Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Σούδα, οι νέες βάσεις και η προοπτική νεδυνάμωσης των σχέσεων Ελλάδος – ΗΠΑ

Δημοσιεύτηκε στις

Η ναυτική βάση της Σούδας είναι μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις των ΗΠΑ στη Μεσόγειο και είναι κρίσιμη για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων από τη Διώρυγα του Σουέζ έως τα Στενά των Δαρδανελλίων, ενώ υπάρχουν περιθώρια αύξησης και εμβάθυνσης των αμυντικών δεσμών ΗΠΑ – Ελλάδας.

Γιατί η Ελλάδα μπορεί να γίνει ισχυρός σύμμαχος των ΗΠΑ

Ουίλιαμ Ανθόλις*, Eρικ Εντελμαν**

Αυτό το καλοκαίρι οι Αμερικανοί συρρέουν στην Ελλάδα. Ο πρόεδρος Μπάιντεν και ο υπουργός Εξωτερικών Αντονι Μπλίνκεν θα πρέπει να λάβουν το μήνυμα και να εξετάσουν το ενδεχόμενο να κάνουν κι εκείνοι το δικό τους ταξίδι. Θα ήταν καλό τόσο για την Αμερική όσο και για την Ελλάδα. Δύο αιώνες αφότου η Ελλάδα κήρυξε την ανεξαρτησία της από την οθωμανική κυριαρχία –εμπνευσμένη από την αμερικανική επανάσταση– οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσαν να βρουν καλύτερο εταίρο για την αντιμετώπιση της πανδημίας της COVID-19 και την ανανέωση της δημοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το κύμα των Αμερικανών τουριστών οφείλεται στις επιτυχημένες πολιτικές που ακολούθησαν και οι δύο χώρες, αποδεικνύοντας ότι μια κυβέρνηση μπορεί πραγματικά να επιτελέσει έργο – βασικό στοιχείο για την αναχαίτιση του κύματος λαϊκισμού που έχει κατακλύσει τη δυτική και παγκόσμια πολιτική. Η γρήγορη και αποτελεσματική διάθεση των εμβολίων για την COVID-19 στην Αμερική την έφερε στην πρώτη θέση σε σχέση με την Ευρώπη, τόσο σε αριθμό όσο και σε ρυθμό εμβολιασμών. Η ελληνική κυβέρνηση το είχε προβλέψει αυτό και στόχευσε την προσοδοφόρα αμερικανική αγορά. Η Ελλάδα καθιέρωσε τα ασφαλέστερα δυνατά πρωτόκολλα για τον τουρισμό – συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής βεβαίωσης εμβολιασμού για όλους τους τουρίστες και της υποχρεωτικής χρήσης μάσκας μέσα στα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια. «Χαρακτηρίσαμε την Ελλάδα ως ασφαλή προορισμό και είπαμε ότι θα ανοίξουμε στις 14 Μαΐου», δήλωσε πρόσφατα στον Observer ο Ελληνας υπουργός Τουρισμού Χάρης Θεοχάρης. «Δεν έγινε αλλαγή στις ημερομηνίες. Ηταν ξεκάθαρο. Το μήνυμα ήταν σαφές».

Η Ελλάδα έπεισε τις αεροπορικές εταιρείες να προσθέσουν απευθείας πτήσεις από μεγάλες κεντρικές πόλεις, όπως η Ατλάντα, το Σικάγο, το Ντάλας και η Ουάσιγκτον, για να καλυφθεί η μεγάλη ζήτηση. Και αυτό αποδίδει καρπούς. Ενώ η Ευρώπη εξακολουθεί να υπολείπεται σε τουρισμό προς την Ελλάδα στην αρχή της σεζόν, οι Αμερικανοί βοηθούν να καλυφθεί η διαφορά. «Χωρίς τους Αμερικανούς θα ήμασταν πολύ πίσω», είπε ο δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Μπακογιάννης σε κάποιον από εμάς την περασμένη εβδομάδα. «Με εκείνους είμαστε αισιόδοξοι για το καλοκαίρι».

Η έξαρση του τουρισμού είναι κάτι περισσότερο από μια μεταφορά. Ο τουρισμός αντιπροσωπεύει περίπου το ένα πέμπτο του ελληνικού ΑΕΠ και λιγότερο από το ένα τέταρτο των κανονικών επισκεπτών ήρθε πέρυσι το καλοκαίρι: μόνο 7 εκατομμύρια τουρίστες, από τα 33 εκατομμύρια του 2019. Η πτώση κατά περίπου 14 δισεκατομμύρια ευρώ ήταν ο μεγαλύτερος παράγοντας της ύφεσης της Ελλάδας κατά 8,2% το 2020. Η ελπίδα για το 2021 είναι να επανέλθει στο ήμισυ των επιπέδων του 2019.

Ετσι, το κύμα των Αμερικανών τουριστών είναι στην πραγματικότητα η βάση για περαιτέρω εμβάθυνση των δεσμών. Οι ΗΠΑ έχουν ισχυρά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας να αξιοποιήσουν τη συγκυρία μαζί με ένα ανερχόμενο και βιώσιμο αστέρι στην Ευρώπη και στην ολοένα και πιο σημαντική περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Πράγματι, τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα δεν είχε ποτέ ισχυρότερη, σταθερότερη και ικανότερη κυβέρνηση.

Σε μια περίοδο που ο Μπάιντεν επιθυμεί τόσο να καταπολεμήσει την πανδημία όσο και να αναζωογονήσει την πίστη στη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο, οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να ζητήσουν καλύτερο σύμμαχο.

Της ελληνικής κυβέρνησης ηγείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο Μητσοτάκης είναι επικεφαλής του δεξιού κεντρώου κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και αυτοσυστήνεται ως μετα-λαϊκιστής δημοκράτης. Αντικατέστησε τον Αλέξη Τσίπρα, τον λαϊκιστή ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ, ενός αυτοαποκαλούμενου ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος. Ο Μητσοτάκης είναι, συγκριτικά, και υπέρ της οικονομίας του εμπορίου και υπέρ της οικονομίας της αγοράς, αλλά με την κατανόηση ότι οι κυβερνητικές επενδύσεις και η κοινωνική μέριμνα είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία των όψιμων καπιταλιστικών οικονομιών. Στην πραγματικότητα είναι προοδευτικός σε πολλά κοινωνικά ζητήματα.

Ο Μητσοτάκης επέδειξε τα ρεαλιστικά, μη ιδεολογικά του χαρακτηριστικά καθώς ηγήθηκε της μάχης κατά της πανδημίας. Αντιδρώντας από νωρίς στην κρίση, ακολούθησε τις συμβουλές των εμπειρογνωμόνων δημόσιας υγείας και επέβαλε αυστηρά lockdowns, και στη συνέχεια προχώρησε σε μέτρα που τηρήθηκαν επαρκώς, όπως η χρήση μάσκας, τα εκτεταμένα τεστ και άλλοι περιορισμοί. Ο δείκτης θανάτων που προέκυψε στην Ελλάδα ήταν περίπου 1,1 ανά 1.000 άτομα – σε σύγκριση με 1,8 ανά 1.000 άτομα στις ΗΠΑ και περίπου στα ίδια επίπεδα με τη Γερμανία.

Ο πρωθυπουργός κράτησε χαμηλούς τόνους, δεν πολιτικοποίησε το θέμα και έθεσε τους επαγγελματίες της δημόσιας υγείας στο επίκεντρο. Εδωσε έναν τόνο που ενθάρρυνε τόσο τα μέλη του κόμματός του όσο και τους ηγέτες της αντιπολίτευσης να επικεντρωθούν στο κοινό καλό.

Δύο χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μητσοτάκης είναι σήμερα πιο δημοφιλής απ’ ό,τι όταν εξελέγη. Αν η οικονομία ανακάμψει, όπως πιστεύουν ο ίδιος και άλλοι Ελληνες –ειδικά αν επανέλθει ο τουρισμός–, θα βρεθεί σε ισχυρότατη θέση για να επανεκλεγεί τα επόμενα χρόνια, προσφέροντας στην Ελλάδα μια ευπρόσδεκτη πολιτική σταθερότητα μετά τα τραύματα της κρίσης δημόσιου χρέους. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ μπορούν αποκτήσουν έναν πολύτιμο εταίρο για το ορατό μέλλον.

Ο Μητσοτάκης γνωρίζει καλά τις ΗΠΑ: έχει πτυχίο και MBA από το Χάρβαρντ, καθώς και πτυχίο από το Στάνφορντ στις Διεθνείς Σχέσεις, τα οποία πήρε πριν εργαστεί για την McKinsey και την Chase. Φέρει τις καλύτερες αμερικανικές αξίες, με έμφαση στη σκληρή δουλειά, την ακεραιότητα και τη διαφάνεια.

Ο Μπάιντεν και ο Μπλίνκεν θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο μιας δικής τους απευθείας πτήσης προς την Ελλάδα – ή τουλάχιστον να υποδεχθούν τον Μητσοτάκη με όλες τις τιμές όταν επισκεφθεί τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της επετείου των 200 ετών από την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Οι ΗΠΑ χρειάζονται φίλους στην περιοχή για να διατηρήσουν και να προωθήσουν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία έχει γίνει ένας ακόμη πιο ασταθής και αναξιόπιστος εταίρος απ’ ό,τι ήταν τις τελευταίες δύο δεκαετίες ταραγμένων σχέσεων με την Αμερική. Ο απολυταρχικός πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν ανέχθηκε και μάλιστα υποδαύλισε τον αυξανόμενο ισλαμικό εξτρεμισμό και ανέπτυξε όλο και πιο εχθρικές σχέσεις με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, ενώ παράλληλα εμβάθυνε τους δεσμούς με τη Ρωσία. Ωστόσο, η εξουσία του μπορεί να αποδυναμώνεται – καθώς η φθίνουσα οικονομία οδηγεί σε πτώση της δημοτικότητας του ίδιου και του κόμματός του την ώρα που πλησιάζουν οι εκλογές.

Σε μια στιγμή που οι ΗΠΑ αναζητούν τόσο την ανάκτηση της πίστης στην ικανότητα των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν την COVID-19 όσο και να ενισχύσουν τη δημοκρατία, η Ελλάδα του Μητσοτάκη μπορεί να είναι το κατάλληλο μέρος για να ξεκινήσουν.

Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ένα σημαντικό σταυροδρόμι που συνδέει τη Μέση Ανατολή με την Κεντρική Ευρώπη, γεγονός που έχει τραβήξει την προσοχή τόσο της Ρωσίας όσο και της Κίνας.

Ως απάντηση στους μεταβαλλόμενους γεωπολιτικούς συσχετισμούς στην ευρύτερη περιοχή, η Ελλάδα έχει σχηματίσει μια συμμαχία συνεργασίας με το Ισραήλ και την Κύπρο, η οποία επικεντρώνεται σε μια σειρά θεμάτων, από την εξόρυξη φυσικού αερίου μέχρι τον τουρισμό και την τεχνολογία. Η αμερικανική ναυτική βάση στην Κρήτη, στον κόλπο της Σούδας, είναι μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις μας στη Μεσόγειο και είναι κρίσιμη για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων από τη Διώρυγα του Σουέζ έως τα Στενά των Δαρδανελλίων, ενώ υπάρχουν περιθώρια αύξησης και εμβάθυνσης των αμυντικών δεσμών ΗΠΑ – Ελλάδας.

Η Ελλάδα αποτελεί επίσης παράδειγμα υπεύθυνου συντηρητισμού. Βόρεια της Ελλάδας, στην Κεντρική Ευρώπη, οι δεξιοί ηγέτες πήραν σοβαρά το μάθημα του αυταρχικού λαϊκισμού. Οι εθνικιστές ηγέτες στην Ουγγαρία και την Πολωνία έχουν δείξει τον δρόμο, ενθαρρύνοντας την άνοδο των ακροδεξιών, απολυταρχικών, αντιδημοκρατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη.

Αλλοι απολυταρχικοί έλκονται από την Ελλάδα. Οι πλούσιοι –από το πετρέλαιο– Ρώσοι δεν την επισκέπτονται μόνο για διακοπές, αλλά επενδύουν επίσης σε ακίνητα και στη ναυτιλία. Οι Ρώσοι είναι οι τρίτοι μεγαλύτεροι ξένοι επενδυτές σε ελληνικά ακίνητα. Παρομοίως, πριν από σχεδόν μία δεκαετία η Κίνα εκμεταλλεύτηκε την οικονομική αδυναμία της Ελλάδας και επένδυσε στο λιμάνι του Πειραιά, όταν η Ε.Ε. και οι Ηνωμένες Πολιτείες ισχυρίζονταν ότι δεν είχαν επαρκή ρευστότητα για να το πράξουν.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει εργαστεί σκληρά για να αντιταχθεί στους απολυταρχικούς και να συμμαχήσει με τις ΗΠΑ. Παρά την περίεργη συμπάθεια του ίδιου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον Ερντογάν της Τουρκίας, ο Μητσοτάκης και ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας δημιούργησαν ισχυρές σχέσεις με τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο. Ψάχνουν για ένα σημάδι ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πάρει τη σκυτάλη και θα τη διαβιβάσει πιο γρήγορα.

Εχουν λόγους να είναι αισιόδοξοι. Ο Μπάιντεν γνωρίζει καλά την Ελλάδα από τα χρόνια που ήταν αντιπρόεδρος και, πριν από αυτό, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας. Ηδη ο Μπλίνκεν και ο Δένδιας συναντήθηκαν τον Μάρτιο κατά τη διάρκεια της υπουργικής συνόδου του ΝΑΤΟ, για να ξεκινήσει η συνεργασία. Παρ’ όλα αυτά, οι αλόγιστες ενέργειες της Τουρκίας στην περιοχή όσον αφορά την εξόρυξη πετρελαίου, τις συγκρούσεις στη Λιβύη και τη Συρία, και τις μεταναστευτικές ροές έχουν προκαλέσει ανησυχία και οι Ελληνες αναζητούν ένα σημάδι δέσμευσης των ΗΠΑ.

Διακόσια χρόνια πριν, όταν η Ελλάδα κήρυξε την ανεξαρτησία της, ένας κορυφαίος Ελληνας διανοούμενος, ο Αδαμάντιος Κοραής, έγραψε στον πρώην πρόεδρο Τόμας Τζέφερσον, ζητώντας υποστήριξη στην Επανάστασή τους. Ο Τζέφερσον εξέφρασε την ηθική του υποστήριξη:

«Κανένας λαός δεν συμπάσχει πιο έντονα από τον δικό μας με τα βάσανα των συμπατριωτών σας, κανένας δεν απευθύνει πιο ειλικρινείς και θερμές προσευχές για επιτυχία».

Ο αμερικανικός λαός συσπειρώθηκε, συγκεντρώνοντας χρήματα για τον ελληνικό αγώνα. Και όμως, τελικά, ο Τζέφερσον και ο προστατευόμενός του, Τζέιμς Μονρόε, απέφυγαν κάθε ρητή πολιτική δέσμευση. Χρειάστηκαν ο Ψυχρός Πόλεμος και το Δόγμα Τρούμαν για να γίνουν οι ΗΠΑ ένας πλήρως αφοσιωμένος σύμμαχος. Ο Μπάιντεν και ο Μπλίνκεν θα ήταν καλό να επιδείξουν τόσο συμπάθεια όσο και ανανεωμένη δέσμευση, για να βοηθήσουν στην περαιτέρω εδραίωση μιας στοιχειώδους σταθερότητας σε ένα ταραχώδες, αλλά ζωτικό μέρος του κόσμου.

* Ο κ. Ουίλιαμ Ανθόλις είναι διευθυντής και διευθύνων σύμβουλος του Miller Center του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια και διετέλεσε στέλεχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας στην κυβέρνηση Κλίντον.

** Ο κ. Eρικ Εντελμαν ήταν πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία και είναι σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών και Δημοσιονομικών Εκτιμήσεων και ανώτερος συνεργάτης στο Miller Center του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια.

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή