Διεθνή
Άρθρο-μανιφέστο του Λαβρόφ – Το μήνυμα που εξέπεμψε
Ισχυρά μηνύματα στέλνει ο Λαβρόφ εναντίον μιας Ευρώπης που οδηγείται στην καταστροφή
Του Κώστα Ράπτη
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ είναι άνθρωπος με προβοκατόρικο χιούμορ. Το απέδειξε αυτό και στο εκτενές άρθρο (στην πραγματικότητα, μανιφέστο εφ΄όλης της ύλης) που δημοσίευσε στην ρωσική εφημερίδα “Κομερσάντ” και αναδημοσιεύθηκε σε αγγλική μετάφραση στην ιστοσελίδα του υπουργείου του.
Σε αυτό, μεταξύ άλλων, ο ισχυρός άνδρας της πλατείας Σμολένσκαγια αναγνωρίζει ότι ήταν ήταν η Δύση αυτή που έπλασε το σύνθημα “Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη”. Προσθέτει ωστόσο δηκτικά: Δεν ξέρω κατά πόσον ο όρος “αδελφοσύνη” θεωρείται πολιτικά ορθός στην σημερινή Ευρώπη από την οπτική της θεωρίας του κοινωνικού φύλου (gender perspective), αλλά τουλάχιστον δεν υπήρξαν προσπάθειες να καταπατηθεί η ισότητα μέχρι στιγμής.,,
Ο Σεργκέι Λαβρόφ είναι επίσης και άνθρωπος με γλωσσολογικά ενδιαφέροντα. Το αποδεικνύει αυτό στο ίδιο άρθρο η εκτενής παρέμβασή του σχετικά με τις λέξεις “νόμος” και ‘”κανόνας”. Όπως αναφέρει, στα ρωσικά οι δύο αυτές λέξεις ανάγονται στην ίδια ρίζα, όμως σε άλλες γλώσσες αυτό δεν ισχύει (πρβ. “rule” και “law” στα αγγλικά). Παρατηρώντας δε τη συσχέτιση της λέξης “rule” με τον “ruler”, είτε με τη σημασία του “κυβερνήτη” είτε με τη σημασία του “χάρακα”, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών συμπεραίνει ότι η προσφιλής στην δυτική διπλωματική ορολογία “κυριαρχία των κανόνων” δεν αναφέρεται σε κάποιους κοινά αποδεκτούς νόμους, όσο στην συμμόρφωση προς τις αποφάσεις αυτού και κυβερνά – και στην ευθυγράμμιση των πάντων με τα μέτρα που θέτει η Δύση.
Πρόκειται για τον κεντρικό άξονα του “μανιφέστου Λαβρόφ”, το οποίο αρθρώνεται γύρω από την αντιπαράθεση του “διεθνούς δικαίου” και της “βασισμένης σε κανόνες παγκόσμιας τάξης” (rules based order) που επικαλείται η Δύση. Το πρώτο αφορά και δεσμεύει τους πάντες στην διεθνή κοινότητα, έχει σαφές περιεχόμενο και στηρίζεται στην κυριαρχική ισότητα των κρατών. Η δεύτερη, ωστόσο, στηρίζεται σε μία δομική ανισοτιμία: οι “κανόνες”, όχι πάντα σαφείς ή γνωστοί εκ των προτέρων, διακηρύσσονται από μία συνάθροιση ομονοούντων επί της ατζέντας της προτίμησής τους και χρησιμοποιούνται ως όπλο έναντι τρίτων, συνήθως με τη μορφή των κυρώσεων. Εξ ού και η φράση του Εμανουέλ Μακρόν ότι “πολυμέρεια δεν σημαίνει ομοφωνία”.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η Δύση δημιουργεί “βολικά σχήματα, όπου δεν προσκαλούνται οι διαφωνούντες”, την ώρα, που υφίστανται τα γενικής αποδοχής πεδία συνομιλιών εντός του συστήματος του ΟΗΕ, όπου όμως, “εκφράζονται εναλλακτικές απόψεις, οι οποίες πρέπει να συνυπολογίζονται, να αναζητείται συμβιβασμός, ενώ το σημαντικό για τη Δύση είναι να επιβεβαιώσει τους δικούς της “κανόνες””.
Οι “τρίτοι” προς τους οποίους στρέφεται αυτή η πρακτική είναι κατεξοχήν οι “αυταρχικές δυνάμεις”, δηλ. η Κίνα και η Ρωσία, που, κατά τον Λαβρόφ, στοχοποιούνται αντιστοίχως για την οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική της ανάδυση και την αντίδρασή της στις “εξτρεμιστικές και νεοναζιστικές τάσεις στην πολιτική γειτονικών χωρών”, (βλ. Ουκρανία) και την αλληλεγγύης προς “χώρες, οι οποίες κατέστησαν θύμα των δυτικών τυχοδιωκτισμών και υπέστησαν επίθεση της διεθνούς τρομοκρατίας έως της απειλής να χαθεί η κρατική τους υπόσταση, όπως συνέβη στη Συρία”.
Αλλά αυτό που κυρίως ενοχλεί τον επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας είναι το γεγονός ότι οι “κανόνες” που εκπονεί η Δύση συγκροτημένη σε “συνασπισμό των δημοκρατιών” αφορούν ολοένα και περισσότερο την εσωτερική ζωή των ευρασιατικών δυνάμεων, γεγονός αντιφατικό, εφόσον στηρίζεται σε μια ιεραρχημένη και αντιδημοκρατική σύλληψη της διεθνούς σκηνής.
“Αυξάνοντας τις κυρώσεις και παρεμφερή μέτρα παράνομης πίεσης σε κυρίαρχες κυβερνήσεις, η Δύση διαδίδει τον ολοκληρωτισμό στις διεθνείς υποθέσεις, τηρεί αυτοκρατορική, νεοαποικιακή στάση ως προς τις άλλες χώρες”, υποστηρίζει ο Σεργκέι Λαβρόφ, ο οποίος χαρακτηρίζει “αδιέξοδη” την επιλογή της έξωθεν επιβολής “του μοντέλου δημοκρατίας”, που επιθυμεί η Δύση, διότι “στον κόσμο δεν υπάρχει ένας πολιτισμός – η Ρωσία, η Κίνα και άλλες μεγάλες δυνάμεις έχουν τη δική τους χιλιετή ιστορία, τις παραδόσεις, τις αξίες, τον τρόπο ζωής τους”.
Η διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου είναι γεγονός, κατά τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών και η αγνόησή του, “δεν θα φέρει πιο κοντά τη διευθέτηση όχι των επινοημένων, αλλά των πραγματικών προβλημάτων, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτείται διάλογος με αμοιβαίο σεβασμό με τη συμμετοχή των κορυφαίων χωρών του κόσμου και με υπολογισμό των συμφερόντων όλων των υπολοίπων μελών της διεθνούς κοινότητας”.
Η ερμηνεία του Λαβρόφ είναι ότι “η συλλογική ιστορική Δύση, η οποία κυριάρχησε για διάστημα πεντακοσίων ετών επί των πάντων, δεν μπορεί να μην συνειδητοποιεί ότι εκείνη η εποχή φεύγει αναπόδραστα, ωστόσο θα ήθελε να διατηρήσει τις διολισθαίνουσες θέσεις, να φρενάρει τεχνητά την αντικειμενική διαδικασία σχηματισμού του πολυκεντρικού κόσμου”.
Δεν θα πρέπει πάντως να αγνοηθεί και η κοσμοθεωρητική διάσταση που επιχειρεί να δώσει ο Λαβρόφ στην εν λόγω αντιπαράθεση, αφού, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, οι δυτικοί “κανόνες” “επιβουλεύονται όχι μόνο το διεθνές δίκαιο, αλλά και την ίδια τη φύση του ανθρώπου”, καθώς “σε σχολεία σειράς δυτικών χωρών πείθουν τα παιδιά στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν αμφιφυλόφιλος”, ενώ “οι προσπάθειες υπεύθυνων πολιτικών να προστατεύσουν τα παιδιά από την επιθετική ΛΟΑΤΚΙ προπαγάνδα προσκρούουν σε επιθετικές διαδηλώσεις της “φωτισμένης Ευρώπης””. Κατά την άποψη του Ρώσου υπουργού “πραγματοποιείται επίθεση στα θεμέλια όλων των παγκόσμιων θρησκειών, στον γενετικό κώδικα των κομβικών πολιτισμών του πλανήτη”, καθώς “οι ΗΠΑ ηγήθηκαν της ευθείας κρατικής παρέμβασης στις υποθέσεις της Εκκλησίας, επιδιώκοντας ανοιχτά το σχίσμα στην παγκόσμια Ορθοδοξία, οι αξίες της οποίας αντιμετωπίζονται ως ισχυρό πνευματικό εμπόδιο στην οδό της φιλελεύθερης αρχής της δίχως όρια επιτρεπτικότητας”.
Προφανώς όλα αυτά δεν είναι άσχετα με το γεγονός ότι ο 71χρονος Λαβρόφ συμβαίνει αυτή την περίοδο για πρώτη φορά να εμπλέκεται ενεργά στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της χώρας του, συμμετέχοντας στην κορυφαία πεντάδα του ψηφοδελτίου του κυβερνώντος κόμματος της “Ενιαίας Ρωσίας” στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.
Αποτελούν, όμως, και ένα μήνυμα προς τα έξω πολύ αυστηρότερο από αυτά που εκπέμπει ο Βλαντίμιρ Πούτιν – και μένει αν φανεί αν η απόκλιση αυτή είναι πραγματική ή απλώς προκύπτει από κατανομή ρόλων.
Όπως πάντως σημειώνει στο άρθρο του ο Λαβρόφ, βάση της ρωσικής πολιτικής είναι πλέον “η γραμμή για αυτοδύναμη, ανεξάρτητη ανάπτυξη, η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, με ετοιμότητα όμως να προβαίνουμε σε συμφωνίες με ξένους εταίρους σε ισότιμη βάση”. “Οι μονομερείς υποχωρήσεις του τέλους της δεκαετίας του 1990 έκτοτε δεν υπήρξαν και ποτέ δεν θα υπάρξουν”, διότι “οι χώρες, που σέβονται τον εαυτό τους, ποτέ δεν θα επιτρέψουν να τους μιλούν βάσει τελεσιγράφων”.
capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

