Αναλύσεις
Η «Στρατηγική Αυτονομία» της ΕΕ: Ενήλικη Πραγματικότητα ή Παιδική Ουτοπία;
Η εργασία για τη «Στρατηγική Πυξίδα» της ΕΕ έχει ήδη ξεκινήσει
Γράφει ο Μιχάλης Κωσταράκος
Με την έκδοση της Παγκόσμιας Στρατηγικής της ΕΕ (EU Global Strategy – EUGS) το 2016, η ΕΕ ξεκίνησε μία ουσιαστική προσπάθεια αναβάθμισης της σε έναν αξιόπιστο παγκόσμιο γεωπολιτικό παίκτη, πάροχο ασφάλειας και σταθερότητας τόσο στα Κράτη Μέλη (ΚΜ) όσο και στις περιοχές ενδιαφέροντος της. Στο θεσμικό αυτό κείμενο τέθηκαν οι βάσεις για την Στρατηγική Αυτονομία παρόλο που πουθενά στο κείμενο αυτό δεν διατυπώθηκε ξεκάθαρα.
Οι γεωπολιτικοί στόχοι για τους οποίους η ΕΕ οφείλει να εφαρμόσει αυτή την «Στρατηγική Αυτονομία» (όπως την ονόμασε η τότε Ύπατη Εκπρόσωπος Μογκερίνι) αναφέρονται στο θεσμικό αυτό κείμενο με κύριους στόχους «την τήρηση των δεσμεύσεων για αμοιβαία βοήθεια και αλληλεγγύη», (δηλαδή το γνωστό άρθρο 42-7 της Συνθήκης της ΕΕ για την αμοιβαία υποστήριξη και το άρθρο 222 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ για αλληλεγγύη) και την «προστασία των ανθρώπινων ζωών και της ειρήνης» όπου απαιτείται.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές της ΕΕ τονίζουν διαρκώς την ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη θέσπισης μέτρων για την ενίσχυση της στρατηγικής ευρωπαϊκής κυριαρχίας όχι μόνο σε θέματα ασφάλειας αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς. Έχουν ήδη αναγνωρισθεί δέκα τομείς Αυτονομίας. Η απαίτηση και η φιλοδοξία είναι να «αποφύγουμε τις εξωτερικές εξαρτήσεις σε ένα νέο γεωπολιτικό πλαίσιο». Με αυτό δεν εννοούμε Αυτονομία από οποιοδήποτε έθνος ή διεθνή οργανισμό, αλλά την Αυτονομία της ΕΕ να πράττει ό,τι αποφασίσει μόνη της χωρίς καμμία υποχρεωτική εξάρτηση. Πιο συγκεκριμμένα η εν λόγω αυτονομία αφορά, εκτός από την άμυνα, στην οικονομία, στην υγεία, στη κλιματική αλλαγή, στην τυποποίηση, στο διάστημα, στη τεχνητή νοημοσύνη, στα φαρμακευτικά προϊόντα, στην γεωργία, στη βιομηχανία κλπ Η ΕΕ πρέπει και οφείλει να έχει την ικανότητα να ενεργεί σε όλους ή σχεδόν όλους τους τομείς χωρίς αδικαιολόγητη εξάρτηση από άλλους διεθνείς παίκτες από άποψη ικανοτήτων, τεχνολογιών και πολιτικής λήψης αποφάσεων.
Είναι φανερό ότι ο όρος «Στρατηγική Αυτονομία» απαιτεί περαιτέρω διευκρινήσεις. Αυτονομία κατά βάση σημαίνει να ενεργεί κάποιος μόνος του. Η έννοια της Αυτονομίας περιλαμβάνει ένα ευρύτερο πλαίσιο από αυτό της Αυτάρκειας, και πρέπει να γνωρίζουμε καλά αυτή τη διάκριση. Η Αυτάρκεια δεν είναι υποκατάστατο της Αυτονομίας. Ωστόσο, η αλληλεξάρτηση ή η αλληλεπίδραση ακόμη και χωρίς εξάρτηση με άλλους γεωπολιτικούς παγκόσμιους διεθνείς «παίκτες» είναι μία αναγκαιότητα που επίσης δεν μπορούμε να αναστρέψουμε. Η Ευρώπη δεν είναι μόνη της στον κόσμο.
Επιστρέφοντας στον τομέα της Άμυνας, είναι ξεκάθαρο ότι η επιθυμητή, στον τομέα αυτό, Στρατηγική Αυτονομία απαιτεί τη δημιουργία ή την απόκτηση νέων δυνατοτήτων και νέων διαδικασιών προκειμένου να υλοποιηθεί. Παρά όμως την πολιτική υπερδραστηριότητα για την ασφάλεια και την αμυνα, τα ΚΜ και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ συνειδητοποίησαν ότι τα νέα εργαλεία (CARD, PESCO, EDF, EPF) που θεσπίσθηκαν με βάση την Παγκόσμια Στρατηγική, εστιάζουν συντριπτικά είτε στη βιομηχανική/τεχνική ανάπτυξη κάποιων αμυντικών δυνατοτήτων είτε πολλές φορές αποκλειστικά στην ανάπτυξη και κατανομή της αμυντικής βιομηχανίας. Όσο σημαντικοί και αν εξακολουθούν να είναι αυτοί οι δύο παράγοντες για την αποκατάσταση σκληρής στρατιωτικής ισχύος, υπάρχει και ένας τρίτος παράγων που πρέπει να συμπεριληφθεί: Είναι η βούληση και η δυνατότητα δυναμικής πραγματικής στρατιωτικής εμπλοκής, ως αντίδραση ή πρόληψη, απέναντι σε καταστάσεις πραγματικής διεθνούς κρίσης.
Πρόκειται στην ουσία για το τρίτο σκέλος του τρίποδα που συμπληρώνει τις δυο βασικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την Στρατηγική Αυτονομία: Αυτές είναι κατ’ αρχήν η πολιτική αξιοπιστία της ίδιας της ΕΕ και δεύτερον η ύπαρξη και διάθεση (σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο) των αναγκαίων στρατιωτικών δυνατοτήτων που απαιτούνται για να υλοποιήσουν την επιχειρησιακή δυναμική εμπλοκή. Χωρίς πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες για την εκδήλωση συγκεκριμένης δυναμικής δράσης όπου απαιτείται, η ΕΕ εκτιμάται ότι θα παρατηρεί αδύναμη να αντιδράσει την περαιτέρω ανάπτυξη στρατηγικών κενών στην περιοχή της, θα βιώσει την επιδείνωση της Διατλαντικής σχέσης με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και θα υποστεί μία σοβαρή στρατηγική υποβάθμιση σε μια εποχή που νέοι γεωπολιτικοί «γίγαντες» βρίσκονται σε τροχιά ανόδου.
Το πραγματικό ζήτημα είναι τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη για να αποκαταστήσει τα κενά στρατιωτικών δυνατοτήτων της, πέρα από τη συχνή απροθυμία της να τις χρησιμοποιήσει. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη (και να αποκατασταθούν το συντομότερο) τα υφιστάμενα παραδοσιακά ελλείμματα δυνατοτήτων, όπως οι στρατηγικές αερομεταφορές, οι στρατηγικές πληροφορίες και ο εναέριος ανεφοδιασμός καυσίμων, καθώς και τα λειτουργικά κενά που σχετίζονται με νέες προκλήσεις ασφάλειας, όπως η πυραυλική άμυνα, η ικανότητα αντιμετώπισης κυβερνοεπιθέσεων ή γενικότερα η αποτροπή υβριδικών απειλών.
Η Γαλλία είναι ο πιο ενθουσιώδης υπέρμαχος μίας ισχυρότερης και ικανότερης ΕΕ στις παγκόσμιες υποθέσεις και από νωρίς τόνισε την ανάγκη η ΕΕ να δημιουργήσει ανεξάρτητες αμυντικές δυνατότητες προκειμένου τα ΚΜ να είναι προετοιμασμένα για καταστάσεις στις οποίες οι ΗΠΑ δεν είναι πρόθυμες ή ικανές να εγγυηθούν την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ φαίνεται σαν μία λογική απάντηση στην συχνά απρόβλεπτη αμερικανική συμπεριφορά. Η συμπεριφορά του πρώην Προέδρου Τράμπ επέτεινε αυτή την αβεβαιότητα. Δεν έλειψαν όμως οι σοβαρές αντιρρήσεις μέσα στην ίδια την ΕΕ. Αυτή η μαξιμαλιστική διατύπωση Στρατηγικής Αυτονομίας εξέθεσε έναν φόβο – ειδικά μεταξύ των χωρών της Βαλτικής – ότι «ένας φράκτης μπορεί να γίνει σφήνα», και να προκαλέσει μία μη αναστρέψιμη διάβρωση των δεσμών ασφαλείας με τις ΗΠΑ, που οι ίδιες θεωρούν απαραίτητους για να αναχαιτίσουν αυτό που θεωρούν Ρωσική απειλή.
Και αυτό γιατί η πίεση του Παρισιού για ευρωπαϊκή Στρατηγική Αυτονομία έχει ερμηνευθεί συχνά ως έκκληση για στρατηγική διατλαντική αποσύνδεση, παρόλο που ο Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν κατέστησε σαφές ότι η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία δεν πρέπει να θεωρηθεί ως εναλλακτική λύση στο ΝΑΤΟ.
Η Γερμανία αντιλαμβάνεται διαφορετικά την Στρατηγική Αυτονομία. Για το Βερολίνο, αυτό που μετράει είναι μία προσπάθεια να ενισχυθεί ο ευρωπαϊκός πυλώνας του ΝΑΤΟ ως ένας τρόπος για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ΗΠΑ στην Ευρώπη και να δεσμευτούν ΚΜ της ΕΕ και Συμμαχοι του ΝΑΤΟ για ενδεχόμενη δράση στην Ανατολική Ευρώπη.
Παρά την εκτεταμένη σύγχυση σχετικά με την έννοια της Στρατηγικής Αυτονομίας, οι Ευρωπαίοι συμφωνούν ευρέως (σε ποσοστό τουλάχιστον 77%) ότι πρέπει να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες για την άμυνα τους χωρίς πιέσεις και ρητορική κατά του Λευκού Οίκου.
Για να αντιμετωπίσουν αυτήν την πρόκληση, τον Νοέμβριο του 2020, τα ΚΜ της ΕΕ ζήτησαν τη σύνταξη μίας Εκτίμησης Απειλών που να περιγράφει λεπτομερώς τις απειλές που θα αντιμετωπίσει η ΕΕ τα επόμενα 5-10 χρόνια. Δεν αποτέλεσε έκπληξη, ότι η Εκτίμηση αυτή περιέγραψε ένα ζοφερό μέλλον για την ΕΕ. Τα κράτη μέλη και οι αρχές της ΕΕ συνειδητοποίησαν ότι η Παγκόσμια Στρατηγική έπρεπε να επανεξεταστεί, όχι όμως για να αντικατασταθεί από ένα άλλο έγγραφο στρατηγικής, αλλά για να συμπληρωθεί με ένα νέο θεσμικό κείμενο που θα παραθέσει μία νέα οπτική για το πολιτικό μας «οικοσύστημα» και θα περιγράψει λεπτομερώς τη διαχείριση κρίσεων, την ανθεκτικότητα, την ανάπτυξη δυνατοτήτων και μέσων και την οικοδόμηση στρατηγικών συνεργασιών. Ζητήθηκε λοιπόν η σύνταξη της «Στρατιωτικής Πυξίδας».
Η εργασία για τη «Στρατηγική Πυξίδα» της ΕΕ έχει ήδη ξεκινήσει. Η παρουσίαση στους Υπουργούς έχει προγραμματισθεί για το Νοέμβριο του 2021 με την τελική έγκριση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να αναμένεται στις αρχές του 2022. Με τη «Στρατιωτική Πυξίδα» δίνεται πλέον στην ΕΕ η μοναδική ευκαιρία ώστε η «Στρατιωτική Αυτονομία» της να μπει σε μια νέα τροχιά δίνοντας στην Ευρώπη τη θέση που της αξίζει.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Αναλύσεις
Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ
Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές με τον Τούρκο ομόλογό του Χακάν Φιντάν, τον επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν και τον Αμερικανό απεσταλμένο Τομ Μπάρακ. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ενοποίηση των στρατιωτικών και διοικητικών δομών της Συρίας, η αντιμετώπιση ένοπλων οργανώσεων και η ισραηλινή στρατιωτική παρουσία στον νότο.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Συρία προσπαθεί να σταθεροποιήσει το εσωτερικό της πολιτικό και στρατιωτικό περιβάλλον, η Τουρκία εντείνει τις επαφές της με τη νέα συριακή ηγεσία.
Στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι συναντήθηκε στην Άγκυρα με τον υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και τον διοικητή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Τουρκίας, Ιμπραήμ Καλίν.
Η παρουσία του επικεφαλής της ΜΙΤ στις συνομιλίες επιβεβαιώνει τη σημασία που αποδίδει η Άγκυρα στη διάσταση της ασφάλειας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποίησαν τουρκικές πηγές ασφαλείας, οι συζητήσεις αφορούσαν τη συνεργασία των δύο χωρών, τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Συρίας και την αντιμετώπιση οργανώσεων που θεωρούνται απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα.
Στο επίκεντρο οι κουρδικές δυνάμεις
Ένα από τα βασικά θέματα ήταν η διαδικασία ενσωμάτωσης των στρατιωτικών και πολιτικών δομών της βορειοανατολικής Συρίας στην κεντρική κρατική διοίκηση.
Το ζήτημα συνδέεται με το μέλλον των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), στις οποίες οι κουρδικές δυνάμεις έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.
Η Τουρκία αντιμετωπίζει επί χρόνια τις κουρδικές ένοπλες οργανώσεις στη βόρεια Συρία ως σοβαρό πρόβλημα ασφαλείας, λόγω των δεσμών που τους αποδίδει με το PKK.
Για τη Δαμασκό, το ζητούμενο είναι η αποκατάσταση ενιαίας κρατικής διοίκησης και στρατιωτικής διοίκησης σε ολόκληρη τη χώρα.
Η σύγκλιση των δύο πλευρών ως προς την ανάγκη ενοποίησης των δομών δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι έχουν διευθετηθεί όλες οι διαφωνίες για τον τρόπο ενσωμάτωσης των τοπικών δυνάμεων, την πολιτική εκπροσώπηση και τον έλεγχο των περιοχών της βορειοανατολικής Συρίας.
Η ΜΙΤ στον πυρήνα των συνομιλιών
Η συνάντηση Καλίν–Σαϊμπάνι επικεντρώθηκε επίσης στη συνεργασία κατά του Ισλαμικού Κράτους και στην ανταλλαγή πληροφοριών για απειλές ασφαλείας.
Για την Άγκυρα, η δυνατότητα επιρροής στον τρόπο με τον οποίο θα ανασυγκροτηθούν οι συριακοί μηχανισμοί ασφαλείας έχει άμεση στρατηγική αξία.
Η αναδιοργάνωση της Συρίας επηρεάζει τον έλεγχο των συνόρων, την παρουσία ένοπλων ομάδων και τις ισορροπίες ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και τις τοπικές δυνάμεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν να λειτουργήσουν ως δίαυλος στενότερου συντονισμού με τη συριακή ηγεσία, εφόσον οι δύο πλευρές προχωρήσουν σε συγκεκριμένες συμφωνίες.
Το Ισραήλ και η νότια Συρία
Παράλληλα με τις επαφές στην Άγκυρα, η Δαμασκός κλιμακώνει τις δημόσιες αντιδράσεις της απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες στη νότια Συρία.
Σύμφωνα με ανάλυση του Seth Frantzman στο Long War Journal, η συριακή πλευρά κατήγγειλε μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου την κατασκευή νέας οχυρωμένης γραμμής ασφαλείας από το Ισραήλ σε περιοχή ανατολικά των κατεχόμενων από το Ισραήλ Υψιπέδων του Γκολάν.
Στις 6 Οκτωβρίου, ο εκπρόσωπος της Συρίας στον ΟΗΕ Ιμπραήμ Ολάμπι επέκρινε τις ισραηλινές δραστηριότητες, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη νότια Συρία μέσα από το πρίσμα της προστασίας των βόρειων συνόρων του και της αποτροπής εγκατάστασης εχθρικών ένοπλων δυνάμεων.
Η διαφορετική αντίληψη της Δαμασκού και του Ισραήλ για την ασφάλεια δημιουργεί μία ακόμη εστία έντασης σε μια χώρα που εξακολουθεί να προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί.
Ο Αμερικανός απεσταλμένος στο διπλωματικό παρασκήνιο
Πριν από τις συναντήσεις στην Άγκυρα, ο Σαϊμπάνι είχε συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη με τον Αμερικανό απεσταλμένο για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπάρακ.
Οι επαφές αφορούσαν τις περιφερειακές εξελίξεις, την ασφάλεια και τη σταθεροποίηση της Συρίας.
Η παράλληλη επικοινωνία της συριακής ηγεσίας με τις ΗΠΑ και την Τουρκία δείχνει ότι η Δαμασκός επιδιώκει να εξασφαλίσει διεθνή υποστήριξη για την πολιτική και στρατιωτική της ανασυγκρότηση.
Για την Ουάσιγκτον, το ζήτημα περιλαμβάνει την αποτροπή αναβίωσης του Ισλαμικού Κράτους, την περιφερειακή ασφάλεια και τις ισορροπίες ανάμεσα στους τοπικούς συμμάχους και τις γειτονικές χώρες.
Οι ανταγωνιστικές επιδιώξεις Τουρκίας και Ισραήλ
Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τη διαφορετική στρατηγική οπτική Άγκυρας και Ιερουσαλήμ για το μέλλον της Συρίας.
Η Τουρκία ενδιαφέρεται για τη δημιουργία ενός συριακού κρατικού μηχανισμού με τον οποίο θα μπορεί να συνεργάζεται στενά στον τομέα της ασφάλειας και για τον περιορισμό οργανώσεων που θεωρεί εχθρικές.
Το Ισραήλ δίνει προτεραιότητα στην αποτροπή στρατιωτικών απειλών κατά μήκος των βόρειων συνόρων του και στη διατήρηση δυνατότητας άμεσης αντίδρασης.
Δεν προκύπτει από τις συγκεκριμένες συναντήσεις ότι οι δύο χώρες βρίσκονται μπροστά σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Ωστόσο, οι διαφορετικές επιδιώξεις τους αποτελούν σημαντικό παράγοντα για τη μελλοντική ασφάλεια της Συρίας.
Η διπλωματική κινητικότητα της 8ης Οκτωβρίου υπογραμμίζει ότι το συριακό ζήτημα παραμένει ανοικτό και ότι ο συσχετισμός ισχύος διαμορφώνεται ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα: στην εσωτερική πολιτική και στρατιωτική ανασυγκρότηση, στις περιφερειακές παρεμβάσεις και στη διπλωματία των μεγάλων δυνάμεων.
GEOPOLITICO
Κίνδυνος βαριάς εθνικής ήττας
Η τουρκική απαίτηση για συνεννόηση με την Άγκυρα, η γαλλοτουρκική αμυντική συνεργασία και οι δηλώσεις Μητσοτάκη και Ρούμπιο στο επίκεντρο της εκπομπής της Παρασκευής 9 Οκτωβρίου 2026.
Το διακύβευμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου ξεπερνά την υλοποίηση ενός ενεργειακού έργου και αγγίζει την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
Αυτή ήταν η κεντρική προειδοποίηση του Σάββα Καλεντερίδη στην εκπομπή της Παρασκευής 9 Οκτωβρίου 2026, στην οποία άσκησε έντονη κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς και εξέτασε τι σημαίνουν στην πράξη η γαλλική συμμετοχή και η αμερικανική στήριξη στο καλώδιο.
Ο αναλυτής υποστήριξε ότι, εάν η Τουρκία κατορθώσει να επιβάλει τις αξιώσεις της στην περιοχή ανατολικά της Κρήτης και πέρα από τα χωρικά ύδατα των νησιών, οι συνέπειες θα επεκταθούν στο Αιγαίο. Κατά την εκτίμησή του, η αποδοχή της τουρκικής λογικής για την Κρήτη μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός για την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων και άλλων ελληνικών νησιών ανατολικά του 25ου μεσημβρινού.
Η απαίτηση της Άγκυρας πίσω από τη λέξη «συντονισμός»
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε σε άρθρο του Οζάι Σεντίρ στη Milliyet, το οποίο ο Καλεντερίδης παρουσίασε και σχολίασε εκτενώς και μπορείτε να το διαβάσετε στο Geopolitico.
Σύμφωνα με το κείμενο που ανέγνωσε, η τουρκική πλευρά εμφανίζεται να μην αντιτίθεται γενικά στην πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων, θέτει όμως ως προϋπόθεση τη διπλωματική επικοινωνία του κράτους της σημαίας του πλοίου με την Άγκυρα για εργασίες σε περιοχές που η ίδια χαρακτηρίζει ως «τουρκική θαλάσσια δικαιοδοσία».
Για τον Καλεντερίδη, αυτή ακριβώς η διατύπωση αποκαλύπτει το πρόβλημα: η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε αποδεκτό πλαίσιο συνεννόησης. Έτσι, μια διαδικασία που παρουσιάζεται ως τεχνικός «συντονισμός» μπορεί, κατά την ανάλυσή του, να αποκτήσει πολιτικό βάρος αναγνώρισης τουρκικής δικαιοδοσίας.
Ο ίδιος απέρριψε την ανάγκη τουρκικής άδειας για το συγκεκριμένο έργο και επέμεινε ότι η Αθήνα οφείλει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της στην περιοχή που συνδέει με την ελληνοαιγυπτιακή οριοθέτηση.
Το προηγούμενο που επικαλείται ο τουρκικός Τύπος
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο καλώδιο οπτικών ινών Blue Raman. Στο άρθρο που παρουσιάστηκε, ο Σεντίρ επικαλείται προηγούμενη ιταλοτουρκική συνεννόηση, το 2023, ως παράδειγμα της διαδικασίας που επιθυμεί η Άγκυρα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για τη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου προηγουμένου, αναγνωρίζοντας πάντως ότι δεν είχε εξετάσει την ακριβή διαδρομή του καλωδίου και δεν ήταν βέβαιος για τη σύνδεσή της με την περιοχή του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Το ερώτημα που έθεσε αφορά την ελληνική αντίδραση: πώς αντιμετωπίζονται συνεννοήσεις τρίτων χωρών με την Τουρκία, όταν η Άγκυρα τις επικαλείται για να ενισχύσει διεκδικήσεις που η Ελλάδα απορρίπτει;
«Να βγάλουμε μαζί το φίδι από την τρύπα»
Ο αναλυτής ζήτησε να τεθεί το θέμα στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προτείνοντας έκτακτη σύνοδο κορυφής. Το επιχείρημά του ήταν ότι ένα έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, το οποίο χρηματοδοτείται από την ΕΕ, χρειάζεται αντίστοιχη πολιτική στήριξη όταν παρεμποδίζεται.
«Ελάτε εδώ να βγάλουμε μαζί το φίδι από την τρύπα», ήταν η χαρακτηριστική διατύπωση με την οποία περιέγραψε τη στάση που θεωρεί ότι πρέπει να υιοθετήσει η Αθήνα απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους.
Παράλληλα, επέκρινε την προσδοκία ότι η γαλλική συμμετοχή αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι τουρκικές πιέσεις. Κατά την άποψή του, η ευθύνη υπεράσπισης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων παραμένει στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως της εθνικότητας του επενδυτή ή της σημαίας του πλοίου που εκτελεί τις εργασίες.
Η Γαλλία έχει και δικά της συμφέροντα
Στο ίδιο πλαίσιο, παρουσίασε αναφορές του τουρκικού υπουργείου Άμυνας για οδικό χάρτη αμυντικής συνεργασίας Τουρκίας–Γαλλίας. Oι προβλέψεις του περιλαμβάνουν διαβουλεύσεις για θέματα ασφάλειας, ανταλλαγή πληροφοριών, συνεργασία στην αεράμυνα, κοινή εκπαίδευση και επαφές στην αμυντική βιομηχανία.
Ο Καλεντερίδης χρησιμοποίησε αυτές τις αναφορές για να υπογραμμίσει ότι το Παρίσι διατηρεί δικές του σχέσεις και συμφέροντα με την Άγκυρα. Συνεπώς, εκτίμησε, οι ελληνικές αγορές γαλλικών οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους ότι κάθε γαλλική απόφαση θα ευθυγραμμίζεται με τις ελληνικές επιδιώξεις.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι θα υποδεχθεί θετικά την ολοκλήρωση του έργου, εφόσον γίνει χωρίς να κατοχυρώσει η Τουρκία οποιοδήποτε κυριαρχικό δικαίωμα στις επίμαχες περιοχές. Το κριτήριο που έθεσε είναι το αποτέλεσμα και οι όροι με τους οποίους θα προχωρήσει το καλώδιο.
Καμπανάκι για Ελλάδα! Γαλλία και Τουρκία μπαίνουν σε νέα αμυντική εποχή
Το «πιστεύω» Μητσοτάκη και οι επιφυλάξεις Καλεντερίδη
Σχολιάζοντας τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στον Άρη Πορτοσάλτε, ο Καλεντερίδης στάθηκε στη δήλωση:
«Πιστεύω ότι υπάρχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το καλώδιο μπορεί να προχωρήσει χωρίς καμία έκπτωση στα κυριαρχικά μας δικαιώματα».
Ο αναλυτής έκρινε ότι η διατύπωση «πιστεύω» δεν συνιστά τη σαφή διαβεβαίωση που απαιτεί η σοβαρότητα του ζητήματος. Ζήτησε συγκεκριμένες εγγυήσεις για το πλαίσιο υλοποίησης, αντί μιας γενικής έκφρασης αισιοδοξίας.
Στην εκπομπή μεταφέρθηκαν επίσης οι πρωθυπουργικές αναφορές στον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του έργου, στην ευρωπαϊκή επιδότηση άνω των 600 εκατομμυρίων ευρώ και στη συμμετοχή του γαλλικού επενδυτικού κεφαλαίου Meridiam.
Για τον Καλεντερίδη, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ποιος υπερασπίζεται στην πράξη τα ελληνικά δικαιώματα και με ποιους όρους θα συνεχιστούν οι εργασίες.
Ρούμπιο: Στήριξη στο έργο και «λεπτές ισορροπίες»
Εκτενής ήταν και ο σχολιασμός των δηλώσεων του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, τόσο στη συνέντευξη Τύπου όσο και στη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά.
Ο Καλεντερίδης αναγνώρισε τις αναφορές του Ρούμπιο στην ενεργειακή ασφάλεια, στη διαφοροποίηση των οδών εφοδιασμού και στη σημασία της Ελλάδας ως εταίρου. Εστίασε, όμως, στις επισημάνσεις για «λεπτές ισορροπίες», εμπλοκή άλλων χωρών και ανάγκη αθόρυβης διπλωματικής διαχείρισης.
Ο Αμερικανός υπουργός, όπως παρουσιάστηκε στην εκπομπή, δεν κατονόμασε τις χώρες αυτές. Ο Καλεντερίδης ερμήνευσε την αναφορά ως μήνυμα που αφορά την Τουρκία και προειδοποίησε ότι η αμερικανική επιδίωξη αποφυγής μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης δεν εγγυάται αυτομάτως την προάσπιση των ελληνικών θέσεων.
«Όταν τηρείς ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον επιτιθέμενο και τον αμυνόμενο, στην ουσία στηρίζεις τον επιτιθέμενο», υπογράμμισε.
Επικαλούμενος την κρίση των Ιμίων ως ιστορικό παραλληλισμό, εξέφρασε τον φόβο ότι η αποτροπή της κλιμάκωσης μπορεί να επιδιωχθεί μέσω συμβιβασμών εις βάρος της ελληνικής πλευράς. Πρόκειται για την προειδοποίηση του αναλυτή σχετικά με το ενδεχόμενο μιας τέτοιας διαχείρισης.
Πώς ερμήνευσε η Τουρκία τα μηνύματα του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών από την Αθήνα;
Ιράν: Στρατιωτικά σχέδια και πολιτικός δισταγμός
Στο δεύτερο μέρος της εκπομπής, ο Καλεντερίδης παρουσίασε διεθνή δημοσιεύματα για σχεδιασμούς νέων αμερικανικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν και για τη δήλωση Τραμπ ότι δεν θα προηγηθεί επίθεση των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Μεταφέροντας πληροφορίες που απέδωσε στους New York Times, αναφέρθηκε σε σχέδιο σύντομης αλλά σφοδρής επιχείρησης, με στόχους πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενεργειακές εγκαταστάσεις και δομές διοίκησης.
Τόνισε τις δυσκολίες που, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα που παρουσίασε, δημιουργούν η βελτίωση των ιρανικών τακτικών και η πίεση στα αμερικανικά αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων. Παράλληλα, συνέδεσε τις δηλώσεις περί επίθεσης ή αναβολής της με τις διακυμάνσεις της τιμής του πετρελαίου.
Η εκτίμησή του ήταν ότι η στρατιωτική προετοιμασία δεν προδικάζει την απόφαση για πόλεμο, όσο συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες.
Ουκρανία: Οι διαπραγματεύσεις και οι ενεργειακές επιδιώξεις
Στο κλείσιμο, παρουσίασε πληροφορίες που απέδωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο για σχεδιαζόμενες συνομιλίες στο Μαϊάμι μεταξύ Αμερικανών απεσταλμένων, Ουκρανών διαπραγματευτών και Ευρωπαίων αξιωματούχων.
Αναφέρθηκε επίσης σε ουκρανικά πλήγματα στη ρωσική ενδοχώρα και στις αμερικανικές ενεργειακές επιδιώξεις στην Ευρώπη. Κατά την ερμηνεία του, οι προσπάθειες τερματισμού του πολέμου συνδέονται και με επιχειρηματικά συμφέροντα που διαμορφώνουν τις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Επιστρέφοντας στο ελληνικό ζήτημα, υπογράμμισε ότι το καλώδιο αποτελεί δοκιμασία για την αξιοπιστία της χώρας. Προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη απώλεια δικαιωμάτων ανατολικά της Κρήτης θα συνιστούσε βαριά εθνική ήττα: η Ελλάδα, όπως είπε, έχει υπογράψει μια επώδυνη συμφωνία με την Αίγυπτο και οφείλει να μπορεί να την υποστηρίξει στην πράξη.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
