Διεθνή
Το τοπίο του ελληνοτουρκικού διαλόγου μετά το «θερμό επεισόδιο» με Τσαβούσογλου
Παρότι εξέπληξε ως προς την έντασή του το «θερμό επεισόδιο» Δένδια και Τσαβούσογλου δεν αποτελεί εξαίρεση ως προς τον τρόπο που διεξάγεται ενίοτε ο δημόσιος διάλογος ανάμεσα στα κράτη.
Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν που πολύ πρόσφατα δεν δίστασε να αποκαλέσει «δολοφόνο» τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν. Για να μην αναφερθούμε στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν σε διεθνείς συναντήσεις και ο προκάτοχός του Ντόναλντ Τραμπ. Και βέβαια από τη ρωσική πλευρά ο Σεργκέι Λαβρόφ το τελευταίο διάστημα έχει δείξει επίσης ότι δεν μασάει τα λόγια, π.χ. όταν αναφέρεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όσο για την τουρκική πλευρά, ο ίδιος ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει αξιοποιήσει με διάφορους τρόπους τη δημόσια αντιπαράθεση με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το περίφημο «one minute» στο Νταβός το 2009 και την αντιπαράθεσή του με τον Σιμόν Πέρες πάνω στο θέμα της συμπεριφοράς του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων.
Όμως, το να θεωρήσουμε ότι η ένταση στη διάρκεια μιας κοινής συνέντευξης δύο υπουργών είναι απλώς ένα σύμπτωμα μιας μετατόπισης των «ηθών» ως προς το τι θεωρείται αποδεκτή «διπλωματική» γλώσσα, μάλλον δεν επαρκεί για να κατανοήσουμε τα όσα έγιναν στην Άγκυρα και το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν.
Η αποτύπωση πάγιων θέσεων των δύο χωρών
Μια πρώτη αναγκαία παρατήρηση είναι ότι αυτό που είδαμε είναι ακριβώς ο ελληνοτουρκικός διάλογος. Δηλαδή, είδαμε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση αυτά που συνήθως λέγονται πίσω από κλειστές πόρτες.
Και αυτό σημαίνει ότι όντως η Τουρκία επιμένει στη δική της ανάγνωση του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της θάλασσας σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα και τις ΑΟΖ, που δεν αναγνωρίζει αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ στα νησιά αλλά μόνο στους ηπειρωτικούς όγκους εξ ου και η αποτύπωση αυτής της οπτικής στο τουρκολιβυκό σύμφωνο. Ότι επιμένει στην πάγια θέση, ήδη από τη δεκαετία του 1970, ότι η Συνθήκη της Λωζάννης αδικούσε την Τουρκία. Ότι δεν έχει εγκαταλείψει το casus belli για την περίπτωση που η Ελλάδα εφαρμόσει το εκ του διεθνούς δικαίου δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. Ότι αμφισβητεί το δικαίωμα της Ελλάδα να υπερασπίζεται με παρουσία ενόπλων δυνάμεων την εδαφική ακεραιότητα των νησιών του Αιγαίου. Ότι θεωρεί ότι έχει λόγο για την κατάσταση της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Ότι υπάρχουν «γκρίζες ζώνες» ως προς το καθεστώς βραχονησίδων και μικρών νησιών στο Αιγαίο. Ότι υποστηρίζει ότι το Κυπριακό πρέπει να λυθεί στην κατεύθυνση μιας λύσης «δύο κρατών». Ότι επιμένει ότι ενώ η ίδια η Τουρκία φιλοξενεί εκατομμύρια πρόσφυγες, η Ελλάδα κάνει παράνομα push backs.
Και βέβαια όντως η Τουρκία σε όλο αυτό το διάστημα, ουδέποτε εγκατέλειψε την πάγια θέση της ότι μια ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση θα πρέπει να είναι «εφ’ όλης της ύλης» και να μην επικεντρώνει απλώς στα θέματα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, όπως επιμένει η ελληνική πλευρά. 
Από τη μεριά της η ελληνική πλευρά επιμένει ότι η βασική διαφορά είναι τα θέματα που αφορούν την οριοθέτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα και όχι θέματα αμιγώς κυριαρχίας (έστω και εάν κάποιες φορές δίνεται και από την ελληνική πλευρά ο τόνος για συνολική συζήτηση). Ότι η επιλογή στρατιωτικοποίησης των νησιών ήταν αναγκαστική απάντηση στην τουρκική απειλή. Ότι η Ελλάδα σέβεται τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας όπως και των προσφύγων και ότι προφανώς θεωρεί αφετηρία το διεθνές δίκαιο. Ότι θέλει επίλυση του Κυπριακού στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία.
Η συγκυρία του διαλόγου
Ταυτόχρονα έχει σημασία να δούμε μέσα σε ποια συγκυρία ξεκινά αυτός ο διάλογος.
Από τη μια έχουμε μια ιδιαίτερη «στιγμή» ως προς την εξέλιξη της σύγχρονης Τουρκίας. Η «εποχή Ερντογάν» έχει οδηγήσει σε ένα αφήγημα που βλέπει την Τουρκία ως μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη που πρέπει να γίνει σεβαστή. Πέραν της ιδεολογικής διάστασης αυτό αποτυπώνει και πραγματικές δυναμικές. Η Τουρκία παρεμβαίνει ενεργά σε μια σειρά γεωπολιτικές εντάσεις: έχει παρουσία στη Λιβύη, έχει κάνει εισβολή στη Συρία (με ανοχή ΗΠΑ και Ρωσίας), παρενέβη στη σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, κάνει ανοίγματα στην Αφρική, διεκδικεί παρέμβαση ακόμη και στην ρωσοουκρανική σύγκρουση. Την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι «διαβάζει» την παγκόσμια κατάσταση ως μια αναδυόμενη «πολυπολική» συνθήκη εντός της οποίας χωρίς να διαρρηγνύει τις σχέσεις με τη «Δύση» διεκδικεί να εκμεταλλευτεί τα ρήγματα που αναδεικνύονται στο διεθνές τοπίο.
Την ίδια στιγμή η Τουρκία δεν θέλει να αποκοπεί από την Ευρώπη και τη Δύση γενικότερα (ενδεικτική η δυσμένεια εντός της Τουρκίας έναντι των «ευρασιανιστών) και γι’ αυτόν τον λόγο θέλει ταυτόχρονα να δείξει ότι «επιβάλλει όρους» αλλά και «δεν αρνείται τον διάλογο».
Αυτές οι παράμετροι εξηγούν γιατί η Τουρκία προσέρχεται με μια αλαζονική φαινομενικά αυτοπεποίθηση και υψηλών τόνων ρητορική, δεν αποφεύγει τις προκλήσεις, αλλά ταυτόχρονα θέλει να δείχνει ότι δεν σηκώνεται από το τραπέζι του διαλόγου, ακόμη και εάν με τη στάση της τον καθιστά ατελέσφορο. Εξηγεί ακόμη γιατί στο εσωτερικό της Τουρκίας ο τόνος ήταν ότι ήταν η ελληνική πλευρά που «προκάλεσε». 
Από τη μεριά της η ελληνική πλευρά προσέρχεται σε ένα διάλογο σε μεγάλο βαθμό επειδή θέλει να αποφύγει το κόστος «θερμής» κλιμάκωσης. Αυτό, άλλωστε, φάνηκε από τον τρόπο που το καλοκαίρι του 2020 «σιωπηρά» τροποποιήθηκαν οι κανόνες εμπλοκής ως προς τις σεισμικές έρευνες της Τουρκίας εντός υδάτων που υπέρκεινται της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Προσέρχεται επίσης με ένα δεδομένο πλέγμα συμμαχιών, που π.χ. δεν μπορούν να συγκριθούν με την εποχή που ετίθετο ζήτημα ελληνικής καθοριστικής «συναίνεσης» σε μια ενταξιακή διαδικασία στην ΕΕ που ήταν «εθνικός στόχος» της Τουρκίας. Υπάρχουν, βέβαια, οι απειλές της ΕΕ για κυρώσεις, όμως είναι σαφές ότι μια σειρά από χώρες, με προεξάρχουσα τη Γερμανία θα θεωρούν «θετικό» οποιοδήποτε κλίμα δεν περιλαμβάνει μεγάλη συγκέντρωση πολεμικών πλοίων σε διαφιλονικούμενες περιοχές. Και αντίστοιχα, οι όποιες προσπάθειες για αναβάθμιση των σχέσεων της Ελλάδας με χώρες της περιοχής που είναι σε έστω και τακτική αντιπαράθεση με την Τουρκία, μπορεί να ασκούν πίεση, όμως δύσκολα μπορούν να έχουν άμεση επίδραση στον σε εξέλιξη διάλογο, την ίδια ώρα που η συνολικότερη εξέλιξη μετώπων όπως το Συριακό μπορεί να διαμορφώσει και νέες ισορροπίες.
Και όλα αυτά γίνονται μέσα σε ένα διεθνές τοπίο που σφραγίζεται από την όξυνση του «Νέου Ψυχρού Πολέμου», την αναμέτρηση της Δύσης με την Κίνα, το σταδιακό κλείσιμο του κύκλου που άνοιξε με την «Αραβική Άνοιξη», τη νέα διαπραγμάτευση γύρω από το Ιράν και βέβαια τα ανοιχτά ερωτήματα για την επόμενη μέρα της παγκόσμιας οικονομίας. Όλα, δηλαδή, τα στοιχεία μιας μεταβατικής εποχής. Και οι μεταβατικές εποχές πάντα γεννούν στους επιμέρους σχηματισμούς και νέους φόβους και πειρασμούς διεκδίκησης «νέων ισορροπιών».
Τα δύσκολα βήματα από εδώ και πέρα
Και οι δύο πλευρές δεν θέλουν ο διάλογος να σταματήσει εδώ. Αυτό φαίνεται από το ότι δεν διακυβεύθηκαν οι διερευνητικές. Αυτό δείχνει η διάθεση να πραγματοποιηθεί και συνάντηση κορυφής Μητσοτάκη και Ερντογάν. Σε αυτό παραπέμπει η συνάντηση Δένδια και Ερντογάν, για την οποία μέχρι στιγμής δεν έχουμε ενημέρωση ή «διαρροή», πέραν της επιλογής του ίδιου του έλληνα ΥΠΕΞ να τη χαρακτηρίσει «εξαιρετική», γεγονός από μόνο του σημαντικό.
Η μεν Τουρκία κατανοεί ότι σε αυτή τη φάση είναι από τα εχέγγυα που πρέπει να δώσει προς τη Δύση για να διατηρήσει βαθμούς ελευθερίας σε άλλα πεδία, αλλά και για να μην κινδυνεύσει μεσοπρόθεσμα να βρεθεί απλώς με αξιώσεις χωρίς απτό αντίκρισμα. Η δε Ελλάδα, παρότι θα ήθελε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική και κοινωνική της ανασυγκρότηση, χρειάζεται έναν μηχανισμό που να αποτρέπει το ενδεχόμενο «θερμών επεισοδίων» με απρόβλεπτη εξέλιξη και να δρομολογήσει μια μεσοπρόθεσμη επίλυση των διμερών διαφορών.
Ωστόσο, δεν θα είναι εύκολη διαδικασία. Οι δύο χώρες προσέρχονται με διαφορετικές αφετηρίες, συνθήκες και επιλογές και με έναν μεταξύ τους συσχετισμό τροποποιημένο σε σχέση με παλαιότερα. Η Τουρκία έχει μεγάλες αντιθέσεις στο εσωτερικό της, ανοιχτά ερωτήματα για το οικονομικό της μοντέλο και την ανοιχτή πληγή του Κουρδικού. Όμως, θεωρεί ότι έχει ισχυροποιηθεί τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Η Ελλάδα διατηρεί τη σταθερή θέση της στη Δύση, την ευρωπαϊκή ένταξη, τις νέες συμμαχίες. Όμως, είναι τραυματισμένη από τη δεκαετία του 2010 και τώρα ανασυγκροτεί την παρουσία της π.χ. στα Βαλκάνια και ουσιαστικά αναζητά βηματισμό.
Κυρίως, όμως, η δυσκολία και για την ελληνική πλευρά και με έναν τρόπο και για την τουρκική είναι ότι η όποια ευόδωση του διαλόγου σημαίνει έστω και μερική υποχώρηση από τα αφηγήματα που έχουν αρθρωθεί στο εσωτερικό τους. Είτε αυτό αφορά το «δεν συζητάμε τίποτα πέραν της υφαλοκρηπίδας» στο εσωτερικό της Ελλάδας, είτε το «θα επιβάλουμε να μας σεβαστούν ως ισχυρή δύναμη» στο εσωτερικό της Τουρκίας. Εύλογο επομένως να αναμένουμε αρκετές «θερμές» κοινές συνεντεύξεις ακόμη.
ΠΗΓΗ: In.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

