Διεθνή
Μποφόρ για εθνικά θέματα: Αγαίο – Αν. Μεσόγειο – Κύπρο
Οι κινήσεις του Ερντογάν, η «εισβολή» στα Βαρώσια και οι τουρκικές «ντρίμπλες» περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών
Αθανασόπουλος Άγγελος Αλ.
Η κίνηση του «πιλοτικού» ανοίγματος της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου (Βαρώσι) από το κατοχικό καθεστώς της Βόρειας Κύπρου κατά τη διάρκεια της «μαύρης επετείου» του πρώτου Αττίλα – παρουσία του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν – ξεκαθάρισε ότι για την Αγκυρα το Κυπριακό είναι σαφώς άλλο ζήτημα από τον στενό πυρήνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η τουρκική πλευρά έχει ξεκάθαρα αποτυπώσει τον σχεδιασμό της για όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και πέραν αυτής. Αυτός δεν περιορίζεται στο ζήτημα των υδρογονανθράκων και της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, όπως αφελώς επιμένουν να πιστεύουν ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες με φιλοδοξία διαμεσολάβησης με σκοπό την αποκλιμάκωση, π.χ. η Γερμανία ή η Ισπανία. Η Κύπρος συνιστά, σήμερα ίσως πολύ περισσότερο από την κεμαλική περίοδο, κομβικό γρανάζι στην εκδίπλωση μιας σαφώς αναθεωρητικής στρατηγικής εκ μέρους της Αγκυρας με αρχικό χρονικό ορίζοντα την εκατονταετηρίδα από την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκίας το 1923, η οποία συμπληρώνεται σε δύο χρόνια από σήμερα, το 2023. Από την άποψη αυτή, σημειώνουν έμπειροι παρατηρητές των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο «Βήμα», η Κύπρος πρέπει να ελεγχθεί πολιτικά, χωρίς να σημαίνει ότι αυτό πρέπει να γίνει απαραίτητα μέσω μιας λύσης δύο κρατών. Εκτιμάται δε ότι η συνομοσπονδία ίσως ευνοεί καλύτερα τους τουρκικούς σχεδιασμούς.
Οι ανησυχίες της Αθήνας
Ωστόσο, όπως «Το Βήμα» πληροφορείται, οι ανησυχίες της Αθήνας δεν περιορίζονται στο Κυπριακό. Ούτως ή άλλως – και παρά ορισμένες ρητορικές εξάρσεις για την τακτική επιδίωξης ενός «ήσυχου θέρους» που εκτοξεύτηκαν και διά στόματος του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά – ουδείς εκ των εμπλεκομένων στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων (με πρώτο τον Πρωθυπουργό) διακατεχόταν από αφέλεια για την τουρκική συμπεριφορά. Η πλέον πρόσφατη ανησυχία προκύπτει από την τελευταία επιστολή που κατέθεσε στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Εθνη Φεριντούν Σινιρλίογλου. Η ευθεία κατηγορία που εξαπέλυσε ο τούρκος διπλωμάτης ότι η Ελλάδα παραβιάζει καθαρά τους όρους αποστρατιωτικοποίησης που προβλέπουν, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, οι Συνθήκες Ειρήνης της Λωζάννης (1923) και των Παρισίων (1947) επαναφέρει πιο δυναμικά από ποτέ στο προσκήνιο τη θεωρία της Αγκυρας ότι η ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων έγινε υπό όρους. Η δε απάντηση σε μια τέτοια επιστολή δεν μπορεί να είναι στείρα νομική, αλλά να συνδυάζει νομικά και πολιτικά επιχειρήματα.
Το Κυπριακό σε στενωπό
Η κατάσταση σήμερα στο Κυπριακό είναι πολύ θολή και η συνάντηση των Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Αναστασιάδη την προσεχή Τρίτη στην Αθήνα (επί τη αφορμή και της τριμερούς συνάντησης Ελλάδας – Κύπρου – Ιορδανίας) ίσως βοηθήσει να τεθούν ορισμένα ζητήματα επί τάπητος. Η εικόνα δεν περιορίζεται όμως στο τρίγωνο Αθήνα – Λευκωσία – Αγκυρα. Εμμέσως εμπλέκονται και τρίτοι παίκτες, με βασικότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Αγκυρα δεν είναι καλές, αλλά την ίδια στιγμή οι Αμερικανοί «ψάχνονται» απέναντί της. Με το βλέμμα στραμμένο στην Κίνα, αναζητούν τρόπο να κλείσουν μέτωπα ώστε να έχουν ηρεμία να διαχειριστούν την πρόκληση εξ Ανατολών. Το έκαναν με τη συνάντηση Μπάιντεν – Πούτιν στη Γενεύη, τη συνάντηση Μπάιντεν – Μέρκελ για τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream II και την Ουκρανία, το πράττουν με την αποχώρησή τους από το Αφγανιστάν. Αυτό το τελευταίο μέτωπο επιδιώκει να εκμεταλλευτεί ο κ. Ερντογάν, όχι επειδή επιθυμεί απαραίτητα να επιστρέψουν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις σε προηγούμενες εποχές, αλλά για να κινηθεί απερίσπαστος προς τις προεδρικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για το 2023.
Αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν αδιέξοδο. Η Αθήνα και η Λευκωσία βρίσκουν ευήκοα ώτα στην Ουάσιγκτον χάρη κυρίως στη δυναμική προσωπικότητα του επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας Ρόμπερτ Μενέντεζ. Είναι όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες έτοιμες να αναλάβουν το κόστος μιας διευθέτησης του Κυπριακού και να εμπλακούν ενεργά; Εύκολη απάντηση δεν υπάρχει, όπως μαρτυρούν διπλωματικές πηγές στην Αθήνα και στην Ουάσιγκτον. Το βασικό «αγκάθι» στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας παραμένουν οι S-400, όχι το Κυπριακό ή τα ελληνοτουρκικά.
Την ίδια ώρα, η Αγκυρα παραμένει συνεπής στη δημιουργία τετελεσμένων επί του εδάφους και το άνοιγμα του 3,5% των Βαρωσίων εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική. Αν γίνουν μαζικές προσφυγές από Ελληνοκυπρίους προς την Επιτροπή Αποζημιώσεων των Κατεχομένων (η οποία, σημειωτέον, έχει αναγνωριστεί ως ένδικο μέσο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – ΕΔΑΔ), οι συνθήκες θα αλλάξουν. Ισως τότε ανοίξει όλη η περίκλειστη πόλη και ο «φάκελος: Εδαφικό» κλείσει οριστικά εν όψει μελλοντικών διαπραγματεύσεων.
Τα επόμενα βήματα
Τα περιθώρια ελιγμών είναι στενά. Η έκδοση Προεδρικής Δήλωσης από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Γαλλίας στον ΟΗΕ Νικολά ντε Ριβιέ, ο οποίος προεδρεύει αυτή την περίοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχει τη σημασία της, καθώς χρειάστηκε ευρεία διπλωματική κινητοποίηση, με σειρά τηλεφωνημάτων και επαφών, των Νίκου Δένδια και Νίκου Χριστοδουλίδη, αλλά και στήριξη από τις ΗΠΑ (ο Αντονι Μπλίνκεν «έριξε το βάρος του» όταν χρειάστηκε), εφόσον το Λονδίνο (που διατηρεί τη θέση του «penholder» σχετικά με το Κυπριακό) δεν εμφανιζόταν διατεθειμένο να εντάξει στο κείμενο της δήλωσης αναφορές σε καταδίκη όσων συνέβησαν στα Βαρώσια και στην υπόδειξη των υπευθύνων, δηλαδή Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων. Ωστόσο, ο ενθουσιασμός θα ήταν μάλλον υπερβολικός, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί και άλλη δήλωση σχετικά με τις τουρκικές κινήσεις για τα Βαρώσια, τον Οκτώβριο του 2020, η οποία δεν αποθάρρυνε την Αγκυρα. Η επόμενη μάχη θα αφορά την Εκθεση του Γενικού Γραμματέα για την ανανέωση της θητείας της UNFICYP.
Η γερμανική απροθυμία και οι ρωσικές ιδέες
Από την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) οι προσδοκίες είναι περιορισμένες. Οι γνώστες του παρασκηνίου των τελευταίων ημερών τόνιζαν προς «Το Βήμα» ότι η γερμανική Καγκελαρία (όπου την… μπαγκέτα στο θέμα αυτό κρατά ο διπλωματικός σύμβουλος της Ανγκελα Μέρκελ, ο Γιαν Χέκερ) δεν επιθυμεί επ’ ουδενί – και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο – να ανοίξει πάλι η «υπόθεση Τουρκία». Αυτό θέτει και τα περιθώρια κινήσεων ανθρώπων όπως ο Ζοζέπ Μπορέλ, αν υποθέσουμε ότι ο ύπατος εκπρόσωπος για την εξωτερική πολιτική ήθελε να κινηθεί δυναμικότερα. Οι τελευταίες πληροφορίες μιλούσαν για πιθανή σύγκληση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων μέσω τηλεδιάσκεψης και όχι με φυσική παρουσία, άρα ανάλωση σε γενική συζήτηση. Οι δε ρωσικές ιδέες περί αντικατάστασης του σημερινού συστήματος εγγυήσεων στην Κύπρο από ένα άλλο στο πλαίσιο του ΟΗΕ συνιστούν εύσχημο τρόπο ώστε να αποκτήσει η Μόσχα ευρύτερο ρόλο στην περιοχή.
Το μείζον ερώτημα αφορά τα επόμενα βήματα στο Κυπριακό. Καθώς οι Τουρκοκύπριοι εμμένουν στη λύση των δύο κρατών επί τη βάσει του εγγράφου που κατέθεσαν στην άτυπη πενταμερή διάσκεψη της Γενεύης, πρόοδος θα υπάρξει πολύ δύσκολα. Το Λονδίνο συνεχίζει τον παρασκηνιακό του ρόλο και ο Αζάι Σάρμα, ο «άνθρωπος του Foreign Office» για το Κυπριακό, βρέθηκε πάλι στο νησί τις προηγούμενες ημέρες για συναντήσεις με τις δύο πλευρές. Σύμφωνα με πληροφορίες, φέρεται να επιδίωκε την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των Νίκου Αναστασιάδη και Ερσίν Τατάρ, αλλά η Λευκωσία θα έβλεπε με πιο θετικό μάτι την καταγραφή σε ένα έγγραφο των αιτημάτων κάθε πλευράς πέραν όσων περιέχονται στο Πλαίσιο Γκουτέρες που προέκυψε από το Κραν Μοντανά το 2017. Αυτό ίσως επέτρεπε να δημιουργηθούν ζεύγη θεμάτων και κάποιου είδους «πάρε-δώσε». Τόσο όμως η εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Κύπρο όσο και οι τουρκικές επιδιώξεις δεν αφήνουν ουσιαστικά περιθώρια αισιοδοξίας και η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία στην οποία οι περισσότεροι ομνύουν μοιάζει αυτή τη στιγμή ημιθανής.
Οι επιστολές Σινιρλίογλου
Η επιστολή Σινιρλίογλου της 13ης Ιουλίου – σε συνδυασμό με την αμέσως προηγούμενη της 15ης Ιουνίου – θέτουν το συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο επιθυμεί να κινηθεί η Αγκυρα και στις διερευνητικές επαφές (ο επόμενος γύρος των οποίων βρίσκεται «στον αέρα»), «ροκανίζοντας» ακόμη και συναινέσεις που είχαν στο παρελθόν συμφωνηθεί αναφορικά με τον οδικό χάρτη προς τη διαπραγμάτευση ενός συνυποσχετικού. Η βασική επιδίωξη είναι η διεύρυνση της ατζέντας με θέματα που υπερβαίνουν την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Τα θέματα αυτά δεν είναι άγνωστα, αλλά αγγίζουν τον σκληρό πυρήνα της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Η περιγραφή των τουρκικών αιτιάσεων υπήρξε σαφής ήδη από την αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα» εν όψει της πρόσφατης επίσκεψής του στην Ελλάδα ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Οι προθέσεις της Αγκυρας δεν έχουν περάσει απαρατήρητες ούτε στο Μέγαρο Μαξίμου ούτε στο υπουργείο Εξωτερικών, ενώ κινούνται σε δύο άξονες.
Από τη μια πλευρά, η Τουρκία διαμηνύει ότι δεν είναι αντίθετη στην προσφυγή σε κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για τις διαφορές με την Ελλάδα. Από την άλλη, όμως, εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για την ύπαρξη των ισχυρών ελληνικών επιφυλάξεων σχετικά με την αποδοχή της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔΧ), οι οποίες επικαιροποιήθηκαν με δήλωση που κατέθεσε τον Ιανουάριο του 2015 στον ΟΗΕ η Αθήνα, επί υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Βενιζέλου. Οι ελληνικές επιφυλάξεις αφορούν α) διαφορές σχετικές με στρατιωτικές δραστηριότητες και με μέτρα για την προάσπιση της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής ασφάλειας και για σκοπούς εθνικής άμυνας και β) διαφορές σχετικές με τα σύνορα και με την εδαφική ακεραιότητα (όπως τα όρια και το εύρος των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου).
«Κυριαρχία υπό όρους», το νέο παιχνίδι της Αγκυρας
Η προσεκτική μελέτη των πρόσφατων επιστολών του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας στον ΟΗΕ μιλά από μόνη της. Σε αυτή της 13ης Ιουλίου δηλώνει ξεκάθαρα ότι «η Ελλάδα παραβιάζει βασικές προβλέψεις των Συνθηκών με βάση τις οποίες απέκτησε κυριαρχία επί αυτών των νησιών (σ.σ. της Λωζάννης και των Παρισίων), το οποίο, από νομικής απόψεως, σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί, έναντι της Τουρκίας, να βασίζεται στους τίτλους κυριαρχίας για τη χάραξη θαλασσίων ορίων. Αυτό συμβαίνει επειδή η Ελλάδα, έχοντας αποτύχει να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις της βάσει των Συνθηκών, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να αναγνωρίζεται ότι διατηρεί δικαιώματα που ισχυρίζεται ότι απορρέουν από αυτές». Η τουρκική επιχειρηματολογία εκκινεί από την «κυριαρχία υπό όρους» της Ελλάδας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στα Δωδεκάνησα, όπου όρος είναι η αποστρατιωτικοποίηση. Εφόσον η Ελλάδα διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις στα νησιά, η κυριαρχία της τίθεται υπό αμφισβήτηση και μαζί με αυτήν τα δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες (ακόμη και σε χωρικά ύδατα).
Αναζητώντας βάση για τη νομική της επιχειρηματολογία, η Αγκυρα συγχέει διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάννης, όπως το άρθρο 12 που επιβεβαιώνει την ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου με το άρθρο 13 που ομιλεί για τη μερική αποστρατιωτικοποίηση Λέσβου, Χίου, Σάμου και Ικαρίας. Παράλληλα, και αναφορικά με το αρχικό καθεστώς πλήρους αποστρατιωτικοποίησης της Λήμνου και της Σαμοθράκης (που προβλεπόταν από τα άρθρα 4 και 6 της Σύμβασης της Λωζάννης για τα Στενά), η Αγκυρα επιμένει να αρνείται ότι αυτό ήρθη μαζί με τον συνολικό επανεξοπλισμό των Στενών με τη Σύμβαση του Μοντρέ το 1936. Οσο για τα περί αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων, που προβλεπόταν από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, η Τουρκία ως μη συμβαλλόμενο μέρος δεν αντλεί δικαιώματα από αυτή (res inter alios acta). Ισως για αυτό ο κ. Σινιρλίογλου ομιλεί για ευρύτερη απειλή για την περιφερειακή ειρήνη και ασφάλεια.
Στην επιστολή της 15ης Ιουνίου, ο κ. Σινιρλίογλου είχε προετοιμάσει το έδαφος για το επόμενο ζήτημα που ενοχλεί την Τουρκία, αυτό των ελληνικών επιφυλάξεων σε σχέση με το ΔΔΧ (σημειώνεται ότι το 2015 η Αθήνα κατέθεσε επιφύλαξη και στο πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας – UNCLOS – με την οποία εξαιρεί από τις δικαιοδοτικές διαδικασίες αυτής την επίλυση διαφορών για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών). Είναι εντυπωσιακό ότι ο κ. Σινιρλίογλου, προερχόμενος από μια χώρα που δεν έχει υπογράψει την UNCLOS, αφού επιτίθεται στην Ελλάδα για τη μονομερή προσφυγή της στο ΔΔΧ για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου τη δεκαετία του 1970, στη συνέχεια την κατηγορεί ότι εμποδίζει μέσω των επιφυλάξεών της να τεθούν υπό την κρίση του ΔΔΧ θέματα όπως τα χωρικά ύδατα, ο εθνικός εναέριος χώρος και η αποστρατιωτικοποίηση.
Πηγή: Το Βήμα
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

