Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το “Kanal Istanbul”, η Συνθήκη του Μοντρέ και το εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι του Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Χρήστος Γκουγκουρέλας

Το 2023 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάνης και συνεπώς από την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας και ο Erdogan έχει μεγαλεπήβολα πλάνα. Με πρόσφατες δηλώσεις του, επανέφερε το ζήτημα της κατασκευής, μέσα σε 2 χρόνια από σήμερα, της τεχνητής διώρυγας στην Ανατολική Θράκη, του περίφημου ‘‘Kanal Istanbul’’, δηλαδή ενός φαραωνικού έργου, προϋπολογισμού 12 δισ. δολαρίων, που θα ενώνει με τα 45 χλμ του μήκους του τον Εύξεινο Πόντο με τη Θάλασσα του Μαρμαρά (ίδετε τον 1ο Χάρτη στο τέλος του κειμένου).

Η αντίδραση στην Τουρκία είναι ήδη γνωστή και εκπεφρασμένη. 126 πρώην Τούρκοι πρέσβεις, 103 απόστρατοι ναύαρχοι του τουρκικού πολεμικού ναυτικού και 98 βουλευτές του τουρκικού ρεπουμπλικανικού κόμματος εναντιώθηκαν σφόδρα στον προκείμενο σχεδιασμό του Erdogan επισημαίνοντας, πέραν από την κριτική τους περί της αχρείαστης, εξωφρενικής σπατάλης και της περιβαλλοντικής εκτρωματοποίησης, ότι το νέο ‘‘Κανάλι της Κωνσταντινούπολης’’ θα μπορούσε να επιφέρει εφαρμοστική απαξίωση της Συνθήκης του Μοντρέ (Montreux Convention), η οποία είχε κατασφαλίσει την τουρκική επικυριαρχία στη Θάλασσα του Μαρμαρά, δηλαδή πρακτικά στη Θάλασσα των Στενών της Πόλης που ενώνει τον Εύξεινο Πόντο με το Αιγαίο Πέλαγος.

Με τη Συνθήκη του Μοντρέ, που υπογράφηκε το 1936 στην ομώνυμη ελβετική πόλη, τα υπογράψαντα συμβαλλόμενα μέρη, ανάμεσα στα οποία ήταν η Τουρκία και η Ελλάδα βεβαίως αλλά και η τότε Σοβιετική Ένωση (γεγονός που πρέπει να προσεχθεί ιδιαιτέρως) αναγνωρίστηκε η αρχή του ελεύθερου περάσματος και της ακώλυτης ναυσιπλοΐας των εμπορικών πλοίων στα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, ο έλεγχος των οποίων (Στενών) αποδόθηκε στην Τουρκία που καρπώθηκε το διεθνές δικαίωμα να στρατιωτικοποιήσει τα Στενά, περιορίστηκε όμως σημαντικά η διέλευση των πολεμικών πλοίων που δεν ανήκουν σε κράτη περιβρεχόμενα από τον Εύξεινο Πόντο, με δεδομένο ότι γι’ αυτήν τέθηκαν (αρ. 8-22 της Συνθήκης του Μοντρέ) σαφείς και απαραβίαστες προϋποθέσεις (προειδοποίηση διέλευσης πριν 8 ημέρες προς την Τουρκία, συγκεκριμένος αριθμός και όριο εκτοπίσματος των πολεμικών πλοίων, περιορισμός του φέροντος οπλισμού τους, απαγόρευση διέλευσης αεροπλανοφόρων).

Υπό αυτό το παγιωθέν κανονιστικό περίγραμμα, η Συνθήκη του Μοντρέ αποτέλεσε διαχρονικά τον θεμελιώδη λίθο για την παγκόσμια ειρήνη και διαπεριφερειακή ισορροπία, διότι αφενός παρακώλυε ουσιωδώς το ΝΑΤΟ και ειδικώς τις ΗΠΑ να αναπτύξουν στον Εύξεινο Πόντο ικανές να προκαλέσουν σοβαρά πλήγματα στη Ρωσία θαλάσσιες δυνάμεις και αφετέρου περιόριζε κρίσιμα τη Ρωσία στο να αναπτύσσει ανησυχητική σε όγκο για τα συμφέροντα των Δυτικών θαλάσσια παρουσία στη Μεσόγειο. Και τούτο, προφανώς για τον λόγο ότι ο αριθμός και τα χαρακτηριστικά των διερχόμενων πολεμικών πλοίων τελούσε υπό το διεθνώς συμπεφωνημένο εφαρμοστικό της πεδίο. 

Κατά αυτόν τον ιστορικό συμβιβασμό, η Συνθήκη του Μοντρέ νοείται ως  ‘‘εγγυητής’’ της διεθνούς ειρήνης και ‘‘εχέγγυο’’ της γεωπολιτικής σταθερότητας  της περιοχής, καθότι επιπρόσθετα μορφοποιούσε θεσμικά ένα στοιχειώδες ‘‘νομικό-πολιτικό δίκτυ’’ εσωτερικής ασφάλειας στα νότια της (τότε Σοβιετικής Ένωσης και νυν) Ρωσίας, υφασμένο μάλιστα με την εγκυρότητα και ανθεκτικότητα της διεθνούς νομιμότητας.

Το μέγα ερώτημα, λοιπόν, είναι τι επιδιώκει ο Τούρκος ηγέτης με τη δημιουργία παράλληλου περάσματος σχετικά δίπλα σ’ αυτό των Στενών του Βοσπόρου; Είναι αυτή η πρωτοβουλία του μια οικονομική αποκοτιά και μια κενόδοξη απόπειρα προβολής ισχύος, ‘‘ερντογανικής σφραγίδος’’ ή ένας ευφυώς σχεδιασμένος στρατηγικός ελιγμός, εντασσόμενος στη βασική δογματοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής; Και άραγε σε τι αποσκοπεί τούτο το εγχείρημα και πώς εξηγείται τελολογικά;

Νομίζω ότι από γεωπολιτικής απόψεως, στην απάντηση του σοβαρότατου αυτού ερωτήματος προκρίνεται η χρήση του τετραδιάστατου μοντέλου ανάλυσης. Ο Χρόνος και ο Χώρος μας δίνουν τα δεδομένα που πρέπει να αξιοποιήσουμε για να αντιληφθούμε τι κρύβεται πίσω από τη στομφώδη διακήρυξη της πρόθεσης πραγματοποίησης του ‘‘Kanal Istanbul’’.

To χρονικό υποπλαίσιο είναι η ένταση μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας η οποία έχει κλιμακωθεί επικίνδυνα τελευταία λόγω της κινητικότητας των Ουκρανών που στόχο έχει την ουκρανική επανακατάληψη ή έστω επαναδιεκδίκηση από τους Ρωσόφωνους και Ρώσους του Donbass και της Κριμαίας. Η φαινομενική, λοιπόν, νηνεμία που παρήγαγε το Πρωτόκολλο του Μινσκ το 2015 έχει στον παρόντα χρόνο μάλλον πλήρως ανατραπεί.

 Και τούτο, διότι η Αμερική, ως πρυτανεύουσα δύναμη του Δυτικού Κόσμου και ως κινητήριος μοχλός του ΝΑΤΟ, υπό τη διακυβέρνηση Biden, επαναφέρει τη διπλωματική και γεωπολιτική επαναδραστηριοποίηση των Δυτικών. H ρήση Biden περί ‘‘δολοφόνου’’ αναφορικά με τον Putin, η υπόθεση Navalny και οι ασίγαστες βολές των Δυτικών για την απολυταρχική ιδιοσυγκρασία της ρωσικής πολιτειακής πραγματικότητας, οι κυρώσεις για τους S-400 που ενεργοποιούνται μέσω του Νόμου για τους αντιπάλους των ΗΠΑ (CAATSA), η ασφυκτική πίεση των Αμερικανών στους Γερμανούς για να μην ολοκληρωθεί ο αγωγός φυσικού αερίου Nord Stream 2 που θα μεταφέρει ρωσικό ενεργειακό πλούτο στην Ευρώπη, η αμέριστη συμπαράσταση στους Ουκρανούς και η υποστήριξη στις δηλώσεις του Προέδρου της χώρας Zelensky ακόμα και για επανακατάληψη της Κριμαίας, είναι σαφή και μεστά ρεαλισμού (και όχι απλά συμβολικά) σινιάλα της Δύσης και ιδίως των ΗΠΑ προς τη Ρωσία και τον περιφερειακό στρατηγικό ενεργητισμό της.

Η παραπάνω χρονική παράμετρος στις σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας συνεπάγεται την ex tunc ανάδειξη της τεράστιας σημασίας (και) του Χώρου, ως του γεωγραφικού καμβά επί του οποίου θα μπορούσε να λάβει βίαιη μορφή έκφρασης η άνω έντονη αντιπαράθεση Δύσης-Ρωσίας. Άλλωστε, η Γεωγραφία και η ειδικότερη φυσιολογία της είναι ο συνδιαμορφωτής αυτού που οι επιτελικοί στους διοικητικούς σχηματισμούς των σύγχρονων κρατών αποκαλούν ‘‘γεωστρατηγική’’.

Εξετάζοντας, λοιπόν, το χωρικό υποπλαίσιο, παρατηρούμε ότι καθώς η Συνθήκη του Μοντρέ δημιουργούσε ένα νοητό, νομικά και πολιτικά θεσπισμένο ωστόσο, δίκτυ ασφαλείας σε όλη τη νότια ρωσική συνοριογραμμή, η μόνη με δυνητικά υψηλό δείκτη επικινδυνότητας γεωγραφική πρόσβαση του ΝΑΤΟ προς τη Ρωσία, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του ‘‘Ψυχρού Πολέμου’’, έως και σήμερα, ήταν και συνεχίζει να είναι αποκλειστικά και μόνο αυτή του Βορρά και ειδικότερα αυτή μέσω των συνορευουσών με τη Ρωσία νατοϊκών κρατών της Εσθονίας και της Λετονίας.

Αν ληφθεί υπόψη ότι τα σύνορα Ρωσίας και Εσθονίας είναι 294 χλμ ενώ τα σύνορα Ρωσίας και Λετονίας είναι 214 χλμ, γίνεται κατανοητό ότι από μια ζώνη άνω των 500 χλμ οι Νατοϊκοί (θεωρητικά) θα μπορούσαν να απειλήσουν τη Ρωσία ή και να επιχειρήσουν εισβολή σ’ αυτήν (ίδετε τον 2ο Χάρτη στο τέλος του κειμένου). Γνωρίζοντας ασφαλώς το δεδομένο αυτό, τόσο η πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση, όσο και η σύγχρονη Ρωσία εναπόθεσαν δεόντως το βάρος του αμυντικού σχεδιασμού τους στον βόρειο γεωγραφικό διασυνδετήριο άξονα ΝΑΤΟ-Ρωσίας.

Κατά την άποψη μου μάλιστα, σήμερα η ρωσική άμυνα στον άξονα αυτόν είναι επαρκώς ισχυρή καθότι οι Ρώσοι μέσω των βάσεων τους στο Kaliningrad και λόγω των στρατιωτικών δεσμών τους με τη Λευκορωσία (Belarus) έχουν πρακτικά σχηματοποιήσει μια εκφοβιστική για κάθε ‘‘επιβολέα’’ γεωγραφική δαγκάνα γύρωθεν των ρωσο-εσθονικών και ρωσο-λετονικών συνόρων.

Ειδικότερα, ποντάροντας βεβαίως και στο βάθος της ενδοχώρας της, η Ρωσία έχει αναβαθμίσει την αμυντική της θωράκιση στο Kaliningrad αναπτύσσοντας  πυραύλους (συγκεκριμένα τους 9Κ 720 Iskander) που μπορούν να φέρουν πυρηνικές κεφαλές (https://www.reuters.com/article/us-russia-nato-missiles-idUSKBN1FP21Y) και βελτίωσε κατά πολύ τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό και το εκεί πολεμικό υλικό της όσον αφορά την αεράμυνα και τη θαλάσσια αντίστασή της, προσθέτοντας μάλιστα 20.000 στρατιώτες στην εκεί πολεμική μηχανή της. Από την άλλη, Ρωσία και Λευκορωσία υπέγραψαν 5ετές πλάνο στρατιωτικής συνεργασίας σύμφωνα με το οποίο θα υλοποιηθούν 160 κοινά projects, με αποτέλεσμα την in rem συνένωση των στρατών τους (https://tass.com/defense/1261783).

Τα παραπάνω χωρικά γεωστρατηγικά δεδομένα εξηγούν κατά πολύ τον λόγο της έστω λεπτής και ευαίσθητης εξισορρόπησης που υπάρχει στις σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας υπό την παραδοχή ότι τόσο η βόρεια όσο και η νότια (λόγω του Montreux) γεωγραφικά εφαπτόμενη ζώνη των δύο πλευρών ήταν και είναι επί δεκαετίες ‘‘καλά σφραγισμένες’’ για τους Ρώσους.

Όλα αυτά όμως ώσπου να έρθει το ‘‘Kanal Istanbul’’ και η τρομερή γεωστρατηγική αναμόχλευση που ίσως αυτό επιφέρει. Ο Erdogan, έχοντας οσφρανθεί το ‘‘νοηματικό ζουμί’’ του άνω αναλυθέντος χρονικού και χωρικού πλαισίου, εκμεταλλευόμενος την επίσκεψη Zelensky στην Τουρκία τον Οκτώβριο του 2020 και τις δηλώσεις αυτού για την επανακατάληψη της Κριμαίας, βρήκε την ευκαιρία και κλείνει ήδη το μάτι στους Νατοϊκούς σε περίπτωση που θα ήθελαν να συνδράμουν τους Ουκρανούς.

Η κατάληψη της Κριμαίας από τον βορρά είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατη διότι η χερσόνησος της Κριμαίας συνδέεται με την ενδοχώρα διαμέσου του Ισθμού του Perekop που έχει μήκος μόλις 8 χλμ. Αν όμως, από το 2023 και μετά, που υποτίθεται θα έχει ολοκληρωθεί το ‘‘Kanal Ιstanbul’’, μπορούν να περνούν στον Εύξεινο Πόντο, με τη συγκατάθεση βεβαίως της Τουρκίας και χωρίς περιορισμούς, και δη ποσοτικά σημαντικές, νατοϊκές ναυτικές δυνάμεις, τότε προξενείται προφανής κίνδυνος και για τα 1.500 χλμ της ακτογραμμής της Κριμαίας (που σήμερα κατέχουν οι Ρώσοι) αλλά και για τα 500 χλμ. της ρωσικής επικράτειας που βρέχονται από τον Εύξεινο Πόντο!  

Με το ‘‘Kanal Istanbul’’, λοιπόν, o Erdogan ανοίγει διάπλατα το άνω νότιο γεωγραφικό φάσμα επαφής του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία και προκαλεί, θεωρητικώς τουλάχιστον, υπολογίσιμη ευπάθεια στο ίδιο το μαλακό υπογάστριό της στον Εύξεινο Πόντο. Μια ευπάθεια μάλιστα που μάλλον ενισχύουν τα σχέδια των Αμερικανών για το Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, το οποίο μπορεί να εξελιχθεί σε ιδανικό στρατηγικό σημείο για να αναπτυχθούν ταχύτατα αμερικανικά ή νατοϊκά στρατεύματα όχι μόνο προς τα Βαλκάνια ή την Κεντρική Ευρώπη αλλά και προς την Ανατολική Ευρώπη.

Όσον δε αφορά τη Συνθήκη του Μοντρέ και το διεθνο-νομικό συσχετισμό της με το τεχνητό εγχείρημα του Erdogan, φρονώ ότι δεν είναι βάσιμο να υποστηριχθεί ούτε ότι το ‘‘Kanal Istanbul’’, αν και όταν γίνει, θα οδηγήσει τη Συνθήκη του Μοντρέ σε ένα ‘‘status quo ante’’ αλλά και ούτε, από την άλλη, ότι οι περιορισμοί και το εν γένει ρυθμιστικό καθεστώς του Montreux θα ισχύσει και για τη νέα τεχνητή διώρυγα της Κωνσταντινούπολης. Από τη μια η Συνθήκη του Μοντρέ δεν καταργείται καθώς ισχύουν γι’ αυτήν όσα προβλέπει η Συνθήκη της Βιέννης (1969) για το Δίκαιο των Συνθηκών, από την άλλη δε, δεδομένου ότι θα ομιλούμε για δύο διαφορετικές διώρυγες και δυο διαφορετικές ιστορικές περιστάσεις, το ‘‘πλαίσιο Μοντρέ’’ που αφορά μόνο τα φυσικά Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, δεν θα μπορεί να επεκταθεί κανονιστικά και εφαρμοστικά στην τεχνητή διώρυγα της Ανατ. Θράκης.

Η Συνθήκη του Μοντρέ, παρά την προφανή μη κατάργηση της, θα χάσει όμως τον ιστορικό ρόλο και τη γεωπολιτική της σημασία διότι ο ρους των εμπορικών πλοίων και οι κρίσιμες μετακινήσεις και πλεύσεις των πολεμικών πλοίων, με απλούστερα λόγια η θαλάσσια επικοινωνία ανάμεσα στον Εύξεινο Πόντο και το Αιγαίο και υπό μια ευρύτερη οπτική ανάμεσα στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο, δεν θα γίνεται αποκλειστικά μέσω του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων και μόνο υπό το ρυθμιστικό καθεστώς της Συνθήκης του Μοντρέ.

Ο Τούρκος ηγέτης, επομένως, προσφέροντας με το τεχνητό εγχείρημά του εναλλακτικότητα στα πεδία εξέλιξης της αντιμαχίας ΝΑΤΟ – Ρωσίας, πρακτικά ασκεί μεγάλη γεωπολιτική πίεση στη Ρωσία καθώς καθιστά πραγματιστικά εφικτό τον σφιχτό στρατιωτικό της εναγκαλισμό από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ αλλά και το άκρως ανησυχητικό γεωγραφικό περικύκλωμά της από τους Δυτικούς. Υπ’ αυτή τη συλλογιστική, προσδοκά τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας στους εν γένει διατλαντικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς.

Στην πράξη, ο Erdogan δίνει ως ‘‘ανατολίτικο πεσκέσι’’ στο ΝΑΤΟ και ειδικά στον Biden την εκ του νότου ευρεία πρόσβαση στα σύνορα της Ρωσίας προκειμένου να  προσεγγίσει τις ΗΠΑ υπό ευνοϊκότερες γι’ αυτόν συνθήκες. Και τούτο, διότι θέλει να ‘‘εξαερώσει’’ την όποια προοπτική δημιουργίας κουρδικής επικράτειας στη Μ. Ανατολή με τη βοήθεια των Αμερικανών, να αποφύγει τους κινδύνους ή να ‘‘πέσει στα μαλακά’’ στην υπόθεση της ‘‘Halk Bank’’ αλλά και να επανακτήσει το χαμένο πολιτικό έδαφος στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας. Παράλληλα, αν η Τουρκία γίνει ο ουσιαστικός ελεγκτής και διαρρυθμιστής των ροών ανάμεσα στο Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο, ο Τούρκος ηγέτης προσδοκά ότι με ακόμα παραπάνω πίεση που εκ των πραγμάτων θα μπορεί να ασκεί στη διεθνή κοινότητα, θα λύσει άμεσα και το ‘‘γόρδιο δεσμό’’ των ελληνοτουρκικών σχέσεων, επιβάλλοντας τις τουρκικές ορέξεις στην Ανατ. Μεσόγειο, διαμοιράζοντας ως προς την εκμετάλλευση το Αιγαίο και δορυφοροποιώντας προς όφελος της χώρας του την νοτιανατολική ‘‘πύλη’’ της Ευρώπης, που δεν είναι άλλη από την Ελλάδα!

Προσωπικά, δεν είμαι καθόλου σίγουρος κατά πόσο οι Αμερικανοί επιθυμούν πράγματι το προσφερόμενο ‘‘πεσκέσι’’ του Erdogan,  καθώς μάλλον στοχεύουν στη διατήρηση της έστω λεπτής και ευαίσθητης ισορροπίας στην περιοχή, πιστεύω όμως με βεβαιότητα ότι ο Τούρκος Πρόεδρος ‘‘παίζει’’ πολύ επικίνδυνα ‘‘παιχνίδια’’ που, όπως έγραψα πρόσφατα, μπορεί να οδηγήσουν τους γείτονες μας είτε στη ‘‘γεωπολιτική τανάλια’’ των ΗΠΑ και του ‘‘D-10’’, είτε στην αντίστοιχη της Ρωσίας (όπως με μαθηματική ακρίβεια θα κάνει εν προκειμένω το ‘‘Kanal Istanbul’’).

Το πρόβλημα, λοιπόν, για τους Τούρκους, δεν είναι η ατολμία ή η ‘‘πενιχρή στόφα’’ του Erdogan. Κάθε άλλο, μάλιστα. Το μείζον θέμα είναι άλλο: η a la carte, κάθε φορά, προσέγγιση και πολιτική του απέναντι στους ισχυρούς του Πλανήτη και ειδικά απέναντι στις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Η Τουρκία, από τη μια είναι μέλος στο ΝΑΤΟ αλλά αγοράζει τους S-400 από τη Ρωσία ενώ από την άλλη κατασκευάζει πυρηνικά εργοστάσια με την τεχνογνωσία της Ρωσίας, εξοπλίζει όμως και τους Ουκρανούς και δη περαιτέρω, με το εγχείρημα του ‘‘Kanal Istanbul’’, απειλεί να παραδώσει τη Ρωσία ως ‘‘βορά’’ στις όποιες ορέξεις των Νατοϊκών και ειδικά των Αμερικανών. Το πρόβλημα, συνεπώς, είναι η στρατηγική πολυπραγμοσύνη της Τουρκίας και οι υπέρμετρες φιλοδοξίες του ‘‘οιονεί Σουλτάνου’’ της.

Πάντως, κάποτε ο τέως Τούρκος Πρόεδρος Abdullah Gül είχε προβλέψει και προειδοποιήσει ότι η παρουσία δύο μεγάλων στόλων σε μια μικρή θάλασσα (που είναι, τηρουμένων των αναλογιών, ο Εύξεινος Πόντος) θα είναι καταστροφή για όλους. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον Τούρκο πολιτικό. Αν, λοιπόν, ο Erdogan σήμερα λέει ότι μέχρι το 2023 η Τουρκία θα έχει το ‘‘Kanal Istanbul’’, τότε μάλλον αυτό που θα έχει, σε ορίζοντα μάλιστα 2 ετών, θα είναι μέχρι και μια πολεμική διένεξη με τους Ρώσους!

Καταλαβαίνετε, επομένως, γιατί δεν έχω κουραστεί να ομιλώ και να γράφω για το βάθος του Χρόνου στην ελληνική εξωτερική πολιτική και συνολική γεωστρατηγική θεώρηση; Αντιλαμβάνεστε, με τούτο το σπουδαίο παράδειγμα του ‘‘Kanal Istanbul’’, μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει ο επικίνδυνος διπλωματικός επαμφοτερισμός των Τούρκων; Εννοείτε τη στοχαστική χρησιμότητα του τετραδιάστατου μοντέλου γεωπολιτικής ανάλυσης, που απαραιτήτως και αναγκαίως συμπεριλαμβάνει στο πλαίσιό του και την απολύτως κρίσιμη διάσταση του Χρόνου;

Είναι αυτή μια επιλογή για εμάς, την οποία πάντως εγώ συνεχώς θα υπενθυμίζω: ‘‘Η τρίτη επιλογή (εννοώ της Ελλάδας), όσον κι αν ακούγεται παράξενη ή αρχικά ακατάληπτη, είναι η ‘‘φαινομενικά ευέλικτη αμφισημία’’ με βασικό κριτήριο τον Χρόνο. H χώρα δεν θα διακηρύττει μεγαλοφώνως, ούτε θα διευκρινίζει, αν κινείται για να καταστεί περιφερειακή δύναμη ή αν προσπαθεί απλά να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα στο δεδομένο χωροχρονικό γεωπολιτικό πλαίσιο. ‘‘Κόκκινη γραμμή’’ στην πολιτική της θα συνεχίσει να είναι η διαφύλαξη της εθνικής και γεωγραφικής ακεραιότητας, η εθνική αξιοπρέπεια και η απαλοιφή του όποιου ενδοτισμού.  Υπ’ αυτό το πλαίσιο, η χώρα θα επικαλείται το διεθνές δίκαιο, θα καλλιεργεί και επιρρωνύει συμμαχίες και συστρατεύσεις, θα πρωτοστατεί στον διπλωματικό ακτιβισμό αλλά θα προσδοκά το όποιο όφελος να το φέρει βασικά ο Χρόνος. Η Τουρκία με τις σοβαρές αντιθέσεις της, με τον πολιτισμικό κατακερματισμό της, τα πολλά ανοιχτά μέτωπα, τη γεωστρατηγική υπερκινητικότητα, τον μεγαλοϊδεατισμό και νέο-οθωμανικό σουρεαλισμό της, που υποσκάπτεται από την υποβόσκουσα αντιμαχία κεμαλισμού και μετριοπαθούς ισλαμισμού, μπορεί, στο βάθος του Χρόνου, να βρεθεί ενώπιον αντικειμενικών συνθηκών που θα την οδηγήσουν όχι στο να καταρρεύσει ή αποσυντεθεί αλλά ίσως, δραστικά και απότομα, να ‘‘ξεθυμάνει’’ ιστορικά και γεωπολιτικά’’ (ίδετε το απόσπασμα από το άρθρο μου στη διεύθυνση https://olympiobima.gr/geopolitiko-dynamiko-stis-ellinotoyrkikes-sheseis-kai-oi-epiloges-tis-elladas).

Κατερίνη, 20/4/2021

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International

Relations and the political science

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα34 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή