Ιστορία - Πολιτισμός
Πώς διαμέλισε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ο Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου
Το Δεκέμβρη του 1932, ο Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου, είχε καταλάβει την Παλαιστίνη τη Συρία και την Κιλικία
Πώς ο Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου, στράφηκε εναντίον του Σουλτάνου
Υποναύαρχος (Ο) Δημήτριος Γεωργαντάς ΠΝ ε.α.
Αρχιπλοίαρχος (Ο) Ιωάννης Βιδάκης ΠΝ ε.α.
Ιωάννα – Θεοδοσία Γεωργαντά, Φοιτήτρια
Εισαγωγή
Υπήρξαν άνθρωποι που χωρίς σημαντική καταγωγή, οικονομική επιφάνεια και ούτε καν μόρφωση, κατόρθωσαν να αναδειχθούν σε σημαντικές προσωπικότητες στην παγκόσμια ιστορία. Τέτοιος, είναι και ο Μοχάμεντ Άλι ή Μεχμέτ Αλή. Καταγόμενος από άσημη οικογένεια Τούρκων, από χωριό της Καβάλας, τέλη του 18ου αιώνα, ξεκίνησε ένα απίστευτο ταξίδι πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής και διπλωματικής επιτυχίας στην Αίγυπτο, η οποία αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στην Αίγυπτο, ο Μοχάμεντ Άλι, εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν, σαν έτοιμος από καιρό. Μέσα σε λίγα χρόνια από άσημος καπνέμπορας και στρατιωτικός, έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της χώρας. Στην αρχή ως υποτελής στον σουλτάνο. Μετέπειτα, όμως, όταν διείδε ότι η οικονομική ανάπτυξη της χώρας του και η στρατιωτική του δύναμη ξεπέρασαν τη δύναμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η φιλοδοξία του τον οδήγησε να συγκρουστεί και μαζί του. Χωρίς την βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, ο Μοχάμεντ Άλι θα είχε καταλύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και θα είχε δημιουργήσει την δική του Αιγυπτιακή Αυτοκρατορία.
Διέγνωσε, καθόσον είχε εξοικείωση με την ιστορία, αμέσως ότι η Αίγυπτος δεν έμοιαζε με άλλη χώρα. Εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης, του έφορου εδάφους της, ήταν δυνατόν να καλλιεργείται τρεις ή τέσσερις φορές ετησίως. Αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό κόμβο, καθόσον συνέδεε την Ινδία και Κίνα με την Ευρώπη, και κατείχε τη μοναδική εξαιρετική θέση στον κόσμο. Η μακρά ιστορία της, καθόσον είχε βιώσει δύο ένδοξες πολιτισμικές περιόδους (τις εποχές των Φαραώ και των Πτολεμαίων). Θεώρησε ότι πρέπει ο λαός της να εγκαταλείψει τη νωθρότητα και τον εφησυχασμό του και να βαδίσει σε νέους δρόμους ανάπτυξης σε όλους τους τομείς.
Χάραξε μία σοφή οικονομική πολιτική. Εφάρμοσε μονοπωλιακή πολιτική στα αγροτικά προϊόντα της χώρας του. Εισήγαγε καινούργιες καλλιέργειες και δημιούργησε νέες τεχνικές. Συνέπεια των ανωτέρω, αύξησε θεαματικά τον πλούτο του. Κάλεσε από την Ευρώπη, κυρίως από την Γαλλία, ειδικούς και δημιούργησε «φαραωνικά» έργα. Με απόστρατους αξιωματικούς του Ναπολέοντα δημιούργησε ένα αξιόπιστο στρατό 100.000 ανδρών και ένα ισχυρό στόλο. Ίδρυσε δυναστεία, η οποία κυβέρνησε την Αίγυπτο μέχρι το 1952, οπότε και διεκόπη με την επανάσταση του Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (1918-1970).
Καβάλα

Το σπίτι του Μοχάμετ Άλι στην Καβάλα
Ο Μοχάμεντ Άλι γεννήθηκε το 1184 ΑΗ (Anno Hegirae / Έτος Εγίρας) (1770-1771) στην Καβάλα. Για την περίοδο της ζωής του στην Καβάλα, υπάρχουν μόνο οι διηγήσεις των ξένων περιηγητών που επισκέφθηκαν την Αίγυπτο και ήταν αυτήκοοι μάρτυρες των αφηγήσεών του. Τα χρόνια της ζωής του στην Καβάλα τα περιέγραφε με λύπη, ως χρόνια «μάχης και δυστυχίας, πανουργίας και αιματοχυσίας».
Πατέρας του Μοχάμεντ Άλι ήταν ο Ιμπραήμ Αγάς. Αρχές του 18ου αιώνα, ο πατέρας του και ο παππούς του εγκαταστάθηκαν στην Καβάλα και πιθανόν ήταν κουρδικής καταγωγής. Αναμείχθηκαν με τους ντόπιους τουρκικούς πληθυσμούς. Γλώσσα τους ήταν τα Τουρκικά και ήταν Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Ο πατέρας του Μοχάμεντ Άλι, Ιμπραήμ, πέθανε το 1790-1 και η μητέρα του, Ζεϊνέπ Χατούμ, το 1795-6. Την περίοδο εκείνη, ο Μοχάμεντ Άλι ήταν παντρεμένος και είχε ήδη τρία παιδιά. Δεν φοίτησε σε σχολείο και δεν ήξερε γραφή – ανάγνωση. Έμαθε να διαβάζει και να γράφει μετά τα σαράντα του. Αργότερα, τόνιζε στους ξένους επισκέπτες του στην Αίγυπτο, ότι δεν συνήθιζε να διαβάζει βιβλία. Έλεγε «τα μόνα βιβλία που διαβάζω, είναι τα πρόσωπα των ανθρώπων και σπανίως τα διαβάζω λάθος»! Είχε την ικανότητα να διεισδύει στις ψυχές των ανθρώπων και να διαβάζει τις μύχιες σκέψεις τους. Ενστάλαζε στο μυαλό των αξιωματούχων και των υπηκόων του, την αίσθηση ότι είναι πανταχού παρών και έβλεπε τα πάντα.
Βοηθούσε τον πατέρα του στο καπνεμπόριο, το οποίο ο πατέρας του ασκούσε ως παράπλευρη δραστηριότητα, καθόσον είχε στρατιωτικό πόστο. Ήταν επικεφαλής νυκτερινής φρουράς, που φύλαγε τους δρόμους που κατέληγαν στην Καβάλα. Ο Μοχάμεντ Άλι απέκτησε έτσι εμπορική οξυδέρκεια. Χαρακτηρίζονταν από υψηλό ψυχικό σθένος, αποφασιστικότητα και αυτοπειθαρχία. Οι εξαιρετικές του ηγετικές ικανότητες φάνηκαν από την νεαρή ηλικία του. Η φήμη του στην Καβάλα είχε διογκωθεί. Μπορούσε να επιλύει εκκρεμότητες και να αντιμετωπίζει αποφασιστικά τοπικές αδικίες.
Ο Μοχάμεντ Άλι, βοηθούσε τον θείο του, τον σαντζάκμπεη (Κυβερνήτη) της Καβάλας[1], αρκετές φορές σε θέματα απειθαρχίας των χωριών, καθώς και στην συγκέντρωση των φόρων. Παντρεύτηκε το 1787 (17 ετών) την Εμινέ από το χωριό Νουστρατλί της Δράμας (μετονομάστηκε σε Νικηφόρος το 1927), που ήταν από το χωριό της μητέρας του. Η Εμινέ έμεινε αφοσιωμένη σύζυγος ως το 1823, που πέθανε στην Αλεξάνδρεια. Απέκτησαν πέντε παιδιά και όλα γεννήθηκαν στο Νουστρατλί-Νικηφόρο: την Τεβχιντέ (1787-1830), τον Ιμπραήμ (1789-1848), τον Αχμέντ Τουσσόν (1793-1816), τον Ισμαήλ (1795-1822) και την Νασλί ή Χαντιτζέ (1799-1860). Μετά τον θάνατο της Εμινέ, ο Μοχάμεντ Άλι, είχε πολλές άλλες συζύγους και παλλακίδες, με τις οποίες απέκτησε αρκετά παιδιά, τα περισσότερα των οποίων πέθαναν σε μικρή ηλικία.
Περί το 1787 κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ως κυβερνήτης πολεμικού πλοίου κυνήγησε τους πειρατές στο Αιγαίο Πέλαγος. Εκεί αποκόμισε χρήσιμες γνώσεις για τις ναυτικές ικανότητες των Ελλήνων.
Γεωπολιτικά, τα γεγονότα στην Αίγυπτο έβαιναν αρνητικά για τον σουλτάνο. Το 1801 αποβιβάστηκε ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα από την Γαλλία με επικεφαλής τον στρατηγό Βοναπάρτη. Υπήρχε τεράστιος κίνδυνος να απολεστεί η Αίγυπτος για την Οθωμανική αυτοκρατορία. Εναντίον του, εστάλη δια ξηράς, μέσω Συρίας, ο μεγάλος βεζίρης Γιουσούφ Ζιγκουντίν Πασάς. Επίσης, εστάλη δύναμη 4.000 ανδρών από την Ρούμελη, με 300 άτακτους από την Καβάλα. Διοικητής της δύναμης των τριακοσίων ανδρών, ορίστηκε ο Αλί Αγάς, γιος του Κυβερνήτη της Καβάλας και Υποδιοικητής ο Μοχάμεντ Άλι. Οι Γάλλοι συνάντησαν μεγάλη αντίσταση από τους Βεδουίνους της ερήμου, τους αγρότες και τον αστικό πληθυσμό. Σοβαρή αντίσταση προέβαλαν από το νότο οι Μαμελούκοι[2]. Οι Μαμελούκοι επιδίδονταν στο επικερδές εμπόριο και με τα χρήματα στρατολογούσαν νέους άνδρες από την Γεωργία για τον στρατό τους. Διατηρούσαν την αυτονομία τους, στέλνοντας μέρος των φόρων που συνέλεγαν, στο σουλτάνο. Οι Μαμελούκοι ηττήθηκαν στη μάχη των Πυραμίδων (21 Ιουλίου 1798) από τους Γάλλους και υποχώρησαν νοτιότερα.
Κάθοδος στην Αίγυπτο
Παράλληλα, το 1801 (31 ετών), ο Μοχάμεντ Άλι, μαζί με την δύναμη των τριακοσίων ανδρών του, έφτασε στην Αίγυπτο. Ο Αλί Αγάς, εγκατέλειψε το στρατιωτικό σώμα, στο μέσο της διαδρομής. Διοικητής ανέλαβε ο Μοχάμεντ Άλι. Στη συνέχεια οι 300 άνδρες συνενώθηκαν με τους 4.000 άτακτους Αλβανούς, που ήταν διαβόητοι για την απειθαρχία και την παρορμητική συμπεριφορά τους. Επικεφαλής της ναυτικής και αποβατικής δύναμης των Τούρκων ορίστηκε ο Χουσεΐν Πασάς, αρχιναύαρχος (Καπουτάν Πασάς) του Οθωμανικού στόλου. Ο αρχιναύαρχος είχε μαζί του 1.200 άνδρες, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε, με αυτούς, να επιβάλλει τον πλήρη έλεγχο στην Αίγυπτο.
Η πίστη του αρχιναυάρχου βασίζονταν και στην επικείμενη συνένωση των Τούρκων με τις Βρετανικές Ναυτικές Δυνάμεις. Οι Βρετανοί είχαν διαβλέψει τον κίνδυνο της Γαλλικής επέκτασης στην Αίγυπτο για τις κτήσεις τους στην Ινδία. Ο ναύαρχος Οράτιος Νέλσον (1758-1805) είχε επιτύχει εν τω μεταξύ σημαντική νίκη στη ναυμαχία του Νείλου (Αμπουκίρ)[3] στις 1-2 Αυγούστου 1798, καταστρέφοντας το μεγαλύτερο μέρος της γαλλικής ναυτικής δύναμης. Σε διάστημα τριών χρόνων οι Βρετανοί μαζί με τους Οθωμανούς εκδίωξαν τους Γάλλους από την Αίγυπτο.
Ο Μοχάμεντ Άλι μαζί με τον Χιουσρέφ Πασά (1769-1855), αποβιβάστηκαν στην Αλεξάνδρεια και κινήθηκαν επιθετικά νοτιότερα. Συνενώθηκαν με τον βεζίρη Γιουσούφ Ζίγγια Πασά και τον Ιούλιο 1801 εισήλθαν στο Κάιρο. Ο Χουσεΐν Πασάς ήρθε σε συμφωνία και επέτυχε την αποχώρηση των Γάλλων. Νέος Κυβερνήτης της Αιγύπτου διορίστηκε ο Χιουσρέφ Πασάς. Οι Μαμελούκοι όμως αμφισβήτησαν την εκλογή του και εξεγέρθηκαν. Ο μέγας βεζίρης συνέλαβε εννέα ηγετικά στελέχη των Μαμελούκων και στους υπόλοιπους διαβίβασε τους όρους του σουλτάνου. Με την αρωγή των Βρετανών διασώθηκαν οι εννέα Μαμελούκοι ηγέτες και επήλθε συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών και υπεγράφη η Συνθήκη Ειρήνης της Αλεξάνδρειας στις 9-10-1801, μεταξύ Γάλλων και Οθωμανών. Με την πλήρη εκκένωση της Αιγύπτου από τα γαλλικά στρατεύματα, απεσύρθησαν και οι Βρετανοί το 1803. Στη συνέχεια αποχώρησαν και τα Οθωμανικά στρατεύματα.
Ο Χιουσρέφ Πασάς με μία μικρή δύναμη γενιτσάρων προσπάθησε να ελέγξει την Αίγυπτο και να δώσει τελειωτικό κτύπημα στους Μαμελούκους. Αναγκαστικά, βασίζονταν στη δύναμη των 4.000 άτακτων Αλβανών υπό τον Ταχίρ Πασά και τον Υπαρχηγό του Μοχάμεντ Άλι. Προσπάθησε με την δύναμη των 4.000 Αλβανών να καθυποτάξει τους Μαμελούκους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στη συνέχεια επέβαλε τριετή κεφαλικό φόρο στο Κάιρο για την συγκέντρωση χρημάτων για κάλυψη των εξόδων του στρατού του. Τα αλβανικά στρατεύματα στις 29-4-1803, με επικεφαλής τον Ταχίρ Πασά και με την σιωπηρή συμμετοχή του Μοχάμεντ Άλι, στασίασαν, απαιτώντας άμεσα τις αμοιβές τους. Η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη και δημιουργήθηκαν σοβαρά αιματηρά γεγονότα. Ο νόμιμος ηγέτης του Καϊρου καθαιρέθηκε και η πόλη ήταν τελείως επισφαλής. Στη συνέχεια, οι γενίτσαροι του Χιουσρέφ Πασά ζήτησαν τους μισθούς τους από τον Ταχίρ Πασά και ο οποίος μετά από έντονη λογομαχία με 250 γενίτσαρους, σκοτώθηκε. Ακολούθησε λουτρό αίματος μεταξύ γενιτσάρων και Αλβανών.
Ηγέτης Σημαντικής Στρατιωτικής Δύναμης στην Αίγυπτο
![]()
Μετά τον θάνατο του Ταχίρ Πασά, ο Μοχάμεντ Άλι ανέλαβε διοικητής της στρατιωτικής δύναμης των άτακτων Αλβανών, βρισκόμενος σε ασυναγώνιστη θέση ισχύος. Με την αφοσίωση των αλβανικών σωμάτων, ισχυροποίησε τη θέση του στην Αίγυπτο. Οι Οθωμανοί και οι Μαμελούκοι, ήταν φανερό ότι ήταν αδύνατον να επιλύσουν τις μεταξύ τους διαφορές. Εκείνη την χρονική περίοδο, ο Μοχάμεντ Άλι με το στρατιωτικό τμήμα των άτακτων Αλβανών, αποτελούσε τη σημαντικότερη στρατιωτική δύναμη στην Αίγυπτο. Πέραν των ανωτέρω, απέκτησε και την πλήρη υποστήριξη των κατοίκων του Καϊρου (εμπόρων, θεολόγων, ουλεμάδων, κλπ). Περί τον Μάρτιο 1804, έσπειρε διχόνοια ανάμεσα στους Μαμελούκους και τους Οθωμανούς, με συνέπεια την ολοσχερή εκτόπισή τους από το Κάιρο. Έτσι, έθεσε υπό τον έλεγχό του το Κάιρο, στηριζόμενος στους αλβανούς άτακτους και τους κατοίκους της πόλης.
Ο σουλτάνος έστειλε τον Αχμέτ Χουρσίτ Πασά από την Συρία με 5.000 άνδρες να επιβάλλει την τάξη στην Αίγυπτο. Στις 12-13 Μαΐου 1805 οι κάτοικοι του Καϊρου με μπροστάρηδες τους ουλεμάδες εξεγέρθηκαν, καθαίρεσαν τον Χουρσίτ Πασά και επέλεξαν τον Μοχάμεντ Άλι ως Κυβερνήτη. Ο Χουρσίτ αντέδρασε στην απόφασή τους, με συνέπεια να λάβουν χώρα σκληρές ένοπλες συγκρούσεις. Παρ’ όλα αυτά ο σουλτάνος με φιρμάνι του όρισε ως νέο Κυβερνήτη της Αιγύπτου τον Μοχάμεντ Άλι. Στις 5 Αυγούστου 1805 ο Χουρσίτ Πασάς έφυγε, ηττημένος από τον Μοχάμεντ Άλι και δια παντός από την Αίγυπτο.
Το 1805 (36 ετών), ο Μοχάμεντ Άλι, βρέθηκε νόμιμος Κυβερνήτης της Αιγύπτου, του πλουσιότερου τμήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχε επιτύχει την αφοσίωση των αλβανικών σωμάτων, την εμπιστοσύνη των ουλεμάδων και εμπόρων του Καϊρου, την πίστη του πληθυσμού της πόλης και του σουλτάνου.
Εξόντωση των Τοπικών Αντιπάλων
Ο Μοχάμεντ Άλι εφάρμοσε την τακτική «διαίρει και βασίλευε» του Νικολό Μακιαβέλι (1469-1527)[4]. Έσπειρε τη διχόνοια μεταξύ ουλεμάδων, Μαμελούκων, Αλβανών και πληθυσμού του Καϊρου. Έστειλε τους Αλβανούς εναντίον των Μαμελούκων και όσοι από αυτούς επέζησαν τους έστειλε εναντίον των Ουαχαβιτών στην Αραβία. Στη συνέχεια προέβη σε περικοπές στα προνόμια των ουλεμάδων, η οποία προκάλεσε την εξέγερσή τους, τον Ιούλιο του 1809 και την οποία κατέστειλε.
Με τις συμβουλές του Μπογός Γιουσουφιάν (Αρμένιος) επέβαλε μονοπώλιο στην εμπορία αγροτικών προϊόντων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη. Αύξησε την οικονομική του ισχύ και εδραίωσε την πολιτική του θέση.
Στις 27-1-1807, οι πολεμικές δυνάμεις του ήρθαν αντιμέτωπες με τις πολεμικές δυνάμεις των Μαμελούκων του αλ Άλφι. Οι Μαμελούκοι διαλύθηκαν χωρίς σύγκρουση μόλις αντίκρισαν τις δυνάμεις του, με επικεφαλής τον ίδιο, αλλά και τον ξαφνικό θάνατο του αλ Άλφι.
Εν τω μεταξύ, το 1802, δημιουργήθηκε ένα ακόμη πρόβλημα στην Αίγυπτο. Ο Σεΐχης Ιμπν Σαούντ, συμμάχησε με τους Ουαχαβίτες και κατέλαβε Μέκκα – Μεδίνα (1803), αψηφώντας τον επικυρίαρχο Οθωμανό σουλτάνο. Ο Μοχάμεντ Άλι έστειλε εναντίον τους τον γιο του Τουσσόν (17 ετών) ως επικεφαλή της εκστρατείας. Στην επίσημη ανάθεση της εκστρατείας στον Τουσσόν, στις 2 Μαρτίου 1811, προσκάλεσε να παρευρίσκονται και οι Μαμελούκοι. Εκεί, στο κάστρο του Καϊρου, τους παγίδευσε και τους εξολόθρευσε όλους. Πάνω από 450 ηγετικά στελέχη τους σφαγιάστηκαν. Η σκοτεινή δολοπλοκία της εκτέλεσης οφείλεται στον Υπαρχηγό του, Λάζογλου[5]. Η σφαγή ακολούθησε τουλάχιστον άλλους 1.000 Μαμελούκους σε όλη τη χώρα.
Εδραίωση και Σημαντικές Εκστρατείες
Muhammad Ali Pascha, David Wilkie (1841).
Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ (1761-1808), ο επονομαζόμενος «Μεταρρυθμιστής», αντιμετώπισε εξεγέρσεις στην Κωνσταντινούπολη το 1807 και το 1808, συνέπεια των οποίων ήταν να χάσει και την ίδια του τη ζωή[6]. Σουλτάνος ανέλαβε ο Μαχμούτ Β΄ (1785-1839), ο οποίος βασίλεψε από το 1808 μέχρι και το θάνατό του. Ο Μοχάμεντ Άλι έστειλε στη Χετζάζη τον γιο του Τουσσόν, εναντίον των Ουαχαβιτών, για να εξευμενίσει την Υψηλή Πύλη και να μπορέσει να επιβιώσει στην Αίγυπτο. Προσπάθησε να δημιουργήσει νέα ελίτ στην Αίγυπτο από το 1811 μέχρι το 1821, φέρνοντας συγγενείς και φίλους του από την γενέτειρά του, την Καβάλα. Το 1805 ήρθαν στην Αίγυπτο οι μεγαλύτεροι γιοι του, Ιμπραήμ και Τουσσόν. Το 1808 έφερε τη σύζυγό του Εμινέ και τα υπόλοιπα παιδιά του. Τους εγκατέστησε στο νεόκτιστο επιβλητικό οικογενειακό του μαυσωλείο, στο νοτιοανατολικό Κάιρο.
Πολλούς συγγενείς του τοποθέτησε σε καίριες, θέσεις κλειδιά. Οι ανιψιοί του Ιμπραήμ και Αχμέντ έγιναν κυβερνήτες στις μετέπειτα κτήσεις του στην Υεμένη και Αραβία. Ο ανιψιός του Μεχμέτ Σερίφ διορίστηκε κυβερνήτης στην Κάτω Αίγυπτο και αργότερα γενικός διοικητής της Συρίας. Ο γαμπρός του (σύζυγος της κόρης του Τεβχιντέ), ο Μποχαρέμ Μπέης, έγινε κυβερνήτης Αλεξάνδρειας και μετέπειτα αρχιναύαρχος. Η κόρη του Νασλί, παντρεύτηκε τον Μεχμέτ Χιουσρέφ Δράμαλη[7], ο οποίος ορίστηκε γενικός διαχειριστής των οικονομικών της Αιγύπτου. Η κόρη του Ζεϊνέπ, παντρεύτηκε τον Αχμέτ Αμπού Βιντάν, ο οποίος διορίστηκε Υπουργός Πολέμου και αργότερα γενικός κυβερνήτης του Σουδάν. Η κόρη του Νεμπιχέ, παντρεύτηκε τον Οσμάν Νουρεντίν, ο οποίος μετέπειτα διετέλεσε Υπουργός Ναυτικών.
Το 1811, λοιπόν, κατόπιν εντολής του σουλτάνου, ο Μοχάμεντ Άλι, οργάνωσε εκστρατεία εναντίον των Ουαχαβιτών της Αραβίας. Αρχηγό τους είχε ορίσει τον 17χρονο γιο του Τουσσόν, έχοντας ως υποδιοικητή τον ικανότατο Σάγιεντ Μοχάμεντ αλ Μαχρούκ. Ο Μαχρούκ, ως γενικός φροντιστής της εκστρατείας μεριμνούσε για τον εφοδιασμό και την μισθοδοσία των 15.000 ανδρών. Ο Τουσσόν, μετά από 18 μήνες συγκρούσεων εξεδίωξε τους Ουχαβίτες από την Μεδίνα τον Δεκέμβριο 1812. Τον Ιανουάριο 1813 ο Τουσσόν κατέλαβε και την Μέκκα. Σε ανταμοιβή, ο Μαχμούτ Β΄ απένειμε στον Τουσσόν τον τίτλο του κυβερνήτη της Τζέντας και του Σεΐχη της Μέκκας. Παράλληλα ο σουλτάνος με φιρμάνι όρισε τον Μοχάμεντ ως «Σεΐχη του Ισλάμ». Ο δε Μοχάμεντ ζήτησε από τον σουλτάνο και έλαβε το δικαίωμα συλλογής των φόρων από τη νήσο Θάσο και με τα έσοδα οικοδόμησε στην γενέτειρά του Καβάλα, ένα θρησκευτικό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό ίδρυμα, ήτοι ένα τεράστιο οικοδομικό συγκρότημα[8].
Στο μέτωπο της Αραβίας, όμως, ο Τουσσόν συνάντησε ανυπέρβλητα προβλήματα. Κυρίως επιμελητειακά, οικονομικά, αλλά και στρατιωτικά. Ο Μοχάμεντ Άλι για δύο χρόνια αναγκάστηκε να μεταβεί ο ίδιος, στην Αραβία και να διεκπεραιώσει τα ανακύψαντα προβλήματα. Ο Τουσσόν το 1816 επέστρεψε στην Αίγυπτο, αλλά δυστυχώς πέθανε από βουβωνική πανώλη. Ο Ιμπραήμ τον αντικατέστησε στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Ουαχαβιτών και του οίκου των Σαούντ, στην Αραβία. Τους κατανίκησε, καταλαμβάνοντας την πρωτεύουσά τους και συλλαμβάνοντας τον αρχηγό τους, τον οποίο έστειλε σιδηροδέσμιο στο σουλτάνο, ο οποίος τον αποκεφάλισε. Ο σουλτάνος, για τις σημαντικές υπηρεσίες, διόρισε τον Ιμπραήμ, κυβερνήτη της Τζέντας και τον ονόμασε Πασά.
Χαρακτηριστικό της μακράς επιτυχούς ηγεμονίας του Μοχάμεντ Άλι ήταν ο «καταμερισμός εργασίας» μεταξύ πατέρα και γιου. Ο μεν Ιμπραήμ εστίαζε στις καθαρά στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ ο Μοχάμεντ Άλι ασχολούνταν με τις οικονομικές και διπλωματικές πλευρές των πολεμικών επιχειρήσεων.
Οικονομική Πολιτική και «Φαραωνικά» Έργα
Το σημαντικότερο έργο του Μοχάμεντ Άλι είναι η χάραξη μιας σοφής οικονομικής πολιτικής. Εφάρμοσε αυστηρό μονοπώλιο, επιτυγχάνοντας τεράστια κέρδη. Κατάσχεσε τις γαίες των Μαμελούκων και τα βακούφια. Εισήγαγε καινούργιες καλλιέργειες και νέες τεχνικές. Εφάρμοσε σοβαρούς αγορανομικούς νόμους, τιμωρώντας με την ποινή, ακόμη και του θανάτου τους παραβάτες. Αύξησε θεαματικά τον πλούτο και την δύναμή του. Πολλοί, διαβλέποντας τα οφέλη, συνέρρεαν από την Ευρώπη για να εργαστούν για λογαριασμό του. Σημαντική κίνησή του αποτελεί ο ερχομός του Γάλλου αρχιτέκτονα από την Μασσαλία, Πασκάλ Κοστ, το 1817, στον οποίο εμπιστεύτηκε τον σχεδιασμό και την εκτέλεση πολλών έργων υποδομής. Αναγέρθηκαν πολλά μέγαρα στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, ακολουθώντας το αρχιτεκτονικό ύφος του Οθωμανικού «ροκοκό». Έκτισε αποθηκευτικό χώρο πυρομαχικών στο Κάιρο, το σπουδαίο κανάλι που συνέδεε Αλεξάνδρεια με Νείλο, το οποίο αποπερατώθηκε το 1820 και πολλά άλλα σημαντικά έργα υποδομής. Επίσης, κατασκεύασε σημαντικά αρδευτικά έργα, προήγαγε τη γεωργία, διευκόλυνε τις μεταφορές με μεγάλο στόλο ποταμόπλοιων, αναδιοργάνωσε στρατό – στόλο με την βοήθεια των Ευρωπαίων, κ.α.
Διαπίστωσε ότι παρά τις πολεμικές του επιτυχίες, ο στρατός του ήταν αναξιόπιστος, καθόσον αποτελούσε συνονθύλευμα Αλβανών, Μαροκινών, Τούρκων, Βεδουίνων, κ.α. Προσπάθησε να τον αναδιοργανώσει. Η εξέγερση, όμως, των άτακτων Αλβανών του, έθεσε το σχέδιό του στο περιθώριο. Αργότερα, το 1820 έστειλε δύο εκστρατευτικά σώματα, 10.000 ανδρών, στο Σουδάν υπό τις διαταγές του γιου του Ισμαήλ Πασά (25 ετών) και του γαμπρού του Μοχάμεντ Μπέη Ντεφτερντάρ. Αποστολή της εκστρατείας ήταν η αιχμαλωσία Σουδανών σκλάβων, με τους οποίους σκόπευε να δημιουργήσει ισχυρό στρατό. Η απόπειρα όμως και αυτή απέτυχε παταγωδώς.
Το κόστος διεξαγωγής των επανειλημμένων εκστρατειών και των «φαραωνικών» έργων υποδομής του, κάλυπτε από την αυστηρή τήρηση της μονοπωλιακής πολιτικής του και την συγκέντρωση τεράστιων εσόδων από τον αγροτικό και εμπορικό τομέα. Σ’ αυτό είχε την βοήθεια μεγάλων «οικονομολόγων»:: του δαιμόνιου Αρμένιου Μπογός Γιουσουφιάν (1768-1844) και του Κόπτη Μουαλίμ Γκάλι.
Αναθεωρητική Πολιτική

The massacre of the Mamluks at Cairo, Egypt, painted by Horace Vernet.
Από το 1821 εισήγαγε περαιτέρω καινοτομίες στην οικονομία, την διοίκηση και στην κοινωνία. Νέοι θεσμοί, σχολεία, νοσοκομεία, βιοτεχνίες, εργοστάσια και ο πανίσχυρος στρατός – στόλος του μεταμόρφωσαν την αιγυπτιακή κοινωνία. Μετά το 1810 (είχε επεκταθεί προς Αραβία), την δεκαετία του 1820 στρέφεται προς Σουδάν, Κρήτη και Πελοπόννησο. Η κατά μέτωπο σύγκρουση με τον σουλτάνο διαφαίνονταν.
Το 1821-22 σημειώνεται μεγέθυνση της στρατηγικής ισχύος του (οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική). Με την συνδρομή του Γάλλου κλωστοϋφαντουργού Λουί Ζουμέλ (1785-1823) εισήγαγε μία καινούργια ποικιλία βαμβακιού πρώτης ποιότητας και η καλλιέργειά της σε μεγάλη κλίμακα στο Δέλτα του Νείλου. Το βαμβάκι της Αιγύπτου ήταν περιζήτητο στις αγορές της Ευρώπης και λόγω της μονοπωλιακής πολιτικής που εφάρμοζε, τα έσοδά του αυξήθηκαν. Οι εξαγωγές βαμβακιού αποτελούσαν το ένα τρίτο των εισοδημάτων του. Επέβαλε στους αγρότες την καταναγκαστική καλλιέργεια του βαμβακιού και καταδίκαζε σε ισόβια κάθειρξη όσους αντιδρούσαν στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας. Έτσι, όμως δημιούργησε ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος για την πολιτική του καριέρα.
Τον Φεβρουάριο 1822 ξεκίνησε τη συγκρότηση μιας αξιόπιστης στρατιωτικής δύναμης. Αποφάσισε την στρατολόγηση Αιγυπτίων για την δημιουργία ενός μόνιμου αξιόπιστου σύγχρονου στρατού – στόλου, για την προστασία της επικράτειάς του και την παγίωση της εξουσίας του οίκου του. Η εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων ανατέθηκε στον Λάζογλου και στον Σεβ, τον πρώην συνταγματάρχη του Ναπολέοντα. Επρόκειτο για ένα μόνιμο σύγχρονο στρατό – στόλο, που δεν θα διαλύονταν μετά την ολοκλήρωση μιας συγκεκριμένης εκστρατείας. Η Κυβέρνηση θα μεριμνούσε για την τροφή – ενδυμασία και την μισθοδοσία. Θα αποτελούνταν από αραβόφωνο αγροτικό πληθυσμό της Αιγύπτου. Σε διάστημα δέκα ετών, ο στρατός του αριθμούσε περίπου 130.000 άνδρες. Οι στρατιώτες του προέρχονταν κυρίως από αραβόφωνους νεοσύλλεκτους, ενώ οι αξιωματικοί του προέρχονταν από την τουρκόφωνη ελίτ του.
Η δυσαρέσκεια των υπηκόων του αυξάνονταν εξαιτίας των υπερβολικών καταπιεστικών πολιτικών του (αναγκαστική στρατολόγηση, βαριά φορολογία της γης τους, μακροχρόνιες εργασίες σε απομακρυσμένα έργα υποδομής, ασφυκτική μονοπωλιακή πολιτική των αγροτικών προϊόντων). Το 1823 οι αγρότες ξεσηκώθηκαν, αλλά η εξέγερσή τους συντρίφτηκε από τον στρατό. Τον Απρίλιο 1824 έλαβε νέα μεγάλη εξέγερση των αγροτών. Περισσότεροι από 3.000 αγρότες σκοτώθηκαν στις αιματηρές συγκρούσεις που ακολούθησαν με τον στρατό. Οι αγρότες απογοητευμένοι από τις αποτυχημένες εξεγέρσεις τους, υιοθέτησαν άλλες πρακτικές (τρόποι αποφυγής της στράτευσης, αλλαγές των τόπων διαμονής τους, λιποταξίες, εθελούσιοι ακρωτηριασμοί, κ.α.). Τελικά, ο Μοχάμεντ Άλι μπόρεσε να καταστείλει εντελώς τις αγροτικές εξεγέρσεις και να αλλάξει την συμπεριφορά των αγροτών στην αντίδραση υλοποίησης των σχεδίων του.
Συμμετοχή στην Καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης

Ο Ιμπραήμ πασάς
Τον Μάρτιο 1821 οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν με σκοπό την επίτευξη ανεξαρτησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Μαχμούτ Β΄ είχε στείλει αφ’ ενός μεν μεγάλο αριθμό στρατευμάτων του να πολεμήσουν τους Πέρσες και αφ’ ετέρου έστειλε τον Χουρσίτ Πασά από την Πελοπόννησο εναντίον του Αλή Πασά Τεπελενλή (1740-1822) στα Ιωάννινα. Ως εκ τούτου αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή του Μοχάμεντ Άλι, ο οποίος δέχθηκε να συνδράμει. Αρχιστράτηγο των δυνάμεων που αποστάλθηκαν όρισε τον γιο του Ιμπραήμ Πασά. Ο στρατός του αποτελείτο από 17.000 πεζούς, 700 ιππείς και ένα τεράστιο στόλο. Ο Ιμπραήμ κατόρθωσε να αποβιβαστεί στο Μοριά τον Φεβρουάριο 1825. Κατήγαγε τη μία νίκη μετά την άλλη εναντίον των επαναστατημένων Ελλήνων. Οι επιτυχίες του στο πεδίο της μάχης οφείλονταν στην άριστη επαγγελματική εκπαίδευση των στρατιωτών, στις αναμφισβήτητες στρατηγικές ικανότητές του και στην άριστη οργάνωση του εφοδιασμού (πολεμοφόδια, τροφοδοσία, ένδυση, μισθοδοσία, κλπ).
Παρά τις επιτυχίες ο Μοχάμεντ Άλι ανησυχούσε για την διεξαγωγή του πολέμου στο Μοριά. Η συντήρηση ενός τόσου μεγάλου στρατού – στόλου απαιτούσε τεράστια δημοσιονομική επιβάρυνση. Ληφθεί υπόψη ότι το 1825-1826 οι σοδιές του Νείλου ήταν κακές. Η δε συνεχής αναπλήρωση των νεκρών – τραυματιών του πολέμου, είχε ως συνέπεια τη μείωση των εργατικών χεριών και τη μικρότερη συγκομιδή βαμβακιού, που επέτεινε τη δημοσιονομική πίεση. Επιπρόσθετα, οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής βλέποντας ότι η καταστολή της εξέγερσης των Ελλήνων, δεν ήταν δυνατή άμεσα, άλλαξαν άρδην στάση. Οι μεν Ρώσοι άρχισαν να τρέφουν συμπάθεια στους επαναστατημένους Έλληνες, οι δε Βρετανοί – Γάλλοι – Αυστριακοί φοβόντουσαν νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο και τον κίνδυνο να επεκταθούν νοτιότερα οι Ρώσοι. Για τον λόγο αυτό πίεζαν τον σουλτάνο να παραχωρήσει άμεσα αυτονομία στους Έλληνες. Ο Μοχάμεντ Άλι διαισθανόταν την πολεμική εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων στον Μοριά και τον κίνδυνο οικονομικής απώλειας των εμπορικών σχέσεών του με τους Ευρωπαίους.
Την 16-6-1826 ο σουλτάνος, στο γνωστό ως «Ευοίωνο Γεγονός», εξολόθρευσε τους γενίτσαρους, σφάζοντας 6.000 άνδρες. Ελεύθερος πλέον άρχισε την αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεών του, με αρχιστράτηγο τον Χιουσρέφ Πασά, ορκισμένο εχθρό του Μοχάμεντ Άλι.
Ο Μοχάμεντ Άλι έβλεπε τα μαύρα σύννεφα στον Μοριά. Τμήματα των στόλων Βρετανών – Γάλλων – Ρώσων, αλώνιζαν στο Αιγαίο Πέλαγος. Έστελνε εναγωνίως προειδοποιητικές επιστολές στον σουλτάνο για να επιλύσει άμεσα την ελληνική κρίση, παραχωρώντας τους αυτονομία. Αντίθετα ο σουλτάνος επέμεινε να συντριβεί η Ελληνική Επανάσταση δια της βίας. Και συνέβη αυτό που φοβόταν ο Μοχάμεντ Άλι. Στις 27 Οκτωβρίου 1827 οι ναυτικές μοίρες των μεγάλων δυνάμεων παγίδευσαν τον ενωμένο Τουρκοαιγυπτιακό στόλο, στον κόλπο του Ναυαρίνου και τον κατέστρεψαν ολοσχερώς! Διαπίστωσε την αποτυχία των σχεδίων και των οραματισμών του, χάρις στη γενναιότητα και την ανδρεία των Ελλήνων αγωνιστών.
Ο Μοχάμεντ Άλι υπέστη φοβερό πλήγμα. Έμεινε χωρίς στόλο να προστατεύει τις κτήσεις του. Αυτό οφειλόταν στην αδιαλλαξία της Υψηλής Πύλης. Αποφάσισε να διακόψει τους δεσμούς του με τον σουλτάνο. Ήρθε σε απευθείας διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους με σκοπό την ασφαλή αποχώρηση του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο. Η καταστροφή στο Ναυαρίνο αποτέλεσε σημείο καμπής για τις σχέσεις του με τον σουλτάνο και τον απολογισμό, του πόσο κοστοβόρα ήταν η συνδρομή του για την προσπάθεια καταστολής της Ελληνικής Επανάστασης. Όταν το 1828 η Υψηλή Πύλη του ζήτησε τη συνδρομή στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, αρνήθηκε κατηγορηματικά. Άρχισε δε να πλάθει σχέδια ανεξαρτητοποίησής του από την Υψηλή Πύλη.
Ευθεία Σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη
Αμέσως, άρχισε την ναυπήγηση στόλου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με την βοήθεια του Γάλλου ναυπηγού ντε Σεριζύ (1789-1864). Ανέλαβε φρενήρεις προσπάθειες οικονομικής και στρατιωτικής ενίσχυσης της χώρας του. Για την περαιτέρω ενίσχυση της μαχητικής ικανότητας ίδρυσε το 1827 μεγάλο νοσοκομείο, βορειοδυτικά του Καϊρου. Δημιούργησε δε ειδικό στρατιωτικό σώμα, με τις συμβουλές του Γάλλου γιατρού Αντουάν Μπαρτελεμύ Κλο (1793-1868), για την περίθαλψη και θεραπεία των τραυματιών των πολέμων, καθώς και την στρατολόγηση ικανών στρατιωτών – ναυτών, κατόπιν ιατρικών εξετάσεων. Σταδιακά το νοσοκομείο στο Κασρ αλ Αϊνί εξελίχθηκε σε τεράστιο ιατρικό κέντρο, που παρείχε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και στον άμαχο πληθυσμό. Οι Ένοπλες Δυνάμεις του δημιούργησαν και την ανάγκη ίδρυσης εξειδικευμένων σχολών πολυτεχνικών και άλλων. Η δημιουργία του νέου στρατού – στόλου σηματοδότησε την ποιοτική αλλαγή στην εκπαίδευση. Το 1825 δημιουργήθηκε σχολή στο Κάιρο για προηγμένη τεχνική εκπαίδευση στα διάφορα όπλα (πεζικό, ιππικό, πυροβολικό). Εντός λίγων ετών διεύρυνε τη μαχητική ικανότητά του, ναυπηγώντας νέο στόλο και μεγεθύνοντας το στρατό του. Ενίσχυσε την αποτελεσματικότητά τους με δημιουργία ιατρικών, εκπαιδευτικών και βιοτεχνικών ιδρυμάτων – εγκαταστάσεων.
Την δεκαετία του 1830 ο Μοχάμεντ Άλι ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί με την Υψηλή Πύλη και να επιφέρει ισχυρό προληπτικό κτύπημα στις Οθωμανικές κτήσεις στη Συρία. Είχε πλέον αυξημένη αίσθηση ασφάλειας στο εσωτερικό της χώρας του, αλλά ανησυχούσε για το μέλλον. Γερνούσε και ο θάνατος αγαπημένων του προσώπων τον έθλιβε, όπως της συζύγου του Εμινέ (1824) και του έμπιστού του Λάζογλου (1827). Η αμφίσημη σχέση του με την Υψηλή Πύλη τον ανησυχούσε υπερβολικά.
Τα στρατηγικά συμφέροντά του συνδέονταν με την Συρία. Θα μπορούσε να προμηθευτεί από εκεί την αναγκαία ξυλεία για την ναυπήγηση του στόλου του και να αναπληρώσει την έλλειψη εργατικού δυναμικού, λόγω της στρατολόγησης και των μεγάλων έργων υποδομής. Φοβόταν όμως, τυχόν επίθεση του σουλτάνου μέσω Συρίας. Την διετία 1830-31 οι στρατιωτικές δυνάμεις του βρίσκονταν σε έντονη δραστηριότητα. Στις 2-11-1831 με πρόφαση ότι δόθηκε καταφύγιο στη Συρία, σε 6.000 Αιγύπτιους χωρικούς που εγκατέλειψαν την Αίγυπτο, για να αποφύγουν τις δρακόντειες πολιτικές του, τα στρατεύματα του υπό τον γιο του Ιμπραήμ Πασά, εισήλθαν στη Συρία και πολιόρκησαν την πόλη Αρκάς. Η Υψηλή Πύλη έστειλε εναντίον του τον Ρετζίτ Μεχμέτ Πασά (Κιουταχή) και τον Χουσεΐν Πασά. Η Άκρα καταλήφθηκε στις 27-5-1832 και η Δαμασκός στις 16-6-1832, και στη συνέχεια το Χαλέπι. Μέσα σε επτά μήνες ο Ιμπραήμ καθυπόταξε όλη τη Συρία!
Στις 29-7-1832 ο Ιμπραήμ διέσχισε την οροσειρά του Ταύρου και συγκρούστηκε με τον στρατό του Χουσεΐν Πασά, τον οποίο συνέτριψε. Ο Ιμπραήμ είχε πλέον εισέλθει στην Ανατολία, στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Ιμπραήμ με τον εκπαιδευμένο και πειθαρχημένο στρατό του (15.000 άνδρες και 48 πυροβόλα), αντιπαρατέθηκε τον Δεκέμβριο 1832 στην Κόνια (Ικόνιο) σε 50.000 Οθωμανούς με 100 πυροβόλα. Αρχηγός των Οθωμανών ήταν ο γνωστός από την Ελληνική Επανάσταση, Ρετζίτ Μεχμέτ Πασάς (Κιουταχής)[9], που ήταν ο μεγάλος βεζίρης. Στη μάχη που επακολούθησε ο Ιμπραήμ διέλυσε τον Οθωμανικό στρατό (3.000 νεκροί και 5.000 αιχμάλωτοι). Ο ίδιος ο Κιουταχής συνελήφθη αιχμάλωτος και τα στρατεύματά του διαλύθηκαν. Οι Οθωμανοί ηττήθηκαν πάλι! Η τελευταία μαχητική δύναμη των Οθωμανών εξοντώθηκε. Ο δρόμος του Ιμπραήμ προς την Κωνσταντινούπολη, ήταν τελείως ελεύθερος.
Ο Μοχάμεντ Άλι σκέφτονταν τους δυσμενείς όρους που θα επέβαλε στον σουλτάνο. Η πρώτη του σκέψη ήταν η εκθρόνιση του Μαχμούτ Β΄ και η αναρρίχηση στο θρόνο, του γιου του Ιμπραήμ. Η Ρωσία, όμως, προσφέρθηκε να στείλει στον σουλτάνο πεζικό – ναυτικό, για την αντιμετώπιση του Ιμπραήμ και στις 21-1-1833 προειδοποίησε τον Μοχάμεντ Άλι, ότι δεν θα ανεχθεί τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ασκούσαν πιέσεις για απόσυρση των δυνάμεών του και τον ανάγκασαν να δεχθεί το «Σύμφωνο της Κιουτάχειας». Σύμφωνα με αυτό, ο Μοχάμεντ Άλι διατηρούσε τη διοίκηση της Αιγύπτου, Κρήτης, Χετζάζης, και ο Ιμπραήμ θα κρατούσε τα τέσσερα κομμάτια της Συρίας και τα Άδανα, που είχε καταλάβει με τα όπλα. Τα Άδανα, πέραν του ότι αποτελούσαν στρατηγικό σημείο, ήταν πλούσια σε ξυλεία για ναυπήγηση πολεμικών πλοίων. Ο Μοχάμεντ Άλι διασφάλιζε τα βόρεια σύνορά του και αποδείκνυε ότι ήταν ένας ευφυής σχεδιαστής στρατηγικής πολιτικής.
Συνέπεια της σύγκρουσής του με τους Οθωμανούς, ήταν η υπογραφή αμυντικής συμφωνίας Ρωσίας – Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπρόσθετα, άρχισε να αντιμετωπίζει και εσωτερικά προβλήματα. Η Κρήτη, την οποία έλαβε από τον σουλτάνο για την βοήθειά του στον ελληνικό πόλεμο, ξεσηκώθηκε εναντίον της πολιτικής του στρατολόγησης. Αναγκάστηκε να μεταβεί ο ίδιος στην Κρήτη (Ιούλιος – Αύγουστος 1833) για να ειρηνεύσει το νησί. Επιπλέον, στην Υεμένη, Χετζάζη και Σουδάν δημιουργήθηκαν προβλήματα, εξαιτίας της απειρίας των πολιτικών και στρατιωτικών διοικητών τους. Εξεγέρσεις συνέβησαν στη Συρία, Λίβανο και Παλαιστίνη (Μάρτιος – Ιούλιος 1834). Κατόρθωσε να αποκαταστήσει την τάξη και τον νόμο, σε όλες τις περιοχές, λαμβάνοντας σκληρά μέτρα.
Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1830 τα έσοδα του Μοχάμεντ Άλι παρουσίασαν σημαντική μείωση, λόγω επιδημίας χολέρας (1831-32) και επιδημίας πανώλης (1834-35), που προκάλεσαν το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, και τη μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού. Επιπρόσθετα, η διεθνής οικονομική κρίση (1836-37) προκάλεσε μείωση των τιμών του βαμβακιού. Αναγκάστηκε να λάβει σοβαρά μέτρα, κλείνοντας ιδρύματα, σχολεία και εργοστάσια.
Την 25-5-1838 ο Μοχάμεντ Άλι εξέφρασε σε Ευρωπαίους αξιωματούχους την πρόθεσή του να διακηρύξει την ανεξαρτησία της Αιγύπτου. Φοβόταν για την τύχη των μεταρρυθμίσεών του και για το μέλλον της οικογένειάς του. Οι μεγάλες δυνάμεις αντιδρούσαν. Με μεγάλη διπλωματία, άλλαξε τακτική και εξέφρασε την επιθυμία του για κληρονομική διαδοχή της εξουσίας του. Ενώ υποσχέθηκε στους Ευρωπαίους ότι δεν θα προέβαινε πρώτος σε εχθροπραξίες εναντίον των Οθωμανών, αναγκάστηκε να διατάξει τον Ιμπραήμ (μέσα Μαΐου 1839) να συγκρουστεί με Οθωμανικό εκστρατευτικό σώμα που διαπέρασε τον Ευφράτη. Στο Νιζίμ, στις 24-6-1839, οι Οθωμανοί ηττήθηκαν ξανά. Εν τω μεταξύ πέθανε ο Μαχμούτ Β’ και σουλτάνος ανέλαβε ο 17χρονος γιος του Αμντούλ Μετζίτ Α΄ (1839-1861). Ο νέος σουλτάνος απένειμε χάρη και έδωσε το δικαίωμα κληρονομικής εξουσίας στον Μοχάμεντ Άλι, αλλά ζήτησε να του επιστραφούν τα εδάφη: Αραβία, Υεμένη, Κρήτη, Άδανα και Συρία.
Εν τω μεταξύ ο παλιός εχθρός του, Χιουσρέφ Πασάς, ανέλαβε μεγάλος βεζίρης του σουλτάνου και ο Καπουτάν Πασάς Αχμέτ Φεβτζί Πασάς, λιποτάκτησε με τον στόλο του σουλτάνου στην Αλεξάνδρεια, φοβούμενος την εκδικητική μανία του νέου βεζίρη. Πρότεινε δε στον Μοχάμεντ Άλι να αποπλεύσει – εκστρατεύσει και να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Ο Μοχάμεντ Άλι κατόπιν διαπραγματεύσεων και πιέσεών του, κατόρθωσε τουλάχιστον να εκτοπίσει από τη θέση του τον θανάσιμο εχθρό του, Χιουσρέφ Πασά.
Στις 27-7-1839 ο Μοχάμεντ Άλι έλαβε από τις Μεγάλες Δυνάμεις μία επίσημη Ρηματική Διακοίνωση (Νότα), σύμφωνα με την οποία αναλάμβαναν τις διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο. Οι σχέσεις του Μοχάμεντ Άλι με την Υψηλή Πύλη αποτέλεσαν θέμα ευρωπαϊκής πολιτικής! Οι Ευρωπαίοι φοβόντουσαν τη πιθανή (σίγουρη) ήττα των Οθωμανών σε ενδεχόμενη σύγκρουση με τον Μοχάμεντ, τον διαμελισμό της και την κάθοδο νότια της Ρωσίας. Ο Μοχάμεντ Άλι, ως διπλωματική – πολιτική – στρατιωτική ιδιοφυία, γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να διατηρήσει όλα τα εδάφη που κατέλαβε με τα όπλα. Για δύο μήνες απεσταλμένοι πηγαινοέρχονταν μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αιγύπτου.
Στις 15-7-1840 υπεγράφη η «Σύμβαση για την Ειρήνευση στο Λεβάντε (Ανατολική Μεσόγειο)», μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας, Αγγλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι όροι προέβλεπαν την επιστροφή του Οθωμανικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη και την απόσυρση του Ιμπραήμ από τα εδάφη που κατέλαβε. Ο Μοχάμεντ Άλι, κατ’ αρχήν, αρνήθηκε να εφαρμόσει τους όρους και ζήτησε διαπραγματεύσεις. Τον Σεπτέμβριο 1840 βρετανικά πλοία βομβάρδισαν τη Βηρυτό και αποβίβασαν στρατεύματα. Συγχρόνως ο πληθυσμός της Συρίας εξεγέρθηκε εναντίον του Ιμπραήμ Πασά. Ξεκίνησαν νέες διαπραγματεύσεις με τον Βρετανό ναύαρχο Σερ Τσαρλς Νάπιερ (1786-1860). Ο Νάπιερ υποσχέθηκε ότι οι Βρετανοί θα βοηθούσαν στο θέμα της κληρονομικής διαδοχής στην Αίγυπτο και ο Μοχάμεντ Άλι θα έπρεπε να επιστρέψει τον Οθωμανικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη και να διαταχθεί ο Ιμπραήμ να εκκενώσει τη Συρία. Ο Μοχάμεντ Άλι δέχθηκε τους όρους, παρ’ όλο ότι είχε κατατροπώσει τον σουλτάνο σε όλες τις μάχες. Επέστρεψε τον Οθωμανικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη και ο Ιμπραήμ με τον τεράστιο στρατό – στόλο του γύρισε στην Αίγυπτο. Δέχθηκε την μείωση του στρατού – στόλου σε 18.000 άνδρες και έχανε πολλές από τις κτήσεις του. Στις 20-5-1841 ο σουλτάνος απέστειλε στο Μοχάμεντ Άλι το φιρμάνι που του παραχωρούσε το δικαίωμα της κληρονομικής διαδοχής στην Αίγυπτο και της δυνατότητας επιλογής του διαδόχου.
Θρίαμβος
Το 1820 μερίμνησε για την ίδρυση στο Κάιρο του εκδοτικού οίκου Μπουλάκ για την κυκλοφορία βιβλίων. Ελκύονταν από την ιστορία της Αιγύπτου, των Φαραωνικών και των Πτολεμαϊκών χρόνων και όχι των Μαμελούκων και των Οθωμανών. Διάβαζε βιογραφίες για να μαθαίνει τις λύσεις που έδιναν σε παρόμοια προβλήματα, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, η Αικατερίνη η Μεγάλη, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας και ο Ναπολέων. Ήταν εξοικειωμένος με το δίκαιο και την ιστορία των Οθωμανών και τους τρόπους που ο ιδρυτής του «οίκου του Οσμάν» (Οσμάν Γαζί (1258-1326) και οι διάδοχοί του, κατόρθωσαν να χαλιναγωγήσουν τα μέλη της στρατιωτικής ελίτ. Με νομοθετήματα επιχείρησε να ελέγξει την ελίτ, θεωρώντας ποινικά αδικήματα ορισμένες ενέργειες (δωροδοκία, οκνηρία, αμέλεια, κ.α.). Παράλληλα με τη λειτουργία των δικαστηρίων, που δίκαζαν σύμφωνα με την σαρία, δημιουργήθηκα ειδικά νομικά σώματα που δίκαζαν με τα νομοθετήματά του. Το πολυεπίπεδο δικαιικό του σύστημα αποδείχθηκε μία από τις περισσότερο ρηξικέλευθες καινοτομίες του. Επέτυχε την επέκταση της ασφάλειας σε όλη την επικράτεια.
Στην ηλικία των εβδομήντα ένα ετών, ο Μοχάμεντ Άλι, το 1841, με δέσμευση του Οθωμανού σουλτάνου και την υποστήριξη των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, θα συνέχιζε να κυβερνά την Αίγυπτο και θα την κληρονομούσε στους απογόνους του. Αυτός βέβαια, ασκούσε ντε φάκτο την εξουσία ανεξάρτητα από την Υψηλή Πύλη, από την πρώτη άφιξή του στην Αίγυπτο. Τον Σεπτέμβριο 1842, ο νεαρός σουλτάνος του απένειμε το αξίωμα του μεγάλου βεζίρη. Το 1844, με τη θέσπιση του δικαιώματος συνταξιοδότησης, μεγεθύνεται η γραφειοκρατία και αναπτύσσεται επαγγελματική δημόσια διοίκηση στη χώρα. Έχοντας εξοικείωση με το δίκαιο, προσπάθησε με αυστηρούς νόμους να τιθασεύσει την ελίτ, στην οποία βασίζονταν για την διακυβέρνηση της χώρας. Η ελίτ αποτελούνταν από μέλη της οικογενείας του, φίλους και γνωστούς από την Καβάλα, πρώην σκλάβους, Κόπτες αντιγραφείς, Αρμένιους συμβούλους, Ευρωπαίους τεχνικούς εμπειρογνώμονες που έρχονταν στην Αίγυπτο για να επωφεληθούν από τα μυθικά πλούτη του.
Η Σχέση του με τους Υπηκόους του
Η σχέση του με τους Αιγύπτιους ήταν πολύπλοκη. Ήξερε ότι η ισχύς και ο πλούτος του οφείλονταν στους Αιγύπτιους. Θεωρούσε την Αίγυπτο ως παχιά αγελάδα, με τα μοναδικά πλεονεκτήματα, τη στρατηγική της θέση και την μακρά και ένδοξη ιστορία της. Πίστευε ότι πεπρωμένο του ήταν να εξαφανίσει από την Αίγυπτο την ένδεια και το σκότος της αμάθειας, στα οποία την βρήκε βυθισμένη το 1801 και να την κατευθύνει στο φως του πολιτισμού. Οι πολιτικές όμως που ακολούθησε για να εκπολιτίσει και να αναβαθμίσει την ζωή των Αιγυπτίων, προκάλεσαν δεινά, δυστυχία και εξαθλίωση.
Προσπάθησε να εκβιομηχανίσει την χώρα. Υπήρχαν όμως σοβαρά προβλήματα (έλλειψη ενεργειακών πηγών, όπως ξυλεία – γαιάνθρακες, περιορισμένος αριθμός μηχανών, έλλειψη διευθυντικών – τεχνικών δεξιοτήτων, κ.α.). Εφάρμοσε νέα εκπαιδευτική πολιτική, ιδρύοντας σχολεία παντού. Όμως, μετά την αποφοίτησής τους οι σπουδαστές υποχρεώνονταν να εργαστούν στα ιδρύματά του.
Η πολιτική της στρατολόγησής του προκάλεσε την εξαθλίωση τουλάχιστον δύο γενεών νεαρών Αιγυπτίων. Ο λαός κατέφευγε σε κάθε μέσο για να αντισταθεί στην πολιτική του. Αφού ο Μοχάμεντ Άλι κατέπνιγε τις εξεγέρσεις του, κατέφευγε σε λιποταξίες, αλλαγή τόπων κατοικίας, ακρωτηριασμούς, κ.α.
Η ιατρική πολιτική του ήταν ευεργετική για τους Αιγυπτίους. Τη δεκαετία 1820, τα νέα ιατρικά ιδρύματα είχαν σχέση με τον στρατό – ναυτικό. Σταδιακά η υγειονομική πολιτική του εφαρμόστηκε και στους πολίτες. Υλοποιήθηκαν εμβολιασμοί που βοήθησαν στη σημαντική μείωση της θνησιμότητας.
Η Σχέση του με τον Ελληνισμό της Αιγύπτου
Ο Μοχάμεντ Άλι έλαβε μέρος, κατόπιν πιέσεων του επικυρίαρχού του σουλτάνου, στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Έστειλε το γιο του Ιμπραήμ Πασά και η Ελληνική Επανάσταση φαινόταν ότι θα έσβηνε, χωρίς τη ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827. Ωστόσο η εκστρατεία του εναντίον των Ελλήνων, δεν θα πρέπει να τον κατατάξει στους μισέλληνες. Η στάση του απέναντι των Ελλήνων στην Αίγυπτο ήταν ιδιαίτερα φιλική. Προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας. Ποτέ δεν ξέχασε την γενέτειρά του Καβάλα. Όσοι Καβαλιώτες προσέτρεχαν στην Αίγυπτο, έβρισκαν προστασία. Στη ζωή του αγάπησε και προστάτευσε, βοήθησε και ανέδειξε πολλούς Έλληνες.
Τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, που η Ελλάδα έκανε τα δειλά βήματά της ως ανεξάρτητο κράτος, πολλοί Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο. Σε αυτό βοήθησαν και τα ευεργετικά κίνητρα που έδωσε ο Μοχάμεντ Άλι για προσέλκυση ξένων εμπόρων.
Επιπρόσθετα, μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την κατοχή της Πελοποννήσου από αιγυπτιακά στρατεύματα, περίπου 12.000 γυναικόπαιδα και άνδρες πουλήθηκαν ως σκλάβοι στη Μέση Ανατολή. Οι δούλοι αυτοί αποτέλεσαν τον πυρήνα ανάπτυξης της ελληνικής παροικίας της Αιγύπτου του 19ου αιώνα.
Την χρονική περίοδο 1830-1881, έγινε το πρώτο μεγάλο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων στην Αίγυπτο. Οι Έλληνες της Αιγύπτου οργανώνονται σε συλλόγους και κοινότητες. Δημιουργήθηκαν σχολεία, εκκλησίες και νοσοκομεία. Με πολλούς Έλληνες ο Μοχάμεντ Άλι είχε φιλικές σχέσεις. Ιδιαίτερα διατηρούσε στενή φιλία με τον Μιχαήλ Τοσίτσα, τον οποίο ήθελε παρέα στα ταξίδια αναψυχής του. Ο Μιχάλης Τοσίτσας εργάστηκε για τη σωτηρία πολλών Ελλήνων αιχμαλώτων και δεινοπαθούντων στην Αίγυπτο. Ήταν εποχή καταστροφών και δοκιμασιών για την Ελλάδα. Ο Μοχάμετ Άλι όμως τους συμπαραστάθηκε στη δοκιμασία χάρις στις στενές σχέσεις και φιλία του με τον Μιχάλη Τοσίτσα. Έτσι, σε πολλούς τομείς της οικονομίας απασχολούνταν Έλληνες, όπως τεχνικοί, σχεδιαστές, εργολάβοι, μηχανικοί κ.τ.λ. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι για την κατασκευή του πρώτου εμπορικού στόλου της Αιγύπτου χρησιμοποίησε Έλληνες ναυπηγούς του Σουέζ. Στα παλάτια του οι κηπουροί ήταν Έλληνες. Στον στρατό του χρησιμοποιούσε Έλληνες εθελοντές. Ακόμα, για την κατασκευή του καναλιού της Μαχμουτίας χρησιμοποίησε προσωπικό Έλληνες.
Οι Έλληνες της Αιγύπτου διέπρεψαν στο εμπόριο, γεωργία, βιομηχανία και τράπεζες. Γνωστές σημαντικές ελληνικές οικογένειες της Αιγύπτου ήταν των αδελφών Τοσίτσα, Μπενάκη, Στουρνάρα, Ζιζίνια, Γεώργιου Αβέρωφ[10], Τσανακλή, Αθανάσιου Καζούλη (διευθυντής του Νομισματοκοπείου της Αιγύπτου), Ζερβουδάκη, Παντελή ή Πανταζή Βασσάνη[11], κ.α. Με τις ενέργειες της οικογένειας Τοσίτσα λειτούργησε το πρώτο ελληνικό προξενείο στην Αλεξάνδρεια και στη συνέχεια στο Κάιρο, Πόρτ Σάιντ, Μασούρα, κ.α.
Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία το 80% της αιγυπτιακής οικονομικής ζωής διενεργούνταν από Έλληνες. Οι Έλληνες ασχολήθηκαν με την βιομηχανία βαμβακιού, όπως οι Ράλλης, Βασιλόπουλος, Μπενάκης, Καρτάλης, Ζεμπίνης, Ροδοκανάκης, Πελαβάκης, κ.α. Επίσης, διακρίθηκαν στην βαμβακοκαλλιέργεια, αμπελουργία, παραγωγή – εμπορία καπνού, βιομηχανία οινοπνευματωδών, κ.α. Η πρώτη τράπεζα της Αιγύπτου, δημιουργήθηκε από την οικογένεια Συναδινού με την επωνυμία «Άγγλο-Αιγυπτιακή Τράπεζα». Ενώ από Έλληνες ιδρύθηκαν οι τράπεζες: «Τράπεζα της Αλεξάνδρειας» και «Γενική Τράπεζα της Αλεξάνδρειας».
Σημαντική ήταν και η πνευματική ακμαιότητα του Ελληνισμού της Αιγύπτου. Πολλά θέατρα και κινηματογράφοι ήταν ελληνικά. Το 1860 εκδόθηκε το πρώτο περιοδικό στα ελληνικά και ακολούθησαν πολλά άλλα, όπως «Γράμματα» και «Νέα Ζωή». Εκεί έζησε και δημιούργησε ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης και άλλοι διανοούμενοι, όπως Νίκος Νικολαϊδης, Στρατής Τσίρκας, Τίμος Μαλάνος, Μαρία Ιορδανίδου, κ.α. Επίσης, εκεί μεγαλούργησαν οι ζωγράφοι Κ. Παρθένης και Δ. Λίτσας, οι γλύπτες Α. Λαζαρίδης και Θ. Θωμόπουλος και οι μουσικοί Τζίνα Μπαχάουερ, Μάνος Λοϊζος και Γιάννης Χρήστου.
Η παρακμή της παρουσίας των Ελλήνων στην Αίγυπτο ήρθε με την επανάσταση του 1952. Η Κυβέρνηση Νάσερ εθνικοποίησε τη βιομηχανία βάμβακος, με συνέπεια πολλοί Έλληνες επιχειρηματίες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Η επέκταση των εθνικοποιήσεων και σε άλλους τομείς της οικονομίας, κορύφωσε τη φυγή του αιγυπτιακού ελληνισμού. Το διάστημα 1957-1962, το 70% των Αιγυπτιωτών Ελλήνων εγκατέλειψαν τη χώρα. Εξ αυτών 50.0000 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ενώ 50.000 κατευθύνθηκαν στη Νότια Αφρική και σε άλλες χώρες της Αφρικής. Παρέμειναν μόνο 20.000 και τα τελευταία έτη οι Έλληνες στην Αίγυπτο είναι ελάχιστοι.
Τα Τελευταία Χρόνια του
Ο Μοχάμεντ Άλι προσπάθησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του να διασφαλίσει ότι θα παρέδιδε την Αίγυπτο στις επόμενες γενιές περισσότερο εύπορη. Εισήγαγε την τυπογραφία και έδωσε κίνητρα για την ίδρυση εκδοτικών οίκων, δημιούργησε σχολεία σε όλη τη χώρα, εκσυγχρόνισε την γεωργία και ανέπτυξε την βιοτεχνία και την βιομηχανία.
Το 1844 οργάνωσε μία εκπαιδευτική αποστολή στη Γαλλία. Εβδομήντα νέοι στρατιωτικοί εστάλησαν στη Γαλλία, σε ειδικό σχολείο. Μεταξύ αυτών ήταν δύο μελλοντικοί ηγέτες της Αιγύπτου: ο Σαϊντ Πασάς, (γιος του Μοχάμεντ Άλι, ο οποίος βασίλεψε το διάστημα 1854-1863) και ο Ισμαήλ Πασάς (εγγονός του και γιος του Ιμπραήμ Πασά, γεννηθείς το 1830, που βασίλεψε το διάστημα 1863-1879).
Το 1845 διενεργήθηκε γενική απογραφή στη χώρα, μία σοβαρή νεωτερική πολιτική που διήρκεσε τρία έτη. Καταμετρήθηκαν πολλά στοιχεία με ακρίβεια, των νοικοκυριών και των ατόμων. Διήρκεσε τρία χρόνια.
Το 1847 έθεσε τα θεμέλια ενός τεράστιου έργου υποδομής. Κατασκευάστηκε στις εκβολές του Δέλτα του Νείλου και ρύθμιζε τη ροή των υδάτων του ποταμού στην Κάτω Αίγυπτο. Γνωστό ως «Φράγμα του Νείλου». Το αρχικό σχέδιο του 1837 προέβλεπε τη χρησιμοποίηση των μεγάλων λίθων της πυραμίδας της Γκίζας. Ευτυχώς ο Γάλλος αρχιμηχανικός τον απέτρεψε από την υλοποίηση της ιδέας!
Οι σχέσεις του με τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία, βελτιώθηκαν. Έστειλε το γιο του Ιμπραήμ στο Λονδίνο και το Παρίσι, περί το 1843-44. Οι σχέσεις του με τη Γαλλία ήταν περισσότερο εγκάρδιες. Συνδέθηκε με δεσμούς προσωπικής φιλίας με το βασιλιά Λουδοβίκο – Φίλιππο (1773-1850), ο οποίος βασίλεψε στη Γαλλία το διάστημα 1830-1848.
Το καλοκαίρι του 1846 ο Μοχάμεντ Άλι επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, για πρώτη και τελευταία φορά. Στη διάρκεια του ενός μηνός ταξίδι του (19 Ιουλίου – 19 Αυγούστου 1846), έτυχε πολύ θερμής υποδοχής. Επισκέφθηκε και τον παλιό του εχθρό, Χιουσρέφ Πασά, ο οποίος είχε απολέσει την ισχύ του και την υγεία του[12]. Κατά την επιστροφή του, επισκέφθηκε και την Καβάλα και το Ιμαρέτ, που είχε δημιουργήσει εκεί.
Με την επιστροφή του στην Αίγυπτο, η υγεία του κατέρρευσε. Δεν ήταν ικανός να ηγεμονεύσει. Το 1847 παρέδωσε τη διοίκηση του κράτους στο γιο του Ιμπραήμ. Το 1848 με το γιο του Ιμπραήμ πήγαν ταξίδι ανάρρωσης στη Μεσόγειο και σκέφτονταν να επισκεφτούν και τη Γαλλία. Η επανάσταση, όμως, του 1848 ματαίωσε τα σχέδιά τους. Με λύπη του έμαθε την εκθρόνιση του φίλου του βασιλιά της Γαλλίας.
Την 12η Σεπτεμβρίου 1848, ο Ιμπραήμ Πασάς πέθανε. Το γεγονός αποκρύφτηκε από τον ασθενούντα Μοχάμεντ Άλι. Στις 10 Νοεμβρίου 1848 ο Αμπάς Πασάς, εγγονός του Μοχάμεντ Άλι, διορίστηκε κυβερνήτης της Αιγύπτου. Η υγεία του Μοχάμεντ Άλι, επιδεινώνονταν. Στις 2 Αυγούστου (μεσημέρι) 1849 πέθανε στο μέγαρό του στην Αλεξάνδρεια. Η κηδεία του έγινε στο Κάιρο και ετάφη στο τζαμί, πάνω στο κάστρο της πόλης (Ακρόπολη)[13], που έφερε και το όνομά του. Ο Καβαλαλί Μεχμέτ Αλή ή Μοχάμεντ Αλί, ο ευεργέτης της Αιγύπτου δεν υπήρχε!
Μετά τον θάνατο του Αμπάς, το 1854, τη διακυβέρνηση ανέλαβε ο Σαϊντ Πασάς, γιος του Μοχάμεντ Άλι. Ακολούθως, μετά τον Σαϊντ Πασά, το 1863[14], τον διαδέχθηκε ο Ισμαήλ Πασάς, γιος του Ιμπραήμ. Απόγονοι του Ιμπραήμ βασίλεψαν στην Αίγυπτο για τα επόμενα ενενήντα χρόνια, μέχρι το 1952, οπότε ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας, Φαρούκ, εκθρονίστηκε μετά από πραξικόπημα των Ελεύθερων Αξιωματικών υπό τον Γκαμάλ Αμντέλ Νάσερ.
Οι Παρακαταθήκες του
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του, που διήρκεσε σαράντα χρόνια, συνέβησαν σημαντικά γεγονότα. Η θητεία του κάλυψε το διάστημα διαδοχικής βασιλείας τεσσάρων σουλτάνων. Τη δεκαετία 1840 ήταν ο γηραιότερος, ισχυρότερος και με μεγαλύτερη θητεία αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο ρυθμός και η φύση των αλλαγών κατά την διάρκεια της βασιλείας του, ήταν βαρυσήμαντες. Οι Μαμελούκοι που έλεγχαν την Αίγυπτο, εξολοθρεύτηκαν. Δημιούργησε νέα ελίτ αποτελούμενη από μέλη της εκτεταμένης οικογένειάς του και του φιλικού του κύκλου.
Ο Μοχάμεντ Άλι μεταμόρφωσε τον πολιτικό χάρτη της Αιγύπτου και ο πλούτος της μπορούσε να τεθεί στην υλοποίηση ενός μοναδικού πολιτικού προγράμματος, χωρίς την επέμβαση του σουλτάνου. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργήσει ένα ισχυρό και συγκεντρωτικό κράτος. Παντελώς άγνωστος από την Καβάλα, κατόρθωσε να δημιουργήσει ισχυρό στρατό – στόλο, να εκσυγχρονίσει την Αίγυπτο και να διεισδύσει στα υψίπεδα της Ανατολίας και να απειλήσει την ίδια την έδρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι οι σημαντικές νομικές, οικονομικές και στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις που δρομολογήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1839, ήταν οι καινοτομίες του Μοχάμεντ Άλι, που υλοποιήθηκαν χρόνια πριν στην Αίγυπτο.
Κομβικό ρόλο στη μεταμόρφωση της εικόνας του Μοχάμεντ Άλι έπαιξε ο βασιλιάς Φουάτ Α΄ (1868-1936, ο οποίος βασίλεψε το διάστημα 1917-1936), δισέγγονος του Μοχάμεντ Άλι. Χρηματοδότησε φιλόδοξο ιστοριογραφικό πρόγραμμα για την συγγραφή της ιστορίας της οικογένειάς του. Δημιουργήθηκαν ογδόντα επτά πολυτελείς τόμοι, που τοποθετήθηκαν στο Ίδρυμα «Βασιλικά Αρχεία», όπου σκιαγραφούνται ο Μοχάμεντ Άλι και ο Ιμπραήμ Πασάς (και λιγότερο ο Αμπάς και ο Σαϊντ), και οι οποίοι πάλεψαν για την ανεξαρτησία της Αιγύπτου, με στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα. Στα επόμενα έτη γράφτηκαν αρκετά βιβλία για τη ζωή και το έργο του Μοχάμεντ Άλι και Ιμπραήμ Πασά, των βασικών θεμελιωτών του σύγχρονου αιγυπτιακού έθνους – κράτους.
Το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι αραβόφωνοι Αιγύπτιοι για να πραγματοποιηθούν οι καινοτομίες του Μοχάμεντ Άλι, δικαιολογήθηκαν από ορισμένους ιστορικούς, ως αναγκαίο συστατικό της μετάβασης της Αιγύπτου στην νεωτερικότητα. Στο Σύνταγμα του 1962 της Αιγύπτου δηλώνεται: «υπάρχει σχεδόν πλήρης ομοφωνία ότι ο Μοχάμεντ Άλι, θεωρείται ως θεμελιωτής της νεότερης Αιγύπτου». Ωστόσο τονίζεται ότι οι πολιτικές του στοίχησαν ακριβά στο λαό της Αιγύπτου. Θα υπάρχει πάντα η σκέψη ότι το κοινωνικό κόστος που κατέβαλε ο αιγυπτιακός λαός κατά την εποχή του Μοχάμεντ Άλι, ήταν υψηλό, ανεξάρτητα από τα οφέλη που αποκόμισαν οι μελλοντικές γενιές και η χώρα. Θα υπάρχουν, όμως, και οι απόψεις ότι το κόστος δικαιολογείται, όσο υψηλό και να ήταν, ώστε το έθνος να καταστεί νεωτερικό.
Επίλογος
Η επιτυχία του Μοχάμεντ Άλι υπερέβη και τα πιο τρελά του όνειρα. Φθάνοντας στην Αίγυπτο, το 1801, ως ένας άπειρος νέος, χωρίς περιουσία, χωρίς πολεμικά κατορθώματα στο πεδίο της μάχης, χωρίς ένδοξους προγόνους, δίχως να γνωρίζει Αραβικά, χωρίς υψηλό προστάτη στην Κωνσταντινούπολη, κατόρθωσε στη μακρά θητεία του να υπερκεράσει τα σοβαρά εμπόδια και να γίνει ο μοναδικός ισχυρός ηγεμόνας της Αιγύπτου, της πλουσιότερης επαρχίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Καταγόμενος από Καβάλα και από άσημη – ταπεινή οικογένεια, με την άφιξή του στην Αίγυπτο, μετεξελίχθηκε σταδιακά σε δαιμόνιο πολιτικό. Στην έβδομη δεκαετία της ζωής του έγινε ο διεθνούς εμβέλειας πολιτικός, ιδρύοντας μία ισχυρή δυναστεία στην Αίγυπτο, που αναγνωρίστηκε από όλες τις τότε μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Μετά το θάνατό του η δυναστεία του βασίλευσε στην Αίγυπτο για περίπου εκατό έτη. Είχε πετύχει τον σκοπό της παρουσίας του στην Αίγυπτο και κέρδισε την κληρονομική διαδοχή της εξουσίας για τους απογόνους του.
Δυστυχώς, ο λαός της Αιγύπτου υπέστη ταλαιπωρίες και δεινά. Παρά την εικόνα του θεόσταλτου σωτήρα, τα χρόνια της εξουσίας του, οι αραβόφωνοι Αιγύπτιοι υπέφεραν περισσότερο από όσα υπέφεραν επί αιώνες οι Αιγύπτιοι. Η μόνη σίγουρη καινοτομία που ωφελήθηκε ο λαός ήταν η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Υπήρξε το ελάχιστο αντιστάθμισμα για τις μεγάλες φρικαλεότητες που υπέστη, εξαιτίας των καινοτομιών που εισήγαγε ο Μοχάμεντ Άλι. Οι πολιτικές του: υψηλή φορολογία, μονοπώλια, καταναγκαστική εργασία, υποχρεωτική στρατολόγηση χαρακτηρίζονται από αγριότητα και κτηνώδεις τρόπους εφαρμογής τους. Για χρόνια οι Αιγύπτιοι αγωνίστηκαν εναντίον των μέτρων του: συμμετείχαν σε μαζικούς ξεσηκωμούς, άλλαζαν τόπων κατοικία, λιποτακτούσαν, εγκατέλειπαν τις βιοτεχνίες / βιομηχανίες, έφευγαν από τα σχολεία, ακρωτηριάζονταν, κ.α. Αυτό δικαιολογεί και το ότι στην εξόδιο ακολουθία του ελάχιστοι υπήκοοι συμμετείχαν.
Βιβλιογραφικές και Διαδικτυακές Αναφορές
- Βαπορίδης, Ζήσης. (2020). Ιστορίες μιας πόλης, Αθήνα: ΚΑΠΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.
- Η Ιστορία του Μωχάμεντ Άλη και οι σχέσεις του με τον Ελληνισμό της Αιγύπτου, 29-7-2021, διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: https://www.romfea.gr/, 1-8-2021.
- Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: https://www.sansimera.gr/, 1-8-2021.
- Ιμπραήμ Πασάς, διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: https://www.sansimera.gr/, 1-8-2021.
- Σακελλαρίου, Μιχαήλ. (2020). Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
- Το Ιμαρέτ του Μεχμέτ Αλή στην Καβάλα, διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: https://Lykourinos-Kavala.blogspot.com/, 1-8-2021.
- Φάχμι, Χάλεντ. (2021). ΜΟΧΑΜΕΝΤ ΑΛΙ Ο ΕΚ ΚΑΒΑΛΑΣ. Πατέρας του Ιμπραήμ Πασά και θεμελιωτής της Νεότερης Αιγύπτου, Μετάφραση Αργύρης Παπασυριόπουλος, Αθήνα: ΚΛΕΙΩ.
[1] Ο Κυβερνήτης της Καβάλας ήταν αδελφός της μητέρας του.
[2] Mamluk=παίρνω υπό την κατοχή μου
[3] Την άνοιξη του 1798 ο Νέλσον, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση ναυτικής μοίρας με ναυαρχίδα το HMS Vanguard, παρακολουθούσε ένα τμήμα του γαλλικού στόλου, στον οποίο θα επιβιβαζόταν γαλλικό εκστρατευτικό σώμα για να υποστηρίξει την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο. Η μοίρα του Νέλσον συνάντησε ισχυρή θύελλα, χάνοντας για λίγο τους Γάλλους, ωστόσο ο ναύαρχος πίστευε ότι προορισμός τους ήταν η Σικελία ή η Αίγυπτος. Λίγο αργότερα ο Νέλσον εντόπισε το γαλλικό στόλο στον κόλπο του Αμπουκίρ, στο Δέλτα του Νείλου. Κατευθύνοντας τη νύκτα σε αχαρτογράφητα νερά τη μοίρα του, επιτέθηκε και εκμηδένισε το γαλλικό στόλο, επικεφαλής του οποίου ήταν ο ναύαρχος Φρανσουά-Πωλ Μπρυαί Ντ΄ Αιγκαλλιέ, καταστρέφοντας ή αιχμαλωτίζοντας όλα τα σκάφη του εκτός από δύο. Και οι δύο μοίρες αποτελούνταν από 13 σκάφη. Ήταν η νύκτα της 1ης προς 2ας Αυγούστου 1798. Συνέπεια της καταναυμάχησης του γαλλικού στόλου ήταν ότι οι γαλλικές δυνάμεις, έμειναν αποκομμένες στην Αίγυπτο και δίχως ανεφοδιασμό. Οι Άγγλοι είχαν 218 νεκρούς και 677 τραυματίες, ενώ οι Γάλλοι 1.700 νεκρούς, 600 τραυματίες και 3.000 αιχμαλώτους. Ο Νέλσον τραυματίστηκε ελαφρά στο μέτωπο κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας και, μολονότι αιμορραγούσε, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη γέφυρα του πλοίου του για την περιποίηση του τραύματός του. Μετά από αυτή τη μεγαλειώδη επιτυχία ο Νέλσον ονομάστηκε «Βαρώνος Νέλσον του Νείλου».
[4] Ο Μοχάμεντ Άλι απαγόρευσε να μεταφραστεί και να εκδοθεί «Ο Ηγεμόνας» του Μακιαβέλι, θεωρώντας ότι δεν δίδασκε τίποτε!
[5] Δεν γνώριζαν το σχέδιο της εξόντωσης των Μαμελούκων, ούτε οι γιοι του (Ιμπραήμ και Τουσσόν). Ο Υπαρχηγός του, ο Μεχμέτ Λάζογλου, από το 1810 είχε δημιουργήσει ένα πολύπλοκο δίκτυο κατασκόπων με αμέτρητους πράκτορες, για αποτροπή συνομωσιών.
[6] Στραγγαλίστηκε, κατόπιν διαταγής του διαδόχου του, Μουσταφά Δ΄, στις 28-7-1808 στην Κωνσταντινούπολη και το σώμα του πετάχτηκε από τα τείχη της πόλης. Ένα χρόνο αργότερα, την ίδια τύχη είχε και ο ίδιος ο Μουσταφά Δ΄.
[7] Κατάγονταν από την Δράμα.
[8] Καταλάμβανε έκταση περίπου τεσσάρων στρεμμάτων και αποτελείτο από δύο μεντρεσέδες («Ιεροδιδασκαλία», εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτερης βαθμίδας, όπου διδάσκονταν θεολογία, νομική και άλλες επιστήμες του Ισλάμ) , δύο ντερσανέ (μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας) – μεστζίτ (χώροι προσευχής), ένα ιμαρέτ («Κουζίνα», παρείχε δωρεάν φαγητό στους σπουδαστές και τους απόρους της πόλης, ανεξάρτητα θρησκεύματος), ένα μεκτέμπ (σχολείο βασικής εκπαίδευσης για αγόρια) και τα γραφεία της Διεύθυνσης. Το οικοδόμημα είχε κλειστή και εσωστρεφή κτιριακή οργάνωση σε μορφή μοναστηριακού συγκροτήματος. Το Ιμαρέτ έκλεισε τον Ιούνιο 1924 και οι μεντρεσέδες έπαυσαν να λειτουργούν το 1902. Τμήμα του οικοδομικού συγκροτήματος διατηρείτε ακόμη και σήμερα ως μουσείο. Το 1984 με ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία το «Ιμαρέτ» και η «Οικία του Μεχμέτ Αλή», αναγνωρίστηκαν ως αιγυπτιακή ιδιοκτησία.
[9] Ο Ιμπραήμ με τον Κιουταχή, σε αγαστή συνεργασία(!), οργάνωσαν τις πολεμικές ενέργειες κατάληψης του Μεσολογγίου από 12-12-1825 έως και την 10/11-4-1826, οπότε και έπεσε η πολιορκημένη πόλης με την έξοδο των Ελλήνων αγωνιστών.
[10] Χάρις στο κληροδότημα Γεωργίου Αβέρωφ, αγοράστηκε μέσω ΤΕΣ, το «Θ/Κ Γ. ΑΒΕΡΩΦ», το οποίο συνέτεινε τα μέγιστα (με τον άξιο Κυβερνήτη του Παύλο Κουντουριώτη) στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους.
[11]Ο Παντελής ή Πανταζής Βασσάνης (1830-1891), με το κληροδότημά του έδωσε τη δυνατότητα μετεγκατάσταση της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων (ΣΝΔ), από τα πλοία στην ξηρά, το 1891 . Βρέθηκε ο κατάλληλος χώρος για την ανέγερση των τριών κτιρίων της Σχολής: του κεντρικού, που εξυπηρετούσε τους Ναυτικούς Δοκίμους, του οικήματος Διοικητού / Υποδιοικητού και του θεραπευτηρίου. Τα ανωτέρω κτίρια, με τις αναγκαίες μετατροπές που επήλθαν με την πάροδο των ετών, διατηρούν την αρχική τους μορφή. Προς τιμήν του εθνικού ευεργέτη, η ΣΝΔ αποκαλείται και «Βασσάνειος Σχολή».
[12] Ο Χιουσρέφ Πασάς, ο οποίος κατέλαβε ύψιστα αξιώματα, έχασε τα πάντα και κατέληξε στη φυλακή, τον Ιούλιο 1840, για διαφθορά και υπεξαίρεση.
[13] Το τζαμί, σε βυζαντινό ρυθμό και σε σχήμα σταυροειδές, πιστό αντίγραφο της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, κατασκευάστηκε από τον Μυτιληναίο αρχιτέκτονα Κάλφα.
[14] Το 1863 γεννήθηκε ο Κ. Π. Καβάφης στην Αλεξάνδρεια ο μεγαλύτερος ίσως Έλληνας ποιητής, όπου έζησε και πέθανε το 1933.
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας