι εξής επιλογές: συνεργασία εναντίον της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα και εγκατάλειψη των S-400 από την Τουρκία. Συμπερίληψη σε σχέδια όπως η μεταφορά φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ευρώπη σε αντάλλαγμα για τον τερματισμό της επιθετικότητας στη θάλασσα ή την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ και αραβικά κράτη με αντιστάθμισμα την εγκατάλειψη της υποστήριξης των Αδελφών Μουσουλμάνων και ισλαμιστικών κινημάτων. Ως προς τους S-400, οι συντάκτες επισημαίνουν ότι η ΗΠΑ θα πρέπει «να απορρίψουν τους αποπροσανατολιστικούς ισχυρισμούς των Τούρκων περί αναλογίας κτήσης S-300 από τους Ελληνες», καθώς αυτό συνέβη διότι οι πύραυλοι αγοράστηκαν από την Κύπρο, και, με αίτημα των ΗΠΑ, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα «αφότου οι Τούρκοι απείλησαν να τους βομβαρδίσουν προτού ακόμα συναρμολογηθούν».

Τέταρτον, μέτωπο για τη δημοκρατία. Να τεθεί από τις ΗΠΑ η ανησυχία για την κατάσταση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και ο Ερντογάν πρέπει να καταλάβει ότι αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με συμβολικές χειρονομίες. Αν η Τουρκία δεν συμμορφωθεί, να αποκλειστεί από τη Σύνοδο των Δημοκρατιών.

Πέμπτον, λύση στη Συρία. Η κυβέρνηση Μπάιντεν πρέπει να συμφιλιώσει την πραγματικότητα της συνεχιζόμενης αμερικανικής υποστήριξης των συριακών κουρδικών δυνάμεων με τους τουρκικούς φόβους. Πρέπει να κάνει την Αγκυρα να αντιληφθεί ότι η αμερικανική παρουσία στη βορειοανατολική Συρία είναι τελικά προς όφελος της Τουρκίας.

Εκτον, σχέδιο για περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων. Με δεδομένη την πιθανότητα ότι εσωτερικοί και ιδεολογικοί παράγοντες θα ωθήσουν την Τουρκία προς μια αυξανόμενα επιθετική και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, τα υπουργεία Εξωτερικών και Αμυνας, υπό την καθοδήγηση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, πρέπει με τρόπο ορατό να δημιουργήσουν εναλλακτικά σχέδια τα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνουν:

• Μετεγκατάσταση των αεροπορικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ από τη βάση του Ιντσιρλίκ σε νέες τοποθεσίες.
• Μηχανισμούς για την περιθωριοποίηση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ αν παρεκκλίνει από τα κοινά συμφέροντα της Συμμαχίας.
• Περαιτέρω περιορισμούς στη δυνατότητα της Τουρκίας να αποκτά αμερικανικά όπλα για τη στρατιωτική ενίσχυσή της.
• Επιβολή περαιτέρω οικονομικών κυρώσεων αν η Τουρκία επιμείνει με τους S-400.

amerikanika-senaria-gia-to-mellon-tis-toyrkias0

Αναφορά στο μνημόνιο της Αγκυρας με τη Λιβύη

Eνα από τα στοιχεία που χρησιμοποιούν οι συντάκτες της έκθεσης του JINSA για να υπογραμμίσουν την τουρκική προκλητικότητα είναι το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Οπως επισημαίνουν, στο τέλος του 2019 η Αγκυρα υπέγραψε με την κυβέρνηση της Τρίπολης μια συμφωνία που «σκόπευε να οριοθετήσει» τις ΑΟΖ των δύο χωρών, «αγνοώντας πλήρως τις διεκδικήσεις της Ελλάδας στα ίδια ύδατα». Επίσης, τουρκικά πλωτά γεωτρύπανα έκαναν γεωτρήσεις και έρευνες μονομερώς σε ύδατα «που από τη διεθνή κοινότητα θεωρούνται ως ύδατα που ανήκουν στην Κύπρο». Η συγκεκριμένη εξέλιξη έφερε την Τουρκία σε σύγκρουση με χώρες της Ε.Ε., ιδιαιτέρως με τη Γαλλία.

Τονίζεται ότι η Τουρκία είναι επιθετική έναντι του Ισραήλ και της Αιγύπτου και υποστηρίζει ισλαμιστές εξτρεμιστές εναντίον τους, ενώ υπενθυμίζεται ότι το περασμένο καλοκαίρι ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ χαρακτήρισε την Τουρκία «μεγαλύτερη απειλή από το Ιράν».

Επιπλέον, η Τουρκία επιτέθηκε σε Κούρδους στην Τουρκία, στη Συρία και στο Ιράκ υπό το πρόσχημα της τρομοκρατίας και συγκρούστηκε με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κυρίως λόγω της στήριξης της Αγκυρας στους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Ως «αμφιλεγόμενη» περιγράφεται η σχέση με τη Μόσχα, καθώς Τουρκία και Ρωσία υποστηρίζουν διαφορετικές πλευρές στο Ιντλίμπ, στη Λιβύη, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και στην Ουκρανία. Στην έκθεση υπάρχει σαφής αναφορά στη χρήση των UAV Bayraktar που έχουν χρησιμοποιηθεί στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και στη Λιβύη, αλλά και ο σχεδιασμός της «Γαλάζιας Πατρίδας» για ένταξη ακόμα 23 πλοίων στον τουρκικό στόλο (περιλαμβανομένων τεσσάρων φρεγατών) έως το 2023.

Από την έκθεση δεν λείπουν οι αναφορές στην ενίσχυση των δεσμών της Ελλάδας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Μάλιστα, επισημαίνεται ότι «η ταχεία επέκταση των δεσμών ασφάλειας και άμυνας τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με το Ισραήλ έλαβε χώρα υπό την ηγεσία του ακροαριστερού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ», ενώ η σχέση Ελλάδας-Ισραήλ βελτιώθηκε μετά την κατάρρευση της συνεργασίας Ισραήλ – Τουρκίας. Η τριμερής Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου επισημαίνεται ως σημαντική, με ιδιαίτερο επίτευγμα τις ΑΟΖ των πρώτων με την Αίγυπτο. Αναφορά γίνεται, επίσης, στις στενές σχέσεις Ελλάδας με Σαουδική Αραβία (στρατιωτικές ασκήσεις) και με ΗΑΕ.

Οι συντάκτες της έκθεσης επιχειρούν να περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο η Αγκυρα πρακτικά απομονώθηκε από τους υπόλοιπους παράγοντες στην περιοχή. Επισημαίνουν ότι η τουρκική προκλητικότητα έναντι όλων αιτιολογείται ως νόμιμη αυτοάμυνα και υπογραμμίζουν ότι από το 2016 ο Ερντογάν συνεργάζεται με υπερεθνικιστές, περιλαμβανομένης της φράξιας των ευρασιανιστών που διάκεινται θετικά στη Μόσχα. Επιπλέον, η Τουρκία αποτελεί την κύρια βάση για τους εξόριστους Αδελφούς  Μουσουλμάνους από την Αίγυπτο, καθώς φιλοξενούνται στην Τουρκία 30.000 στελέχη των Αδελφών Μουσουλμάνων της Αιγύπτου. Από την Τουρκία συνεχίζουν να καλούν σε αντίδραση εναντίον της κυβέρνησης του Αλ Σίσι.

Ως προς την Ανατ. Μεσόγειο, αναφέρεται στην έκθεση ότι η Τουρκία αντί να πιέζει προς μια κατεύθυνση επίλυσης των μακροχρόνιων διαφορών, έχει καταφύγει στη διπλωματία των κανονιοφόρων. Το τουρκικό ναυτικό αναπτύχθηκε αρκετές φορές ώστε να διώξει ερευνητικά πλοία από τα ύδατα που αμφισβητεί, ενώ η Αγκυρα έστειλε τα δικά της γεωτρύπανα στην κυπριακή ΑΟΖ όχι μόνο για να παρενοχλήσει τις κυπριακές έρευνες, αλλά και για να εδραιώσει τις δικές της διεκδικήσεις. Γίνεται αναφορά και στην κλιμάκωση στο Αιγαίο με τη συστηματοποίηση παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου και χωρικών υδάτων.

Ε.Ε. – Τουρκία

Στην Ε.Ε., Ελλάδα, Κύπρος και Γαλλία περιγράφονται ως οι χώρες που έχουν ενώσει τις ανησυχίες τους για την Τουρκία. Ιταλία και Ισπανία έχουν αντισταθεί στη σύγκρουση με την Τουρκία. Η Ισπανία περιγράφεται ως ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Τουρκίας στην Ε.Ε. Η Γερμανία εξισορροπεί ανάμεσα σε αυτές τις πλευρές. Τονίζεται ότι η Γερμανία έχει σχεδόν 5 εκατ. κατοίκους τουρκικής καταγωγής και υπέστη πολιτικές επιπτώσεις μετά τη μεταναστευτική κρίση του 2015, γι’ αυτό και οι Γερμανοί ηγέτες επιδιώκουν συμφωνίες για τη μετανάστευση με τον Ερντογάν.

Σημειώνεται, τέλος, ότι την τελευταία δεκαετία το χάσμα μεταξύ Αγκυρας και Ουάσιγκτον διευρύνθηκε, παρά τις καλές προσωπικές σχέσεις του Ερντογάν με τον Ομπάμα και τον Τραμπ.

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή