Διεθνή
Η σκληρή γεωπολιτική σύγκρουση από τη Λιβύη μέχρι τον Περσικό Κόλπο, η Κύπρος και η Ελλάδα
Ο «ανταγωνισμός των συμμαχιών», οι σχεδιασμοί Αθήνας και Αγκυρας, η Ουάσιγκτον και ο ρόλος Αιγύπτου, Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Σαουδικής Αραβίας – Γιατί ρόλο-κλειδί παίζει η στάση της Τρίπολης
Αθανασόπουλος Άγγελος Αλ.
Ενα πολύ σκληρό γεωπολιτικό παιχνίδι επιρροής σε όλη την περιοχή που εκκινεί από τη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο, «ανεβαίνει» στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία και «κατεβαίνει» μέχρι τον Κόλπο βρίσκεται σε εξέλιξη αυτό το διάστημα, με την Ελλάδα και την Τουρκία να τοποθετούνται σε διαφορετικά στρατόπεδα.
Η Αθήνα έχει με σαφήνεια, όπως αναφέρουν στο «Βήμα» άριστα ενημερωμένες πηγές, αποφασίσει να ταχθεί με τους σχεδιασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ την ίδια στιγμή η Αγκυρα επιλέγει μια πιο διαφοροποιημένη στρατηγική που τη φέρνει να κινείται μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, αλλά και σε ευθεία αντιπαράθεση με κομβικούς περιφερειακούς παίκτες, όπως η Αίγυπτος. Σύμφωνα με έμπειρους παρατηρητές όμως, η έκβαση του παιγνίου αυτού χαρακτηρίζεται από υψηλή αβεβαιότητα και οι προβλέψεις αποφεύγονται.
Ευθυγράμμιση Ανατολικής Μεσογείου και Κόλπου
Ενα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά του «ανταγωνισμού συμμαχιών» που έχει αναπτυχθεί είναι η εντυπωσιακή σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ κρατών που ανήκουν στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και χωρών του Κόλπου. Η ευθυγράμμιση (την οποία άριστα περιγράφουν σε κείμενό τους οι Γιόελ Γκουζάνσκι και Γκάλια Λιντεστράους για το Middle East Institute – MEI) των συμφερόντων κρατών όπως, από τη μία πλευρά, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και, από την άλλη πλευρά, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, που διευκολύνεται ακόμα περισσότερο μετά την υπογραφή των Συμφωνιών του Αβραάμ, διαμορφώνει ένα πλέγμα συνεργασίας που περιλαμβάνει κατ’ αρχήν την εμβάθυνση της συνεργασίας σε θέματα ασφάλειας και άμυνας.

Στιγμιότυπο από την τετραμερή συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΑΕ τον περασμένο Απρίλιο στην Πάφο. Ενα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά του «ανταγωνισμού συμμαχιών» που έχει αναπτυχθεί είναι η εντυπωσιακή σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ κρατών που ανήκουν στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και χωρών του Κόλπου
Αυτή αποτυπώνεται από την υπογραφή συμφωνίας με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής μεταξύ Αθήνας και Αμπου Ντάμπι, την αποστολή ελληνικών συστοιχιών Patriot στη Σαουδική Αραβία, αλλά και την εκτεταμένη άσκηση στρατιωτικής διπλωματίας με την αμοιβαία παρουσία αεροσκαφών αλλά και διενέργειας ασκήσεων ανάμεσα στις χώρες αυτές, την οποία τρέχει, από ελληνικής πλευράς, ο Α/ΓΕΕΘΑ στρατηγός Κωνσταντίνος Φλώρος, «κτίζοντας» πάνω στις πολιτικές σχέσεις που έχουν διαμορφωθεί από το Μέγαρο Μαξίμου και τα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας. Ηδη μάλιστα, τόσο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας επικοινώνησαν με τους νέους ομολόγους τους στο Ισραήλ, τον Ναφτάλι Μπένετ και τον Γιαΐρ Λαπίντ αντιστοίχως, καθώς η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συμπόρευση παραμένει αναλλοίωτη.
Στην ίδια εικόνα πρέπει να προστεθούν η διοργάνωση του Philia Forum στην Αθήνα αλλά και η τετραμερής Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΑΕ τον περασμένο Απρίλιο στην Πάφο. Κορωνίδα των συνεργειών που διαμορφώνονται είναι βέβαια το Φόρουμ για το Αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο (EMGF) με έδρα το Κάιρο. Η εικόνα συμπληρώνεται από την πρόσφατη τριμερή Σύνοδο Κορυφής Ιράκ – Ιορδανίας – Αιγύπτου στη Βαγδάτη, που συνοδεύθηκε από την πρώτη επίσκεψη αιγύπτιου προέδρου, του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στο Ιράκ, έπειτα από 30 χρόνια.
Το «κλειδί» της Λιβύης και οι συσχετισμοί
Η Αθήνα αποδίδει υψηλή σημασία σε αυτό το πλέγμα συμμαχιών, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η Τουρκία επιμένει, παρά την προσαρμογή που έχει πραγματοποιήσει μετά την εκλογή στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών του Τζο Μπάιντεν, να διεκδικεί ζωτικό χώρο. Η Αγκυρα ελπίζει ότι μέσα από τη διαφαινόμενη συνεννόησή της με την Ουάσιγκτον ώστε να αναλάβει τη διοίκηση του αεροδρομίου της Καμπούλ (μετά από την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν) θα βρει σημείο επαφής στον «καυτό φάκελο» των S-400. Η Αγκυρα βασίζεται στην υποστήριξη του Πακιστάν (που επηρεάζει και τους Ταλιμπάν) ώστε να μην καθηλωθεί στο Αφγανιστάν, αλλά αυτή η συνεργασία είναι που φέρνει όλο και πιο κοντά την Ελλάδα με την Ινδία – με την οποία διατηρούν στενή σχέση και τα ΗΑΕ.
Ωστόσο, ρόλο-κλειδί σε όλη την τουρκική στρατηγική στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου παίζει η στάση της στη Λιβύη – κάτι που απασχολεί έντονα την Αθήνα. Η επίσκεψη του προέδρου του λιβυκού Κοινοβουλίου Αγκίλα Σάλεχ την Παρασκευή στην ελληνική πρωτεύουσα και το ταξίδι 4-5 Ιουλίου του υφυπουργού Εξωτερικών Κώστα Φραγκογιάννη στη Λιβύη για να ανοίξει ξανά το Γενικό Προξενείο στη Βεγγάζη (ενώ θα επισκεφθεί και την Τρίπολη)εντάσσονται στις κινήσεις της Αθήνας να δηλώσει παρούσα εκεί.
Είναι σαφές ότι η Αγκυρα δεν επιθυμεί την αποχώρηση των στρατιωτικών της συμβούλων από τη βορειοαφρικανική χώρα. Αυτό φάνηκε και από τη μη ανακοινωθείσα επίσκεψη υψηλόβαθμης τουρκικής αντιπροσωπείας στην Τρίπολη στις 12 Ιουνίου αποτελούμενης από τους υπουργούς Εξωτερικών, Εθνικής Αμυνας, Εσωτερικών, τον επικεφαλής της ΜΙΤ και των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και τον εκπρόσωπο και βασικό διπλωματικό σύμβουλο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον Ιμπραχίμ Καλίν. Η Αγκυρα αξιοποιεί την καλή της σχέση με τον μεταβατικό πρωθυπουργό στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNU) Αμπντούλ Χαμίντ Νταμπέιμπα για την προώθηση των στόχων της και σύμφωνα με ορισμένες πηγές ο τελευταίος ίσως και να μην είναι απόλυτα «ζεστός» στην πραγματοποίηση προεδρικών και βουλευτικών εκλογών τον προσεχή Δεκέμβριο.
Ο αριθμός των στρατιωτικών συμβούλων δεν είναι ξεκάθαρος, αλλά η Τουρκία επιθυμεί τον διαχωρισμό μεταξύ των συμβούλων της, που θεωρεί ότι βρίσκονται στη Λιβύη κατόπιν επίσημης συμφωνίας της με την προηγούμενη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση (GNA), και των μισθοφόρων που ετάχθησαν είτε με τη μία είτε με την άλλη πλευρά στον εμφύλιο πόλεμο. Η Αγκυρα εξέφρασε τη δυσφορία της για το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη στις 23 Ιουνίου σε βαθμό που, σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», ακόμα και ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας «εξερράγη» – πράγμα σπάνιο – με τον τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου.
Η Αγκυρα εκδήλωσε την επιφύλαξή της στο Κοινό Ανακοινωθέν που εκδόθηκε με αστερίσκο, αλλά αυτός δεν ήρθε χωρίς κόστος. Και το κόστος ήταν η απόπειρα επαναπροσέγγισης με το Κάιρο, την οποία επιμελώς προωθούσε η τουρκική πλευρά εδώ και κάποιους μήνες. Η Αίγυπτος «έβαλε πάγο» στις διαβουλεύσεις, ενώ πρόσφατο εκτενές άρθρο στην εφημερίδα «Al-Ahram» του πρώην υφυπουργού Εξωτερικών Χουσεϊν Χαριντί, που εμφανώς απηχεί τις απόψεις του αιγυπτιακού κατεστημένου, ξεκαθαρίζει με κατηγορηματικό τρόπο ότι η απόσυρση των τουρκικών δυνάμεων από το λιβυκό έδαφος αποτελεί τη μείζονα προϋπόθεση για ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων. Επιπλέον, το Κάιρο επρόκειτο να εγκαινιάσει χθες, Σάββατο 3 Ιουλίου, νέα στρατιωτική ναυτική βάση στα σύνορα με τη Λιβύη. Μόνο τυχαίο δεν θα πρέπει επίσης να θεωρείται ότι το παρών επρόκειτο να δώσουν τόσο ο Α/ΓΕΕΘΑ στρατηγός Φλώρος όσο και ο Α/ΓΕΝ αντιναύαρχος Στυλιανός Πετράκης.
Ο Καύκασος, τα καταριανά Rafale και το χαρτί των Bayraktar
Η ατζέντα των συνομιλιών μεταξύ του Μεβλούτ Τσαβούσογλου και του Σεργκέι Λαβρόφ πριν από λίγα 24ωρα στην Αττάλεια είχε πολύ γεμάτη ατζέντα. Οι δύο χώρες διατηρούν μία ιδιόρρυθμη σχέση καιροσκοπικής συνεργασίας. Είναι σαφές ότι η Αγκυρα επιδιώκει, μετά από τον πρόσφατο πόλεμο στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, να ασκήσει πιο ενεργητική πολιτική στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία και η «Διακήρυξη στα Σούσα» στις 15 Ιουνίου για την αναβάθμιση της συνεργασίας της με το Αζερμπαϊτζάν δεν έχει περάσει απαρατήρητη από τη Μόσχα. Αναμφίβολα, οι δύο πλευρές θα πρέπει να βρουν κοινό έδαφος και σε σχέση με την – σταδιακή – αποχώρηση των μισθοφόρων τους (Σύρων αλλά και μελών της οργάνωσης Wagner Group) από τη Λιβύη, όπου Αγκυρα και Μόσχα υποστηρίζουν αντίπαλα στρατόπεδα.
Η ενίσχυση πάντως της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας και η γενικότερη στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της γείτονος προκαλεί πονοκέφαλο σε πολλές χώρες και αναμφίβολα και στην Ελλάδα. Η τεχνική συμφωνία, αρχικής διαρκείας πέντε ετών με εν συνεχεία ανανέωση κατ’ έτος, που υπέγραψαν Αγκυρα και Ντόχα, αφορά την προσωρινή στάθμευση σε τουρκικές αεροπορικές βάσεις 36 μαχητικών αεροσκαφών και προσωπικού 250 ατόμων. Η καταριανή αεροπορία διαθέτει τόσο αεροσκάφη Rafale (τέσσερα εκ των οποίων συμμετείχαν στην άσκηση «Anatolian Eagle 2021» στη βάση του Ικονίου) αλλά και Mirage. Η συμφωνία αυτή αναμφίβολα θα επιτρέψει στους Τούρκους (που σημειωτέον διατηρούν και στρατιωτική βάση στο Κατάρ) να μάθουν και ορισμένα από τα μυστικά των Rafale που θα αρχίσει οσονούπω να παραλαμβάνει η ελληνική Πολεμική Αεροπορία.
Η στρατιωτική διπλωματία της Τουρκίας κινείται δυναμικά σε όλη τη γειτονιά της Ελλάδας. Φαίνεται ότι μετά από το Αζερμπαϊτζάν, το Κατάρ, την Ουκρανία και την Πολωνία, στον δρόμο της αγοράς τουρκικών drones Bayraktar TB2 κινείται και η Αλβανία. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες, στον αμυντικό προϋπολογισμό της Αλβανίας προβλέπεται επιπλέον κονδύλι ύψους 8 εκατομμυρίων ευρώ για μία τέτοια προμήθεια.
Πηγή: TO BHMA
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

