Διεθνή
Οι ΗΠΑ πρέπει να αφαιρέσουν το άλλοθι από τη Κούβα
Της Clara Ferreira Marques
Οι Κουβανοί έχουν αναπτύξει, κατ’ ανάγκη, ταλέντο στο να τα βγάζουν πέρα. Ωστόσο, ακόμη κι αυτό έχει όρια και το περασμένο σαββατοκύριακο χιλιάδες ταλαιπωρημένοι πολίτες βγήκαν στους δρόμους σε μια πρωτοφανή διαμαρτυρία σε όλο το νησί για τις οξείες ελλείψεις τροφίμων, φαρμάκων και καυσίμων.
Ο πόνος μιας πανδημίας η οποία “τσάκισε” τον τουρισμό, σε συνδυασμό με τον αντίκτυπο της αύξησης των τιμών στα τρόφιμα σε παγκόσμιο επίπεδο, μιας αναποτελεσματικής οικονομίας η οποία κυριαρχείται από το κράτος, ενός σκληρού εμπάργκο από πλευράς ΗΠΑ και των “μπλακ άουτ” – τόσο κυριολεκτικά όσον αφορά τον ηλεκτρισμό, όσο και πολιτικά – αποδείχθηκαν, στον συνδυασμό τους, αβάστακτα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρείχαν τον “επιταχυντή” εξελίξεων.
Όπως – όπως
Ο πρόεδρος της Κούβας Miguel Diaz-Canel δεν έχει τη δυνατότητα άμεσων απαντήσεων για να κατασιγάσει τη δυσαρέσκεια ή να ξεφύγει από τη βαθύτερη ύφεση στη χώρα του από την “ειδική περίοδο” που ακολούθησε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, πριν από περίπου 30 χρόνια. Η κυβέρνηση βασίζεται στην πιθανή επιτυχία των εγχώριων εμβολίων κατά της Covid-19 προκειμένου να επιστρέψει η χώρα σε κάποια εκδοχή κανονικότητας.
Τα κρούσματα κορονοϊού, ωστόσο, έχουν αυξηθεί απότομα, οι απαραίτητες νομισματικές μεταρρυθμίσεις έχουν ωθήσει τις τιμές υψηλότερα και τα αποθέματα έχουν μειωθεί τόσο όσο και η υπομονή των πολιτών. Η βοήθεια από τη Βενεζουέλα έχει μειωθεί και η κυβέρνηση έχει ελάχιστο επαναστατικό “χάρισμα” στο οποίο να μπορεί να βασιστεί – η δυναστεία των Κάστρο έληξε τον Απρίλιο και οι περισσότεροι Κουβανοί είναι πλέον πολύ νέοι και πολύ καλά ενημερωμένοι για να επηρεαστούν από τέτοιους παράγοντες.
Το πιθανότερο σενάριο είναι η Αβάνα να προσπαθήσει να βγάλει άκρη όπως-όπως, στηριζόμενη στη μακρόχρονη εμπειρία των κρατικών υπαλλήλων στην αντιμετώπιση κρίσεων ελλείψει υποστήριξης από πολυμερείς οργανισμούς και να ελπίζει στην ανακούφιση που τελικά θα έρθει με την υποχώρηση της πανδημίας. Ωστόσο, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος εδώ, τόσο για την Κούβα όσο και για τους γείτονές της.
Η Αβάνα πρέπει να βιαστεί και να προχωρήσει την φιλελευθεροποίηση, μαζί με τη δημιουργία ενός πλήρως αναπτυγμένου ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να αναβιώσει μια οικονομία που συρρικνώθηκε κατά 11% το 2020 – περίπου όσο και το 1991. Οι εσωτερικοί παράγοντες βαρύνουν πολύ και οι Κουβανοί θα χρειαστεί να πειστούν ότι οι προσπάθειες μεταρρύθμισης είναι γνήσιες. Όπως ανέφερε και ο πρωθυπουργός της Κούβας Manuel Marrero Cruz σε κρατικούς αξιωματούχους, οι άνθρωποι δεν μπορούν να φάνε πολυετή πλάνα.
Ο ρόλος των ΗΠΑ
Ωστόσο, υπάρχει ρόλος και για την Ουάσιγκτον σε αυτό το σκηνικό. Οι “σκληροπυρηνικοί” των ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η διατήρηση της ισχυρής πίεσης στο καθεστώς θα φέρει τη δημοκρατία. Στην πραγματικότητα, σε μια περιοχή όπου το αντίθετο του status quo είναι συχνά το χάος, ισχύει το αντίθετο.
Από τη στασιμότητα στην βαθιά ύφεση – Η Covid-19 οδήγησε στη μεγαλύτερη συρρίκνωση της οικονομίας της Κούβας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν δεν έχει μέχρι στιγμής ανταποκριθεί στις ελπίδες των Κουβανών για κάποιου είδους ύφεση (détente). Οι πολιτικοί περιορισμοί είναι ξεκάθαροι: οι Λατίνοι ψηφοφόροι στη Φλόριντα, όπου φιλοξενούνται μεγάλος αριθμός Κουβανών, καθώς και εξόριστοι της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας, υποστήριξαν τον Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρική εκλογή του 2020, ικανοποιημένη από τη σκληρή του στάση έναντι του κουβανικού καθεστώτος. Οι ενδιάμεσες βουλευτικές εκλογές του 2022 στις ΗΠΑ πλησιάζουν γοργά και οι Δημοκρατικοί έχουν κάθε λόγο να θέλουν να ελαχιστοποιήσουν το όποιο πολιτικό κόστος.
Ο Μπάιντεν εξακολουθεί ωστόσο να έχει περιθώριο να αναθεωρήσει μερικά από τα πιο “χτυπητά” μέτρα κυρώσεων τα οποία έλαβε ο Τραμπ, ελαφρύνοντας τους περιορισμούς στα εμβάσματα – επί του παρόντος περιορίζονται σε 1.000 δολ. ανά τρίμηνο – και στα ιδρύματα τα οποία χρησιμοποιούνται για την αποστολή μετρητών στο νησί, καθώς και επιτρέποντας ταξίδια σε συγγενείς Κουβανών και τουρίστες, οι οποίοι παίρνουν μαζί τους στην Κούβα δολάρια και αγαθά από τις ΗΠΑ.
Μπορεί έτσι να ανακουφίσει τον μέσο Κουβανό και προωθήσει το αμερικανικό όνειρο απευθείας στη μέση οικογένεια της νησιωτικής χώρας – όπως οι επισκέπτες από και προς τη Δύση στους Σοβιετικούς πολίτες πριν από δεκαετίες. Μπορεί να βοηθήσει στην καταπολέμηση της Covid-19, υποστηρίζοντας την πρόσβαση σε εξοπλισμό όπως σύριγγες, όπου οι ελλείψεις εμπόδισαν τις προσπάθειες διανομής ακόμη και των ίδιων των κουβανικών εμβολίων – η Κούβα έχει εμβολιάσει ένα αξιοσέβαστο, αλλά ανεπαρκές 27% του πληθυσμού της με τουλάχιστον μία δόση.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απαραίτητα αλλά πιο περίπλοκα βήματα, όπως η αφαίρεση της χώρας από τη λίστα των κρατών-“χορηγών” της τρομοκρατίας που συντάσσουν οι ΗΠΑ, μια μάλλον ανόητη κίνηση της τελευταίας στιγμής από την κυβέρνηση Τραμπ.
Αντίκτυπος
Οι Κουβανοί θα ένιωθαν τον αντίκτυπο αυτών των κινήσεων. Ας σκεφτεί κανείς ότι μόνον ένα εκατομμύριο τουρίστες κατάφεραν να φθάσουν στην Κούβα το 2020, το ένα τέταρτο του συνόλου του προηγούμενου έτους και ένα κλάσμα των αναμενόμενων 5 εκατομμυρίων. Τον Δεκέμβριο υπήρξε μια πτώση άνω του 80% στον τουρισμό, πλήττοντας σκληρά τους μικροεπιχειρηματίες. Ο πληθωρισμός στις τιμές των τροφίμων, εν τω μεταξύ, πλήττει όλες τις οικονομίες που βασίζονται στις εισαγωγές βασικών αγαθών και ο αγροτοκτηνοτροφικός τομέας της Κούβας, επιβαρυμένος με γραφειοκρατία, τραγικά logistics, ανεπαρκείς εισροές για τον εμπλουτισμό του εδάφους και κακές αποφάσεις φύτευσης, αποτυγχάνει να καλύψει το κενό.
Ευτυχώς, η πανδημία έχει αντιμετωπιστεί κάπως καλύτερα. Η Κούβα κινήθηκε γρήγορα και, με ένα εντυπωσιακό ποσοστό εννέα γιατρών ανά 1.000 κατοίκους, κατέγραψε ποσοστό θνησιμότητας από κρούσματα κορονοϊού – το ποσοστό των θανάτων μεταξύ όλων των μολυσμένων – 0,6%, σε σύγκριση με το παγκόσμιο 2,2%. Η πολιτεία της Φλόριντα των ΗΠΑ, με σχεδόν διπλάσιο πληθυσμό, είχε περισσότερες από εννέα φορές τον αριθμό των κρουσμάτων Covid-19 και 24 φορές τον αριθμό των θανάτων. Ακόμη κι έτσι, η Κούβα παλεύει με ένα νέο ξέσπασμα της πανδημίας λόγω μεταλλάξεων, πολύ χειρότερο από ό,τι έχει βιώσει μέχρι σήμερα.
Ο ημερήσιος αριθμός κρουσμάτων κορονοϊού στην Κούβα βρίσκεται πλέον σε ανησυχητικά επίπεδα-ρεκόρ
Προφανώς, η πρωταρχική ευθύνη για τα προβλήματα της Κούβας βαρύνει την κυβέρνησή της και την πολύχρονη αποτυχία της να ικανοποιήσει τις ανάγκες του λαού της. Ο Diaz-Canel έχει λάβει σημαντικά μέτρα το τελευταίο διάστημα, συμπεριλαμβανομένης της επώδυνης αλλά απαραίτητης νομισματικής ενοποίησης, η οποία έδωσε τέλος σε ένα σύστημα διπλού νομίσματος με πολλαπλές συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Πρέπει να συνεχίσει να μειώνει το μερίδιο της συμμετοχής του κρατικού τομέα στο ΑΕΠ, να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα της κακής κατανομής κεφαλαίων, να προωθήσει τη δημιουργία ενός πραγματικού ιδιωτικού τομέα – και όχι να επιτρέπει μονάχα την αυταπασχόληση και τους συνεταιρισμούς εκτός του αγροτοκτηνοτροφικού κλάδου. Το πρόβλημα είναι ότι, όπως έχουν τα πράγματα, δεν κάνει λάθος όταν αναφέρει ότι τα μέτρα της προηγούμενης αμερικανικής κυβέρνησης δημιουργούν ασφυξία στην οικονομία της Κούβας. Ο Μπάιντεν μπορεί να απομακρύνει από το προσκήνιο αυτή τη δικαιολογία.
Η μετάβαση στη δημοκρατία δεν θα έλθει αυτόματα
Ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο ο οικονομικός πόνος θα ωθήσει την Κούβα να ζητήσει άμεση μετάβαση στη δημοκρατία είναι απίθανο. Δεν λειτούργησε εδώ και δεκαετίες και η υποτίμηση της ικανότητας της κυβέρνησης να παραμείνει στην εξουσία ακόμη και με τους όρους του σήμερα θα ήταν ασυλλόγιστη. Οι λαϊκές διαμαρτυρίες προκαλούν αλλαγή καθεστώτος πολύ πιο σπάνια απ ό,τι πιστεύεται ευρέως. Το να εισακουστούν, δε, εκκλήσεις για εξωτερική στρατιωτική δράση θα ήταν, φυσικά, καθαρή τρέλλα.
Πολύ καλύτερα για την Ουάσιγκτον θα ήταν να στοιχηματίσει σε μια διαρκή, προοδευτική στροφή προς το πολιτικό και οικονομικό άνοιγμα της Κούβας και να δημιουργήσει δεσμούς απευθείας με τους Κουβανούς. Υπήρξαν εκκλήσεις μεταξύ των διαδηλωτών την Κυριακή για τερματισμό της δικτατορίας και δεκάδες συλλήψεις και αποκλεισμοί από το Διαδίκτυο από πλευράς του καθεστώτος, καθώς η κυβέρνηση προσπάθησε να καταστείλει τις διαδηλώσεις.
Ας λάβουμε υπ’ όψιν, ωστόσο, ότι, όπως και στις διαδηλώσεις του 1994 (Maleconazo), με αφορμή παρόμοιες δυσκολίες για τον πληθυσμό της Κούβας, ο θυμός των Κουβανών αφορούσε τις μακρές ουρές μέσα στον καύσωνα, τα ανεπαρκή τρόφιμα και φάρμακα – επρόκειτο για έναν “συνασπισμό των απηυδυσμένων”. Η κρίση εκείνη, η οποία ακολουθήθηκε από μια θερινή έξοδο περισσότερων από 30.000 Κουβανών προς τις ΗΠΑ, άλλαξε σχετικά λίγα πράγματα στη χώρα. Δεν χρειάζεται λοιπόν να χαθεί άλλη μία ευκαιρία.
Πηγή: Bloomberg
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

