Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η κρίση στην Τυνησία, ο “αφοπλισμός” της Μουσουλμανικής Μειονότητας και οι γεωπολιτικές προεκτάσεις

Δημοσιεύτηκε στις

Κρίση στην Τυνησία με αβέβαιο μέλλον και γεωπολιτικές προεκτάσεις

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος

Η Τυνησία, η χώρα απ’ όπου ξεκίνησε η Αραβική Άνοιξη μετά την αυτοπυρπόληση του νεαρού πλανόδιου οπωροπώλη Μωχάμεντ Μπουαζίζι τον Δεκέμβριο του 2010, επανέρχεται και πάλι στο διεθνές προσκήνιο. Όπως είναι ήδη γνωστό το βράδυ της Κυριακής ο Πρόεδρος της χώρας Καίς Σαγιέντ, επικαλούμενος το άρθρο 80 του Συντάγματος για επαπειλούμενο κίνδυνο, απέπεμψε την Κυβέρνηση Συνασπισμού του Χισάμ Μασίσι στην οποία κυριαρχούσε το ισλαμικό «Κίνημα Αναγέννησης» ή Ενάχντα (52 από τις 217 έδρες) που αποτελεί μία υποτιθέμενη «λάιτ εκδοχή» της Μουσουλμανικής Αδελφότητος. Παράλληλα ανέστειλε για ένα μήνα τις εργασίες της κατακερματισμένης Βουλής της Τυνησίας όπου κανένα κόμμα δεν ξεπερνάει το 25%, αίροντας και την ασυλία των βουλευτών.

Οι αντίπαλοι του Προέδρου με πρώτον απ’ όλους τον Πρόεδρο της Βουλής και Αρχηγό του Κόμματος Ενχάντα Ρασίντ Γκανούσι, το οποίο όπως προαναφέρθηκε είναι και το μεγαλύτερο σε έδρες κοινοβουλευτικό κόμμα, μιλούν για «Πραξικόπημα» απέναντι στην Επανάσταση. Παρεμπιπτόντως ο βασικός χρηματοδότης του κόμματος αυτού είναι το Κατάρ το οποίο υποστηρίζει κάθε έκφανση της Μουσουλμανικής Αδελφότητα στην Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική. Μέχρι τώρα η αντίδραση του περιορίστηκε στο να εισέλθει στο Κοινοβούλιο αλλά εμποδίστηκε από τις Δυνάμεις Ασφαλείας που το φρουρούν και προς το παρόν κάνει καθιστική διαμαρτυρίας έξω από αυτό.

Επισημαίνεται ότι ο Πρόεδρος Σαγιέντ ο οποίος είναι Συνταγματολόγος, στο διάγγελμα του προειδοποίησε ότι «όσοι σκέφτονται να καταφύγουν σε όπλα … και όποιος πυροβολήσει μια σφαίρα, οι ένοπλες δυνάμεις θα ανταποκριθούν με σφαίρες»! Στρατιωτικές Δυνάμεις ελέγχουν ήδη κρίσιμες εγκαταστάσεις και κυβερνητικά κτήρια και η ηγεσία των ΕΔ στέκεται δίπλα στον Σαγιέντ.

Τα όσα συμβαίνουν από προχθές στην όχι και μακρινή μας Τυνησία, δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Είναι απόρροια μίας παρατεταμένης πολιτικής και οικονομικής κρίσης και με τα σκάνδαλα διαφθοράς της εύθραυστης Κυβέρνησης Συνασπισμού να ταλανίζουν την δημόσια ζωή της χώρας. Έχουν προκύψει σοβαρά συνταγματικά προβλήματα στο Σύνταγμα του 2014 που ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμών των πολιτικών δυνάμεων, αλλά το Συνταγματικό Δικαστήριο που κρίθηκε αρμόδιο για να τα επιλύσει δεν έχει… Δικαστές!

Σε όλα αυτά προστέθηκε ιδιαίτερα το τελευταίο τρίμηνο και το πρόβλημα της ραγδαίας εξάπλωσης της πανδημίας Covid-19 με την Τυνησία των 12 εκατομμυρίων περίπου κατοίκων να έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά θνητότητας. Οι θάνατοι πλησιάζουν τους 19.000 με 600.000 περίπου καταγεγραμμένα κρούσματα και την συντριπτική πλειοψηφία του λαού να είναι εξοργισμένη με την ανικανότητα της μέχρι σήμερα Κυβέρνησης. Οι διαδηλώσεις ήταν σχεδόν καθημερινές.

Δεν θα πάμε λόγω έκτασης πίσω στην Επανάσταση που ανέτρεψε το καθεστώς του Μπεν Αλί και κυριολεκτικά πυροδότησε την λεγόμενη Αραβική Άνοιξη. Θα τονίσουμε όμως ότι η Τυνησία αποτέλεσε την εξαίρεση στον κανόνα μιας και είναι η μόνη που οδηγήθηκε στην καθιέρωση κράτους με φιλελεύθερους θεσμούς. Και δεν είναι συμπτωματικό το ότι από τις έξι χώρες που βίωσαν την Αραβική Άνοιξη είναι η εγγύτερη γεωγραφικά στην Ευρώπη των δημοκρατικών θεσμών, ούτε το ότι 10% των υπηκόων της ζουν στο εξωτερικό με τους περισσότερους από αυτούς στην Γαλλία να πηγαινοέρχονται τακτικά στην πατρίδα τους όπως επισημαίνει ο Καθηγητής του Ινστιτούτου Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού, Ζιλ Κεπέλ στο βιβλίο του «Έξοδος από το Χάος». Αποτέλεσμα αυτού είναι να υπάρχει μία ισχυρή μεσαία εκκοσμικευμένη αστική τάξη.

Αυτή λοιπόν η αστική τάξη της Τυνησίας συνετέλεσε στο να εκλεγεί Πρόεδρος τον Οκτώβριο 2019 ο ανεξάρτητος Καίς Σαγιέντ, με το εκπληκτικό ποσοστό 72% και παρ όλο που δεν είχε κάνει ουσιαστική προεκλογική εκστρατεία. Και αυτό οφειλόταν στην αντίδραση για τις 52 από τις 217 έδρες που είχε κερδίσει στις βουλευτικές εκλογές το Ισλαμικό Ενάχντα ή Ντάχντα, όπως οι Τυνήσιοι το αποκαλούν.

Τα πλήθη λοιπόν των ανθρώπων που για πολλούς μήνες διαδήλωναν εναντίον της Κυβέρνησης, ξεχύθηκαν το βράδυ της Κυριακής στους δρόμους της Τύνιδας επευφημώντας τον Τυνήσιο Πρόεδρο που σημειωτέον δεν δίστασε να αναμειχθεί μαζί τους στην Λεωφόρο Χαμπίμπ Μπουργκίμπα (1ος Πρόεδρος και ιστορικός ηγέτης της Τυνησίας) ανήκουν σε αυτήν την μεσαία αστική τάξη της χώρας που προαναφέραμε. Τα βασικά αιτήματα τους είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος με αυξημένες αρμοδιότητες του Προέδρου κάτι που θέτει επίμονα και ο ίδιος ο Σαγιέντ και η συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης με μεγαλύτερο ρόλο του στρατού, ίσως γιατί αυτός παραδοσιακά εξασφαλίζει τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Από την άλλη οι υποστηρικτές του Ντάχντα αιφνιδιασμένοι προς το παρόν δεν έχουν αντιδράσει μαζικά μέχρι τώρα εκτός από κάποιες μικροσυμπλοκές που γίνονται στα περίχωρα και στην παλαιά πόλη (Κάσμπα) όπου υπάρχει έντονο ισλαμιστικό κίνημα.

Βλέπουμε ότι το ρήγμα των δύο «Τυνησιών» παγιώνεται και είναι άγνωστη η τελική έκβαση. Η χώρα βρίσκεται λίγο πριν την οικονομική κατάρρευση με τις διαπραγματεύσεις για ένα νέο δάνειο από το ΔΝΤ να έχουν τελματώσει. Είναι εξαιρετικά δυσχερές να εκτιμηθεί η επόμενη ημέρα. Το σενάριο να μονιμοποιήσει ο Σαγιέντ την προσωρινή αναστολή της Βουλής και να καταλήξει σε μία μορφή δικτατορίας, θα τολμήσω να πω, ότι συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες.

Όπως λίγες πιθανότητες πάντα κατά την εκτίμηση μας έχει και το σενάριο να υπάρξει πλήρης «διάρρηξη» των δύο… «Τυνησιών» με την ισλαμική Τυνησία υπό την Ενάχντα να κηρύσσει τον πόλεμο στην κοσμική. Το πιθανότερο είναι μετά τον διορισμό νέας Κυβέρνησης να προχωρήσει ο Πρόεδρος παράλληλα με την επαναλειτουργία του Κοινοβουλίου σε διαδικασία αναθεώρησης τους Συντάγματος εγκαθιστώντας Προεδρικό Σύστημα παρόμοιο με της Αιγύπτου και με εκλογές που θα προηγηθούν.

Η πολιτική κρίση στην Τυνησία έχει αναντίρρητα και σημαντικές διεθνοπολιτικές προεκτάσεις που ενδιαφέρουν και την Ελλάδα. Η απομάκρυνση από την Κυβέρνηση του Ισλαμικού Κόμματος Ενχάντα, το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με την Μουσουλμανική Αδελφότητα εξασθενίζει την επιρροή της Τουρκίας στην Τυνησία και ταυτόχρονα στερεί την φιλοτουρκική Λιβυκή Κυβέρνηση Νταμπέιμπα και λοιπών φίλων της ΜΑ στην Λιβύη από ερείσματα εκεί. Για τον λόγο αυτό πολλοί Τούρκοι κυβερνητικοί παράγοντες δίνουν… ρεσιτάλ στο tweeter ξιφουλκώντας κατά του Τυνήσιου Προέδρου και καταδικάζοντας το «Πραξικόπημα» με τον αρχιπροπαγανδιστή της Τουρκικής Προεδρίας Φαχρεντίν Αλτούν να δηλώνει λίγο-πολύ ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να συνδράμει τον λαό της Τυνησίας στην αποκατάσταση της … δημοκρατίας!

Είναι γνωστό βέβαια ότι οι Τούρκοι ανησυχούν για τις δημοκρατίες των άλλων! Από δίπλα το Κατάρ «εταίρος» της Τουρκίας και υποστηρικτής των «απανταχού» Αδελφών Μουσουλμάνων να χρησιμοποιεί ως συνήθως το Αλ Τζαζίρα εναντίον του Σαγιέντ και όσους τον υποστηρίζουν καλώντας σε αντίσταση. Για το λόγο αυτό η Αστυνομία έκλεισε το Γραφείο της Αλ Τζαζίρα στην Τύνιδα.

Όπως ήταν αναμενόμενο o Χαλίφα Χάφταρ χαιρέτησε την απόφαση του Προέδρου Σαγιέντ και δήλωσε ότι θα αναπτύξει δυνάμεις στα σύνορα με την Τυνησία για να μην εισέλθουν τρομοκρατικά στοιχεία στην Τυνησία κάτι βέβαια που υποκαθιστά την Κυβέρνηση της Τρίπολης. Η Αίγυπτος από την πλευρά της είναι ευτυχής με οποιαδήποτε μείωση της επιρροής της Μουσουλμανικής Αδελφότητος αλλά είναι στέκεται πολύ προσεκτικά. Ρωσία και Ευρωπαίοι περιορίστηκαν στις αοριστίες και στα ευχολόγια για συνταγματική αποκατάσταση συντόμως.

Θα τολμήσω να πω, ότι καλό θα ήταν στην Ελλάδα να παρακολουθήσουμε την κατάσταση με βάση τα εθνικά μας συμφέροντα και να μην δούμε την πολιτική κρίση στην Τυνησία και τις πιθανές μελλοντικές εξελίξεις μέσα από έναν «λιγκαλισμό». Οι διεθνείς σχέσεις χαρακτηρίζονται καλώς ή κακώς από μία διάχυτη κυνικότητα όπως συνηθίζω να λέω και τα συμφέροντα είναι αυτά που τις διαμορφώνουν. Οτιδήποτε αποδυναμώνει την επιρροή της Τουρκίας στην ευρύτερη περιφέρεια, μίας επιθετικής Τουρκίας η οποία συνιστά απειλής ασφαλείας για την χώρας μας είναι προς το συμφέρον μας.

* Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής και Εκτελεστικός Διευθυντής στο «Παρατηρητήριο Ευρωμεσογειακής Ασφάλειας και Συνεργασίας».

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις12 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις27 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις42 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή