Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ν. Αναστασιάδης: Βέτο στην τελωνειακή σύνδεση ΕΕ-Τουρκίας αν η Άγκυρα δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της

Δημοσιεύτηκε στις

Στο δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ασκήσει βέτο στην τελωνειακή σύνδεση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας, αν η Άγκυρα δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της, αναφέρθηκε ο πρόεδρος της χώρας Νίκος Αναστασιάδης, επισημαίνοντας πως το έχει κάνει ξεκάθαρο στους Ευρωπαίους αξιωματούχους.

Μιλώντας στην ΕΡΤ, ο κ. Αναστασιάδης ανέφερε πως «είναι πολύ σημαντική η διαπίστωση για άλλη μια φορά της αποφασιστικότητας, τόσο της Ελληνικής, όσο και της Κυπριακής Κυβερνήσεως, να υπάρχει μια στενότατη συνεργασία, όπως διαγράφεται μετά το ‘74, δηλαδή οι εκάστοτε κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χρώματος, να θεωρούν ή να θέτουν πέρα και πάνω από όλα το Κυπριακό και τα όσα παρακολουθούμε πλέον με τις παραβιάσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο, ως μείζονος εθνικής σημασίας θέματα. Και συνεπώς, μια άψογη μεταξύ μας συνεργασία που επιτυγχάνεται μέσα από το συγχρονισμό δράσεων, ενεργειών, παρεμβάσεων κλπ. Επομένως, εκφράζω την απόλυτη ικανοποίησή μου για το άριστο επίπεδο συνεργασίας που παρατηρείται μεταξύ των κυβερνήσεων Κύπρου και Ελλάδας».

«Είτε το θέλουμε είτε όχι, οι όποιες εχθρικές ενέργειες εναντίον είτε της Ελλάδας είτε της Κύπρου έχουν ένα κοινό γνώρισμα: Την επιθετικότητα, την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και συνεπώς υπάρχει η σύμπτωση θέσεων όσον αφορά την προάσπιση των δικαιωμάτων δύο κυρίαρχων ανεξαρτήτων κρατών. Το ίδιο θα συνέβαινε αν ένα εκ των άλλων συνεργαζομένων κρατών αντιμετώπιζε τα ίδια φαινόμενα. Εκείνο όμως που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει τα προβλήματα που η Ελλάδα και η Κύπρος σήμερα αντιμετωπίζουν είναι και – αν θέλετε – οι ανέκαθεν στενές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών και συνεπώς δεν είναι θέμα διαχωρισμού ή κοινού δόγματος, είναι θέμα κοινών θέσεων: Πώς αντιμετωπίζεται η τουρκική προκλητικότητα. Διότι εάν επιτύχει στην μία από τις δύο εκείνα τα οποία επιδιώκει, θα είναι οπωσδήποτε εις βάρος και των συμφερόντων της άλλης χώρας, διότι κατ’αυτόν τον τρόπο θα ενθαρρυνθεί και θα αντιδράσει κατ’ ανάλογο τρόπο, διεκδικώντας και παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο, είτε εδάφη, είτε θαλάσσιες περιοχές που δεν της ανήκουν. Συνεπώς υπάρχει και αυτό είναι σημαντικό, η κοινή πρόκληση, σε δύο κράτη, που τα συντηρούν προαιώνιοι δεσμοί, που δεν παύουν να είναι ανεξάρτητα κράτη, αλλά και πού δεν παύουν να έχουν κοινές αντιλήψεις και κοινά συμφέροντα όσον αφορά την παραβατική συμπεριφορά της Τουρκίας», πρόσθεσε.

Ο Νίκος Αναστασιάδης απάντησε αν κατά τη γνώμη του η μετάβαση των Ευρωπαίων αξιωματούχων στην Τουρκία θα επιφέρει θετικά αποτελέσματα.

«Δεν θα διαφωνήσω ποσώς, εξού και οι πρωτοβουλίες που με τον Έλληνα πρωθυπουργό έχουμε αναλάβει, θέτοντας τα τελευταία δύο χρόνια σε κάθε Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την παραβατικότητα και την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από πλευράς Τουρκίας. Το δόγμα αλληλεγγύης που επικρατεί μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών δεν επιτρέπει την αδιαφορία από πλευράς Ευρώπης. Διαπιστώνονται οι παραβατικές συμπεριφορές της Τουρκίας, διαπιστώνεται η έντονη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου είτε με τις γεωτρήσεις στην Κύπρο, είτε με τις παραβιάσεις της ελληνικής ΑΟΖ, είτε ακόμη όσα μαρτυρούνται για την Αμμόχωστο. Συνεπώς αυτό το οποίο επιδιώξαμε είναι να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον και παρά τα συμφέροντα χωρών – μελών της ΕΕ που τυγχάνουν εξάρτησης από την τουρκική οικονομία, έγινε κατορθωτό τουλάχιστον να μπουν οι βασικές προϋποθέσεις ή τα προαπαιτούμενα, προκειμένου η θετική όπως λέγεται ατζέντα, δηλαδή η θετική προοπτική βελτίωσης των σχέσεων μεταξύ Ευρώπης-Τουρκίας, να περνά και από την μη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας ή την μη επανάληψη των παραβατικών συμπεριφορών έναντι της Κύπρου. Δεν είναι ανάγκη να πω ονομαστικά, αλλά οπωσδήποτε υπάρχουν οι χώρες που είτε λόγω της πολεμικής τους βιομηχανίας, είτε λόγω της έκθεσης του τραπεζικού τους συστήματος στην τουρκική οικονομία δεν θα ήθελαν, εν όψει και της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας, δεν θα ήθελαν να δημιουργήσουν ακόμα ένα πρόβλημα που θα επιδείνωνε περισσότερο την ήδη κακή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Είναι και τα συμφέροντα μέσα από τις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων. Έτσι, βλέπουμε, τρεις από τις μεγάλες χώρες να έχουν ισχυρές θέσεις όσον αφορά την μη επιβολή κυρώσεων εις βάρος της Τουρκίας κατά τις σημειωθείσες παραβατικές συμπεριφορές».

Σε σχετικό ερώτημα αν έχει θέσει το θέμα στις εν λόγω χώρες απαντά: «Βεβαιότατα. Τόσο ο ίδιος, όσο και ο Έλληνας πρωθυπουργός, έχουμε την φραστική στήριξη, αυτό που λείπει είναι η πρακτική στήριξη. Κατά την πρόσφατη τηλεδιάσκεψη με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ έχουμε καταστήσει ξεκάθαρο πως μας ενδιαφέρει η βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία – αυτό θα ήταν το ιδανικό – αλλά υπό την αίρεση ότι δεν θα επαναλάβει αυτό που φαινομενικά αυτήν την περίοδο παρατηρείται: Δηλαδή την μη επανάληψη, την μη παρουσία τουρκικών πλοίων, προκλητικών ενεργειών κοκ. Αυτό θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι θα είναι διάρκειας και όχι πρόσκαιρα χάριν του επιδιωκόμενου στόχου, δηλαδή να τύχει μιας απόφασης για συζήτηση θεμάτων που αφορούν την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως είναι η τελωνειακή ένωση και η απελευθέρωση θεώρησης διαβατηρίων κοκ».

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν θα διστάσει να θέσει θέμα βέτο στην τελωνειακή σύνδεση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας αν η τελευταία δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της έναντι των κρατών μελών.

«Έχω κάνει ξεκάθαρο προς τον Σαρλ Μισέλ όπως και στην Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν ότι εάν και εφόσον η Τουρκία δεν εφαρμόσει τις υποχρεώσεις της έναντι του συνόλου των κρατών της ΕΕ , δεν μπορεί να τύχουν της δικής μας σύμφωνου θέσης. Θα είμαστε αντίθετοι, συνεπώς θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν και από τους Ευρωπαίους εταίρους και από την Τουρκία ότι δεν μπορεί να συνεχίσει η συμπεριφορά της Τουρκίας, της μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας ή των υποχρεώσεών της που προκύπτουν έναντι του συνόλου των κρατών. Αυτό το έχω κάνει ξεκάθαρο και δεν υπάρχει θέμα υπαναχώρισης». «Άρα, μιλάτε για άσκηση βέτο σε περίπτωση που η Τουρκία δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της;» ρωτήθηκε και απάντησε: «Χωρίς αμφιβολία».

Πενταμερής

«Αυτό που γνωρίζω είναι πόσο αποφασιστικός είμαι, πόσο έτοιμος είμαι, να συμμετάσχω με καλή θέληση σε έναν πραγματικά δημιουργικό διάλογο που θα δημιουργήσει τις προοπτικές συνέχισης των συνομιλιών για λύση του Κυπριακού από εκεί όπου έμειναν στο Κρανς Μοντανά. Eχουμε επιτύχει μέχρι σήμερα σωρεία συγκλίσεων, τα θέματα Νομοθετικής και Δικαστικής εξουσίας έχουν συμφωνηθεί. Παραμένουν βεβαίως σημαντικά προβλήματα προς λύση. Τα θέματα εκτελεστικής σε ένα βαθμό, τα θέματα του περιουσιακού, τα θέματα των εδαφικών αναπροσαρμογών, τα εξίσου και πάρα πολύ σημαντικά θέματα των εγγυήσεων και της παρουσίας στρατευμάτων. Ακούγοντας τις θέσεις που εκφράζονται από τουρκικής κυβερνήσεως και από τον τ/κ ηγέτη, εάν αυτή θα είναι η εμμονική θέση, δηλαδή η θέση των δύο κρατών, όπως και της κυριαρχικής ισότητας, όπως την ερμηνεύουν, δεν θα έλεγα ότι είμαι αισιόδοξος. Αυτό που ξέρω είναι ότι μεταβαίνω, θα είμαι θετικός, θετικότατος στο να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα μας επιτρέψουν επιτέλους να ξεπεραστούν οι όποιες αντιλήψεις που δεν έχουν να κάνουν με το συμφέρον των Κυπρίων , Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αλλά με τα συμφέροντα της Τουρκίας».

«Για όλα τα θέματα που εμπεριέχονται στο πλαίσιο Γκουτέρες, έχουμε καταθέσει γραπτώς τις θέσεις μας και εκεί φαίνεται η απόλυτη διάθεσή μας προκειμένου να βρεθεί ένας έντιμος συμβιβασμός που θα δημιουργεί ένα πραγματικά λειτουργικό κράτος, απεξαρτημένο από τις οποιεσδήποτε παρεμβάσεις τρίτων χωρών. Και αυτό θα επιτευχθεί μόνο με την κατάργηση των εγγυήσεων, με την απουσία ή την φυγή των κατοχικών στρατευμάτων, με την δίκαιη προσαρμογή στα εδαφικά δεδομένα και βεβαίως μη παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα των προσφύγων, ιδίως τα περιουσιακά και βεβαίως τη λειτουργικότητα του Κράτους», απάντησε.

Όπως είπε: «Θέλω να ελπίζω, να μην πω αισιοδοξίες και απαισιοδοξίες, ότι η Τουρκία θα συνειδητοποιήσει μετά και την αντίδραση της Διεθνούς κοινότητας, της ΕΕ, σημαντικών χωρών, όπως η Αμερική, η Ρωσία, η Κίνα, άλλες χώρες μόνιμα μέλη και μη των ΗΕ και μη τα οποία σαφώς και ρητώς έχουν κάνει ξεκάθαρο πως ο στόχος της Τουρκίας για δύο κράτη δεν μπορεί να πραγματωθεί. Δεν θεωρείται ότι είναι μια λύση, αποδεκτή από κανένα. Ούτε από εμάς, ούτε από την Διεθνή ή Ευρωπαϊκή κοινότητα».

Σε ερώτημα αν θεωρεί ότι η διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών θα επηρεάσει την πορεία των διαπραγματεύσεων απαντά αρνητικά, καθώς όπως λέει ούτε η προεκλογική περίοδος ούτε το αποτέλεσμα των εκλογών, την πορεία των διαπραγματεύσεων καθώς είναι θέμα Εθνικού Συμβουλίου.

ΗΠΑ

«Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι αλλάζει το κλίμα. Αλλάζουν οι πολιτικές, αλλάζουν οι πολιτικές ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την παρουσία ή μη σε περιοχές όπου άλλοτε η παρουσία της Αμερικής καθόριζε ή ήταν αποφασιστικά καθοριστική όσον αφορά τις ενέργειες κρατών της περιοχής. Η φυγή από την Κύπρο των Αμερικανών έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να διεκδικήσει την πλήρωση του δημιουργηθέντος κενού και να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο είτε με βάση τα οράματα του κου Ερντογάν είτε με βάση πάντα συμφέροντα της Τουρκίας, διαδραματίζοντας ρόλο ή διεκδικώντας ρόλο στην παραβίαση δικαιωμάτων είτε της Κύπρου είτε της Ελλάδας – επέμβαση στην Συρία, στη Λιβύη, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, πληροφορίες μου λένε ότι τώρα ετοιμάζονται για μια άλλη χώρα – συνεπώς η απόφαση επανόδου των Αμερικανών δημιουργεί, ναι, μια προσδοκία. Θα πρέπει να είμαστε αρκούντος επιφυλακτικοί στο να παραγνωρίσουμε ότι οι μεγάλες χώρες έχουν και μεγάλα συμφέροντα. Οι πολιτικές καθορίζονται με βάση την συνολική θεώρηση μιας περιοχής και των συμφερόντων προστασίας που επιδιώκει η συγκεκριμένη μεγάλη δύναμη. Θα πρέπει όμως να πω την ίδια ώρα ότι αυτό που μας δίνει ελπίδα είναι η θέση Μπάιντεν ότι δεν εγκατέλειψε και δεν θα εγκαταλείψει το Κυπριακό και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και επειδή έτυχε από παλιά να χτίσουμε μια γερά θεμελιωμένη φιλία μεταξύ μας, γνωρίζω πόσο είναι πραγματικά το ειλικρινές ενδιαφέρον του σημερινού προέδρου των ΗΠΑ και θέλω να ελπίζω ότι οι όποιες παρεμβάσεις της Αμερικής θα είναι προς όφελος της περιοχής, του Κυπριακού και των ελληνικών συμφερόντων».

Τέλος, ερωτηθείς για το εάν ονειρεύεται να είναι ο πρώτος πρόεδρος της επανενωμένης Κύπρου, ο κ. Αναστασιάδης σημείωσε: «Η πρώτη μου σκέψη και μέριμνα είναι να μπορέσω να συμβάλλω ή να είμαι εκείνος που θα έχει τη σφραγίδα της λύσης του Κυπριακού. Είναι η μόνη φιλοδοξία που έχω. Διανύω τον ένατο χρόνο της προεδρικής μου θητείας και ο ίδιος υπέβαλα τροποποίηση του Συντάγματος προς το Κοινοβούλιο έτσι ώστε οι υπηρεσίες του Προέδρου να περιορίζονται σε δύο θητείες, συνεπώς σημασία δεν έχει ποιος θα είναι Πρόεδρος μετά τη λύση αλλά πόσο η λύση θα επιτρέπει στο νέο Πρόεδρο να διαχειριστεί ένα λειτουργικό Κράτος. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Να επανενώνει αυτήν την πατρίδα και να μπορεί μέσα από τις πρόνοιες του Συντάγματος και τις Πρόνοιες της όποιας συμφωνίας να μην χρειάζεται τον Α ή τον Β αλλά έναν Πρόεδρο ο οποίος απ όπου κι αν προέρχεται να μπορεί να διαχειριστεί τις τύχες του κυπριακού λαού».

Καθημερινή με πληροφορίες από ΑΠΕ – ΜΠΕ

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις12 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις27 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις42 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή