Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ποιοι υποδουλώθηκαν στους Άγγλους και τους Τούρκους και οδηγούν την Κυπριακή Δημοκρατία στη σφαγή;

Δημοσιεύτηκε στις

Ποιοι στην Αθήνα και τη Λευκωσία υπέκυψαν στους Αγγλοτούρκους;

Σάββας Ιακωβίδης

Γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία ζήτησε και πέτυχε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Πρώτον, για να αναζητήσει λύση στο Κυπριακό στο πλαίσιο των αρχών και αξιών της Ευρώπης, του κοινοτικού κεκτημένου και των τεσσάρων θεμελιωδών αρχών της ΕΕ σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και για όλους τους νόμιμους κατοίκους της. Ο στόχος ήταν μια ευρωπαϊκών προδιαγραφών λύση.

Δεύτερον, η Κυπριακή Δημοκρατία να θωρακιστεί από την υποστήριξη, την αλληλεγγύη και τις αξίες της ΕΕ έναντι της αρπακτικότητας και της επιθετικότητας της Τουρκίας .

Τέσσερις κυβερνήσεις και Πρόεδροι δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν ως όφειλαν την ένταξή μας στην ΕΕ, επειδή δεν θέλησαν ή, κυρίως, διότι δεν επιθυμούσαν να ενοχλήσουν, να προκαλέσουν ή να εξοργίσουν την Τουρκία.

  • Κύπριοι ευρωβουλευτές κατά καιρούς κατήγγειλαν ότι, η κυβέρνηση ή ο Υπουργός Εξωτερικών παρενέβαιναν για να αποτρέψουν, να εμποδίσουν ή, χειρότερα, να σταματήσουν ψηφίσματα και ενέργειες, καταδικαστικά της τουρκικής κατοχής και βαρβαρότητας.

Δραστήρια Τουρκία

Έτσι, φτάσαμε, το 2002-2004, στα διαδοχικά τερατουργήματα Ανάν, τα οποία τεχνουργήθηκαν και μεθοδεύτηκαν και κυπριακαίς χερσίν, με παραχωρήσεις και υποχωρήσεις προς τους Τούρκους. Συχνά, διάφοροι κομματικοί, πολιτικάντηδες και άσχετοι κατηγορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν υποστηρίζει τα δίκαια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

  • Οι Βρυξέλλες δεν μπορεί να είναι βασιλικότερες των τουρκοφοβικών ηγετών της Λευκωσίας. Ισχύει απαράγραπτα η απόφανση του Θουκυδίδη: «Ο ισχυρότερος δεσμός μεταξύ πόλεων, είναι το συμφέρον».

Πώς οι ηγήτορες της Κυπριακής Δημοκρατίας, από το 2003 (που υπεγράφη στην Στοά Αττάλου, η επίσημη προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ) υπερασπίζονται, διεκδικούν και απαιτούν τα συμφέροντα και τα δίκαια των Ευρωπαίων πολιτών της Κύπρου; Δεν τα υπερασπίζονται όσο και όπως όφειλαν!

Η Τουρκία, η οποία δεν είναι κράτος-μέλος της ΕΕ και πασκίζει να ενταχθεί, είναι περισσότερο δραστήρια, αποτελεσματική και πειστική στις Βρυξέλλες παρά η Λευκωσία.

«Εκλιπούσα» Κ. Δημοκρατία

Ας θυμηθούμε:

>Στις 23/6/2014, στις Βρυξέλλες, οι Νταβούτογλου-Τσαβούσογλου, με 105σέλιδο επίσημο έγγραφο, χαρακτήριζαν την Κυπριακή Δημοκρατία ως «εκλιπούσα». Καμία αντίδραση από την Λευκωσία και καμία απαίτηση για άμεση απόσυρση του επονείδιστου εκείνου εγγράφου.

>Την 1/12/ 2016, χωρίς να διαβουλευθεί με κανέναν, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αποδέχτηκε την αγγλικής υποβολής και τουρκικής υιοθεσίας θέση περί πενταμερούς. Χωρίς την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ.

Διερωτάται κανείς: Γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αξιοποίησε την αντιδήλωση της ΕΕ, της 21/9/2005, με την οποία η Τουρκία καλείται να την αναγνωρίσει; Πού χάθηκαν οι κυπρογενείς υποχρεώσεις της Τουρκίας, τις οποίες η Λευκωσία… ξεχνά, επειδή δεν θέλει και τρέμει να την ενοχλήσει, διότι πιστεύει αφελέστατα ότι έτσι θα εξημερώσει το τουρκικό θηρίο;

«Αρνητική εξέλιξη»

Μέσα σε αυτό το διαχρονικό πλαίσιο κατευνασμού, εξημέρωσης και καλοπιάσματος του Αττίλα συνέρχεται αύριο στη Γενεύη η νέα «άτυπη πενταμερής». Χωρίς την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Χωρίς την υψηλή παρουσία-εκπροσώπηση της ΕΕ. Αυτό αποδέχτηκε από το 2016 ο πρόεδρος Αναστασιάδης, όπως και στο Crans Montana. Γιατί;

Διότι αυτό απαίτησαν οι Αγγλοτούρκοι και επέβαλαν ξανά. Την περ. Παρασκευή (23/4/2021), ο Υπουργός Εξωτερικών, Ν. Χριστοδουλίδης, σε δηλώσεις του στο Τρίτο του ΡΙΚ, με επιτηδευμένη ανεμελιά, δήλωσε: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε με τον πλέον επίσημο τρόπο να συμμετάσχει στην άτυπη πενταμερή για το Κυπριακό, ωστόσο τρία από τα πέντε εμπλεκόμενα μέρη – Τουρκία, Βρετανία και Τουρκοκύπριοι- αρνήθηκαν».

Ο υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε «αρνητική εξέλιξη τη μη παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γενεύη». Υπογράμμισε ότι σε αυτή την χρονική στιγμή, «η Ευρώπη θα μπορούσε να διαδραματίσει τον πλέον καθοριστικό ρόλο στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού». Τόνισε, πάντως, πως «υπάρχει συναντίληψη ότι, εάν συμφωνηθεί επανέναρξη των συνομιλιών, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει ουσιαστική συμμετοχή».

Εισβολή στην Αμμόχωστο

Τόσο απλά. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά! Γιατί δεν αντέδρασε η Λευκωσία; Γιατί σιώπησε η Αθήνα; Γιατί η Βρετανία, η οποία δεν είναι πλέον κράτος-μέλος της ΕΕ, απαίτησε και πέτυχε με την Τουρκία αποκλεισμό της ΕΕ από την πενταμερή; Αυτές και πολλές άλλες ερωτήσεις δεν υπεβλήθησαν στον Κύπριο ΥπΕξ.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχασε ακόμα μία ευκαιρία να διεκδικήσει τα αυτονόητα. Δεν είναι η πρώτη αλλά η πολλοστή φορά. Ας θυμηθούμε την εισβολή Ερντογάν και τα καραγκιοζιλίκια του στην κατεχόμενη Αμμόχωστο.

Αντί ο Ν. Αναστασιάδης να διαμηνύσει στον σουλτάνο ότι η χώρα του δεν πρόκειται να ενταχθεί στην ΕΕ, όσο κατέχει την Κύπρο, απλώς υποτονθόρισε κάποιο νερόβραστο παράπονο ότι η εισβολή του Αττίλα υπονομεύει τις προοπτικές πιθανών συνομιλιών.

  • Για να μη χαλάσει το ανύπαρκτο, ηλίθιο «κλίμα των συνομιλιών», να μη ενοχληθεί η κατοχική Τουρκία και τα συμφέροντα εταίρων μας στη χώρα του σουλτάνου, ο Ν. Αναστασιάδης κατάπιε την εισβολή, την προσβολή και την αποκαθήλωση της «εκλιπούσας» κυπριακής Δημοκρατίας.

Το ίδιο συνέβη και την περ. εβδομάδα. Καμία αντίδραση. Καμία απαίτηση εξηγήσεων από το ανδρείκελο του ΟΗΕ, Γκουτέρες. Και η Αθήνα; Γιατί να αντιδράσει όταν η Λευκωσία σιώπησε και κατάπιε αμάσητη την ύβρη κατά της ύπαρξης της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Ολέθριος βρετανικός ρόλος

Τίθενται μερικά κρίσιμα ερωτήματα:

>Πρώτον, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της ΕΕ. Γιατί δεν απαίτησε έντονα και να επιμείνει αμετακίνητα στην εκπροσώπηση της ΕΕ στην πενταμερή, σε ανώτατο επίπεδο;

>Δεύτερον, η Βρετανία δεν είναι πλέον κράτος-μέλος της ΕΕ. Γιατί η Λευκωσία ανέχτηκε και επιτρέπει ακόμα ανάμιξή της σε ένα ζήτημα που δεν την αφορά; Ο ΥπΕξ ας μη γελοιοποιείται υποστηρίζοντας ότι το Λονδίνο αντέδρασε έτσι επειδή οι σχέσεις με τις Βρυξέλλες δεν είναι καλές.

>Τρίτον, γιατί η Λευκωσία, διαχρονικά, ανέχεται η Βρετανία να έχει τον πλέον ενεργό, δηλ. υπονομευτικό, διαλυτικό και καταστρεπτικό ρόλο στο Κυπριακό και στις υποθέσεις της Κύπρου; Γιατί αυτή η δυσώδης, γελοιώδης και βλακώδης αγγλολαγνεία; Ας μη προταχθεί το αστείο επιχείρημα ότι είναι «εγγυήτρια δύναμη». Οι ηγέτες της Κύπρου γιατί ξεχνούν τον άθλιο και ολέθριο ρόλο της Βρετανίας, από τον αγώνα της ΕΟΚΑ μέχρι σήμερα; Τίποτε δεν διδάχθηκαν;

>Τέταρτον, η Τουρκία είναι υποψήφια προς ένταξη χώρα. Μόλις πρόσφατα, ο Μαξ Βέμπερ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (στο οποίο ο ΔΗΣΥ είναι μέλος), σε συνέντευξή του στην γερμανική εφημερίδα «Tagesspiegel» (6/4/2021) ξεκαθάρισε αυτό που πιστεύουν οι εταίροι μας, πλην της Αθήνας και της Λευκωσίας:

  • «Η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ αποτελεί ψευδαίσθηση. Η Τουρκία δεν θα ενταχθεί στην ΕΕ». Γιατί η ευρωπαϊκή Κυπριακή Δημοκρατία επιμένει να στηρίζει ένταξή της και γιατί ανέχτηκε ένα κράτος μη μέλος να αποκλείσει την ΕΕ από την πενταμερή; Καμία εξήγηση από την αρρωστημένα τουρκοφοβική Λευκωσία.

Το αθηναϊκό κράτος

Πέμπτον, η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της ΕΕ και εγγυήτρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είτε αρέσει είτε όχι στο αθηναϊκό κράτος, έχει κρίσιμες συμβατικές και ύψιστες εθνικές υποχρεώσεις έναντι του κυπριακού Ελληνισμού. Γιατί σιώπησε στον νέο εξευτελισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας; Αλλά, τι; Μόλις την περ. Τετάρτη (21/4/2021) ο πρόεδρος Αναστασιάδης συναντήθηκε με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, Κ. Μητσοτάκη, και ομοφώνησαν στην αναζήτηση λύσης στη βάση της αγγλοτουρκοδιζωνικής ομοσπονδίας, η οποία θα τουρκέψει την Κύπρο.

Έκτον, η Αθήνα σιώπησε ευσχημόνως στο πλαίσιο της γνωστής ανέξοδης και βολικής πολιτικής «συμπαράστασης και συμπαράταξης» προς την Κύπρο. Στο κλεινόν άστυ αρνούνται να συνειδητοποιήσουν τέσσερα τινά:

Α) Η Λευκωσία δεν δικαιούται και δεν νομιμοποιείται να συμπαρασύρει τον Ελληνισμό στην καταστροφή εξαιτίας της ανεπάρκειας και της αχαμπαροσύνης σπιθαμιαίων ηγετών της.

  • Β) Ο πρόεδρος Αναστασιάδης δεν νομιμοποιείται να αποφασίζει επί μιας αγγλοτουρκοφρενούς λύσης και να δεσμεύει το σύνολο του Ελληνισμού διότι δεν έχει ούτε την στρατιωτική ισχύ ούτε την διπλωματική δεινότητα ούτε την πολιτική ικανότητα. Είναι πολλαπλώς ευάλωτος και κατηγορούμενος για διαπλοκή και διαφθορά.

Γ) Η Ελλάδα δεν δικαιούται να αποποιείται τις συμβατικές και, κυρίως, τις ασήκωτες εθνικές ευθύνες της έναντι της Κύπρου. Η Ελλάδα δεν δικαιούται να εγκαταλείψει τον Ελληνισμό της Κύπρου στον αδίστακτο τουρκισμό.

Δ) Η Αθήνα καλείται να αντιληφθεί, έστω και τώρα πως, αν χαθεί και τουρκέψει η Κύπρος, η Ελλάδα θα δορυφοροποιηθεί στην Τουρκία διά της μουσουλμανοποίησης και ισλαμοποίησης. 

Διάλυση της Κ. Δημοκρατίας

Έβδομον, η αγγλοτουρκοδιζωνική τερατουργία οδηγεί αφεύκτως στην τουρκοποίηση της Κύπρου διά του ελέγχου της από την Τουρκία. Τα «συστατικά κράτη», τα «συνιστώντα κρατίδια» και οι «συνιστώσες πολιτείες» οδηγούν σε έναν ξεκάθαρο εφιάλτη: Στην κατάλυση, διάλυση και εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γιατί Αθήνα και Λευκωσία αρνούνται να διεκδικήσουν για τους Κυπρίους όσα δικαιώματα και ελευθερίες απολαμβάνουν όλοι οι Ευρωπαίοι;

Όγδοον, ο αποκλεισμός της ΕΕ από την πενταμερή, όπως και της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η πιο κραυγαλέα, τραγική επιβεβαίωση του τουρκικού ισχυρισμού περί της «εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας».

Είναι φανερό ότι, οι Αγγλοτούρκοι πέτυχαν την πρώτη νίκη τους, διά του αποκλεισμού της ΕΕ από την πενταμερή. Αυτοί θα καθορίσουν και την ατζέντα πιθανών συνομιλιών, αντιστάσεως μη ούσης εκ μέρους των τουρκοφοβικών Αθήνας και Λευκωσίας. Δεν είναι σύμπτωση, ότι ο πρόεδρος Αναστασιάδης ενημέρωσε την περ. Παρασκευή το Εθνικό Συμβούλιο για τη θέση του περί της «αποκεντρωμένης, χαλαρής ομοσπονδίας». Ως προάγγελου ενδεχόμενης συνομοσπονδίας.

Ο σύμβουλος του Βενιζέλου

Στην κορύφωση των συνομιλιών στη Λοζάνη, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο Βενιζέλος αντιμετώπιζε (όπως και σήμερα ο Ελληνισμός), την αδιστακτότητα και την αρπακτικότητα των Τούρκων. Ο Εθνάρχης είχε ως σύμβουλο έναν Κωνσταντινουπολίτη, τον Ιωαννίδη. Κάποια στιγμή αυτός υπέδειξε στον Βενιζέλο:

  • «Πρόεδρε, όταν συζητάς με τον Τούρκο, αν του δείξεις τον ανδρισμό σου, θα σου δείξει τα οπίσθιά του. Αν του δείξεις τα οπίσθιά σου, θα σου δείξει τον ανδρισμό του».

Αυτή είναι η πεμπτουσία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, την οποία Αθήνα και Λευκωσία, μέσα στο πέλαγος της ανίατης τουρκοφοβίας, του κατευνασμού και της εξημέρωσης του τουρκικού θηρίου, αρνούνται πεισματικά να κατανοήσουν. Ο Ελληνισμός θα το πληρώσει ακριβά!  

Πηγή: Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή