Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι ”Γκρίζοι Λύκοι” του ανθελληνισμού δείχνουν τα δόντια τους στη Β. Ήπειρο…

Δημοσιεύτηκε στις

Γκρίζοι Λύκοι, Ερντογάν και Ράμα, εναντίον του Ελληνισμού της Β. Ηπείρου

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

”Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται” λέει μια ελληνική παροιμία. Και ”λύκος” δεν είναι μόνο ο Ταγίπ Ερντογάν για τον Ελληνισμό, αλλά και ο Έντι Ράμα, ο φίλος του πρωθυπουργός της Αλβανίας.

”Γκρίζοι” ή μη είναι ”Λύκοι” αμφότεροι που παριστάνουν τα πρόβατα μέχρι να πετύχουν το σκοπό τους: την είσοδό τους στην ΕΕ. Λύκοι που συνδέονται πλέον (από το καλοκαίρι του ’20) με ”συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας” για κάλυψη των εξοπλιστικών αναγκών της Αλβανίας.

Απότοκος της συμφωνίας αυτής είναι η απόφαση της Αλβανίας στις αρχές του τρέχοντα μήνα να αγοράσει από την Τουρκία στρατιωτικά drones (αξίας 8,2 εκατομμυρίων ευρώ) της τουρκικής εταιρείας Baykar Defence, ιδιοκτησίας της οικογένειας του γαμπρού του Ταγίπ Ερντογάν Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ.

Ας σημειωθεί ότι τον Φεβρουάριο του έτους που διανύουμε η Τουρκία ανακοίνωσε το άνοιγμα νέου προξενείου στον Αυλώνα, ενώ το Δημοκρατικό κόμμα της Αλβανίας (του πρώην πρωθυπουργού Σαλί Μπερίσα) υπέγραψε συμφωνία μαζί της για υπεράσπιση (πρώτη φορά στα χρονικά) όλων των διεκδικήσεων των τσάμηδων.

Συμφωνία με την οποία ο νέος αρχηγός του Λουλζίμ Μπασά υιοθέτησε (κατά δήλωση του Σπετίμ Ιντρίζι, προέδρου του κόμματος των Αλβανοτσάμηδων – PDIU) όσα απέρριψαν κατά το παρελθόν οι Μπερίσα και Ράμα: Το ”ζήτημα της τσαμουριάς”, δηλαδή, και των ”τσάμηδων”.

Των άθλιων φίλων και συνεργατών των Ναζί, οι απόγονοι των οποίων παρουσιάζουν τους πατεράδες τους σήμερα ως ήρωες που έπεσαν θύματα ελληνικών εθνοκαθάρσεων, ενώ ήταν αποδεδειγμένα προδότες. Ήταν κοινοί εγκληματίες πολέμου (σφαγή των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς Θεσπρωτίας με αρχηγό τους τον Τζεμίλ Ντίνο, 29-9-1943 κλπ) και κατατρομοκρατούσαν τον ελληνικό πληθυσμό της Ηπείρου στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής.
Εβδομήντα Οκτώ χρόνια από τότε, οι τσάμηδες εξακολουθούν να έχουν ενεργή συμμετοχή σήμερα στις εν εξελίξει προσπάθειες αφελληνισμού της Βορείου Ηπείρου με αιχμή του δόρατος του αλβανικού σχεδίου την υφαρπαγή ελληνικών περιουσιών. Σχεδίου που διευκολύνει την φιλότουρκη κυβέρνηση Ράμα να αλλοιώσει τη πληθυσμιακή σύσταση της περιοχής περαιτέρω.

Και το περαιτέρω έχει τη σημασία του, αφού απ’ τον Μάρτιο ακόμα του περασμένου χρόνου είχε μπει σε εφαρμογή το σχέδιο του Αλβανού πρωθυπουργού – με υπόδειξη του φίλου του Ερντογάν – για εποικισμό των περιοχών της ελληνικής μειονότητας από 30.000 Πακιστανούς μετανάστες.

Δημογραφική αλλοίωση δηλαδή ”καραμπινάτη”, που περιελάμβανε εξαναγκασμό – σε συνέχεια εκείνου που άσκησαν οι εντεταλμένοι της αλβανικής κυβέρνησης το 2016 – απέναντι στην αβοήθητη απ’ το ελληνικό κράτος Ομογένεια με σκοπό να εξαναγκαστούν οι Βορειοηπειρώτες αδελφοί μας να ξεπουλήσουν τις περιουσίες τους στους εντολοδόχους του καθεστώτος Ράμα Αλβανούς επιχειρηματίες.

Έτσι αρχίζει να ξεριζώνεται σιγά σιγά άλλη μια ιστορική κοιτίδα του Ελληνισμού η οποία — αν και είχε απελευθερωθεί τρεις φορές απ’ τον ελληνικό στρατό (1913, 1914, 1940) — κατέληξε σε αλβανικά χέρια με μεσολάβηση της Αυστροουγγαρίας και προπάντων της Ιταλίας, που ήθελε να ενισχύσει το νεοσύστατο τότε Αλβανικό κράτος-δορυφόρο της.

Για να επανέλθω όμως στο θέμα της υφαρπαγής των περιουσιακών στοιχείων των Βορειοηπειρωτών απ’ το αλβανικό κράτος το ’16, θα πρέπει να σημειώσω ότι τον αέρα θρασύτητας που είχαν τα Όργανα Τάξης της Αλβανίας στο ζήτημα των… απαλλοτριώσεων της ελληνικής Ομογένειας τον πήραν έμμεσα (και τον διατηρούν μέχρι σήμερα) απ’ την υποστηρικτική στάση του ΕΔΑΔ, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η στάση του τελευταίου να βάλει στον πάγο τα αιτήματα-διαμαρτυρίες των Ελλήνων Ομογενών οι οποίοι ζητούσαν νομική προστασία απ’ τις αρπακτικές διαθέσεις του αλβανικού καθεστώτος ήταν το λιγότερο άδικη και μεροληπτική απ’ τη στιγμή που υπήρχε πλήθος αποδεικτικών στοιχείων τα οποία τους δικαίωναν πανηγυρικά αποκαλύπτοντας το σχέδιο της αλβανικής κυβέρνησης για αφελληνισμό της Βορείου Ηπείρου.

Έπειτα είναι και το άλλο. Το ΕΔΑΔ επικαλέστηκε τότε την ιδιαιτερότητα και τα κενά στην αλβανική νομοθεσία που δεν του επέτρεπαν να βγάλει απόφαση, κάτι που άφηνε ελεύθερο το πεδίο για πρόκριση πολιτικής λύσης στο θέμα των περιουσιών των Ελλήνων Ομογενών.

Στις εκλογές όμως του Απριλίου του ’21 επανεξελέγη ο Έντι Ράμα σε ένα φορτισμένο ακόμα πολιτικό περιβάλλον για τους Βορειοηπειρώτες απ’ τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Κατσίφα το ’18 και με ζωντανά στη μνήμη των ανθρώπων τα θλιβερά επακόλουθα.

Επακόλουθα που συνόδευαν τις επετείους από τον θάνατό του και έδειχναν ότι ο Αλβανός πρωθυπουργός δεν έχει εγκαταλείψει τις παλιές μεθοδεύσεις του, για να τελειώσει μια και καλή με τις περιουσίες των κατοίκων της Βορείου Ηπείρου.

Μπροστά στα δεδομένα αυτά η Ελλάδα καλείται να αφυπνιστεί, γιατί – παρασυρμέρνη απ’ τη δίνη της πανδημίας – έχει αφήσει τον έλεγχο, εξ ευωνύμων και εκ δεξιών της, στους Αλβανούς και τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να τείνει να συνθλιβεί απ’ το μουσουλμανικό τόξο.

Κι αυτό δεν είναι υπερβολή, δυστυχώς, αλλά μια μεγάλη αλήθεια, καθώς – στην περίπτωση των Βορειοηπειρωτών – η στάση της είναι ηθικά και εθνικά ανεπίτρεπτη, γιατί:

• Εκδήλωσε εθνική απάθεια στην υπόθεση του Κωνσταντίνου Κατσίφα και δεν αντέδρασε στην άθλια συμπεριφορά των εντεταλμένων του αλβανικού κράτους απέναντι στους δοκιμαζόμενους απ’ το καθεστώς Ράμα Βορειοηπηρώτες.

• Ανέχθηκε, τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, τις μεθοδεύσεις των αλβανικών Αρχών και τις ψυχολογικές πιέσεις που άσκησαν εναντίον εκείνων που βιάζονταν να περάσουν τις μεθοριακές διαβάσεις για να μεταβούν από την Ελλάδα στους τόπου καταγωγής τους λόγω εκλογών και να ενισχύσουν τις βορειοηπειρωτικές υποψηφιότητες με την ψήφο τους.

• Δεν αντέδρασε στις αλβανικές αυθαιρεσίες και τις παράνομες νομοθετικές ενέργειες της κυβέρνησης Ράμα, που σχετίζονταν με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κατοίκων της Βορείου Ηπείρου.

• Δεν αντέδρασε, προπαντός, στην τρομοκρατία που ασκεί εξακολουθητικά το φιλότουρκο αλβανικό καθεστώς σε βάρος των Βορειοηπειρωτών, με αποτέλεσμα να σέρνονται στα δικαστήρια ή να δολοφονούνται οι πιο μαχητικοί εξ αυτών, επειδή δεν δέχονται να διαπραγματευτούν την πίστη και την εθνική τους ταυτότητα.

Όλα αυτά, δυστυχώς, που είναι δείγματα κακώς εννοούμενης ανοχής της ελληνικής κυβέρνησης σε βάρος του δικαίου των Ομογενών μας, έχουν αποθρασύνει εντελώς τον αλβανικό εθνικισμό αφήνοντας στο έλεος των Αλβανών ”Γκρίζων Λύκων” την ευάλωτη και εγκαταλελειμμένη απ’ τους πάντες Ελληνική Εθνική Μειονότητα…

Η απάντηση στα ερωτηματικά που υπάρχουν για την ”άψογη” (με την έννοια της ουδετερότητας) – ποντιοπιλατική, στην ουσία – στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στους Έλληνες μειονοτικούς της Αλβανίας κρύβεται στην έκθεση πορισμάτων έρευνας που διεξήγαγε το ΕΛΙΑΜΕΠ από κοινού με το αλβανικό OSFA (Ίδρυμα για την Ανοιχτή Κοινωνία της Αλβανίας).

Στην έκθεση του Μαρτίου βγήκαν αβίαστα συμπεράσματα (παρόμοια με εκείνα στα οποία μας είχε οδηγήσει το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής τον Μάιο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις). Συμπεράσματα που δείχνουν με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο τις επιλογές της Εξωτερικής μας πολιτικής στα εθνικά θέματα.

Και οι επιλογές αυτές συμφύρονται, δυστυχώς, σε δυο λέξεις: ”εθνικές υποχωρήσεις”. Η ”συμφωνία των Πρεσπών” έγινε, προφανώς, οδοδείκτης για όλα ανεξαιρέτως τα εθνικά θέματα με πολιορκητικό κριό εκδήλωσης των κυβερνητικών προθέσεων το συμβουλευτικό όργανο (ΕΛΙΑΜΕΠ) του ΥΠΕΞ και του Μαξίμου.

Η πρόφαση είναι σοβαρή: ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ τόσο για τα ελλαδικά όσο και στα ελληνοκυπριακά ζητήματα, η μέριμνα για τα οποία έχει ήδη ”παγώσει” γιατί ”η Κύπρος κείται μακράν” και το 2021. Οπότε ποίαν χρείαν έχομεν μαρτύρων για το ότι θα εγκαταλειφθεί και πάλι στην τύχη της με επικαρπωτή τον δήμιό της;

Από εκεί και ύστερα όλα θα πάρουν το δρόμο τους βάσει των ευρημάτων των ερευνών στην περίπτωση των ελληνοαλβανικών και των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να περιμένουμε επανάληψη της πολιτικής… ευελιξίας που γνωρίσαμε επί ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ και επί ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα.

”Προοδευτικά” κόμματα που αρχίζουν να συγκλίνουν επικίνδυνα στα εθνικά θέματα με την ”πατριωτική” Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία – υπό το πέπλο του covid 19 και με επίκεντρο το κυνήγι των αντιεμβολιαστών – τείνει ευήκοα ώτα στην ενισχυμένη διάθεση των γειτονικών λαών (Αλβανών και Τούρκων) – βάσει της έρευνας του ΕΛΙΑΜΕΠ – για βελτίωση των σχέσεών τους με την Ελλάδα, αρκεί να υποχωρήσει αυτή στο θέμα της αποζημίωσης των τσάμηδων και της ”συνεκμετάλλευσης” με τους Τούρκους στο Αιγαίο.

Κάτι που αποδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η ”πολιτική της ευελιξίας” (η ”πολιτική του κατευνασμού”, δηλαδή) – την οποία προωθούν υπόγεια οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού – σαλπίζει εθνική υποχώρηση και διαμορφώνει δυσοίωνες προοπτικές για την μελλοντική εξέλιξη του Ελληνισμού και την επιβίωσή του…

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 λεπτό πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις16 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή