Ιστορία - Πολιτισμός
Η σφαγή στα Καλάβρυτα έγινε ταινία: O Μαξ φον Σίντοφ «Αυτόπτης Μάρτυρας» στη θηριωδία των Γερμανών το ’43
Η πιο μαύρη σελίδα της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα έγινε ταινία – Στηρίζεται στη συγκλονιστική αφήγηση της Ευσταθίας Τζούδα-Μητσώνια που έζησε τον εφιάλτη από κοντά, ενώ πρωταγωνιστεί ένας θρύλος του διεθνούς σινεμά

Ο δε επίλογος με τη μαρτυρία της Ευσταθίας Τζούδα-Μητσώνια, που βίωσε αυτό τον εφιάλτη από κοντά, σου ανοίγει τρύπα στην καρδιά. Μερικές λεπτομέρειες είναι απαραίτητες και χαρακτηριστικές. Εξω πάμε καλά. Αφού Ελληνοαμερικανός από το Σικάγο ο Τομ Σουλελές, που είχε την ιδέα δημιουργίας μιας ταινίας για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Αφού στην Αγγλία, κυρίως, ο σκηνοθέτης Νικόλας Δημητρόπουλος. Και αφού στο Λος Αντζελες ο σεναριογράφος Δημήτρης Κατσαντώνης. Ο οποίος μάλιστα σπούδασε Νομικά στο Λονδίνο, άσκησε το επάγγελμα ως barrister (αυτός που αγορεύει στα αγγλικά δικαστήρια) και στη συνέχεια ασχολήθηκε με οικονομικές υποθέσεις. Το γεγονός γνωστό. Στην κατεχόμενη Ελλάδα του ’40 το πιο εφιαλτικό. Οπου στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 οι ναζί της 117 γερμανικής μεραρχίας εκτελούν 677 άνδρες και αγόρια άνω των 13 ετών. Οι σχεδόν 500 προερχόμενοι από τα Καλάβρυτα εκτελέστηκαν στον λόφο Καπή. Η πιο βαριά υπόθεση εγκλημάτων πολέμου στην Ελλάδα. Το αίμα έρρεε παντού.

Σκηνή 1:
«Δεν θα σας σκοτώσουμε»
Ο Νικόλας Δημητρόπουλος, σκηνοθέτης της ταινίας «Καλάβρυτα 1943», έχει μεγαλώσει στο Λονδίνο, τα αγγλικά σαν μητρική του γλώσσα και η αρχική πρόταση για τη συμμετοχή του χρονολογείται εδώ και έξι χρόνια. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Μου είπε: «Πήγαμε και στο Μουσείο Ολοκαυτώματος στη Ουάσινγκτον, όπου, εκτός των άλλων εκθεμάτων, φιλοξενούνται και 14 μαρτυρίες για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων».
– Οι ιστορικοί έχουν χαρακτηρίσει αυτό το Ολοκαύτωμα ως το μεγαλύτερο, το πιο φρικιαστικό έγκλημα πολέμου στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής. «Ναι, είναι αλήθεια. Από την έρευνα που κάναμε και από μαρτυρίες επιζώντων το χρονικό εκείνης της σφαγής πάει κάπως έτσι: προηγουμένως οι αντάρτες είχαν συλλάβει 78 Γερμανούς στρατιώτες τους οποίους στη συνέχεια τους έριξαν από τον γκρεμό. Ποιος έδωσε τη διαταγή είναι άγνωστο. Επέζησε μόνο ένας. Οταν το μάθανε οι Καλαβρυτινοί θεώρησαν πως θα υπάρξουν αντίποινα κι έτσι άρχισαν να τα μαζεύουν για να φύγουν από τα σπίτια τους. Οι Γερμανοί όμως με διαταγή του στρατηγού Καρλ φον Λε Σουίρ τούς διαβεβαίωναν ότι δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα, δεν θα υπάρξουν αντίποινα και κανείς δεν θα πειραχτεί».
– Συνηθισμένη πανουργία. «Επέστρεψαν, λοιπόν, στα σπίτια τους και τότε στις 9 Δεκεμβρίου κατέφτασαν από Αίγιο, Πάτρα και από διάφορα σημεία της Πελοποννήσου οι Γερμανοί. Τα Καλάβρυτα μέχρι τότε, υπό ιταλική κατοχή, δεν είχαν ιδιαίτερα προβλήματα. Ηταν μια οργανωμένη, πολιτισμένη κωμόπολη. Φαντάσου, μέχρι και φιλαρμονική είχαν! Ακόμα και ταξί! Οι Ιταλοί, λοιπόν, τους είχαν αφήσει στην ησυχία τους. Τηρουμένων, βέβαια, των κατοχικών συνθηκών».
– Και στις 9 Δεκεμβρίου του 1943 μπαίνει η 117 μεραρχία. «Η οποία ήταν από τις πιο άγριες του γερμανικού στρατού, αποτελούμενη από Πολωνούς, Αυστριακούς και φυσικά Γερμανούς. Ανάμεσά τους πολλά κατακάθια και πρώην εγκληματίες με βαριά ποινικά μητρώα – έχει σημασία αυτό. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 13 Δεκεμβρίου, ήταν που τους μάζεψαν στο σχολείο λέγοντάς τους να φέρουν μαζί τους κουβέρτες και φαγητό. Δεν θα σας σκοτώσουμε, τους έλεγαν».
Σκηνή 2:
Πρώτα πλιάτσικο παντού
– Με ποια δικαιολογία τούς μάζεψαν; «Τους έλεγαν πως για λίγες μόνο ημέρες θα απουσιάζανε από τα σπίτια σας. Η μόνη γυναίκα που δεν την ανάγκασαν να μπει στο σχολείο ήταν εκείνη στο ξενοδοχείο, δίπλα στον σταθμό του τρένου, το κτίριο ακόμα υπάρχει, απλώς είναι ερείπιο. Και την άφησαν επειδή ήταν ετοιμόγεννη».
– Φιλεύσπλαχνα τα ανθρωπόμορφα κτήνη! Πάμε παρακάτω. «Στο σχολείο αρχίζουν και τους χωρίζουν. Τα γυναικόπαιδα στις αριστερές αίθουσες και οι άνδρες άνω των 13 ετών στα δεξιά. Οσο γεμίζει το σχολείο, καταλαβαίνουν ότι δεν θα χωρέσουν όλοι. Τότε λοιπόν παίρνουν τους άνδρες και τα αγόρια και τους πηγαίνουν στον λόφο, εκεί όπου τώρα είναι και το μνημείο. Τα γυναικόπαιδα στο σχολείο, οι άνδρες στον λόφο του Καπή. Ετσι τον λένε».
– Προφανώς, τους μάζεψαν για να τους εκτελέσουν. «Φυσικά. Ωστόσο, στην αρχή τα πολυβόλα τα είχαν κρύψει πίσω από θάμνους. Εδώ υπάρχει μια διχογνωμία για το πόσα πολυβόλα υπήρχαν, δύο ή τρία. Η κάννη του ενός ήταν στραμμένη προς τον δρόμο, τάχα να τους προστατεύσουν από επέλαση ανταρτών. Στη διάρκεια όλης αυτής της σκηνοθετημένης φρικιαστικής τελετής, αρπάζουν τους διευθυντές δύο τραπεζικών υποκαταστημάτων, τους αναγκάζουν να ανοίξουν ταμεία και χρηματοκιβώτια και στη συνέχεια επιδίδονται σε πλιάτσικο. Τα άρπαξαν όλα μέχρι πεντάρας. Εκαναν πλιάτσικο και στα σπίτια, σε όλα. Εμπαιναν και άρπαζαν ό,τι έβλεπαν μπροστά τους και είχε κάποια αξία».
– Πρώτα το πλιάτσικο και ύστερα η σφαγή. «Ακριβώς. Μόλις άδειασαν τα πάντα φεύγει μια φωτοβολίδα, σύνθημα ότι δηλαδή τα έχουμε αρπάξει όλα, επομένως κάψτε τα πάντα. Και αρχίζουν να καίνε. Εκαψαν όλα τα σπίτια. Ανάμεσα στους Καλαβρυτινούς υπάρχει διχογνωμία αν έβαλαν φωτιά και στο σχολείο».
– Στην ταινία δείχνεις Γερμανούς φαντάρους να ποτίζουν το εξωτερικό μέρος του σχολείου με βενζίνη. «Αυτή την εκδοχή προκρίναμε στο σενάριο της ταινίας. Το σχολείο είχε έξι πόρτες, δύο κεντρικές μπρος – πίσω και τέσσερις πλαϊνές. Κάποιοι λένε ότι δεν βάλανε επίτηδες φωτιά και ότι δεν ήταν κλειδωμένες οι πόρτες. Εμείς όμως υποστηρίζουμε ότι ήταν κλειδωμένες και ότι το σχολείο πυρπολήθηκε».
– Και δείχνετε έναν Αυστριακό λοχία με κάποια ανθρώπινα αισθήματα να σπάει την αλυσίδα και την κλειδαριά μιας πόρτας για να ελευθερωθούν τα γυναικόπαιδα, που έτσι κι αλλιώς ασφυκτιούσαν από τους καπνούς. «Και εδώ υπάρχει διχογνωμία. Αλλοι τον λένε Αυστριακό και άλλοι Ιταλό. Στο Μουσείο Ολοκαυτώματος στην Ουάσινγκτον υπάρχουν μαρτυρίες που λένε ότι ανοίξανε οι πόρτες και όταν έβγαιναν έβλεπαν έναν Αυστριακό λοχία. Επομένως, εκτιμούν ότι αυτός ήταν που άνοιξε τη μία πόρτα, την μπροστινή».
– Και πώς βγήκανε; «Βγήκανε τα γυναικόπαιδα και από τις άλλες πόρτες, βγήκαν και από τα παράθυρα να σώσουν τα παιδιά τους και τον εαυτό τους. Ο Αυστριακός βοήθησε, αλλά οι περισσότερες τα κατάφεραν με τις δικές τους δυνάμεις. Απλά όσο ήταν μέσα στο σχολείο και μόλις το μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών λαμπάδιαζε από φλόγες, εκείνες έβλεπαν τη ζωή τους να καίγεται μπροστά τους, μπροστά στα μάτια τους. Εκείνη τη στιγμή φεύγει μια δεύτερη φωτοβολίδα ως σύνθημα».

Σκηνή 3:
Χαριστικές βολές
– Το σύνθημα της εκτέλεσης. «Τα πολυβόλα γυρίζουν προς την κατεύθυνση των ανδρών και των αγοριών και αρχίζουν να κροταλίζουν. Τα πολυβόλα, λένε, βαρούσαν για 20 λεπτά. Αδιανόητη χρονική διάρκεια! Είκοσι συνεχόμενα λεπτά! Οταν οι δολοφόνοι ολοκλήρωσαν το “θεάρεστο” έργο τους αρχίζουν να βαδίζουν ανάμεσα αλλά και πάνω από τα πτώματα ρίχνοντας, φυσικά, χαριστικές βολές. Δεν ήθελαν να μείνει ψυχή ζώσα. Ανατριχιαστικό!».
– Πόσοι διέφυγαν; «Απ’ ό,τι θυμάμαι, επέζησαν 13 στον λόφο. Κρυμμένοι κάτω από τα πτώματα. Κατάφεραν να επιβιώσουν. Ηταν απόγευμα προς βράδυ όταν φεύγουν οι Γερμανοί. Οι γυναίκες αρχίζουν να ψάχνουν τους άνδρες. Είναι βράδυ, κάνει πολύ κρύο, κάποια στιγμή ακούνε κραυγές. Ισως να κατηφόριζε κάποιος επιζών. Ετσι οι γυναίκες αντιλαμβάνονται ότι οι άντρες και τα αγόρια τους βρίσκονται στον λόφο. Σκαρφαλώνουν, λοιπόν, στον λόφο και με τα φαναράκια ψάχνουν ανάμεσα στα πτώματα να βρουν τον δικό τους γιο, τον δικό τους άντρα. Ταυτόχρονα, κάποια σκυλιά, πεινασμένα και ταλαιπωρημένα από το κρύο, τρώγανε σάρκες νεκρών. Φαντάζεσαι τη σκηνή; Κάποιες γυναίκες προσπαθούν να κατεβάσουν τα πτώματα. Δεν αντέχουν. Γι’ αυτό τα τοποθετούν πάνω σε κουβέρτες για να τα σύρουν. Αλλες προσπαθούν να σκάψουν με τα χέρια τους, με τα νύχια τους να ανοίξουν τάφους και να θάψουν τους δικούς τους. Σκηνές τρόμου. Φαντάσου, στα γυρίσματα κλαίγαμε από τις αφηγήσεις. Μέχρι το πρωί να ψάχνουν να εντοπίσουν ανάμεσα στα πτώματα τους άντρες τους. Κοντά με όλα αυτά, οι μανάδες ταΐζουν τα παιδιά τους με φέτες ψωμιού πασαλειμμένες από αίματα».
– Τι εννοείς; «Τα ψωμιά ήταν λουσμένα από τα αίματα που είχαν εκτιναχθεί από τις πληγές και τα κρανία την ώρα της εκτέλεσης. Ψωμί βουτηγμένο στο αίμα. Ολα τα Καλάβρυτα κολυμπούσαν στο αίμα. Ολοι, όλες, τα πάντα. Και οι νεκροί, και οι ζωντανοί, και τα ψωμιά, και κάθε σπιθαμή κάθε γωνιάς».
– Στην ταινία σου μια νεαρή φιλόδοξη δικηγορίνα καταφτάνει στα Καλάβρυτα τη σημερινή εποχή με σκοπό να ανατρέψει τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς για τις αποζημιώσεις που οφείλει να καταβάλει το γερμανικό κράτος. «Οχι, το περιστατικό αυτό με τη Γερμανίδα δικηγορίνα είναι δικό μας εύρημα. Και το ύψος της αποζημίωσης αφορά ολόκληρο το υποτιθέμενο κατοχικό δάνειο και φυσικά το γενικό και συστηματικό πλιάτσικο. Τα άδειασαν όλα»!
– Πώς κατάφερες να πείσεις τον Μαξ φον Σίντοφ; Νομίζω ότι ήταν η τελευταία του εμφάνιση σε ταινία. «Το κατάφερε ο Δημήτρης Κατσαντώνης, ο σεναριογράφος και συμπαραγωγός της ταινίας. Επικοινώνησε με την ατζέντισσά του, εκείνος διάβασε το σενάριο, συγκινήθηκε από την ιστορία και μάλιστα όταν επισκέφτηκε το Μουσείο Καλαβρύτων στα τέλη Ιουλίου του 2018, τον πήραν τα δάκρυα. Εκλαιγε. Ο Μαξ απίστευτος κύριος! Στην Αγγλία ο χαρακτηρισμός που του ταιριάζει είναι “gentle giant”. Δεν ξεχάσω ένα περιστατικό που συνέβη την πρώτη μέρα. Οταν αρνήθηκε να φάει το ειδικό μενού που είχαμε φτιάξει γι’ αυτόν λέγοντας: “Οχι, παιδιά, θα φάω ό,τι τρώτε κι εσείς”. Εννοούσε το συνεργείο. Εμπειρία ζωής για 15 ημέρες! Θυμάμαι τη στιγμή που με ρώτησε αν παίζει καλά. Ποιον, εμένα… Αν είναι δυνατόν… Μα δεν υπάρχει περίπτωση, ακόμα και στις χειρότερες ταινίες του, εκείνος παίζει φανταστικά»!

Σκηνή 4: Ο
Τομ Σουλελές από το Σικάγο
Ο Δημήτρης Κατσαντώνης, ο σεναριογράφος και συμπαραγωγός της ταινίας, επιχειρεί κι αυτός στο εξωτερικό. Με σπουδές στη Νομική και με το βλέμμα στραμμένο προς τη γραφή. Σαν διχασμένος. Από εδώ η σύζυγος η πραγματική οικονομία, από εκεί η ερωμένη, η τέχνη. Η αφήγησή του είναι συμπληρωματική: «Με προσέγγισε ο Ελληνοαμερικανός Τομ Σουλελές. Ο πατέρας του κατάγεται από τα Καλάβρυτα. Μάλιστα πρόλαβε να μεταναστεύσει στο Σικάγο λίγο πριν από το Ολοκαύτωμα. Ο Τομ κατέχει μεγάλη θέση ως senior partner στην εταιρεία Madison Dearborn. Μιλάμε για το 2015. Εγώ ζω στο Λος Αντζελες από τα χρόνια που τελείωσα το Λύκειο. Ασχολούμαι με την παραγωγή και τη γραφή σεναρίων».
– Πρώτη σου μεγάλη δουλειά, όμως, είναι τα «Καλάβρυτα 1943». «Πρέπει να σου πω ότι μαζί με τον τότε συνεργάτη μου δουλεύαμε μια ιστορία για τη Ζάκυνθο. Μια ιστορία που μοιάζει λίγο με τη “Λίστα του Σίντλερ”. Οταν οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να βρουν ίχνος Εβραίου σε αυτό το νησί. Οταν ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος και ο δήμαρχος Καρρέρ μαζί με αρκετούς Ζακυνθινούς είχαν καταφέρει να τους φυγαδεύσουν και να τους κρύψουν. Κάπως έτσι, ο Τομ έμαθε ότι έγραφα σενάριο για μια ελληνική ταινία κατοχικής ιστορίας και έτσι μας πρότεινε να κάνουμε το ίδιο με το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Και ότι ήταν διατεθειμένος να χρηματοδοτήσει μέρος της παραγωγής. Τελείωσα το σενάριο, ο Τομ καθώς και η οικογένειά του το ενέκριναν και έτσι άρχισε το πρότζεκτ. Στο οποίο αργότερα συμμετείχε και η εταιρεία Foss».
– Από αυτή την εμπειρία τι σου έχει μείνει; «Η οδηγία, ας πούμε, ότι για κάθε γερμανική ζωή πρέπει να εκτελεστούν επτά Ελληνες. Ενας Γερμανός, επτά Ελληνες. Με τους Ιταλούς το πρόβλημα ήταν η πείνα. Οι αποθήκες είχαν αδειάσει, οι κάτοικοι είχαν αρχίσει να υποφέρουν. Η μεραρχία 117 κατέβηκε από τα Βαλκάνια. Εκανε και άλλα εγκλήματα. Πολλά και φρικιαστικά εγκλήματα. Στην πορεία ανανεώθηκε με νεοσύλλεκτους. Οταν οι Γερμανοί κατέφτασαν, οι Ιταλοί αποχώρησαν. Η απόφαση ήταν κατηγορηματική: μην τολμήσετε να πειράξετε τρίχα Γερμανού φαντάρου. Τα αντίποινα θα είναι αμείλικτα».

Σκηνή 5:
«Αυτοκτονούσαν με ποντικοφάρμακο»
– Είναι αλήθεια ότι έβαλαν φωτιά στο σχολείο για να κάψουν γυναίκες, ηλικιωμένους και μικρά παιδιά; «Μαρτυρίες λένε ότι έλουσαν το σχολείο με βενζίνη. Υπάρχει μία μόνο μαρτυρία που ισχυρίζεται κάτι άλλο. Οτι σπίθες από τις γύρω φωτιές κατέληξαν στο υπόγειο του σχολείου όπου υπήρχε σανός και έτσι λαμπάδιασε ο τόπος. Υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή που λέει ότι μόνες τους οι γυναίκες με τις δυνάμεις τους έσπασαν τις πόρτες. Και, άραγε, πώς ήξεραν την αυστριακή προέλευση εκείνου του λοχία; Επειδή, λέει, τους το είπε μια γυναίκα από διπλανό χωριό που καταλάβαινε λίγα γερμανικά. Κάποιες μαρτυρίες είναι αντιφατικές».
– Και το ύψος των αποζημιώσεων που στην ταινία αναφέρεται στο ποσό των 120 δισ. ευρώ από που προκύπτει; «Εγώ ακολουθώ την πιο συντηρητική ανάλυση που είναι στα 120 δισ., υπάρχουν και άλλες μελέτες που ανεβάζουν το ποσό στα 300 δισ. και άνω. Το άλλο απίστευτο, επίσης τραγικό γεγονός είναι πως αφού τελείωσαν με τις εκτελέσεις και συνέχισαν τις εκκαθαρίσεις στα γύρω χωριά, στη συνέχεια σφράγισαν τα Καλάβρυτα ώστε να εμποδίσουν ακόμα και τον Ερυθρό Σταυρό. Τους εγκατέλειψαν και τους σφράγισαν. Δεν υπήρχε τίποτα να φάνε. Πολλές γυναίκες, μην αντέχοντας την τραγωδία από την απώλεια του άντρα και του παιδιού τους, αυτοκτονούσαν με ποντικοφάρμακο. Συγκλονιστικό! Αυτοκτονούσαν με όποιον τρόπο μπορούσαν».
– Και τι έγινε με τους αρχιδολοφόνους; «Ο ταγματάρχης Τένερ, που είχε αναλάβει την επιτήρηση και την ολοκλήρωση της σφαγής, γύρισε στη Γερμανία μετά τον πόλεμο και… εξαφανίστηκε. Ο στρατηγός Καρλ φον Λε Σουίρ ως αιχμάλωτος του Κόκκινου Στρατού κατέληξε σε κάποιο γκουλάγκ στη Σιβηρία και στο τέλος πέθανε».

Σκηνή 6:
Η ζωντανή μαρτυρία
Κάποια στιγμή μού είπε: «Ενας υπέροχος επίλογος μιας πολυκύμαντης ζωής στη Νέα Σμύρνη με την κόρη μου και τον γαμπρό μου σε διπλανό διαμέρισμα». Είστε η κυρία Ευσταθία Τζούδα; Ρώτησα. Και με διόρθωσε «Ευσταθία Τζούδα-Μητσώνια, από του μακαρίτη του άντρα μου το όνομα». Και συμπλήρωσε: «Ποιος είστε;». Της είπα το όνομά μου και εκείνη αμέσως πρόλαβε: «Μα κάπου το έχω ακούσει αυτό το όνομα, μήπως στην τηλεόραση;». Καμιά φορά, απάντησα. «Και τι θέλετε; Από ποια εφημερίδα είστε;». Της τα είπα όλα. Δεν είχε αντίρρηση. Να βγάλουμε και μια φωτογραφία; «Αποκλείεται», μου είπε. Κατηγορηματικά. Μα γιατί; «Δεν το αποφεύγω επειδή έχω πολλές ζάρες, καθόλου, αλλά δεν θέλω». Τέλος πάντων. Και άρχισε αμέσως. «Εχω γράψει ένα σχετικό βιβλίο, όμως δεν το έκανα για να βγάλω λεφτά από το αίμα του εκτελεσμένου αδελφού μου, το δώρισα στο Μουσείο Καλαβρύτων, στη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος».
– Τι ακριβώς θυμάστε ακόμα; «Ολα τα θυμάμαι. Αυτή η μνήμη είναι χαραγμένη στα κύτταρά μου. Μέχρι τον τάφο μου. Χτύπησαν οι καμπάνες το πρωί και όπως κατεβαίναμε με τη μητέρα μου, την αδελφή μου και τον αδελφό μου που εκτελέστηκε, βλέπαμε τους Γερμανούς με τα οπλοπολυβόλα στα πόδια. Μπήκαμε στο προαύλιο του σχολείου και πέφτουμε εκεί πάλι σε Γερμανούς. Ανεβαίνουμε τις σκάλες όπου γίνονταν ο διαχωρισμός και ο αποχωρισμός. Στα δεξιά οι άντρες και αριστερά οι γυναίκες. Οι Γερμανοί παίρνανε παιδιά ανάλογα με τη σωματική τους ανάπτυξη. Για παράδειγμα, πήρανε συμμαθητή μου 14, χρόνων, να τον εκτελέσουν. Ο πατέρας του διασώθηκε. Αυτός ο πατέρας έβλεπε τον 14χρονο γιο του να ξεψυχάει στα πόδια του».
Πήγα να διακόψω, αλλά η κυρία Ευσταθία συνέχιζε σαν να τα ξαναζούσε όλα: «Αριστερά στις αίθουσες οι γέροι τυλιγμένοι στις κουβέρτες, οι γυναίκες και τα μωρά όρθιοι. Οι γέροι να βογκάνε. Μερικές γυναίκες να ψέλνουν και να διαβάζουν από τη Σύνοψη. Και μια φωνή ακουγόταν, δεν μπορώ να την ξεχάσω, να λέει διαρκώς: “Πού είναι οι άντρες; Πού είναι πατέρας μου;”. Συνέχεια να το επαναλαμβάνει. Περνούσαν οι ώρες. Η μεγάλη μου αδελφή είχε παντρευτεί και είχε το μωρό στην αγκαλιά της. Εμείς βλέπαμε απέξω. Η αίθουσα ήταν συρματοπλεγμένη. Και ήταν έτσι γιατί στη διάρκεια της Κατοχής οι Ιταλοί την είχαν διαμορφώσει ως αίθουσα κρατήσεων αιχμαλώτων.
Επειδή λοιπόν η αίθουσα ήταν συρματοπλεγμένη ήταν αδύνατο να πηδήσουμε και να φύγουμε. Η Αγλαΐα η δασκάλα καθόταν στο πρεβάζι και μας ενημέρωνε: “Τώρα καίγεται εκείνο το σπίτι, τώρα καίγεται το άλλο”».
– Λένε ότι οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά στο σχολείο για να σας κάψουν. «Οχι, δεν είναι έτσι. Δεν ήθελαν να μας κάψουν, μας είχαν για ενέχυρο να γίνει η εκτέλεση. Αλλά κάποια στιγμή από τον καπνό αισθανθήκαμε ασφυξία. Αν δεν βγαίναμε, πάει, τελείωσε. Η περίπτωση του σωτήρα Αυστριακού λοχία είναι παραμύθια. Λοιπόν σπάσαμε τις πόρτες. Αλλες πηδούσαν από τα παράθυρα. Αλλες πετάγανε τα μωρά από τα παράθυρα. Εκεί, για μια στιγμή, σχεδόν λιπόθυμες, εκεί στην έξοδο, ένας Γερμανός στην πόρτα στρέφει το όπλο του πάνω μας. Ευτυχώς, δεν έκανε τίποτα. Δεν μας πυροβόλησε. Βγήκαμε από τον διάδρομο. Οι Γερμανοί ήταν ακόμα στο προαύλιο και από τις δύο πλευρές».

Σκηνή 7:
«Σκοτώσανε τους άντρες»
– Και εσείς τι κάνατε; «Δεν ξέρω γιατί οι μεγάλοι είχαν δώσει το κλειδί του σπιτιού σε μένα. Τότε άφησα με ειρωνεία να πέσει το κλειδί στο έδαφος. Εκείνη η στιγμή ήταν αποφασιστική για τις επιλογές μου στη ζωή. Οι αξίες της ζωής και όχι η ύλη. Καθοριστικές επιλογές που προέκυψαν όταν είδα το παρανάλωμα των Καλαβρύτων. Θυμάμαι, όταν ο μακαρίτης ο άντρας μου είπε να αγοράσουμε εξοχικό, εγώ του απάντησα πως δεν πιστεύω στην ιδιοκτησία, δεν θέλω τίποτα, μου φτάνει το διαμέρισμα που έχουμε. Είναι αρκετό, του είπα».
– Μετά τις εκτελέσεις εσείς καταφέρατε να σκαρφαλώσετε στον λόφο; «Θα σας τα πω όπως τα έζησα. Προχωρώντας οι Γερμανοί μάς έλεγαν να πάμε προς τα κάτω. Εριχναν μια σκόνη στα κτίρια και με μια ντουφεκιά τα κατεδάφιζαν αμέσως. Ο χρόνος δεν μετριέται μέσα στην αγωνία. Η διαταγή ήταν μία κουβέρτα και μιας ημέρας τρόφιμα. Εκεί που ήμασταν και καθόμασταν στα χωράφια, μια γυναίκα ξεμαλλιασμένη φώναζε, ούρλιαζε, σπάραζε: “Σκοτώσανε τους άντρες στου Καπή τη λάκκα”. Τότε αφήνει η αδελφή μου το μωρό και της λέει: “Εσένα ο άντρας σου διασώθηκε, τον τραβήξανε από τον σωρό”. Περιττό να σας πω ότι έναν-έναν τους σηκώνανε για τη χαριστική βολή. Η μητέρα μου με πήρε να ψάξουμε να βρούμε τον αδελφό μου. Είδα μυαλά έξω. Ετρεχα μέσα στα αγκάθια και τον είδα να τον φέρνουν. Το βράδυ άλλες πήγανε σε ερημοκλήσια και διανυκτέρευσαν. Εκείνο το βράδυ κάτω από το υπόστεγο να ρέει το αίμα. Ηρθαν και άλλοι δύο τραυματίες. Το αίμα να ρέει από τον γαμπρό μου. Να σφίγγει τις πληγές του η αδελφή μου να μην πεθάνει από αιμορραγία. Η μητέρα μου βρήκε τον αδελφό μου την άλλη μέρα μες στο αίμα. Υπήρξαν γυναίκες που είχαν ένα, δύο, τρία, τέσσερα θύματα. Παντού έρρεε αίμα». Επικρατεί σιγή κλάσματος δευτερολέπτου. Η αφήγησή της σου προκαλεί μεγάλη ανατριχίλα.
«Τότε έφτασαν στον τόπο της εκτέλεσης τα Stukas, τα αεροπλάνα. Βουτήξανε πάνω στα πτώματα και μετά σηκωθήκανε και φύγανε. Η δική μου εκδοχή είναι ότι ήρθαν να πάρουν φωτογραφίες για τους ανωτέρους τους και για τα αρχεία τους. Να καμαρώνουν τα… κατορθώματά τους! Ο πατέρας μου είχε πεθάνει προπολεμικά. Ο μεγάλος αδελφός σκοτώθηκε στον Πόλεμο του ’40. Ο άλλος εκτελέστηκε. Το μεγάλο, αξεπέραστο τίμημα. Οι γυναίκες με τη μαύρη μαντίλα ορθώθηκαν, άρπαξαν τα παιδιά τους και αγωνίστηκαν να γίνουν άνθρωποι. Κανένας δεν παρέκκλινε από τον σωστό δρόμο. Πώς αλλιώς να θάψουμε τους νεκρούς… Δίπλα μας η κυρα-Τασία έθαβε τον άντρα της και ταυτόχρονα τα τρία παιδιά της την τράβαγαν από το φουστάνι. Πιο δίπλα η οικογένεια Νικολάου με τέσσερα παιδιά, τον πατέρα και τον γαμπρό τους. Αλλες με τρία, με τέσσερα παιδιά. Λίγες γυναίκες είχαν χάσει μόνο έναν δικό τους άνθρωπο. Ελάχιστες».
– Και όταν ολοκληρώθηκε η σφαγή; «Το δεύτερο βράδυ πήγαμε σε ένα σπίτι, αλλά φοβόμασταν μήπως αναφλεγεί και καούμε. Πήγαμε σ’ ένα γειτονικό σπίτι και μείναμε 50 γυναικόπαιδα σ’ ένα σπίτι. Εγώ ήμουν 13, δεν κρύβω την ηλικία μου. Δοξάζω τον Θεό που είμαι ζωντανή. Ηρθανε από διπλανά χωριά και στην πλατεία μας μοίραζαν ψωμί και τυρί. Και την πέμπτη μέρα ήρθε από την Πάτρα ο Ερυθρός Σταυρός. Το βράδυ να πηγαίνουμε στα μνήματα μην τα σκυλιά σκάψουν και φάνε πτώματα που είχαμε θάψει. Η επιβίωση… μη ρωτάτε». Αποκαλυπτικό το φινάλε του μαρτυρίου της κυρίας Ευσταθίας.
«Η μητέρα μου με πήρε στη γενέτειρά της, το Αργος, να παρακολουθήσω μαθήματα. Μετά στην Πάτρα. Μετά έφερε το σχολείο στα Καλάβρυτα ένας φωτισμένος ιερωμένος, ο πατήρ Ευσέβιος. Το κράτος, για να μη χάσει ψήφους, έβγαλε εγκύκλιο λέγοντας πως όπου υπάρχουν περισσότερα παιδιά εκεί θα βάλουμε το Γυμνάσιο των Καλαβρύτων. Μα το Γυμνάσιο υπήρχε από τον 19ο αιώνα. Και ο Ευσέβιος αναγκάστηκε να προσθέσει και νεκρά παιδιά προκειμένου να γίνει το Γυμνάσιο»!
Τι απέγινε; Μπήκε στη Νομική. Και για το μεροκάματο κατέφυγε για βοήθεια στον βουλευτή που ψήφιζε η οικογένειά της. Εκείνος της είπε: «Στο Νοσοκομείο Δρομοκαΐτειο, και να ’σαι ευχαριστημένη!». Η κυρία Ευσταθία έφυγε, έκλεισε την πόρτα, κατάφερε να πάρει και Proficiency στα αγγλικά και στο τέλος με εξετάσεις βρέθηκε στη ΔΕΗ.
Η επωδός είναι μία. Οπως μου την είπε, έτσι και τη μεταφέρω: «Δεν είναι εμπόδιο η μοίρα μας στη ζωή, κι ας μας έβαλε στον τράχηλο ζυγό. Εμείς θα φροντίσουμε να ζούμε με τον πόνο μας μαζί». Αφού τελείωσε η αφήγησή της, αργότερα με πήρε στο τηλέφωνο για να συμπληρώσει: «Σε παρακαλώ να γράψεις κι αυτό: Εύχομαι την ημέρα που πάνω απ’ όλους τους λαούς της Γης θα κυματίζει η σημαία της Ελευθερίας, της Ειρήνης και της Αδελφοσύνης. Τότε θα αναπαυτεί η ψυχή του αδικοχαμένου αδερφού μου».
Τι να πω; Τίποτα δεν έχω να πω. Ολα μα όλα τα είπε η κυρία Ευσταθία Τζούδα-Μητσώνια. Το λιγότερο που έχω να κάνω είναι να υποκλιθώ στον πόνο, στη μνήμη και την ψυχούλα της.
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας