Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Νέος παραλογισμός: Με παρουσίαση αρματαγωγού, που είναι επιθετικό πλοίο και αποβατική άσκηση, ο Ακάρ κατηγόρησε την Ελλάδα για επιθετικότητα!!!

Δημοσιεύτηκε στις

Το υπουργείο Αμυνας της Τουρκίας παρουσίασε στους δημοσιογράφους το αρματαγωγό – αποβατικό πλοίο «TCG Bayraktar», ενώ το «σόου» συμπλήρωσαν εικόνες από άσκηση απόβασης ανδρών των ειδικών δυνάμεων.

Λίγες ημέρες μετά την επιστολή την οποία απέστειλε η Αγκυρα στον ΟΗΕ, όπου με τον πιο επίσημο τρόπο ζητούσε την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών της Ελλάδας, αλλά και τις δηλώσεις του υπουργού Αμυνας της Τουρκίας Χουλουσί Ακάρ, όπου έθετε ζήτημα «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, αμφισβητώντας την κυριαρχία πολλών ελληνικών νησιών, το υπουργείο Αμυνας της Τουρκίας κάλεσε τους εκπροσώπους Τύπου της γειτονικής χώρας για να παρουσιάσει για πρώτη φορά το αρματαγωγό – αποβατικό πλοίο «TCG Bayraktar».

Το συγκεκριμένο πλοίο εντάχθηκε στον τουρκικό στόλο το 2018, όμως τώρα δόθηκε η άδεια στις κάμερες να πάρουν εικόνες «εντός» του. Το «TCG Βayraktar» έχει τη δυνατότητα μεταφοράς 20 αρμάτων μάχης ή δεκάδων τεθωρακισμένων οχημάτων και φορτηγών μαζί με εκατοντάδες άνδρες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Μπορεί να επιχειρήσει απόβαση δυνάμεων σε ακτές, σε βάθος μόλις δύο μέτρων. Τα τηλεοπτικά δίκτυα της γειτονικής χώρας παρουσίασαν και εικόνες από άσκηση απόβασης των ανδρών των ειδικών δυνάμεων σε ένα σημείο στα παράλια της Τουρκίας, «στη Γαλάζια Πατρίδα», όπως αναφέρει το τουρκικό πρακτορείο DHA. Το συγκεκριμένο πλοίο έχει τη δυνατότητα να ικανοποιεί όλες τις ανάγκες του τουρκικού στόλου σε αποβατική επιχείρηση, όπως αναφέρουν αξιωματικοί των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Αυτές τις ημέρες παρουσιάστηκαν και πολλά ρεπορτάζ σε τηλεοπτικά δίκτυα της Τουρκίας για τον στόλο των αποβατικών πλοίων, τα οποία είναι τουλάχιστον 30 και –σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές– η Αγκυρα σύντομα θα διαθέτει πέντε πλοία αμφίβιων επιχειρήσεων. Ηδη έχει ναυπηγηθεί και το «Sancaktar», αντίστοιχης κλάσης πλοίο με το «Bayraktar». Παράλληλα ναυπηγείται και το ελικοπτεροφόρo – αεροπλανοφόρο πλοίο αμφίβιων επιχειρήσεων «ΤCG Anadolu», το οποίο θα έχει τη δυνατότητα μεταφοράς 46 αρμάτων μάχης και θα μπορούν να απογειώνονται και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της Τουρκίας.

epimenei-i-toyrkia-gia-tin-apostratiotikopoiisi-ton-nision0

Μέσα σε αυτό το κλίμα, με συντονισμένες κινήσεις τα τουρκικά υπουργεία Εξωτερικών και Αμυνας εντός του Ιουλίου έθεσαν με πολλαπλούς τρόπους το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών και αμφισβήτησαν και την ελληνική κυριαρχία σε πολλά νησιά, νησίδες και βραχονησίδες.
Ο κ. Ακάρ σε ομιλία του προς τους Τούρκους αξιωματικούς έθεσε το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης και παράλληλα αμφισβήτησε την κυριαρχία της Ελλάδας σε πολλά ελληνικά νησιά!

«Υπάρχει η Συνθήκη της Λωζάννης από τη μια και η Συνθήκη των Παρισίων από την άλλη. Οι Ελληνες γείτονές μας τείνουν να αγνοούν ακόμη και αυτές. Δεν είναι δυνατόν να το δεχτούμε. Υπάρχουν νησιά που έχουν αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς με συμφωνίες. Τα μέρη έχουν συνάψει αυτή τη συμφωνία και είπαμε ότι “αυτά τα νησιά δεν μπορούν να οπλιστούν, θα είναι σε μη στρατιωτικό καθεστώς” και συμφωνήσαμε επ’ αυτού. Τώρα τα εξοπλίζουν. Λένε ότι “υπάρχει απειλή”. Δεν υπάρχει απειλή. Δεν υπάρχει επιθετική στάση από την Τουρκία εναντίον της Ελλάδας αυτή τη στιγμή. Εμείς κάνουμε λόγο για διάλογο, διεθνείς συμφωνίες, δίκαιο».

Ο Τούρκος υπουργός Αμυνας έθεσε το ζήτημα των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, αφού ισχυρίστηκε πως «κάθε φορά η ειρηνική προσέγγισή μας επιστρέφεται με αρνητικές και προβοκατόρικες δηλώσεις. Υπάρχουν νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων η κυριαρχία τους δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα. Και σε αυτό το θέμα τηρούν μια επιθετική στάση για να τα οικειοποιηθούν και αυτά!».

Οι αμφισβητήσεις

Λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του κ. Ακάρ, η εκπρόσωπος του υπουργείου Αμυνας της γειτονικής χώρας, Πινάρ Καρά, έθεσε με πιο αναλυτικό τρόπο το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών. Το σημείο το οποίο προκαλεί εντύπωση από τις δηλώσεις της είναι πως η Αγκυρα αμφισβητεί και την κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά τα οποία έχουν στρατιωτικοποιηθεί, αφού όπως ισχυρίζεται παραβιάζονται οι όροι των συνθηκών με τις οποίες παραχωρήθηκαν τα νησιά.

«Το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης και αφοπλισμού του νησιού Καστελλόριζο που βρίσκεται στη Μεσόγειο και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, έχει ρυθμιστεί με την απόφαση των έξι μεγάλων δυνάμεων το 1913, τη συνθήκη ειρήνης της Λωζάννης του 1923 και τη συνθήκη ειρήνης των Παρισίων του 1947. Τα εν λόγω νησιά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα, με την προϋπόθεση ότι δεν θα εξοπλιστούν και δεν θα χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς», ανέφερε η εκπρόσωπος του υπουργείου Αμυνας της Τουρκίας, για να προσθέσει και η ίδια το ζήτημα της κυριαρχίας των νησιών: «Παρά την ειρηνική προσέγγιση της Τουρκίας, η Ελλάδα εξοπλίζει τα αποστρατιωτικοποιημένα νησιά, που δεν θα έπρεπε να εξοπλιστούν, δημιουργώντας την αντίληψη ότι βλέπει την Τουρκία ως απειλή και υιοθετώντας μια επιθετική στάση με την προστασία νησιών, νησίδων και βραχονησίδων των οποίων η κυριαρχία δεν μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα με συμφωνίες».

Ενδεικτικό της επιμονής της Αγκυρας στο ζήτημα είναι πως τρεις φορές εντός του Ιουλίου οι Τούρκοι αξιωματούχοι ανέδειξαν τα συγκεκριμένα θέματα για τα νησιά. Η αρχή έγινε στις 17 Ιουλίου με την επιστολή του μόνιμου αντιπροσώπου της Τουρκίας στα Ηνωμένα Εθνη, Φεριντούν Σινιρλίογλου, προς τον γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, με την οποία διαμαρτυρήθηκε κατηγορώντας την Ελλάδα ότι «παραβίασε το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου» και αμφισβήτησε τα κυριαρχικά δικαιώματα των νησιών, όπως για τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας, αφού κατά την άποψη της Αγκυρας «παραβιάζονται οι συνθήκες».

Η Αθήνα, με την επιστολή της δικής της μόνιμης αντιπροσώπου προς τον γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών αναφερόταν και στο θέμα της σύνδεσης της αποστρατιωτικοποίησης με την κυριαρχία, υπογραμμίζοντας ότι «οι τουρκικές μονομερείς αιτιάσεις περί καθεστώτος στρατιωτικοποίησης νησιών Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και η σύνδεση του καθεστώτος αυτού με ελληνική κυριαρχία είναι παντελώς αβάσιμες, αστήρικτες, νομικά και ιστορικά λανθασμένες και ως εκ τούτου απορρίπτονται στο σύνολό τους».

Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως η Αγκυρα θα συνεχίσει τη συγκεκριμένη τακτική, καθώς λόγω των πιέσεων των ΗΠΑ και της Ε.Ε. έχει αποσύρει τα γεωτρύπανα και τα σεισμογραφικά σκάφη της από την Ανατολική Μεσόγειο και τώρα προσπαθεί να ασκεί πιέσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο με διαφορετικούς τρόπους. Υποστηρίζουν πως η Τουρκία έχει ως στόχο να οδηγήσει την Αθήνα σε συνολική διαπραγμάτευση μέσω των ισχυρισμών της για τα νησιά. 

Στην Κύπρο, τώρα, ασκεί πιέσεις με το μερικό άνοιγμα της Αμμοχώστου, καθώς θεωρείται σίγουρο πως σε περίπτωση αποτυχίας μελλοντικών διαβουλεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού, η Τουρκία θα απειλεί με την προσάρτηση όλης της πόλης στην αυτοαποκαλούμενη «ΤΔΒΚ».
Πάντως, οι συνεργασίες της Ελλάδας με την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Ιορδανία και τις υπόλοιπες χώρες της ευρύτερης περιοχής έχουν προκαλέσει νευρικότητα στην Τουρκία, και αυτό φάνηκε και στην ανακοίνωση του υπουργείου Αμυνας της γειτονικής χώρας, υποστηρίζοντας πως «η Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μέτωπο εναντίον της Τουρκίας και αυτό το επιχειρεί με συνεργασίες με τρίτες χώρες και συμφωνίες μαζί τους».

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις26 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις41 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή