Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Τουρκία είναι μια ιμπεριαλιστική χώρα! Μην αφήνετε τον Ερντογάν να προσποιείται το αντίθετο

Δημοσιεύτηκε στις

Αναδημοσιεύουμε το παρόν κείμενο του Μάικλ Ρούμπιν (Michael Rubin), κορυφαίου αναλυτή του συντηρητικού θινγκ τανκ ‘American Enterprise Institute’, για να δείξουμε το μέγεθος της μεταστροφής του κλίματος που έχει συμβεί στις ΗΠΑ εναντίον της Τουρκίας. Ο Ρούμπιν θήτευσε στο Πεντάγωνο κατά την πρώτη θητεία της κυβέρνησης του Τζόρτζ Μπους του νεώτερου. Ωστόσο παρόμοιες απόψεις αναπτύσσονται και εντός των Δημοκρατικών, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση του γνωστού σε όλους στην Ελλάδα, γερουσιαστή Μπομπ Μενέντεζ. Ο Μ. Ρούμπιν βέβαια είναι σφοδρός πολέμιος της Τουρκίας εδώ και αρκετά χρόνια. Ο δε Ταγίπ Ερντογάν –ο ίδιος!– έχει καταθέσει μήνυση εναντίον του το 2017 για «εξύβριση του Προέδρου της Δημοκρατίας» και «διάπραξη εγκλήματος για λογαριασμό οργάνωσης». Η μήνυση αφορά σε κάτι σχόλια του Ρούμπιν στο τουΐτερ… (ardin-rixi.gr)

του Μάικλ Ρούμπιν | περιοδικό Newsweek | 29 Ιουλίου 2021

Αφού συμμετείχε στους εορτασμούς του Ιντ, στην κατεχόμενη από την Τουρκία Βόρεια Κύπρο, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε για το Αφγανιστάν. «Δεν έχουμε τίποτα εναντίον των πεποιθήσεών τους», είπε αναπαράγοντας την αντι-αμερικανική ρητορική των Ταλιμπάν: «Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Αφγανιστάν· παρέμειναν εκεί για 20 χρόνια. Στεκόμαστε στο πλευρό των Αφγανών αδελφών μας, εναντίον όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων».

Είναι καλό που ο Ερντογάν παραδέχεται επί τέλους αυτό που μπορεί να δει κάθε επισκέπτης του Αφγανιστάν που βγαίνει έξω από τον κόσμο της Αμερικανικής Πρεσβείας ή της αεροπορικής βάσης του Μπαγκράμ: Ότι μπορεί η Τουρκία να είναι τυπικά μέλος της αποστολής του ΝΑΤΟ στη χώρα, αλλά ότι στην πραγματικότητα βρίσκεται στο άλλο στρατόπεδο. Οι πινακίδες που ανάρτησε η τουρκική πρεσβεία στην Καμπούλ, έδιναν έμφαση στην ισλαμική αλληλεγγύη, αντί για την δημοκρατία.

Ο Ρος Ουΐλσον, νυν πρέσβης των ΗΠΑ στην Καμπούλ, είχε θητεύσει πριν ως πρέσβης στην Τουρκία. Η θητεία του στην Άγκυρα ήταν την εποχή που το Στέιτ Ντηπάρτμεντ απέρριπτε την άποψη ότι ο Ερντογάν αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση μιας ισλαμιστικής τάξης πραγμάτων. Πριν 15 χρόνια, ο Ουΐλσον είχε πει ότι η φιλελεύθερη αντιπολίτευση της Τουρκίας ήταν μια «κακοφωνία», ανάξια οποιασδήποτε προσοχής. [ ]

Η τοποθέτηση της Τουρκίας από τον Ερντογάν στην πρωτοπορία του αντι-ιμπεριαλισμού δεν είναι κάτι καινούριο –παρ όλο που στην τουρκική προπαγάνδα εμφανίζεται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα την αιτιολόγηση που προβάλλει η Άγκυρα για την παρουσία της στην Σομαλία. «Οι Τούρκοι έδωσαν για πρώτη φορά το παρόν στη Σομαλία τον 16ο αιώνα, όταν επενέβησαν για να διασώσουν το Μογκαντίσου από το πορτογαλικό ναυτικό», γράφει ένα άρθρο στην κυβερνητική Daily Sabah. «Τρεις αιώνες μετά, οι Οθωμανοί βρισκόταν και πάλι στη Σομαλία για να συνδράμουν στην αντίσταση των τοπικών πληθυσμών ενάντια στην εισβολή των Βρετανών, και να αντιμετωπίσουν την ανθρωπιστική κρίση που είχε ξεσπάει». Όσο για την παρέμβαση του 2011; «Αυτή τη φορά έγινε για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, και ζητήθηκε από την ίδια την σομαλική κυβέρνηση, που απηύθυνε διεθνής έκκληση για βοήθεια κατά της πείνας και της ξηρασίας… στη βάση της κοινής ιστορικής πορείας των δυο λαών, η Τουρκία αποφάσισε να αποκτήσει μόνιμη παρουσία στην χώρα, που διαθέτει αρκετούς πόρους, καθώς και μια στρατηγική θέση [sic]».

To 2016, σε ένα άρθρο του, ο ίδιος ο Ερντογάν έγραφε στην Daily Sabah: «Η ιστορία της Τουρκίας στην Αφρική, σε αντίθεση με τις αποικιακές δυνάμεις, δεν έχει σκοτεινά κεφάλαια». Αυτό κι αν δεν είναι ιστορικό ξέπλυμα. Εκείνοι που έπεσαν θύματα του οθωμανικού εμπορίου σκλάβων στην ευρύτερη περιοχή των Μεγάλων Λιμνών της Αφρικής, ή όσοι ζούσαν υπό την οθωμανική κυριαρχία στην Βόρειο Αφρική, ενδεχομένως να έχουν διαφορετική άποψη. Ο Ερντογάν, ωστόσο, παίζει αυτό το παιχνίδι καθώς γνωρίζει πολύ καλά ότι οι δυτικοί διπλωμάτες είναι υπέρ του δέοντως ευγενικοί μαζί του, και δεν πρόκειται να αμφισβητήσουν ανοιχτά τον ιστορικό του αναθεωρητισμό, ο οποίος εν πολλοίς θέτει την Τουρκία σε ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Ο Ilnur Cevik, ένας από τους δημοσιογράφους που βρίσκονται στην αυλή του Ερντογάν, ανέπτυξε περαιτέρω την θέση του προέδρου: «Οι Αφρικανοί κατανοούν ξεκάθαρα ότι οι Τούρκοι βρίσκονται εκεί ως εταίροι, ως αδελφοί και αδελφές, όχι όπως εκείνοι που ήρθαν από τη Δύση για να εκμεταλλευτούν τους πλούσιους πόρους της και να καταπιέζουν τους λαούς της». Η κυβέρνηση Μπάιντεν, μπορεί να θέλει να προωθήσει διπλωματικές σχέσεις και ανθρωπιστική βοήθεια στην Αφρική, αλλά η προσπάθειά της υπονομεύεται καθώς δεν απαντάει στις συκοφαντίες της Τουρκίας.

Στην πραγματικότητα, η Τουρκία είναι το πιο έντονα ιμπεριαλιστικό κράτος της σημερινής εποχής. Μπορεί η Ρωσία και η Κίνα να ψάχνουν και εκείνες να θέσουν ευρείες περιοχές υπό την σφαίρα επιρροής τους, αλλά η Τουρκία κάνει ένα βήμα πιο πέρα από αυτό. Έχουν περάσει πάνω από 100 χρόνια, όταν οι τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις συστηματικά εξολόθρευσαν και εκτόπισαν τους αρμενικούς πληθυσμούς στο ανατολικό τμήμα της Ανατολίας. Ένας λόγος για τον οποίον τόσο οι ισλαμιστές όσο και οι εθνικιστές αρνούνται σήμερα να παραδεχθούν ότι διέπραξαν τότε γενοκτονία, είναι ότι αυτή τους η αναγνώριση θα εξέθετε και την σημερινή τους στρατηγική για τη χώρα.

Η στρατηγική της Τουρκίας, καθώς και τα κέρδη που λαμβάνει από την επιμονή με την οποία εφαρμόζει, φαίνονται τώρα στην Κύπρο, όπου ο Ερντογάν χορεύει στο ταψί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη. Εδραιώνει και επεκτείνει την εθνοκάθαρση και την οικονομική εκμετάλλευση, την ίδια στιγμή που οι διπλωμάτες ελπίζουν σε ένα άνοιγμα, ή αποδέχονται ως μη αντιστρέψιμους τους καρπούς της χτεσινής της επιθετικότητας. Η αποικιοποίηση της Συρίας από την Τουρκία είναι εξίσου απροκάλυπτη. Εκεί η ίδια σε συνεργασία με τους μισθοφόρους της, εξαναγκάζουν τους κατοίκους να παίρνουν τουρκικά ονόματα, να ντύνονται σύμφωνα με την ισλαμική νόρμα, και να μαθαίνουν τη γλώσσα. Ακόμα, επεκτείνει τις πολιτικές της υποδομές στα εδάφη της βόρειας Συρίας που κατέχει. Η Συρία, ωστόσο, ήταν η πρόβα τζενεράλε για το Ιρακινό Κουρδιστάν, όπου η Τουρκία εγκαθιδρύει στρατιωτικές βάσεις, ενώ οι διπλωμάτες της και οι μυστικές υπηρεσίες έχουν αναλάβει ρόλο αποικιακής διοίκησης, με την συνδρομή της οικογένειας Μπαρζανί, που σαν Κουΐσλινκ σπεύδουν να εκχωρήσουν εθνική κυριαρχία έναντι χρημάτων και οικονομικών συμφωνιών. Στην Λιβύη, επίσης, η αντι-ιμπεριαλιστική της ρητορική, έρχεται να συγκαλύψει το γεγονός ότι η Τουρκία κάνει στην πραγματικότητα ακριβώς το αντίθετο.

Επιστρέφοντας στο Αφγανιστάν, η Τουρκία προσεγγίζει τους Ταλιμπάν για ιδεολογικούς λόγους, αλλά και επειδή προσβλέπει σε συμφωνίες εάν αυτοί καταλάβουν τη χώρα. [ ] Επιπλέον όμως, το ότι η Τουρκία είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει μια αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική για να προωθήσει τα συμφέροντά της σε βάρος της Δυτικής ασφαλείας, δεν αποτελεί μόνο μια προσβολή στην αλήθεια, αλλά δίνει και το πράσινο φως σε τζιχαντιστές ελεγχόμενους από την Άγκυρα να απειλήσουν αμερικάνικες ζωές. Είναι καιρός, για τον αμερικάνο υπουργό εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν, να αντιδράσει, να κατανοήσει ότι η Τουρκία δεν είναι πλέον σύμμαχός του, και να την καταγγείλει σαν αυτό που πραγματικά είναι: Ένας αποικιοκράτης του 21ου αιώνα, που συνιστά απειλή για την παγκόσμια ειρήνη.

Ο Μάικλ Ρούμπιν είναι ανώτατο στέλεχος του American Enterprise Institute.

ΠΗΓΗ: ardin-rixi.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις7 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις22 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα1 ώρα πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Δημοφιλή