Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

We Have the War We Deserve(6) / Έχουμε τον πόλεμο που μας αξίζει

Δημοσιεύτηκε στις

Μήπως τελικά έχουμε τον «πόλεμο που μας αξίζει»;

του Brian L. Steed(1)

Μετάφραση: Ηλίας Α Λεοντάρης(2)

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Πρόκειται για ένα άρθρο αυτοκριτικής του αρθρογράφου, γι’ αυτό και η σύνταξη σε πρώτο πρόσωπο, αλλά και κριτικής των ατομικών και θεσμικών ενεργειών, πράξεων, παραλείψεων και αποφάσεων της Αμερικανικής Διοίκησης (στο σύνολό της) που οδήγησαν στο αποτέλεσμα της 14/15 Αυγούστου 2021.

Ο συντάκτης του άρθρου τόσο με την ιδιότητά του ως ακαδημαϊκού και διδάσκοντος την ιστορία όσο και με την προσωπική του εμπλοκή και συμμετοχή στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν επιδιώκει να συνεγείρει το μηχανισμό και τις διαδικασίες αφενός και αφετέρου να αλλάξει τη νοοτροπία  και την ακολουθούμενη τακτική της υπεροπτικής και αλαζονικής προσέγγισης των θεμάτων που αφορούν στη λειτουργία του κράτους και άπτονται των εθνικών συμφερόντων και της αξιοπιστίας του στο εθνικό και διεθνές περιβάλλον.

Πολλοί είπαν ότι το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Θα το δεχόμουν αν η άποψή τους συνοδεύονταν και από τα ανάλογα επιχειρήματα. Προσωπικά συμφωνώ με το σύνολο της ανάλυσης του αρθρογράφου. Ωστόσο διατηρώ τις επιφυλάξεις μου ως προς το μέγεθος της ευθύνης της τρέχουσας Στρατιωτικής Διοίκησης, όχι λόγω συναισθήματος αλλά διότι δε γνωρίζουμε τις εισηγήσεις της προς τον Πρόεδρο Biden και επιπλέον διότι κλήθηκαν να διαχειριστούν μια «κληρονομιά» που κάποιοι άλλοι σχεδίασαν. Έχει δε αποδειχθεί διαχρονικά ότι η «απεμπλοκή» είναι δυσκολότερη της  «εμπλοκής».

Τέλος για να αξιολογήσεις το αποτέλεσμα μια επιχείρησης θα πρέπει πρώτα να έχεις προσδιορίσει την «Τελική Επιθυμητή Κατάσταση/End State» και να έχεις μετρήσιμα μεγέθη. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν κάτι τέτοιο δεν ήταν σαφές. Έτσι σε κάθε αλλαγή πολιτικής ή στρατιωτικής ηγεσίας ( σε εθνικό και συμμαχικό επίπεδο), είχαμε και σχεδόν μια νέα προσέγγιση και τακτική. Αυτό οδήγησε και ένα σύμμαχο (ΝΑΤΟ) συνάδελφο να πει το «αμίμητο»: Η λέξη αποτυχία έχει διαγραφεί από το λεξιλόγιό μας στο Αφγανιστάν. Θα «βαπτίσουμε» ως επιτυχία, ότι θα έχουμε κάνει την ημέρα που θα αποφασίσουμε να φύγουμε.

Ανεξάρτητα όμως από τις όποιες επιφυλάξεις ή πιθανόν αντιρρήσεις που ο καθένας μπορεί να έχει, πρόκειται για ένα άρθρο σκέψης και θα ήταν χρήσιμο να διαβασθεί ή μάλλον να μελετηθεί από εκείνους που αποφασίζουν αλλά και εκείνους που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Στην Ελλάδα ζούμε και παρακολουθούμε τη μετεξέλιξη ενός πολέμου τα τελευταία 50 σχεδόν χρόνια. Μήπως τελικά έχουμε τον «πόλεμο που μας αξίζει»;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ

Όταν διδάσκω ιστορία στους αξιωματικούς, επιρρίπτω στους ίδιους όλη την ευθύνη για τη διεξαγωγή του Παγκόσμιου Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας.

Ασφαλώς δεν τους αρέσει αυτό. 

Συχνά συμφωνούμε ότι δεν κερδίσαμε στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, αλλά όταν ρωτώ γιατί, η απάντηση περιλαμβάνει συνήθως κατηγορίες για ευθύνες εναντίον πολιτικών, του Λευκού Οίκου, του Πενταγώνου ή του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ. 

Επιμένω λέγοντας, ότι είναι υπεύθυνοι για τα πάντα.

Παίρνω επίσης το μερίδιό μου από το φταίξιμο.  Οι αποτυχίες στο Ιράκ και το Αφγανιστάν είναι και δικό μου λάθος.  Εκπαίδευσα και δίδαξα πολλούς αξιωματικούς που διοίκησαν και οδήγησαν, στη μάχη, τμήματα από το επίπεδο της Διμοιρίας έως του Τάγματος, τα τελευταία 20 χρόνια, είτε στο Αφγανιστάν είτε στο Ιράκ.  Πέρασα ο ίδιος περισσότερο από ένα χρόνο στο Ιράκ και πάνω από οκτώμισι χρόνια στη Μέση Ανατολή.  Είναι και δικό μου λάθος.

Λέγω επίσης στους αξιωματικούς ότι έχουν δίκιο στο ότι υπάρχει αρκετή ευθύνη και με μεγάλη διασπορά.  Όλοι, όσους απαριθμούν, είναι επίσης υπεύθυνοι, αλλά επειδή δεν μιλάω σε αυτά τα ακροατήρια, επικεντρώνομαι στο κοινό στο οποίο απευθύνομαι.  Παραθέτω μια «ατάκα» από μια από τις αγαπημένες μου ταινίες – Miracle (2004)(3) – “You worry about your own game. Plenty there to keep you busy/“Ανησυχείτε για το δικό σας παιχνίδι. Υπάρχουν πολλά εκεί για να σε κρατήσουν απασχολημένο

Γράφω αυτή το άρθρο βρισκόμενος σε μια κατάσταση αηδίας, θυμού και απογοήτευσης.  Τα γεγονότα του Σαββατοκύριακου της 14/15ης Αυγούστου 2021 στο Αφγανιστάν ήταν ο λόγος της οργής για την αποτυχία, την αηδία για την κακοδιαχείριση και τη διαστρέβλωση των γεγονότων επί τόπου.  Εν μέρει, αυτή η θέση είναι μέρος της προσωπικής μου συναισθηματικής θεραπείας. Ευχαριστώ για την «ευκαιρία» που μου έχω.

Την Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021, η σύζυγός μου και εγώ πήραμε συνέντευξη από έναν Αφγανό στρατιωτικό στο πλαίσιο ενός βιβλίου αναφοράς που γράφουμε/μοντάζ για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν.  Αυτός ο αξιωματικός είναι ένας υπήκοος του Τατζικιστάν και έδωσε τεράστια εικόνα για τις προκλήσεις που σχετίζονται με το παρόν Αφγανιστάν.  Στη συζήτησή μας, τον ρώτησα για την οικογένειά του και την ασφάλειά τους καθώς διαμένουν στην Καμπούλ.  Είπε ότι δεν ανησυχούσε καθώς η Καμπούλ ήταν ασφαλής.  Αυτό έγινε 24-36 ώρες πριν από την είδηση της παραίτησης και της φυγής του Αφγανού προέδρου και τις εικόνες με τους διοικητές των Ταλιμπάν να μπαίνουν στο προεδρικό μέγαρο και Αφγανών πολιτών να προσκολλώνται αβοήθητοι στο εξωτερικό των μεταφορικών αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ καθώς τροχοδρομούσαν για να απογειωθούν από το αεροδρόμιο της Καμπούλ.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των εικόνων και των ειδήσεων αυτού του θλιβερού Σαββατοκύριακου σκέφτηκα την ατάκα του Jean-Paul Sartre, στο βιβλίο του Being and Nothingness (σελίδα 555): «we have the war we deserve/έχουμε τον πόλεμο που μας αξίζει».  Οι καταθλιπτικές και αηδιαστικές εικόνες και οι ειδήσεις σε συνδυασμό με ένα σύνολο δηλώσεων κάνουν πραγματικότητα αυτόν τον ισχυρισμό.

25 ημέρες πριν από την κατάρρευση: GEN Mark Milley (Chairman of the Joint Chiefs of Staff): «The Afghan Security Forces have the capacity to sufficiently fight and defend their country…/Οι Αφγανικές Δυνάμεις Ασφαλείας έχουν την ικανότητα να πολεμήσουν και να υπερασπιστούν επαρκώς τη χώρα τους…» (συνέντευξη Τύπου στις 21 Ιουλίου 2021).

38 ημέρες πριν από την κατάρρευση: President Joseph Biden: «The Afghan government and leadership has to come together.  They clearly have the capacity to sustain the government in place.  The question is: Will they generate the kind of cohesion to do it?  It’s not a question of whether they have the capacity.  They have the capacity.  They have the forces.  They have the equipment.  The question is: Will they, do it? … the only way there’s ultimately going to be peace and security in Afghanistan is that they work out a modus vivendi with the Taliban and they make a judgment as to how they can make peace. … And the likelihood there’s going to be one unified government in Afghanistan controlling the whole country is highly unlikely/Η αφγανική κυβέρνηση και ηγεσία πρέπει να ενωθούν.  Είναι σαφές ότι έχουν την ικανότητα να διατηρήσουν την κυβέρνηση στη θέση της.  Το ερώτημα είναι: Θα δημιουργήσουν το είδος της συνοχής για να το κάνουν;  Το θέμα δεν είναι αν έχουν την ικανότητα.  Έχουν την ικανότητα.  Έχουν τις δυνάμεις.  Έχουν τον εξοπλισμό.  Το ερώτημα είναι: Θα το κάνουν; … ο μόνος τρόπος για να υπάρξει τελικά ειρήνη και ασφάλεια στο Αφγανιστάν είναι να δημιουργήσουν ένα «modus vivendi» με τους Ταλιμπάν και να αποφασίσουν πώς μπορούν να επιφέρουν την ειρήνη. … Και η πιθανότητα να υπάρξει μια ενοποιημένη κυβέρνηση στο Αφγανιστάν που θα ελέγχει ολόκληρη τη χώρα είναι εξαιρετικά απίθανη”. (συνέντευξη Τύπου στις 8 Ιουλίου 2021).”

Θέλω να επισημάνω ότι το Αφγανιστάν έχει μια ενοποιημένη κυβέρνηση από τις 16 Αυγούστου 2021.  Είναι η κυβέρνηση των Ταλιμπάν.

Και οι δύο αξιωματούχοι της κυβέρνησης των ΗΠΑ εκφράζουν είτε την άγνοια, είτε την ελλιπή γνώση της αλήθειας ή κάποιο συνδυασμό σχετικά με το Αφγανιστάν που φέρνει στο νου μου τα λόγια του John Sopko (the Special Inspector General for Afghanistan Reconstruction/SIGAR) από μια Ομάδα Αμυντικών Συγγραφέων της 28ης Ιουλίου 2021, καθώς συνόψισε τον αγώνα των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν ως:  «hubris and mendacity/ύβρις και θράσος».  Αν με τη λέξη ‘’ύβρις’’ κάποιος εννοεί  την «άγνοια και την αλαζονεία», τότε συμφωνώ 100% με τη χρήση αυτής της λέξης.

Η επισήμανση του Sartre να έχουμε τον πόλεμο που μας αξίζει έχει αποδειχθεί οδυνηρά στον Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας.  Πράγμα που σημαίνει ότι οι επιλογές που έγιναν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, από τους υπεύθυνους για τη σχεδίαση και διεύθυνση των ενεργειών, για τη δέσμευση πόρων και για τη θέσπιση στρατηγικής έχουν οδηγήσει ακριβώς στο είδος του χάους που θα μπορούσε κανείς να προβλέψει γνωρίζοντας την έλλειψη δεξιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων εκ μέρους των υπευθύνων.  Η αδιαφορία για το περιβάλλον, η άγνοια για τα δεινά και τη διεξαγωγή του πολέμου οδήγησαν σε αυτή την ανόητη έκφραση επιθυμίας για εμπλοκή.  Έχουμε σπαταλήσει δεκάδες χιλιάδες ζωές (όχι μόνο αυτούς που σκοτώθηκαν, αλλά και εκείνους που τραυματίστηκαν και εξουθενώθηκαν από ψυχικές και σωματικές βλάβες) και τρισεκατομμύρια δολάρια σε μια μορφή σπασμωδικής έκφρασης αδαούς βαρβαρότητας.  Μια τέτοια συμπεριφορά αξίζει διαρκή, σπάταλη και επαίσχυντη ήττα.  Είχαμε τον πόλεμο που μας άξιζε.

Θέλω να κάνω αυτό που αρνούμαι στους μαθητές μου.  Θέλω να κατηγορήσω κάποιον για ό,τι συνέβη στο Αφγανιστάν.  Το πρόβλημα είναι ότι όλοι φταίνε.  Εννοώ όλοι.  Τους χωρίζω όλους σε τέσσερις κατηγορίες κατά σειρά κατάταξης της ευθύνης:

  • Οι στρατηγοί που ηγήθηκαν, σχεδίασαν και συμμετείχαν σε αυτόν τον πόλεμο.
  • Οι τεχνοκράτες (political appointees) πολίτες που υποτίθεται ότι θα επέβλεπαν, θα κατεύθυναν και θα αξιολογούσαν τους στρατηγούς στη διοίκηση και ηγεσία, τη σχεδίαση και την υλοποίηση της.
  • Τα μέσα ενημέρωσης που υποτίθεται ότι θα ήλεγχαν τους τεχνοκράτες (political appointees) και τους στρατηγούς για να λογοδοτήσουν για την ικανότητά τους να εκτελούν σωστά τις ευθύνες που τους ανατέθηκαν/ανέλαβαν.
  • Οι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που θα έπρεπε να έχουν δώσει περισσότερη προσοχή στον πόλεμο αυτό ώστε να κάνουν αναγκάζουν τους πολιτικούς να ενδιαφέρονται για ότι συνέβαινε.

Ένας από τους συναδέλφους μου υποστηρίζει ότι το ‘’πρόβλημα’’ στο Αφγανιστάν είναι ότι δεν πέθαναν αρκετοί Αμερικανοί εκεί.  Με αυτό εννοεί ότι δεν πέθαναν αρκετοί άνθρωποι ώστε να προκαλέσουν την προσοχή που απαιτείται για να απαιτήσουν οι πολίτες λογοδοσία από την κυβέρνηση.  Αυτό είναι δυστυχώς αλήθεια.  Ενώ είχαμε στρατιωτικό προσωπικό στο Αφγανιστάν για σχεδόν είκοσι χρόνια, ο αμερικανικός λαός πιθανότατα ασχολήθηκε με τον πόλεμο αυτό, για λιγότερο από ένα χρόνο, μοιράζοντας αυτά τα είκοσι χρόνια  με τη μορφή γεγονότων μερικών εβδομάδων εδώ και λίγων ημερών εκεί.  Νοιαζόμασταν για τις ειδικές δυνάμεις που ιππεύουν με τους μαχητές της Βόρειας Συμμαχίας, νοιαζόμασταν για την ανατροπή των Ταλιμπάν, τις μάχες γύρω από την Tora Bora(4), Νοιαζόμασταν για τα φίλια πυρά που σκότωσαν τον πρώην παίκτη του NFL και το «κομμάντο» του αμερικανικού στρατού Pat Tillman, νοιαζόμασταν για την ιστορία του Marcus Luttrell ειδικά όταν εμφανίστηκε στις αίθουσες η ταινία Lone Survivor, νοιαζόμασταν για τη δολοφονία του Οσάμα Μπιν Λάντεν και ενδιαφερόμασταν για την κατάρρευση της αφγανικής εθνικής κυβέρνησης τον Ιούλιο και στις αρχές Αυγούστου του 2021.  Αυτό ήταν. Επομένως, αξίζουμε τον πόλεμο που έχουμε.

Θυμηθείτε ότι κατηγορώ και τον εαυτό μου.  Συμβούλεψα τους στρατηγούς, ενημέρωσα τους τεχνοκράτες (political appointees), μίλησα και έγραψα στα μέσα ενημέρωσης και είμαι πολίτης.  Αυτό είναι και δικό μου λάθος.

Όσο κι αν είμαι θυμωμένος με αυτές τις τέσσερις ομάδες για την ατομική και τη συλλογική παράλειψη καθήκοντος, είμαι περισσότερο αηδιασμένος από τους σημερινούς στρατιωτικούς, τους πολιτικούς καθώς και με τα Μέσα Ενημέρωσης και τα θεσμικά όργανα που αποτυγχάνουν να μάθουν, από αυτό που συμβαίνει.  Δεν προσπαθούμε να μάθουμε, γιατί η πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη, μετά από είκοσι χρόνια παρουσίας στη χώρα (Αφγανιστάν), βλέπει το στρατό αυτής της χώρας – που εμείς χτίσαμε –  τον βλέπει να καταρρέει σε έξι εβδομάδες;  Διερωτώμαι επειδή ο Αφγανικός Εθνικός Στρατός μάχεται, αιμορραγεί και πεθαίνει με ελάχιστη υποστήριξη εδώ και μήνες πριν φθάσει στην φαινομενικά ταχεία διάλυση της θέλησης που τόσοι πολλοί μαχητές του δείχνουν.  Κατηγορούμε σχεδόν ρατσιστικά τον ίδιο τον αφγανικό λαό για την άγνοια, την αλαζονεία και το θράσος μας καθώς διαβάζω ή ακούω τη φράση “νεκροταφείο αυτοκρατοριών” που εκφράζεται επανειλημμένα.  Λες και φταίνε οι Αφγανοί που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις μας, δεν χόρεψαν στο ρυθμό μας ή δεν έπαιξαν τους ρόλους που  τους δώσαμε.

Ήταν η αδαής αλαζονεία μας που μας επέτρεψε να μπούμε χωρίς να μελετήσουμε τη χώρα.  Συνεχίσαμε να αγωνιζόμαστε στο Αφγανιστάν χωρίς να σκεφτόμαστε ότι έπρεπε να αλλάξουμε το σύστημα της επαγγελματικής μας στρατιωτικής εκπαίδευσης για να διδάξουμε και να εκπαιδεύσουμε τους ηγέτες μας ώστε να κατανοούν το περιβάλλον στο οποίο επιχειρούσαμε.  Ακόμα και τα τελευταία δύο χρόνια, είχαμε τα μάτια μας σε κάποια μαγική στρατιωτική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, όπως κάποιο σπορ αυτοκίνητο που ελπίζαμε να αγοράσουμε αγνοώντας το σωρό από τα σκουριασμένα και σπασμένα στην μπροστινή αυλή μας.  Ίσως το Αφγανιστάν είναι το νεκροταφείο των αυτοκρατοριών επειδή κάθε αυτοκρατορία ήταν αρκετά αδαής και πίστευε ότι δεν χρειαζόταν να αλλάξει για να κατανοήσει και να συνεργαστεί με το Αφγανιστάν, προτιμούσε να είναι εναντίον του.  Ίσως κάθε αυτοκρατορία να πίστευε ότι θα μπορούσε να είναι απειλητική με τον εαυτό της ότι η επιτυχία συνέβαινε ή ακριβώς γύρω από μια γωνία ή ότι η γωνία είχε μόλις γυρίσει.

Το Αφγανιστάν θα έπρεπε να μας διδάσκει.  Πρέπει ταπεινά να ξεκινήσουμε από την αρχή με τα πάντα.  Πρέπει να αλλάξουμε την επαγγελματική μας στρατιωτική εκπαίδευση, τις πολιτικές μας επιστήμες και τα προγράμματα σπουδών διεθνών σχέσεων, και πρέπει να αλλάξουμε τα πρότυπα οικονομικής ανάπτυξης με βάση αυτά που μαθαίνουμε από το Αφγανιστάν. 

  • Κάνουμε λάθος όταν πιστεύουμε ότι τα χρήματα αγοράζουν καλύτερη διακυβέρνηση.
  • Κάνουμε λάθος όταν ενεργούμε σαν εξοπλισμός και εκπαίδευση ίσης ικανότητας.
  • Κάνουμε λάθος όταν αγνοούμε τη δική μας ιστορία και ενεργούμε σαν οι Αμερικανοί Ιδρυτές Πατέρες να μην καταλαβαίνουν για τη διακυβέρνηση και ότι το μοντέλο τους δεν αξίζει να επιδιώκουμε να διαμορφώσουμε.
  • Κάνουμε λάθος όταν πιστεύουμε ότι η εργασία από πάνω προς τα κάτω χτίζει μια χώρα.

Πρέπει να ξεκινήσουμε με μια ειλικρινή και όχι απειλητική εκτίμηση του τι συνέβη και να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε γιατί συνέβη, ώστε να μπορέσουμε να υποσχεθούμε στους εαυτούς μας, στους πολίτες μας και στα παιδιά μας ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί ποτέ.

Πολλοί το ξέρουν αυτό και το ήξεραν αυτό.  Έχω διαβάσει και ακούσει άρθρα, ιστολόγια, κείμενα, αναρτήσεις, podcast και σχόλια από πολύ έξυπνους και έμπειρους ανθρώπους που το λένε αυτό εδώ και χρόνια.  Πρέπει να ακούσουμε αυτούς τους άνδρες και τις γυναίκες και να σταματήσουμε να ακούμε εκείνους που μας απογοήτευσαν για είκοσι χρόνια. 

Εδώ είναι το Litmus(5) test για το ποιον να ακούσετε ή να διαβάσετε: αν δεν αναλάβουν την ιδιοκτησία για αυτή την αποτυχία, τότε μην τους ακούσετε.  ” ομάδα που πρέπει να αποφύγουμε πρέπει να περιλαμβάνει στρατιωτικούς ηγέτες, πολιτικούς ηγέτες, δημοσιογράφους και κοινούς πολίτες, εφόσον δεν μπορούν να είναι ειλικρινείς σχετικά με την υπαιτιότητά τους για την αποτυχία.

Πρέπει να καταστήσουμε υπόλογους αυτούς που απέτυχαν.  Συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου.  Σπουδάζω, παίρνω συνεντεύξεις, γράφω και διδάσκω για να προσπαθήσω να κατανοήσω αυτό το περιβάλλον όπως είναι, όπως ήταν, και προσπαθώ να καταλάβω τι θα γίνει.

Μέχρι να το κάνουμε αυτό, ο πόλεμος που μας αξίζει δεν θα είναι ποτέ ένας πόλεμος που θέλουμε.

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

  • Αnappliedhistorian, cross-culturalcompetencyexpert, andmilitarytheorist
  • Αντιστράτηγος εα, Τέως Αρχηγός ΓΕΕΦ & Επίτιμος Διοικητής 1ης Στρατιάς
  • The true story of Herb Brooks, the player-turned-coach who led the 1980 U.S. Olympic hockey team to victory over the seemingly invincible Soviet squad
  • The Battle of Tora Boraήταν μια στρατιωτική επιχείρηση που έλαβε χώρα στην περιοχή των σπηλαίων Tora Bora ανατολικό Afghanistan από  6 έως τις 17 Δεκεμβρίου 2001 ).  
  • litmus test, είναι ένα ερώτημα που τίθεται σε έναν πιθανό υποψήφιο για υψηλό αξίωμα. H η απάντησή θα καθορίσει εάν θα προχωρήσει στο διορισμό ή την υποψηφιότητα. Η έκφραση είναι μια μεταφορά που βασίζεται στη δοκιμή litmus στη χημεία, στην οποία κάποιος είναι σε θέση να δοκιμάσει τη γενική οξύτητα μιας ουσίας, αλλά όχι το ακριβές pH της.
  • Το πρωτότυπο άρθρο στην αγγλική εδώ:https://www.narrativespace.net/blog/we-have-the-war-we-deserve

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Νέα πρόκληση από Τομ Μπάρακ! Ύμνοι στον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ – Οι «Έλληνες άποικοι» και η εξιδανίκευση της τουρκικής ιστορίας

Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και το κράτος που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ. Πίσω από την ιστορική αναδρομή διακρίνεται η στρατηγική σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στην Τουρκία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Αίσθηση προκαλεί η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος, με αφορμή τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράκ, Φουάντ Χουσεΐν, στην Κωνσταντινούπολη, επιδόθηκε σε μια εξιδανικευμένη ιστορική αναδρομή για τον ρόλο της σημερινής Τουρκίας. Από τους «Έλληνες αποίκους» και τον Μέγα Κωνσταντίνο μέχρι τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, ο Αμερικανός διπλωμάτης επιχείρησε να συνδέσει διαφορετικές ιστορικές περιόδους με τη σύγχρονη γεωπολιτική θέση της Άγκυρας, παρακάμπτοντας τις κατακτήσεις, τις διώξεις και τις τραγωδίες που σημάδεψαν την ιστορία του ελληνισμού.

Η συνάντηση στον Κεράτιο Κόλπο

Αφορμή για την παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτέλεσε η συνάντησή του με τον Ιρακινό υπουργό Εξωτερικών Φουάντ Χουσεΐν, στις 10 Οκτωβρίου 2026, στον Κεράτιο Κόλπο της Κωνσταντινούπολης.

Ο Αμερικανός πρέσβης επέλεξε να παρουσιάσει τη συνάντηση όχι μόνο ως μια διπλωματική επαφή μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράκ, αλλά ως συνέχεια μιας ιστορικής παράδοσης που, κατά την άποψή του, καθιστά την Κωνσταντινούπολη σημείο συνάντησης της Ανατολής με τη Δύση.

Στην ανάρτησή του στο Χ ανέφερε ότι οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στη συνεργασία Ιράκ, Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας, καθώς και στις κοινές περιφερειακές προκλήσεις.

Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη συνεργασία των τριών χωρών, επισημαίνοντας ότι οι δυσκολίες της περιοχής δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από κανένα κράτος μεμονωμένα.

Μέχρι εκεί, η παρέμβασή του κινούνταν στα αναμενόμενα όρια μιας διπλωματικής ανακοίνωσης.

Η συνέχεια, ωστόσο, απέκτησε έντονο ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο.

Οι «Έλληνες άποικοι» και η Νέα Ρώμη

Ο Μπάρακ επιχείρησε να παρουσιάσει τον Κεράτιο Κόλπο ως ένα από τα αρχαιότερα διπλωματικά κέντρα του κόσμου.

Αναφερόμενος στην ιστορική διαδρομή της περιοχής, σημείωσε ότι Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν εκεί περίπου το 660 π.Χ., ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος την κατέστησε λιμάνι της Νέας Ρώμης και ότι ο Μωάμεθ Β΄ αξιοποίησε τον ίδιο χώρο ως πύλη για την ανάπτυξη της οθωμανικής αυτοκρατορικής ισχύος.

Η αναφορά στους Έλληνες αποίκους είναι ιστορικά θεμελιωμένη, καθώς το αρχαίο Βυζάντιο ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους, σύμφωνα με την παράδοση από τα Μέγαρα.

Ωστόσο, η ιστορία της Κωνσταντινούπολης δεν εξαντλείται σε μια σύντομη αναφορά στην αρχαία ελληνική εγκατάσταση.

Για περισσότερο από μία χιλιετία, η πόλη υπήρξε το πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με καθοριστική παρουσία της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης.

Η Νέα Ρώμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου εξελίχθηκε στην Κωνσταντινούπολη των αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών, της Αγίας Σοφίας και μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που επηρέασε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.

Αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή η πόλη κατακτήθηκε το 1453.

Ο Μωάμεθ ο Πορθητής και η αποσιώπηση της Άλωσης

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά του Αμερικανού διπλωμάτη στον Μωάμεθ Β΄, τον οποίο παρουσιάζει ως ηγέτη που μετέτρεψε τον Κεράτιο Κόλπο σε πύλη μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας.

Η συγκεκριμένη διατύπωση αναδεικνύει την αυτοκρατορική ισχύ των Οθωμανών, αποφεύγοντας όμως να αναφερθεί στις συνθήκες υπό τις οποίες η Κωνσταντινούπολη πέρασε στην κυριαρχία τους.

Στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τις οθωμανικές δυνάμεις έπειτα από πολιορκία.

Η πτώση της συνοδεύτηκε από θανάτους, αιχμαλωσίες, λεηλασίες και την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η Άλωση αποτελεί καθοριστικό γεγονός για την ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά και σημείο καμπής για την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Επομένως, η περιγραφή του Μωάμεθ αποκλειστικά μέσα από τη δημιουργία αυτοκρατορικής ισχύος παρουσιάζει μόνο μία πλευρά της ιστορικής πραγματικότητας.

Το ζήτημα δεν είναι η αμφισβήτηση της σημασίας του Οθωμανού σουλτάνου στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η επιλογή ενός εν ενεργεία Αμερικανού διπλωμάτη να χρησιμοποιήσει μια εξιδανικευμένη αφήγηση, χωρίς αναφορά στο κόστος της οθωμανικής κατάκτησης για τους κατακτημένους πληθυσμούς.

Η Κωνσταντινούπολη ως δήθεν διαχρονικός τόπος ειρήνης

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της Κωνσταντινούπολης ως τόπου όπου η Ανατολή και η Δύση προτίμησαν επί αιώνες τη διαπραγμάτευση αντί της σύγκρουσης.

Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι η περιοχή αποτέλεσε έναν διαρκή χώρο διπλωματικής συνεννόησης, με τις ξένες πρεσβείες και την οθωμανική εξουσία να βρίσκονται στις αντίθετες όχθες του Κερατίου.

Είναι γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη υπήρξε μεγάλο εμπορικό και διπλωματικό κέντρο.

Όμως η ιστορία της περιλαμβάνει πολιορκίες, πολέμους, κατακτήσεις και βαθιές θρησκευτικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επεκτάθηκε στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω ειρηνικών διαπραγματεύσεων, αλλά πρωτίστως μέσω στρατιωτικών εκστρατειών.

Παράλληλα, η μεταγενέστερη ιστορία της περιοχής συνδέεται με εκτοπισμούς, διώξεις και βίαιες πληθυσμιακές μεταβολές.

Η διπλωματία ασφαλώς αποτελούσε μέρος της οθωμανικής πολιτικής. Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ως το μοναδικό ή κυρίαρχο χαρακτηριστικό μιας αυτοκρατορικής ιστορίας που διαμορφώθηκε και μέσα από πολέμους.

Η αναφορά στον Μουσταφά Κεμάλ

Στο τέλος της ιστορικής του αναδρομής, ο Τομ Μπάρακ συνέδεσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την Τουρκική Δημοκρατία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.

Κατά τον Αμερικανό διπλωμάτη, το νέο τουρκικό κράτος συνέχισε την κληρονομιά του Κερατίου Κόλπου ως τόπου συνάντησης διαφορετικών λαών και πολιτισμών.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιλεκτική ιστορική αφήγηση.

Η συγκρότηση της σύγχρονης Τουρκίας πραγματοποιήθηκε μέσα στις δραματικές συνθήκες που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Για τον ελληνισμό, η περίοδος αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Μικρασιατική Καταστροφή, την καταστροφή της Σμύρνης, τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.

Η κεμαλική πολιτική οικοδόμησε επίσης ένα συγκεντρωτικό εθνικό κράτος, στο οποίο η μονοκομματική διακυβέρνηση αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου.

Ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος ως πλήρως δημοκρατικού με τα σημερινά κριτήρια δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Αξίζει πάντως να διευκρινιστεί ότι ο Μπάρακ δεν αποκάλεσε προσωπικά τον Κεμάλ «δημοκράτη». Αναφέρθηκε στην Τουρκική Δημοκρατία και στη συνέχιση μιας ιστορικής κληρονομιάς.

Αυτό που προκαλεί συζήτηση είναι η επιλογή του να παρουσιάσει τη μετάβαση από τη βυζαντινή στην οθωμανική και στη σύγχρονη τουρκική περίοδο ως μια σχεδόν αδιάκοπη παράδοση συνεννόησης.

Η Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής

Η ιστορική αναδρομή του Μπάρακ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη σημερινή εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν περιορίζεται πλέον στα καθήκοντα του πρέσβη στην Άγκυρα. Είναι παράλληλα ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, γεγονός που του επιτρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.

Η επιλογή αυτή αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση Τραμπ στη συνεργασία με την Τουρκία για τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων.

Η Άγκυρα διαθέτει στρατιωτική παρουσία και ισχυρά συμφέροντα στη βόρεια Συρία, διατηρεί στενές οικονομικές σχέσεις με το Ιράκ και επιδιώκει να εδραιωθεί ως βασικός παράγοντας στις ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις της περιοχής.

Αυτή η γεωπολιτική πραγματικότητα εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιδιώκει στενή συνεργασία με την τουρκική ηγεσία.

Δεν εξηγεί, ωστόσο, την ανάγκη υιοθέτησης μιας τόσο εξιδανικευμένης παρουσίασης της οθωμανικής και τουρκικής ιστορίας.

Η τουρκική δημοσιότητα και οι ύμνοι στον Πορθητή

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο υποδέχθηκαν τις δηλώσεις του Μπάρακ τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Η εφημερίδα Türkiye, σε δημοσίευμα της 10ης Οκτωβρίου, επέλεξε να αναδείξει τους ιστορικούς επαίνους του Αμερικανού πρέσβη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναφορά του στον Μωάμεθ τον Πορθητή.

Ανάλογη προβολή έδωσε και το Rûdaw, παραθέτοντας την ιστορική περιγραφή του Μπάρακ για τον Κεράτιο Κόλπο και τον σημερινό ρόλο της Τουρκίας.

Η θετική υποδοχή των δηλώσεων στον τουρκικό Τύπο δεν προκαλεί έκπληξη.

Η εικόνα της Τουρκίας ως ιστορικού κέντρου αυτοκρατορικής ισχύος και σύγχρονου διπλωματικού διαμεσολαβητή βρίσκεται κοντά στην αντίληψη που προβάλλει η Άγκυρα για τον διεθνή ρόλο της.

Το γεγονός ότι αυτή η αφήγηση προέρχεται από έναν υψηλόβαθμο Αμερικανό διπλωμάτη της προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα

Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής ανάλυσης.

Η Τουρκία είναι σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί αναθεωρητικές διεκδικήσεις εις βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αμφισβητεί πλευρές του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας στο Αιγαίο.

Η ανάδειξη της Άγκυρας ως κεντρικού παράγοντα στη Μέση Ανατολή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Τουρκία.

Από τις δηλώσεις του Μπάρακ δεν προκύπτει αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής στάσης στα ελληνοτουρκικά.

Είναι όμως σαφές ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, ειδικά στη Συρία και στο Ιράκ.

Η συγκεκριμένη πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση τις αποφάσεις, τις στρατιωτικές συνεργασίες και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που τη συνοδεύουν.

Η ιστορία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξιδανίκευσης

Η παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποίησης της ιστορίας για την υποστήριξη σύγχρονων διπλωματικών επιδιώξεων.

Ο Αμερικανός πρέσβης συνέδεσε την αρχαία ελληνική παρουσία, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την οθωμανική κατάκτηση και το κράτος του Μουσταφά Κεμάλ σε μία ενιαία αφήγηση ιστορικής συνέχειας.

Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο πέρασαν διαδοχικές αυτοκρατορίες.

Υπήρξε πρωτεύουσα ενός κράτους με βαθιά ελληνική πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα, κέντρο της ορθόδοξης χριστιανοσύνης και σημείο αναφοράς για τον ελληνισμό επί αιώνες.

Η οθωμανική κατάκτηση του 1453 δεν ήταν μια ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας. Και η δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και την τραγωδία του 1922.

Η διπλωματία μπορεί να επιλέγει τους συμβολισμούς της. Η ιστορική έρευνα, όμως, οφείλει να αποτυπώνει και όσα δεν εξυπηρετούν τις σημερινές πολιτικές σκοπιμότητες.

Το ουσιαστικό μήνυμα της παρέμβασης Μπάρακ δεν βρίσκεται μόνο σε όσα είπε για τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά κυρίως στην εικόνα που επιχειρεί να διαμορφώσει για τη σημερινή Τουρκία: ενός κράτους που η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως βασικό συνομιλητή για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.

Και αυτή είναι μια γεωπολιτική εξέλιξη που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Μελετόπουλος: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση – Κλειδί η Ομογένεια»

Ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος προχωρά σε μια ηχηρή παρέμβαση για το μέλλον της Ελλάδας και του Ελληνισμού.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού πραγματοποίησε ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή του Greek News and Radio FL με θέμα την πορεία της Ελλάδας μετά την Επανάσταση του 1821.

Ο κ. Μελετόπουλος περιέγραψε την κατάσταση της χώρας ως «υπαρξιακή κρίση», υποστηρίζοντας ότι δεν είναι πλέον αυτονόητο πως η Ελλάδα θα εξέλθει από αυτήν ως συγκροτημένο και ακμαίο έθνος κατά τον επόμενο αιώνα.

«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση, η πατρίδα μας διέρχεται μια πολύ σοβαρή υπαρξιακή κρίση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως βασικότερες απειλές κατονόμασε το δημογραφικό πρόβλημα, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, την υποχώρηση της παραγωγής και την κρίση στην εκπαίδευση.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην οικονομία, επισημαίνοντας το μεγάλο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, καθώς και τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των Ελλήνων. Κατά την εκτίμησή του, η χώρα βρίσκεται σε «ελεύθερη πτώση», χωρίς τις ηγετικές φυσιογνωμίες που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και να προτείνουν ένα συνολικό σχέδιο εξόδου από την κρίση.

Από την εθνική ολοκλήρωση στην υποχώρηση

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, ο Μελέτης Μελετόπουλος σημείωσε ότι το ελληνικό κράτος, από το 1830 και μετά, πέτυχε να ενσωματώσει σημαντικές ελληνικές περιοχές και πληθυσμούς. Αναφέρθηκε στη Θεσσαλία, στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θράκη και στα νησιά του Αιγαίου, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη πορεία τεράστιο ιστορικό επίτευγμα.

Αντίθετα, για τη μεταπολιτευτική περίοδο υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει υποχωρήσει τόσο στο εσωτερικό όσο και στα εθνικά της μέτωπα. Μίλησε για κατάρρευση της παιδείας, αποδυνάμωση του πολιτισμού, πτώση του επιπέδου της δημόσιας ζωής και απουσία μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής.

«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση κινδυνεύουμε να χάσουμε ακόμη και όσα κερδίσαμε με αυτήν», ήταν μία από τις πλέον ηχηρές αποστροφές της παρέμβασής του.

Προειδοποίηση για τις τουρκικές αγορές ακινήτων

Ο κ. Μελετόπουλος εξέφρασε επίσης έντονη ανησυχία για αγορές ακινήτων από τουρκικά συμφέροντα σε νησιά του Αιγαίου και σε παραμεθόριες περιοχές. Αναφέρθηκε ειδικά στη Χίο, στη Λέρο, στη Μυτιλήνη, στην Τήνο και στον Έβρο, υποστηρίζοντας ότι ολόκληρες εκτάσεις και περιουσίες περνούν σε ξένα χέρια χωρίς να υπάρχει επαρκής κρατική αντίδραση.

Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στην πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Εκτίμησε ότι η Άγκυρα δεν θα επέλεγε εύκολα μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Ελλάδας, ακόμη και αν υπήρχε μικρή πιθανότητα αποτυχίας, και υπογράμμισε ότι η Αθήνα οφείλει να στηρίζεται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο διεθνές δίκαιο.

Κατά τον ίδιο, η έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης και η υποχωρητική στάση δεν περιορίζουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά τις ενθαρρύνουν.

«Η Ομογένεια είναι το κλειδί»

Κεντρική θέση στην παρέμβασή του είχε ο ρόλος των Ελλήνων του εξωτερικού. Ο Μελέτης Μελετόπουλος εξήρε την αγάπη των ομογενών για την πατρίδα, επισημαίνοντας ότι πολλές φορές είναι ισχυρότερη και πιο ανιδιοτελής από εκείνη που συναντά κανείς στο εσωτερικό της χώρας.

Κάλεσε την Ομογένεια να συμμετάσχει ενεργότερα στα ελληνικά πράγματα, είτε μέσω φυσικής παρουσίας και επενδύσεων είτε μέσω της πολιτικής και κοινωνικής της παρέμβασης. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ψήφο των αποδήμων, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο παράγοντα για την ανανέωση της πολιτικής ζωής.

«Πρέπει να ενδιαφερθείτε για την πατρίδα σας και να εμπλακείτε με κάποιον τρόπο», ήταν το μήνυμά του προς τους Έλληνες της Διασποράς.

Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η Ελληνική Επανάσταση προετοιμάστηκε και κυοφορήθηκε στα μεγάλα κέντρα της Ομογένειας, όπως η Βιέννη, η Τεργέστη, η Οδησσός, η Αγία Πετρούπολη και το Παρίσι.

«Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί»

Κλείνοντας, ο Μελέτης Μελετόπουλος τόνισε ότι κανένας ηγέτης δεν μπορεί να σώσει μόνος του τη χώρα. Όπως είπε, χρειάζεται μια συνολική αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας, η ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού συστήματος, η επανασύνδεση με τις ιστορικές ρίζες και η ανάκτηση της εθνικής αυτοπεποίθησης.

Η αλλαγή, προειδοποίησε, προϋποθέτει προσπάθεια, θυσίες και εγκατάλειψη χρόνιων ιδεοληψιών και βολεμάτων.

«Αν η ελληνική κοινωνία αντισταθεί σε ένα σχέδιο σωτηρίας της, τότε το τέλος της είναι προδιαγεγραμμένο», κατέληξε, συνοψίζοντας την παρέμβασή του με τη φράση: «Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί».

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ο Αόρατος Πόλεμος της Πληροφορίας! Γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών

Στους σύγχρονους πολέμους, η πρώτη μάχη δίνεται συχνά πολύ πριν ακουστεί ο πρώτος πυροβολισμός. Δίνεται στις μυστικές υπηρεσίες, στα δίκτυα κατασκοπείας και στα κέντρα στρατηγικής ανάλυσης. Γιατί, όμως, η Ελλάδα δεν επένδυσε διαχρονικά σε αυτό το κρίσιμο πεδίο ισχύος; Ο Θεόδωρος Ατματζίδης αναλύει τις ιστορικές εξαρτήσεις, την πολιτικοποίηση και τις θεσμικές αδυναμίες που, κατά την εκτίμησή του, περιόρισαν την ανάπτυξη των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γιατί η Ελλάδα, παρά τη γεωστρατηγική της θέση και τις διαρκείς απειλές που αντιμετωπίζει, δεν κατάφερε να οικοδομήσει έναν ισχυρό και αυτόνομο μηχανισμό υπηρεσιών πληροφοριών; Από την ίδρυση της ΚΥΠ και την επιρροή ξένων υπηρεσιών μέχρι την τραγωδία της Κύπρου, την κρίση των Ιμίων και τους πολέμους των Βαλκανίων, ο Θεόδωρος Ατματζίδης αναζητά τις ιστορικές και θεσμικές ρίζες ενός διαχρονικού προβλήματος της ελληνικής εθνικής ασφάλειας. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία στον αθέατο πόλεμο των πληροφοριών;

Εισαγωγή – Όταν οι πόλεμοι κερδίζονται πριν αρχίσουν.

Οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν ξεκινούν πλέον με την πρώτη στρατιωτική επίθεση. Στην πραγματικότητα, οι κρίσιμες μάχες συχνά δίνονται πολύ νωρίτερα — στο πεδίο της πληροφορίας, της ανάλυσης και των μυστικών επιχειρήσεων. Οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούν σήμερα έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς άσκησης κρατικής ισχύος, καθώς επιτρέπουν στα κράτη να προβλέπουν κρίσεις, να αποτρέπουν απειλές και να επηρεάζουν διεθνείς εξελίξεις πριν αυτές εκδηλωθούν δημόσια¹.

Οι πρόσφατες εντάσεις στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι συγκρούσεις αυτές διεξάγονται σε μεγάλο βαθμό μέσα από επιχειρήσεις πληροφοριών, κυβερνοεπιθέσεις και μυστικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς². Στις περιπτώσεις αυτές, οι μυστικές υπηρεσίες λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες τόσο για την πλευρά που επιτίθεται, όσο και για την πλευρά που αμύνεται.

Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ύπαρξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής ασφάλειας. Κράτη όπως το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επενδύσει επί δεκαετίες στη δημιουργία ισχυρών οργανισμών πληροφοριών που επηρεάζουν, όχι μόνο στην ασφάλεια αλλά και στην εξωτερική πολιτική και στη στρατηγική τους σκέψη³.

Η Ελλάδα, ωστόσο, παρά τη γεωπολιτική της θέση σε μια περιοχή υψηλής αστάθειας, δεν ανέπτυξε ποτέ υπηρεσίες πληροφοριών με αντίστοιχη επιχειρησιακή ισχύ και στρατηγική επιρροή.

Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές:
γιατί ένα κράτος που βρίσκεται σε μια από τις πιο ευαίσθητες γεωπολιτικές περιοχές του κόσμου δεν ανέπτυξε ποτέ πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες;

Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό ιστορικών, πολιτισμικών και θεσμικών παραγόντων που διαμόρφωσαν την εξέλιξη του ελληνικού κράτους.

Η ιστορική γέννηση ενός κράτους υπό εξωτερική επιρροή.

Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον ισχυρών γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας τον 19ο αιώνα συνδέθηκε στενά με την παρέμβαση μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Παρά το γεγονός ότι η Ελληνική Επανάσταση οργανώθηκε αρχικά μέσω μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης, της Φιλικής Εταιρείας, η εμπειρία αυτή δεν μετατράπηκε ποτέ σε μόνιμη θεσμική παράδοση κρατικής μυστικής δράσης⁴.

Η Φιλική Εταιρεία λειτούργησε ως επαναστατικό δίκτυο και όχι ως οργανισμός κρατικής διοίκησης. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι θεσμοί ασφάλειας αναπτύχθηκαν αποσπασματικά και συχνά υπό την επιρροή ξένων συμβούλων.

Αυτή η πραγματικότητα δημιούργησε μια πολιτική κουλτούρα, στην οποία η εθνική ασφάλεια θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από ισχυρότερους συμμάχους.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος και η μετατόπιση προς την εσωτερική ασφάλεια

Καθοριστικό γεγονός για τη διαμόρφωση των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών υπήρξε ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος.

Ο εμφύλιος δημιούργησε βαθιά κοινωνική πόλωση και επηρέασε σημαντικά τη λειτουργία των θεσμών ασφαλείας⁵.

Οι υπηρεσίες πληροφοριών που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο επικεντρώθηκαν κυρίως στην παρακολούθηση εσωτερικών απειλών και όχι στην ανάπτυξη στρατηγικής ανάλυσης διεθνών εξελίξεων.

Το 1953 ιδρύθηκε η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, πρόδρομος της σημερινής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Η δημιουργία της πραγματοποιήθηκε σε στενή συνεργασία με τη Central Intelligence Agency και τη βρετανική Secret Intelligence Service, στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής του Ψυχρού Πολέμου⁶.

Παρότι αυτή η συνεργασία παρείχε τεχνογνωσία και επιχειρησιακή υποστήριξη, ενίσχυσε ταυτόχρονα μια δομική εξάρτηση από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών.

Η κρίση της Κύπρου το 1974

Η κρίση που κορυφώθηκε με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο αποκάλυψε σημαντικά προβλήματα στον ελληνικό μηχανισμό πληροφοριών.

Πολλές μελέτες στρατηγικής ανάλυσης έχουν επισημάνει ότι η ελληνική πλευρά δεν διέθετε επαρκείς μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων⁷.

Η κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ισχυρότερο συντονισμό μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών πληροφοριών.

Η κρίση των Ιμίων και τα όρια της στρατηγικής ανάλυσης.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Κρίση των Ιμίων.

Η κρίση αυτή ανέδειξε τη δυσκολία συντονισμού μεταξύ στρατιωτικών, διπλωματικών και πληροφοριακών μηχανισμών του κράτους. Πολλές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων στο Αιγαίο συνέβαλε στην κλιμάκωση της κρίσης⁸.

Η κουλτούρα της πολιτικοποίησης

Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών ήταν η πολιτικοποίηση της διοίκησής τους.

Η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών λειτουργούν αποτελεσματικά μόνο όταν διαθέτουν θεσμική συνέχεια και επαγγελματική αυτονομία.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, η διοίκηση των υπηρεσιών συχνά επηρεαζόταν και επηρεάζεται, από τις κυβερνητικές αλλαγές, τους πολιτικούς προϊσταμένους και κυρίως από το κόμμα που κυβερνά. Αυτό είχε και έχει ως αποτέλεσμα:

  • περιορισμένη θεσμική μνήμη
  • διακοπή επιχειρησιακών σχεδίων
  • δυσκολία ανάπτυξης μακροχρόνιων στρατηγικών

Η πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας

Ένας λιγότερο προφανής αλλά σημαντικός παράγοντας αφορά στην πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας.

Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από έντονη προφορικότητα, ισχυρά προσωπικά δίκτυα και υψηλό επίπεδο δημόσιας συζήτησης.

Σύμφωνα με συγκριτικές μελέτες πολιτικής κουλτούρας, σε κοινωνίες όπου η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς είναι περιορισμένη, η λειτουργία μηχανισμών μυστικότητας γίνεται δυσκολότερη⁹.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαρροές πληροφοριών ή σε περιορισμένη κοινωνική αποδοχή των υπηρεσιών πληροφοριών.

Η εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες

Η συμμετοχή της Ελλάδας στη North Atlantic Treaty Organization (NATO) ενίσχυσε τη συνεργασία με δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Ωστόσο, η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι, η υπερβολική εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη εθνικών δυνατοτήτων ανάλυσης και συλλογής πληροφοριών¹⁰.

Σε αρκετές περιπτώσεις, μικρότερα κράτη λειτουργούν περισσότερο ως δέκτες πληροφοριών παρά ως παραγωγοί στρατηγικής γνώσης¹¹.

Το συγκριτικό παράδειγμα του Ισραήλ

Η περίπτωση του Ισραήλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής στρατηγικής προσέγγισης.

Το κράτος του Ισραήλ, αντιμετωπίζοντας από την ίδρυσή του σοβαρές απειλές ασφαλείας, επένδυσε συστηματικά στη δημιουργία ισχυρών υπηρεσιών πληροφοριών όπως η Mossad, η Aman και η Shin Bet.

Οι υπηρεσίες αυτές λειτουργούν ως βασικοί πυλώνες της εθνικής στρατηγικής και έχουν αναπτύξει ισχυρή κουλτούρα ανάλυσης πληροφοριών και μακροχρόνιου σχεδιασμού¹².

Η στρατηγική κουλτούρα και το βαθύτερο πρόβλημα των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών

Πέρα από τους θεσμικούς και ιστορικούς παράγοντες, η εξέλιξη των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών μπορεί να ερμηνευτεί και μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο της Strategic Culture¹³.

Η έννοια της στρατηγικής κουλτούρας αναφέρεται στο σύνολο των ιστορικών εμπειριών, θεσμικών πρακτικών και συλλογικών αντιλήψεων που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και χρησιμοποιεί τα μέσα ισχύος ¹4.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι στρατηγικές επιλογές ενός κράτους δεν καθορίζονται μόνο από τις υλικές του δυνατότητες αλλά και από τις βαθύτερες πολιτικές και πολιτισμικές παραδόσεις του.

Σε κράτη όπως το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι υπηρεσίες πληροφοριών εντάχθηκαν νωρίς στον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής. Οι οργανισμοί πληροφοριών λειτουργούν όχι μόνο ως εργαλεία συλλογής δεδομένων αλλά και ως βασικοί μηχανισμοί στρατηγικής ανάλυσης και χάραξης πολιτικής.

Στην ελληνική περίπτωση, αντίθετα, οι υπηρεσίες πληροφοριών παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο περιθώριο της στρατηγικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Η λειτουργία τους συνδέθηκε περισσότερο με ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας παρά με τη διαμόρφωση μακροχρόνιας γεωπολιτικής στρατηγικής. Αυτή η ιδιαιτερότητα αντανακλά μια ευρύτερη στρατηγική κουλτούρα στην οποία η εξωτερική ασφάλεια αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από τη διπλωματία και τις διεθνείς συμμαχίες και λιγότερο μέσα από την ανάπτυξη αυτόνομων μηχανισμών πληροφοριών.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι πληροφοριών της δεκαετίας του 1990

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα των περιορισμών της ελληνικής στρατηγικής στον τομέα των πληροφοριών εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή η περιοχή των Βαλκανίων μετατράπηκε σε ένα από τα πιο έντονα πεδία ανταγωνισμού υπηρεσιών πληροφοριών στην Ευρώπη. Δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Τουρκία και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη ανέπτυξαν εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών στην περιοχή.

Οι συγκρούσεις στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και αργότερα στο Κόσοβο συνοδεύτηκαν από έντονη δραστηριότητα υπηρεσιών πληροφοριών που περιελάμβανε:

  • παρακολούθηση στρατιωτικών κινήσεων
  • επιχειρήσεις επιρροής
  • υποστήριξη τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών δρώντων
  • εκτεταμένη συλλογή πληροφοριών για τις πολιτικές εξελίξεις της περιοχής.

Η Ελλάδα, παρά τη γεωγραφική της εγγύτητα και τους ιστορικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, δεν αξιοποίησε πλήρως την ευκαιρία για την ανάπτυξη ισχυρών δικτύων πληροφοριών στην περιοχή.

Αντίθετα, πολλές αναλύσεις επισημαίνουν ότι άλλες περιφερειακές δυνάμεις, ιδιαίτερα η Τουρκία, ανέπτυξαν πιο συστηματική παρουσία πληροφοριών στα Βαλκάνια κατά την ίδια περίοδο 14.

Η περίοδος αυτή ανέδειξε ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής στρατηγικής: την περιορισμένη αξιοποίηση των υπηρεσιών πληροφοριών ως εργαλείου περιφερειακής επιρροής 15.

Συμπέρασμα

Η αδυναμία της Ελλάδας να αναπτύξει ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών δεν αποτελεί απλώς θεσμικό πρόβλημα.

Αντανακλά βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: πολιτική αστάθεια, περιορισμένη στρατηγική σκέψη, θεσμική ασυνέχεια και ιστορική εξάρτηση από ισχυρότερες δυνάμεις.

Σε έναν κόσμο όπου οι συγκρούσεις διεξάγονται όλο και περισσότερο στο επίπεδο της πληροφορίας, η ανάπτυξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασική προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας.

Η εμπειρία των Βαλκανικών συγκρούσεων της δεκαετίας του 1990 δείχνει ότι ακόμη και σε περιόδους σημαντικών γεωπολιτικών μεταβολών στην άμεση γειτονιά της, η Ελλάδα δεν αξιοποίησε πλήρως τις υπηρεσίες πληροφοριών ως εργαλείο στρατηγικής επιρροής. Η περίπτωση αυτή επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο θεσμικές αδυναμίες αλλά και βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας.

Το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο αν μπορεί να δημιουργήσει ισχυρότερους οργανισμούς πληροφοριών.

Είναι αν μπορεί να αναπτύξει μια μακροχρόνια στρατηγική κουλτούρα εθνικής ασφάλειας.

 

Πηγές– Βιβλιογραφία

  1. Christopher Andrew, The Secret World: A History of Intelligence, Yale University Press.
  2. Michael Herman, Intelligence Power in Peace and War, Cambridge University Press.
  3. Mark Lowenthal, Intelligence: From Secrets to Policy, CQ Press.
  4. Richard Clogg, A Concise History of Greece, Cambridge University Press.
  5. P. Dimitrakis, The Hidden Wars in China & Greece, Routledge.
  6. C. Capsaskis, British Intelligence Services in Greece 1940–47, Cambridge University Press.
  7. James Callaghan, The Cyprus Crisis and Intelligence Failures, Strategic Studies Journal.
  8. Thanos Dokos, Greek Security Policy and the Aegean Crisis.
  9. Richard Betts, Enemies of Intelligence, Columbia University Press.
  10. Francis Fukuyama, Trust: The Social Virtues and the Creation of Prosperity.
  11. Philip Davies & Kristian Gustafson, Intelligence Elsewhere: Spies and Espionage Outside the Anglosphere, Georgetown University Press.
  12. Ephraim Kahana, Historical Dictionary of Israeli Intelligence.
  13. Jack Snyder, The Soviet Strategic Culture: Implications for Nuclear Strategy.
  14. Alastair Johnston, Cultural Realism: Strategic Culture and Grand Strategy.
  15. Misha Glenny, The Balkans: Nationalism, War and the Great Powers.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 λεπτά πριν

«MURDER IN HIGH PLACES?» – Βομβιστική ανατίναξη πτήσης CY 284

59 χρόνια σήμερα από τη μαζική δολοφονία 66 αθώων στις 12 Οκτωβρίου 1967 με την εγκληματική πράξη κάποιων…

GEOPOLITICO19 λεπτά πριν

Νέα πρόκληση από Τομ Μπάρακ! Ύμνοι στον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ – Οι «Έλληνες άποικοι» και η εξιδανίκευση της τουρκικής ιστορίας

Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και...

GEOPOLITICO37 λεπτά πριν

Μελετόπουλος: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση – Κλειδί η Ομογένεια»

Ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος προχωρά σε μια ηχηρή παρέμβαση για το μέλλον της Ελλάδας και του...

GEOPOLITICO55 λεπτά πριν

Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς

Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Ο Αόρατος Πόλεμος της Πληροφορίας! Γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών

Στους σύγχρονους πολέμους, η πρώτη μάχη δίνεται συχνά πολύ πριν ακουστεί ο πρώτος πυροβολισμός. Δίνεται στις μυστικές υπηρεσίες, στα δίκτυα...

Δημοφιλή