Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αφγανιστάν: Μπαίνουν στην πρωτεύουσα Καμπούλ οι Ταλιμπάν «από όλες τις πλευρές»

Δημοσιεύτηκε στις

Μουτζαχεντίν των Ταλιμπάν στην πόλη Κανταχάρ την οποία κατέλαβαν πριν από δύο ημέρες

Από όλες τις πλευρές της πρωτεύουσας Καμπούλ, την οποία είχαν περικυκλώσει νωρίτερα, άρχισαν να εισέρχονται οι Ταλιμπάν μετά από ολιγοήμερη προέλαση και ενώ οι εκπρόσωποι των δυτικών δυνάμεων αποχωρούν εσπευσμένα, Οι Αμερικανοί εκκένωσαν ήδη την πρεσβεία τους στη χώρα.

Οι Ταλιμπάν διέταξαν τους μαχητές τους να αποφύγουν πράξεις βίας κατά την είσοδό τους στην αφγανική πρωτεύουσα επιτρέποντας να φύγουν με ασφάλεια όσοι το επιθυμούν, δήλωσε στο πρακτορείο Reuters ηγέτης των Ταλιμπάν στη Ντόχα.

Το Associated Press μετέδωσε ότι εκπρόσωπος των Ταλιμπάν κατευθύνεται προς το Προεδρικό Μέγαρο, προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση της εξουσίας.

Σύμφωνα με την ανταποκρίτρια του BBC, Yalda Hakim, οι μουτζαχεντίν των Ταλιμπάν δεν συναντούν αντίσταση.

Αξιωματούχος στο προεδρικό μέγαρο στην Καμπούλ επιβεβαίωσε ότι ο Αφγανός πρόεδρος, Ασράφ Γκανί, βρίσκεται σε συνομίλιες με τον Ειδικό Εκπρόσωπο των ΗΠΑ για τη Συμφιλίωση του Αφγανιστάν, Ζαλμάι Χαλιλζάντ και άλλους κορυφαίους αξιωματούχους του ΝΑΤΟ.

Το Reuters μετέδωσε νωρίτερα ότι η κυβέρνηση του Γκανί ήταν σε συνομιλίες με τους Ταλιμπάν για «ειρηνική παράδοση» της Καμπούλ.

«Υπό έλεγχο» η κατάσταση διατείνεται η κυβέρνηση

Σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τους κατοίκους, ο επίσημος λογαριασμός Twitter του προέδρου της χώρας, Ασράφ Γκανί, μετέδωσε το εξής μήνυμα:

«Ακούγονται σποραδικοί πυροβολισμοί στην Καμπούλ, η Καμπούλ δεν τελεί υπό επίθεση, η ασφάλεια της χώρας και οι ομάδες άμυνας συνεργάζονται με διεθνείς εταίρους για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια στην πόλη, η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο», αναφέρει το μήνυμα στην Παστού, μία από τις επίσημες γλώσσες του Αφγανιστάν.

Την ίδια ώρα, προσωπικό των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναζήτησαν ασφαλές καταφύγιο.

Μέλη «κεντρικών» ομάδων των ΗΠΑ εργάζονται από το αεροδρόμιο της Καμπούλ, σύμφωνα με αξιωματούχο των ΗΠΑ, ενώ αξιωματούχος του ΝΑΤΟ δήλωσε πως αρκετά μέλη του προσωπικού της ΕΕ μετακινήθηκαν σε ασφαλέστερη περιοχή της πρωτεύουσας που δεν έχει γίνει γνωστή.

Η πρωτεύουσα του Αφγανιστάν ήταν η μοναδική μεγάλη πόλη που είχε μείνει για να καταλάβουν μετά την κατάληψη, νωρίτερα σήμερα, της πόλης στρατηγικής σημασίας Τζαλαλαμπάντ , θέτοντας πλέον υπό τον έλεγχό τους το τμήμα του οδικού δικτύου που συνδέει το Αφγανιστάν και το Πακιστάν.

Η πόλη αυτή έπεσε χωρίς μάχη. «Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να σωθούν οι ζωές αμάχων», δήλωσε στο Reuters Αφγανός αξιωματούχος.

Πλέον μόνο λιγοστές μικρές πόλεις παραμένουν ακόμη υπό κυβερνητικό έλεγχο. Αλλά είναι διεσπαρμένες και απομονωμένες και οι περισσότερες δεν έχουν μεγάλη στρατηγική αξία.

Μέσα σε λιγότερες από δέκα μέρες, οι Ταλιμπάν έχουν πάρει τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του Αφγανιστάν.

«Ξυπνήσαμε το πρωί με τα λάβαρα των Ταλιμπάν παντού στην πόλη. Έχουν μπει στην πόλη. Μπήκαν χωρίς μάχη», επιβεβαίωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Άχμαντ Ουάλι, κάτοικος της Τζαλαλάμπαντ.

Σύμφωνα με άλλον κάτοικο, οι ισλαμιστές μαχητές μπήκαν στην πόλη στις 06:00 (τοπική ώρα· 04:30 ώρα Ελλάδας).

Οι Ταλιμπάν ανακοίνωσαν πως πήραν την πόλη. «Πριν από μερικές στιγμές, οι μουτζαχεντίν μπήκαν στην Τζαλαλάμπαντ (…). Όλες οι ζώνες (της) είναι πλέον υπό τον έλεγχό τους», ανέφερε ο Ζαμπιουλά Μουτζάχιντ, εκπρόσωπος των ανταρτών.

Το βράδυ του Σαββάτου, οι μουτζαχεντίν των Ταλιμπάν ανακοίνωσαν πως πήραν και τη Μαζάρ-ι-Σαρίφ, την τέταρτη μεγαλύτερη αφγανική πόλη, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο του βορρά.

24579567.jpg
Μουτζαχεντίν των Ταλιμπάν ύψωσαν τη σημαία τους στην πόλη Κανταχάρ, την οποία κατέλαβαν πριν από δύο ημέρες

Οι Ταλιμπάν εξαπέλυσαν την ολομέτωπη επίθεσή τους τον Μάιο, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν επιβεβαίωσε την έναρξη της διαδικασίας αποχώρησης των τελευταίων ξένων στρατευμάτων που απέμεναν στη χώρα, 20 χρόνια μετά την επέμβαση του διεθνούς συνασπισμού υπό τις ΗΠΑ που ανέτρεψε το καθεστώς των ισλαμιστών εξαιτίας της άρνησής του να παραδώσει τον Οσάμα μπιν Λάντεν, τον ηγέτη της Αλ Κάιντα. Η αποχώρηση αναμένεται να έχει αποπερατωθεί την 31η Αυγούστου.

Αρχικά κατέλαβαν, συναντώντας ασθενική αντίσταση, αχανείς εκτάσεις στις επαρχίες, κατόπιν στράφηκαν εναντίον μεγάλων αστικών κέντρων, περικυκλώνοντας επαρχιακές πρωτεύουσες. Η προέλασή τους επιταχύνθηκε με δραματικό τρόπο τις τελευταίες ημέρες, προς κατάπληξη πολλών. Οι πόλεις πέφτουν στα χέρια τους η μια μετά την άλλη, συχνά εύκολα.

Επιπλέον στρατιώτες στέλνει ο Μπάιντεν

Ο Τζο Μπάιντεν αποφάσισε αργά το Σάββατο να στείλει 2.000 επιπλέον στρατιώτες από ό,τι είχε προγραμματιστεί στην Καμπούλ για να εξασφαλίσει την απομάκρυνση Αμερικανών διπλωματών και Αφγανών αμάχων.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι έπειτα από διαβούλευση με τους συμβούλους του εθνικής ασφάλειας, «σχεδόν 5.000 στρατιώτες», και όχι πλέον 3.000, θα αναπτυχθούν στο αεροδρόμιο της Καμπούλ για να διευκολύνουν την απομάκρυνση από τη χώρα έπειτα από 20 χρόνια πολέμου.

Απειλώντας τους Ταλιμπάν με γρήγορη και ισχυρή απάντηση σε περίπτωση επιθέσεων κατά των αμερικανικών συμφερόντων, ο Μπάιντεν υπεραμύνθηκε της απόφασής του να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από το Αφγανιστάν και υποσχέθηκε ότι δεν θα «κληροδοτήσει» αυτόν τον πόλεμο σε άλλο πρόεδρο των ΗΠΑ.

«Είμαι ο τέταρτος πρόεδρος που ηγείται της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Αφγανιστάν – δύο Ρεπουμπλικανοί, δύο Δημοκρατικοί. Δεν θα κληροδοτήσω αυτόν τον πόλεμο σε έναν πέμπτο», δήλωσε.

Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν μίλησε το Σάββατο το βράδυ με τον Αφγανό πρόεδρο Ασράφ Γάνι για την «επείγουσα ανάγκη να συνεχιστούν οι διπλωματικές και πολιτικές προσπάθειες για τη μείωση της βίας», αναφέρει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε ανακοίνωσή του.

Οι δυνάμεις των Ταλιμπάν εισήλθαν το Σάββατο στη Μαζάρ-Σαρίφ, την πρωτεύουσα της επαρχίας Μπαλχ του βόρειου Αφγανιστάν, σχεδόν χωρίς αντίσταση, κι ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας διέφευγαν από την περιοχή, δήλωσαν επαρχιακοί αξιωματούχοι.

Φεύγουν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι

Οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να απομακρύνουν διπλωμάτες από την πρεσβεία τους στην Καμπούλ, δήλωσαν σήμερα δύο αξιωματούχοι των ΗΠΑ στο Reuters.

«Έχουμε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που φεύγει τώρα καθώς μιλάμε, η πλειονότητα του προσωπικού είναι έτοιμη να φύγει… η πρεσβεία εξακολουθεί να λειτουργεί», δήλωσε ένας από τους αξιωματούχους υπό τον όρο της ανωνυμίας.

Αναμενόταν πως η εκκένωση των περισσότερων διπλωματών θα ξεκινούσε σήμερα, καθώς οι Ταλιμπάν συνεχίζουν την προέλασή τους που έχει φέρει την ισλαμική οργάνωση στα πρόθυρα της Καμπούλ μέσα σε μερικές ημέρες.

Εγκαταλείπει και ο πρεσβευτής της Βρετανίας

Ο πρεσβευτής της Βρετανίας στο Αφγανιστάν πρόκειται να έχει εγκαταλείψει τη χώρα της Ασίας αεροπορικώς ως το απόγευμα, αναφέρει στο σημερινό της φύλλο η Sunday Telegraph, αφού εκατοντάδες μέλη του στρατού του ΗΒ μετέβησαν στη χώρα για εγγυηθούν την ασφάλεια της απομάκρυνσης των βρετανών διπλωματών, δημοσίων λειτουργών και πολιτών.

Το σχέδιο για την απομάκρυνση των Βρετανών προέβλεπε ότι η επιχείρηση θα διαρκούσε εβδομάδες, όμως, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της κυριακάτικης έκδοσης της Τέλεγκραφ, η ταχύτητα της προέλασης των Ταλιμπάν εγείρει φόβους πως το αεροδρόμιο της Καμπούλ θα καταληφθεί σύντομα από τους αντάρτες και το Λονδίνο αποφάσισε να επισπεύσει τη διαδικασία.

Ως το βράδυ του Σαββάτου είχαν απομείνει μόλις μερικές δεκάδες βρετανοί διπλωμάτες και δημόσιοι λειτουργοί από τους 500 που υπηρετούσαν στο Αφγανιστάν ως αυτή την εβδομάδα. Ο πρεσβευτής αναμένεται να αναχωρήσει μέσα στην ημέρα.

Δεν ήταν εφικτή η επικοινωνία με κάποιον εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών για να σχολιάσει το δημοσίευμα της εφημερίδας.

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι αποφάσισε να αναπτυχθούν κάπου 600 στρατιωτικοί, ιδίως μέλη των Ειδικών Δυνάμεων, στην Καμπούλ για να εγγυηθούν την ασφάλεια της επιχείρησης απομάκρυνσης των βρετανών πολιτών και αφγανών συνεργατών τους, κυρίως διερμηνέων.

Επιχείρηση εκκένωσης ετοιμάζει η Γερμανία

Οι ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας ετοιμάζονται για αποστολή εκκένωσης Γερμανών διπλωματών και πολιτών καθώς και Αφγανών συνεργατών και υπαλλήλων από το Αφγανιστάν υπό αυστηρή φρούρηση, ενημέρωσαν στρατιωτικές πηγές το Γερμανικό Πρακτορείο χθες Σάββατο.

Το μέτρο που θα δίνει την εξουσιοδότηση στον Μπούντεσβερ, τον ομοσπονδιακό γερμανικό στρατό, ώστε να αναπτύξει μέλη της δύναμης ταχείας αντίδρασης μέσα σε μια εβδομάδα, λέγεται πως καταρτίζεται με ταχύ ρυθμό στο κοινοβούλιο.

Οι πηγές του dpa εξήγησαν ότι ελάχιστες αμφιβολίες υπάρχουν μεταξύ των μελών της Μπούντεσταγκ πως η αποστολή αυτή θα είναι απαραίτητη.

Στο Αφγανιστάν βρίσκονται επί του παρόντος πάνω από 100 Γερμανοί πολίτες, συμπεριλαμβανομένων διπλωματών και υπαλλήλων στην πρεσβεία στην Καμπούλ, καθώς και ειδικών που εργάζονται σε υπουργεία και οργανισμούς.

Αφγανοί που εργάζονται για τη γερμανική κυβέρνηση θα απομακρυνθούν επίσης εσπευσμένα, αν και ο ακριβής αριθμός τους δεν είναι σαφής. Μόνο το υπουργείο Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης της Γερμανίας απασχολεί πάνω από 1.000 Αφγανούς.

Την Παρασκευή, η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε πως θα μειώσει τον αριθμό των εργαζομένων στην πρεσβεία στην Καμπούλ στο «απόλυτο μίνιμουμ», όπως και άλλες χώρες, εν μέσω της ταχύτατης προέλασης των Ταλιμπάν στην εμπόλεμη χώρα.

Χθες, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και κλιμάκιο του υπουργικού συμβουλίου εξέτασαν εκτάκτως την αντίδραση του Βερολίνου στην επιδείνωση της κατάστασης στο Αφγανιστάν. Η συνεδρίαση του κλιμακίου αντιμετώπισης της κρίσης έγινε ψηφιακά και συμμετείχαν ο αντικαγκελάριος Όλαφ Σολτς, ο υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας, η υπουργός Άμυνας Άνεγκρετ Κραμπ-Καρενμπάουερ, ο υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ, ο Χέλγκε Μπράουν, υπουργός προεδρίας της κυβέρνησης, και αντιπρόσωπος του υπουργείο Οικονομικής Συνεργασίας.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης απομάκρυνσης των γερμανών πολιτών από το Αφγανιστάν αναμένεται να αναπτυχθούν κυρίως αλεξιπτωτιστές της δύναμης ταχείας αντίδρασης.

CNN
.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα60 λεπτά πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Δημοφιλή