Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ποιος ευνοείται από τον πόλεμο στη Γάζα;

Δημοσιεύτηκε στις

Κίνδυνος γενικευμένης ανάφλεξης  

 Ξένια Τούρκη   

Ένας νέος κύκλος βίας, ο χειρότερος των τελευταίων ετών, έχει ανοίξει στο Ισραήλ. Οι σφοδρότερες συγκρούσεις στην ανατολική Ιερουσαλήμ, από το 2017,  ανάμεσα σε Παλαιστινίους και την ισραηλινή Αστυνομία, εξελίχθηκαν σε μια νέα διαμάχη ανάμεσα στη Χαμάς και τον ισραηλινό στρατό. Οι νεκροί και από τις δύο πλευρές αυξάνονται καθημερινά, με τον απολογισμό να βαραίνει δυσανάλογα την παλαιστινιακή πλευρά. 

Η νέα αναζωπύρωση της κρίσης έχει φυσικά να κάνει με την 54χρονη ισραηλινή κατοχή. Η οργή εδώ και καιρό συσσωρεύεται στα παλαιστινιακά εδάφη. Δεν είναι μόνο η παντελής έλλειψη προοπτικής για επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος και το γεγονός πως απομακρύνεται όλο και περισσότερο η πιθανότητα δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους. Η πλειονότητα των Παλαιστινίων ζει σε συνθήκες φτώχειας και είναι αντιμέτωπη με υψηλούς δείκτες ανεργίας. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια η ισραηλινή Κυβέρνηση συστηματικά δίνει προνόμια στους Εβραίους πολίτες της εις βάρος των Αράβων, ενώ καταπιέζει τους Παλαιστινίους, ιδιαίτερα στα εδάφη που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της. Όλα αυτά ρίχνουν λάδι στη φωτιά που σιγοκαίει.

Οι διαμαρτυρίες και οι συγκρούσεις στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ ξεκίνησαν πριν από ένα μήνα, με τους Παλαιστινίους να αντιδρούν στους περιορισμούς που προσπάθησαν να επιβάλουν οι ισραηλινές Αρχές για τις συγκεντρώσεις στη διάρκεια του Ραμαζανιού. Στις αρχές αυτές της βδομάδας η κρίση κλιμακώθηκε με βίαιες συγκρούσεις μεταξύ Παλαιστινίων και ισραηλινών δυνάμεων. Πλέον, η κατάσταση έχει εκτροχιαστεί. Η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ εκτοξεύουν καθημερινά εκατοντάδες ρουκέτες και πυραύλους, ενώ το Ισραήλ απαντά με αεροπορικούς βομβαρδισμούς και χειρουργικά χτυπήματα. 

Όλα δείχνουν πως ο κύκλος βίας δεν θα κλείσει τόσο εύκολα και το φάσμα μιας τρίτης Ιντιφάντα ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω από την περιοχή. Και το ερώτημα που αμείλικτα τίθεται είναι αν η ένταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια γενικευμένη σύγκρουση, ειδικά μετά τις προειδοποιήσεις του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, πως η χώρα του θα εντείνει τις επιθέσεις εναντίον της Χαμάς και της Ισλαμικής Τζιχάντ και πως «παλαιστινιακές οργανώσεις» θα δεχθούν ένα χαστούκι που δεν το περιμένουν. 

Μέχρι στιγμής η Χαμάς και το Ισραήλ έχουν εμπλακεί σε τρεις πολέμους, ο πρώτος το 2007, ο δεύτερος το 2014 και ο τρίτος το 2014. Επίσης, το Ισραήλ κατά καιρούς έχει πραγματοποιήσει διάφορες επιχειρήσεις στη Λωρίδα της Γάζας για να εξουδετερώσει στελέχη των παλαιστινιακών οργανώσεων. Κάθε φορά και οι δύο πλευρές έχουν απώλειες, ενώ και οι δύο πανηγυρίζουν πως κέρδισαν. Και η αλήθεια είναι πως μετά από κάθε ένταση η Χαμάς κερδίζει πόντους, αφού προβάλλεται ως η οργάνωση που προασπίζεται καλύτερα τα συμφέροντα των Παλαιστινίων και που δεν διστάζει να τα βάζει με τον πανίσχυρο αντίπαλό της, ενώ η ισραηλινή Κυβέρνηση συσπειρώνει την κοινή γνώμη υπέρ της, γεγονός που παίζει καθοριστικό ρόλο στη μακροημέρευση του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία.

Διάθεση για αποκλιμάκωση πάντως δεν υπάρχει, αφού ακόμη και η απειλή για επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας φαίνεται πως εξυπηρετεί και τη Χαμάς και την ισραηλινή Κυβέρνηση. Η σιιτική οργάνωση επιχειρεί να κερδίσει από την απογοήτευση που προκάλεσε η αναβολή των κοινοβουλευτικών και προεδρικών εκλογών στα παλαιστινιακά εδάφη, που ήταν προγραμματισμένες για αυτόν τον μήνα (οι προηγούμενες παλαιστινιακές εκλογές διεξήχθηκαν πριν από 15 χρόνια). Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, από την άλλη, ελπίζει πως η βία θα στρέψει την προσοχή μακριά από τα προβλήματα της διακυβέρνησής του και, το κυριότερο, πως θα εκτροχιάσει τις προσπάθειες σχηματισμού Κυβέρνησης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ώστε η χώρα να οδηγηθεί εκ νέου σε πρόωρες εκλογές τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Παράλληλα, όπως ανέφερε ο Αμερικανός αναλυτής και ιδρυτής του think tank Eurasia Group Ίαν Μπρέμερ, όλοι οι παίκτες έχουν να αποκομίσουν δυνητικά οφέλη από την παρούσα ένταση. Η κρίση βοηθά αφενός τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να κυβερνήσει με μεγαλύτερη άνεση, καθώς μέχρι να ξεκαθαρίσει το πολιτικό σκηνικό δεν διαθέτει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ στους Παλαιστινίους δίνεται η ευκαιρία να διεθνοποιήσουν το ζήτημά τους, αναζωπυρώνοντας, παράλληλα, το ενδιαφέρον των υπόλοιπων Αράβων για την υπόθεσή τους. 

Πάντως, ο Αμερικανός αναλυτής δεν δείχνει να πιστεύει πως η κατάσταση θα εκτροχιαστεί πέρα από αυτά που βλέπουμε κατά καιρούς να σημειώνονται στην περιοχή. «Η κατάσταση είναι ανησυχητική, αφού τέτοιους είδους συγκρούσεις εμπεριέχουν τη δυνατότητα γιγάντωσης. Ωστόσο δεν πιστεύω πως θα εξελιχθούν σε ευρύτερη σύγκρουση», υποστήριξε. Άλλωστε είναι γνωστό και επαναλαμβανόμενο το σενάριο στο Ισραήλ και τα παλαιστινιακά εδάφη. Η βία σιγοβράζει για καιρό και κατόπιν λιγότερο ή περισσότερο ξαφνικά κλιμακώνεται. Πάντα με την ισορροπία δυνάμεων να γέρνει σαφώς προς την πλευρά του Ισραήλ. Η απάντηση στις πέτρες είναι οι σφαίρες και η απάντηση στις ρουκέτες είναι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο θύμα να είναι οι άμαχοι πολίτες.

Η βία ευνοεί τον Μπενιαμίν Νετανιάχου

Οι πολιτικές βίαιες ταραχές μεταξύ Εβραίων και Αράβων στο Ισραήλ επέφεραν ένα ισχυρό πλήγμα στις προσπάθειες του κύριου πολιτικού αντιπάλου του Νετανιάχου, Γιαΐρ Λαπίντ να σχηματίσει μια νέα κυβέρνηση και να εκδιώξει τον Ισραηλινό ηγέτη. Ο Ναφτάλι Μπένετ, ηγέτης του δεξιού, ριζοσπαστικού κόμματος Γιάμινα, που προβάλλεται ως ρυθμιστής του πολιτικού σκηνικού, μετά τις ατελέσφορες βουλευτικές εκλογές της 23ης Μαρτίου, δήλωσε ότι εγκαταλείπει τις συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού με τον Γιαϊρ Λαπίντ, τον ηγέτη της αντιπολίτευσης, προτιμώντας μια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας.

Ο Γιαϊρ Λαπίντ, ηγέτης του κεντρώου κόμματος Υπάρχει μέλλον, έχει στη διάθεσή του ακόμη τρεις εβδομάδες μετά την εντολή που έλαβε για να προσπαθήσει να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό. Εάν αποτύχει, είναι πιθανό να διεξαχθούν νέες εκλογές, οι πέμπτες στο Ισραήλ σε δύο χρόνια.

Μια συμφωνία «εναλλαγής» κατά την οποία ο Λαπίντ και ο Μπένετ θα εναλλάσσονταν στην πρωθυπουργία εξεταζόταν, αλλά αυτή θα χρειαζόταν την υποστήριξη Αράβων βουλευτών για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Όμως ο ηγέτης του Γιαμίνα διέκοψε τις συνομιλίες με το Υπάρχει Μέλλον διαμηνύοντας πως οι τρέχουσες συγκρούσεις με την αραβική μειονότητα της χώρας θα έκανε ανέφικτη μια τέτοια κυβέρνηση. 

Οι εξελίξεις αυτές ευνοούν φυσικά τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, καθώς του ανοίγουν το δρόμο να παραμείνει στην εξουσία, όχι μόνο μέχρι τον Σεπτέμβριο οπότε και είναι πολύ πιθανόν πως θα πραγματοποιηθούν οι εκλογές, αλλά πολύ περισσότερο να καταφέρει να νικήσει και στη νέα εκλογική αναμέτρηση. Η κλιμάκωση των συγκρούσεων τού πρόσφερε μια ανακούφιση της τελευταίας στιγμής, καθώς φαινόταν να πλησιάζει το πολιτικό του τέλος. Η σύγκρουση έσβησε τις ελπίδες των αντιπάλων του να συνασπιστούν για να τον διώξουν από την εξουσία και αποδείχτηκε για άλλη μια φορά πως ο Ισραηλινός πρωθυπουργός σαν τον ήρωα χολιγουντιανής ταινίας, είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει. Το κέρδος για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ενδεχομένως να είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς η κρίση του προσφέρει την ευκαιρία να συσπειρώσει την εκλογική του βάση και να αυξήσει τις πιθανότητες σε τέσσερις μήνες να καταφέρει να σχηματίσει μια βιώσιμη κυβέρνηση.

Καραδοκούν Ιράν, Τουρκία, Συρία και Χεζμπολάχ

Την ίδια ώρα, οι περιφερειακοί παίκτες που διαγκωνίζονται για τον έλεγχο της πλούσιας σε ενεργειακά αποθέματα Μέσης Ανατολής, όπως το Ιράν, η Συρία, ακόμη και η σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ στον Λίβανο, καραδοκούν και βλέπουν τη βία μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων ως μια ευκαιρία να αναμειχθούν. Και όλοι τους βρίσκονται σε άγρια κόντρα με το Ισραήλ. Η Τεχεράνη κατηγορεί Ισραηλινούς πράκτορες ότι σαμποτάρουν με κυβερνοεπιθέσεις το πυρηνικό της πρόγραμμα και δολοφονούν Ιρανούς επιστήμονες. Η Συρία και το Ιράν τροφοδοτούν τη Χεζμπολάχ με πυραύλους και όπλα και τα κομβόι που μεταφέρουν οπλισμό μέσω της Συρίας στον Λίβανο δέχονται συχνά επιθέσεις από ισραηλινά μαχητικά.

Και φυσικά από την αναμπουμπούλα δεν λείπει ο λύκος, δηλαδή η Τουρκία, σημαντικός σύμμαχος της Χαμάς και φανατικός εχθρός του Ισραήλ. Η ανάφλεξη στην Ιερουσαλήμ οδήγησε σε νέα επιδείνωση των ήδη ψυχρών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς ο Τούρκος Πρόεδρος καταδίκασε με οργή την επέμβαση της ισραηλινής Αστυνομίας στο τέμενος Αλ Ακσά. Και αυτό που παρατήρησαν αρκετοί αναλυτές είναι ότι η αντίδραση της Άγκυρας ήταν πολύ πιο οξεία από τις αντιδράσεις αραβικών κρατών όπως η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και η Αίγυπτος.

Οι εξελίξεις αυτές βάζουν ταφόπλακα στην προσπάθεια επαναπροσέγγισης των δύο χωρών, που ξεκίνησε το τελευταίο διάστημα. Η προσέγγιση αυτή αναβάλλεται. «Η τουρκική αντίδραση ήταν αναμενόμενη και δείχνει πόσο επηρεάζονται οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις από τις εξελίξεις στην ισραηλινοπαλαιστινιακή σύρραξη», σημείωσε η ειδική στην τουρκική εξωτερική πολιτική στο Ινστιτούτο Εθνικής Ασφαλείας του Τελ Αβίβ Γκάλια Λιντενστράους.

Ο Μπάιντεν δεν θα συρθεί στη σύγκρουση

Η κρίση στη Μέση Ανατολή έπιασε στον ύπνο την αμερικανική Κυβέρνηση, η οποία συνήθως διαδραματίζει σοβαρό ρόλο στις εξελίξεις. Είναι γεγονός πως το αμερικανικό ενδιαφέρον έχει εξασθενήσει τα τελευταία χρόνια. Παρά τη γεωστρατηγική σημασία που έχει η περιοχή και τους σημαντικούς πόρους που διαθέτει, η Ουάσινγκτον έχει δείξει ξεκάθαρα πως επιδιώκει την όλο και μεγαλύτερη απεμπλοκή της. Ειδικά, το ενδιαφέρον του Τζο Μπάιντεν για τη Μέση Ανατολή είναι μικρότερο από αυτό των προκατόχων του και έχει δείξει πως επιδιώκει την απεμπλοκή της χώρας του. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι ακόμη να διορίσει ειδικό απεσταλμένο για την περιοχή, όπως επίσης και από τη χλιαρή μέχρι στιγμής αντίδραση της διακυβέρνησής του στις δραματικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών.

Αν και ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει αφήσει να εννοηθεί ξεκάθαρα ότι η ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση δεν αποτελεί προτεραιότητά του, εντούτοις, όπως έχει συμβεί και σε πολλούς προκατόχους του, είναι πολύ πιθανόν πως θα αναγκαστεί να εμπλακεί, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Η κλιμάκωση της βίας τον θέτει μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Διπλωματικά οι επιλογές του είναι περιορισμένες, το ίδιο και πολιτικά, με την αριστερή πτέρυγα του κόμματός του να τον ωθεί να πάρει αποστάσεις από το Ισραήλ μετά την ένθερμη υποστήριξη που είχε δείξει ο προκάτοχός του. «Μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε ότι η Κυβέρνηση Μπάιντεν θεωρεί ότι πρόκειται για μια λίγο ωφέλιμη προσπάθεια, με μικρά κέρδη, που προκαλεί πολιτικές διαμάχες», εξήγησε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, Αμερικανός πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή.

Βέβαια, δεν πρόκειται για μια πολιτική ίσων αποστάσεων, καθώς το Τελ Αβίβ αποτελεί έναν από τους καλύτερους συμμάχους της Ουάσινγκτον. «Η προσέγγιση των ΗΠΑ στην τελευταία κρίση περιγράφεται τακτική «σηκώνω τα χέρια ψηλά», αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι καθώς υπονοείται με αυτόν τον τρόπο μια ουδετερότητα, που λείπει στην πραγματικότητα», εξήγησε ο Χαλέντ Ελγιντί, ανώτερος συνεργάτης του think tank Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής. «Οι ΗΠΑ συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό, απλώς δεν είναι διατεθειμένες να εμπλακούν στο μέρος που έχει να κάνει με την παύση ή τον μετριασμό των συγκρούσεων. 

Η προηγούμενη Κυβέρνηση έκανε κομμάτια τον ρόλο του διαμεσολαβητή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, υιοθετώντας από τη μια πολιτική ασταμάτητης υποστήριξης προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και απίστευτης εχθρότητας από την άλλη προς τους Παλαιστινίους, καταπατώντας ορισμένες φορές και το διεθνές δίκαιο. Επιστέγασμα ήταν το γεγονός ότι στο τέλος της θητείας του είχε προωθήσει και το ειρηνευτικό του σχέδιο για τη Μέση Ανατολή, το οποίο θα επέτρεπε στο εβραϊκό κράτος να προσαρτήσει μεγάλο μέρος της Δυτικής Όχθης και δεν θα άφηνε στους Παλαιστινίους παρά ένα συρρικνωμένο κράτος.

Το κύριο επίτευγμα της εξωτερικής πολιτικής του τέως Προέδρου ήταν οι Συμφωνίες του Αβραάμ, που βοήθησαν στην ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και ορισμένων μοναρχιών του Κόλπου. Ακόμη όμως και αυτό ήταν μια προσπάθεια υπονόμευσης του παλαιστινιακού ζητήματος, καθώς τα τελευταία χρόνια το αραβικό ενδιαφέρον για αυτό το ζήτημα έχει ατονήσει σημαντικά. Έτσι, τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να διέφυγε τις συνέπειες της πολιτικής του, όμως αυτές έρχονται να «στοιχειώσουν» τον διάδοχό του.

Όταν ο Τζο Μπάιντεν ορκίστηκε στην προεδρία των ΗΠΑ τον περασμένο Ιανουάριο ξεκαθάρισε ότι δεν βιάζεται να ξεκινήσει μια νέα διαδικασία μεσολάβησης, κυρίως καθώς το πολιτικό μέλλον του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς δεν είναι ξεκάθαρο. Αν η νέα αμερικανική Κυβέρνηση θελήσει να διαδραματίσει ξανά σημαντικό ρόλο στη Μέση Ανατολή πρέπει να αλλάξει την πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών και να δείξει ξεκάθαρη προθυμία όχι μόνο να ακούσει τις θέσεις των Παλαιστινίων αλλά και να τις λάβει σοβαρά υπόψη. Αυτό προϋποθέτει πως θα ασκήσει πιέσεις στο Ισραήλ για το θέμα των εποικισμών, για παράδειγμα, ή ότι ακόμα θα προσπαθήσει να δράσει ως γεφυροποιός ανάμεσα στη Χαμάς και τη Φατάχ. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό. Παρά τις κάποιες διαφωνίες του με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Τζο Μπάιντεν δεν πήρε αποστάσεις από πολλές αμφιλεγόμενες αποφάσεις του. Καθώς δεν θέλει να συρθεί στην ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση, θα επιδιώξει να διατηρήσει έναν όσο πιο ουδέτερο και απομακρυσμένο ρόλο γίνεται. Αυτό σημαίνει πως όχι μόνο οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι αλλά όλοι οι παίκτες στη Μέση Ανατολή πρέπει να μάθουν να συμβιώνουν, να συνεργάζονται, να διαφωνούν αλλά και να πολεμούν μεταξύ τους χωρίς να βασίζονται στη βοήθεια των ΗΠΑ.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή