Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Πικραμένος – Σάββας Καλεντερίδης
Ημ/νία έκδοσης: Ιούνιος 2021
Κατηγορία: Πολιτική
Σελ.: 340
ISBN: 978-618-5590-03-1
Βιβλιοπωλείο Ινφογνώμων
Φιλελλήνων 14, Σύνταγμα, Αθήνα
Τηλ. 210 3316036
Γράφει ο Λεωνίδας Κουμάκης*
Οι Ταλιμπάν, δηλαδή οι σπουδαστές του κινήματος της ισλαμικής γνώσης, αποτελούν το πολιτικό-θρησκευτικό κίνημα που κυβέρνησε το Αφγανιστάν μεταξύ 1996 – 2001 εγκαθιστώντας ένα βάναυσο θεοκρατικό καθεστώς και προκαλώντας παγκόσμια φρίκη με τις «δραστηριότητες» του.
Τον Δεκέμβριο του 2001 οι Ταλιμπάν εκδιώχτηκαν βίαια από την εξουσία μετά την στρατιωτική επέμβαση των Αμερικανών, η οποία διήρκησε 20 χρόνια.
Όπως είναι γνωστό, το Αφγανιστάν αποτελεί την βασική πηγή ηρωίνης παγκοσμίως από το όπιο που παρασκευάζεται με τις παπαρούνες που (σήμερα) καλλιεργούνται σε 3.500.000 περίπου στρέμματα, προσφέροντας στην παγκόσμια αγορά περισσότερους από 9.000 κυβικούς τόνους κάθε χρόνο. Ο έλεγχος της παραγωγής παπαρούνας βρίσκεται ήδη υπό τον απόλυτο έλεγχο των Ταλιμπάν οι οποίοι αναμένεται να αυξήσουν ανενόχλητοι την παραγωγή τους μετά την πολιτική απόφαση των Η.Π.Α. να θέσουν τέρμα στην στρατιωτική παρουσία τους στο Αφγανιστάν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021.
Ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρ.Τ. Ερντογάν, σύμφωνα με καταγγελίες του πρώην Τούρκου πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτρογλου στο Γερμανικό Spiegel, πολλών άλλων Τούρκων πολιτικών και δημοσιογράφων όπως η Αρζού Γιλτίζ που διέφυγε στην Γερμανία και απειλείται με δολοφονία, αλλά και του αρχιμαφιόζου – τέως συνεργάτη της τουρκικής πολιτικής εξουσίας Σεντάτ Πεκέρ, έχει μετατρέψει ολόκληρη την Τουρκία σε ένα κράτος-μαφία.
Το έντονο λοιπόν ενδιαφέρον του τουρκικού κράτους-μαφία και προσωπικά του Ρ.Τ. Ερντογάν, να εγκατασταθεί στο αεροδρόμιο Καμπούλ του Αφγανιστάν για να προσφέρει (δήθεν) εξυπηρέτηση στην διεθνή κοινότητα, είναι φανερό πως οφείλεται στην επιδίωξη εγκαθίδρυσης ενός ασφαλούς διαδρόμου μεταφοράς ηρωίνης προς την Τουρκία.
Ένας άλλος διάδρομος όχι βέβαια τόσο ασφαλής, έχει ήδη δημιουργηθεί από την Λατινική Αμερική προς την Τουρκία για την μεταφορά κοκαΐνης με τα πλοία των «εφοπλιστών» της γνωστής οικογένειας Γιλντιρίμ (πρώην πρωθυπουργού της Τουρκίας), όπως προκύπτει από τις σχετικές καταγγελίες του αρχιμαφιόζου Σ. Πεκέρ. Τα θεμέλια του διαδρόμου τέθηκαν από το 2018 όταν ο Ρ. Τ. Ερντογάν επισκέφτηκε την Βενεζουέλα και συμφώνησε σε ευρεία «συνεργασία», (καταστρατήγηση του Αμερικανικού εμπάργκο, ανταλλαγή χρυσού, νομιμοποίηση μαύρου χρήματος κ.α.) «κερδίζοντας» το παράσημο του «απελευθερωτή» με το οποίο τιμήθηκε από τον Νικολά Μαδούρο.
Η μετεξέλιξη της Τουρκίας και των κατεχομένων εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κέντρα διακίνησης ναρκωτικών, ξεπλύματος μαύρου χρήματος, παράνομου τζόγου και επίσημης πλέον συνεργασίας τουρκικού υπόκοσμου με την πολιτική εξουσία των ισλαμιστών και των γκρίζων λύκων που συγκυβερνούν, κατέστησε την σημερινή Τουρκία ένα αδίστακτο κράτος-μαφία που επιθυμεί διακαώς να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του με εξαιρετικής ποιότητας ηρωίνη από την παγκόσμια πηγή της, δηλαδή το Αφγανιστάν.
Από την άλλη πλευρά, οι Ταλιμπάν γνωρίζοντας τις δυνατότητες ενός κέντρου διακίνησης ηρωίνης μέσα στην Τουρκία και δίπλα σε Ευρώπη και Μ. Ανατολή, σε συνδυασμό με τις μεγάλες ανάγκες εξασφάλισης μαύρου χρήματος για τον πλήρη έλεγχο του Αφγανιστάν και την χρηματοδότηση ισλαμιστικών κινημάτων, καλοβλέπουν το ενδεχόμενο «συνεργασίας» με το τουρκικό κράτος-μαφία.
Έτσι παρακολουθούμε συνεχώς διάφορες, συχνά αντικρουόμενες, δηλώσεις που δείχνουν καθαρά την τελική κατάληξη των «διαπραγματεύσεων».
Στις 14 Ιουλίου 2021, σύμφωνα με το Reuters, οι Ταλιμπάν εξαπέλυσαν απειλές εναντίον της Τουρκίας λόγω της συμμετοχής της στην φύλαξη του αεροδρομίου της Αφγανικής πρωτεύουσας : «Το ισλαμικό εμιράτο του Αφγανιστάν καταδικάζει αυτήν την αποτρόπαια απόφαση. Αν οι Τούρκοι αξιωματούχοι δεν επανεξετάσουν την απόφασή τους και συνεχίσουν την κατοχή της χώρας μας, το ισλαμικό εμιράτο θα αναλάβει δράση εναντίον τους».
Στις 19 Ιουλίου 2021, ο Ρ. Τ. Ερντογάν πριν αναχωρήσει για την κακόγουστη φιέστα στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας δήλωσε -μεταξύ άλλων- για το θέμα του αεροδρομίου της Καμπούλ και τα εξής: «Θα μιλήσουμε για το θέμα αυτό με τους Ταλιμπάν. Δεν έχουμε διαφορετική πεποίθηση από εκείνη των Ταλιμπάν. Πιστεύω ότι θα μπορέσουμε να συζητήσουμε και να συμφωνήσουμε για αυτά τα θέματα μαζί τους».
Στις 21 Ιουλίου 2021 Ο εκπρόσωπος των Ταλιμπάν Zabihullah Mücahid μίλησε στο Αραβικό TRT : «Είναι αδέλφια μας, έχουμε πολλά κοινά σημεία. Θέλουμε να έχουμε καλές σχέσεις με την Τουρκία».
Στις 22 Ιουλίου 2021 ο ίδιος εκπρόσωπος των Ταλιμπάν μιλώντας στο πρακτορείο RIA Novosti, δήλωσε περίπου τα αντίθετα : «Εμείς έχουμε ήδη αντιταχθεί στην θέση της Τουρκίας και μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ, δεν θα επιτρέψουμε για κανένα λόγο να μείνουν στην χώρα άλλες ξένες δυνάμεις».
Στις 24 Ιουλίου 2021 ο Ρ.Τ. Ερντογάν δήλωσε πως «Η Τουρκία δεν βλέπει τίποτε κακό στην πίστη των Ταλιμπάν». Φυσικά, αφού εμφορείται από τις ίδιες ακριβώς θεοκρατικές πεποιθήσεις που συνδυάζονται άριστα με το εμπόριο ναρκωτικών και το μαύρο χρήμα. Παράλληλα, έγινε γνωστό πως οι Τούρκοι ζητούν και την συμμετοχή της Αλβανίας στην «φύλαξη» του αεροδρομίου της Καμπούλ. Βέβαια αποτελεί κοινό μυστικό πως ο Έντυ Ράμα έχει χαρακτηριστεί σαν ο Pablo Escobar της Αλβανίας, ενώ η χώρα θεωρείται πλέον ως η «Κολομβία της Ευρώπης». Είναι συνεπώς ο πλέον κατάλληλος «φύλακας» του αεροδρομίου της Καμπούλ για την ασφαλή μεταφορά ηρωίνης και στο «παράρτημα Αλβανίας» της Τουρκίας.
Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α Τ Α: Σύμφωνα με τουρκικά μέσα ενημέρωσης αυτή την εποχή προσλαμβάνονται στην Τουρκία έμπειροι Σύριοι μισθοφόροι, οι οποίοι θα προσφέρουν υπηρεσίες «φύλαξης του αεροδρομίου Καμπούλ» για λογαριασμό της Τουρκίας, έναντι αμοιβής αρκετών χιλιάδων δολαρίων κάθε μήνα.
Τα «έσοδα» από την επιχείρηση της εξαιρετικής ποιότητας ηρωίνης από το Αφγανιστάν προβλέπονται τερατώδη. Τούρκοι φασίστες και Τούρκοι ισλαμιστές δεν έχουν μεγάλες διαφορές από τους Ταλιμπάν. Αντίθετα, εμπνέονται από την ίδια πίστη και έχουν τεράστια, κοινά συμφέροντα.
Οι Ταλιμπάν καταστρέφουν μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς με κατεδάφιση, ενώ οι Τούρκοι με την «κατάκτηση» και μετατροπή τους σε τζαμιά.
Στην Τουρκία υπάρχουν (μέχρι τώρα) 248 σχολεία για την «γνώση του κορανίου» και 219 λύκεια imam hatip που «εκπαιδεύουν» ιερωμένους, την ίδια περίοδο κατά την οποία από 119 δημόσια πανεπιστήμια απολύθηκαν 5.882 εκπαιδευτικοί με διάφορα διατάγματα. Στο Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν επιβάλλουν τον ισλαμικό νόμο («Σαρία») με συνοπτικές διαδικασίες και θανατηφόρες συνέπειες για τους «διαφωνούντες».
Στην Τουρκία ένα κράτος-μαφία συνεργάζεται αρμονικά με το οργανωμένο έγκλημα, το εμπόριο ναρκωτικών, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, τον παράνομο τζόγο και άλλα πολλά. Ο Εζγκιούρ Εζέλ (αντιπρόεδρος κοινοβουλευτικής ομάδας αξιωματικής αντιπολίτευσης) δηλώνει πως «Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η κυβερνητική συμμαχία αποτελείται από το AKP, το Κίνημα Εθνικιστικής Δράσης και τη μαφία». Οι Ταλιμπάν ελέγχουν την παραγωγή της παπαρούνας από την οποία προέρχονται το όπιο και η κορυφαίας ποιότητας ηρωίνη σε ποσοστό που ξεπερνάει το 90% της παγκόσμιας παραγωγής ηρωίνης.
Στην Τουρκία, με βεβαρυμμένο «ποινικό μητρώο» γενοκτονιών, εθνοκάθαρσης και βίαιου εκτουρκισμού, μετά το δήθεν πραξικόπημα και την μετάβαση στο «Προεδρικό Σύστημα» (2018) έχουν ανοίξει 45 χιλιάδες δικαστικοί φάκελοι για «κριτική» στον Ρ.Τ. Ερντογάν. 9.773 άνθρωποι ήδη σύρθηκαν στα δικαστήρια – μεταξύ τους 84 παιδιά ηλικίας 12-15 ετών και 206 παιδιά ηλικίας 15-18 ετών. Στο Αφγανιστάν όποιος διαφωνεί με τους Ταλιμπάν, απλά κινδυνεύει το κεφάλι του.
Τόσο στην Τουρκία όσο και στο Αφγανιστάν το λαθρεμπόριο αρχαιοτήτων ανθεί. Η Τουρκία έχει σαν τρέχουσα, πολύτιμη «πηγή» την λεηλατημένη Λιβύη και οι Ταλιμπάν τον πολιτιστικό πλούτο του Αφγανιστάν. Με δυο λόγια: Ταλιμπάν και τουρκικό κράτος-μαφία αποτελούν αυθεντική εφαρμογή της παροιμίας κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι…
Πηγή: analyst.gr
Περισσότερα για την σχέση του τουρκικού κράτους με το εμπόριο και διακίνηση ναρκωτικών, στο βιβλίο μας…

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Πικραμένος – Σάββας Καλεντερίδης
Ημ/νία έκδοσης: Ιούνιος 2021
Κατηγορία: Πολιτική
Σελ.: 340
ISBN: 978-618-5590-03-1
Βιβλιοπωλείο Ινφογνώμων
Φιλελλήνων 14, Σύνταγμα, Αθήνα
Τηλ. 210 3316036
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Το τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
Ρωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
Πακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
Το διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
Καραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
Ξέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
Τί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
Εάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας