Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς η ενεργειακή κρίση αναβαθμίζει την Ανατολική Μεσόγειο

Δημοσιεύτηκε στις

Η ενεργειακή κρίση αναθερμαίνει το ενδιαφέρον για τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της ΝΑ Μεσογείου και μαζί των εγχώριων ανεξερεύνητων κοιτασμάτων στις περιοχές της Κρήτης και του Ιονίου, που έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον της αμερικανικής ExxonMobil και της γαλλικής Total.

Η αύξηση των τιμών φυσικού αερίου κατά 250% από τις αρχές του χρόνου ανέδειξε τόσο την οικονομική πτυχή της αξίας αυτών των κοιτασμάτων όσο και τη γεωπολιτική, καθώς η Ευρώπη μαθαίνει πληρώνοντας ακριβά τι σημαίνει η υπερεξάρτησή της από έναν προμηθευτή. Ο προ δεκαετίας σχεδιασμός της Ε.Ε. διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων φυσικού αερίου έφερε τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα σε σχέση με τον περιορισμό της εξάρτησης από τη Ρωσία. Τα στοιχεία του BP Statistical Review of World Energy, επιβεβαιώνουν την αποτυχία της Ε.Ε. στη στρατηγική απεξάρτησης από εισαγωγές και από το ρωσικό αέριο. Το 2010, με συνολική κατανάλωση φυσικού αερίου στα 422 δισ. κ.μ. η παραγωγή της Ευρώπης κάλυπτε το 30% της ζήτησης. Η εξάρτηση από εισαγωγές έφτανε το 70% και από το ρωσικό αέριο το 32%. Το 2020 η συνολική κατανάλωση ήταν 458 δισ. κ.μ. Η εγχώρια παραγωγή περιορίστηκε σε μόλις 47,8 δισ. κ.μ. και η εξάρτηση από εισαγωγές εκτοξεύτηκε στο 90% και από τη Ρωσία στο 43%.

Η ελληνική πρόταση

Τα δεδομένα πιστοποιούν την ορθότητα –από οικονομικής και γεωπολιτικής άποψης– της πρότασης που διατύπωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ανέδειξε τη γεωπολιτική διάσταση της ενεργειακής κρίσης και τον ρόλο που μπορεί να παίξει η Ανατολική Μεσόγειος ως εναλλακτική πηγή στην ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε. Τα κοιτάσματα στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου υπολογίζονται, βάσει των στοιχείων της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (2010), σε 122 τρισ. έως 277 τρισ. κυβικά πόδια, αξίας (με τιμές αγοράς προ πανδημίας) 700 δισ. δολαρίων, σημαντικό μέρος των οποίων έχει επιβεβαιωθεί στις ΑΟΖ του Ισραήλ, της Αιγύπτου και της Κύπρου. 

Πέραν του φυσικού αερίου, η περιοχή μπορεί να διασφαλίσει για την Ευρώπη φθηνή πράσινη ηλεκτρική ενέργεια από την έρημο της Σαχάρας μέσω της υποθαλάσσιας ηλεκτρικής διασύνδεσης Αιγύπτου, Κύπρου και Ελλάδας, σχέδιο που επισφραγίστηκε με την τριμερή συμφωνία που υπεγράφη την περασμένη εβδομάδα. 

Στο κοινό ανακοινωθέν αναφέρεται και η επιθυμία συνέχισης της συνεργασίας, «μέσω μιας σειράς συμφωνιών για την εξερεύνηση και μεταφορά φυσικού αερίου». Η δημιουργία ενός ενεργειακού διαδρόμου της Aνατολικής Mεσογείου προς την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας (ηλεκτρική διασύνδεση με Αίγυπτο και αγωγό East Med ) προϋποθέτει σταθερότητα στην περιοχή και ενισχύει τα επιχειρήματα της χώρας έναντι της Τουρκίας. Το ζήτημα της σταθερότητας ανέδειξε ο πρωθυπουργός στο συνέδριο 1st «Καθημερινή» ESG Summit. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι κρίσιμη για την Ευρώπη μόνο διότι πρέπει να συμπαρασταθεί σε δύο κράτη των οποίων τα κυριαρχικά δικαιώματα παραβιάζονται από την Τουρκία, «αλλά διότι η Ανατολική Μεσόγειος –και αναφέρομαι στην Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο– θα πρέπει να είναι μια νέα πηγή φυσικού αερίου για την Ε.Ε.», είπε.

Η Ελλάδα δεν έχει εξερευνήσει το δυναμικό των πιθανολογούμενων κοιτασμάτων της φυσικού αερίου, τα οποία εκτιμώνται σε Ιόνιο και Κρήτη στα 70 και 90 τρισ. κυβικά πόδια αντίστοιχα. Η συγκυρία έχει επαναφέρει τη συζήτηση για την αξιοποίησή τους, ενώ έχει τονώσει το ενδιαφέρον των Total και ExxonMobil για τα οικόπεδα νοτίως και δυτικά της Κρήτης. Η ενεργειακή κρίση και ο ρόλος του φυσικού αερίου στην ενεργειακή μετάβαση αναλύθηκε εκτενώς στη συνάντηση που είχαν στην Αθήνα το διήμερο 7-9 Οκτωβρίου 110 εκπρόσωποι 75 πετρελαϊκών εταιρειών, μεταξύ των οποίων οι ExxonMobil, Total, Equinor, OMV, MOL, Repsol. Στη συνάντηση, ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥ Α. Στεφάτος παρουσίασε στις πετρελαϊκές στοιχεία για τις πιθανότητες μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

«Η Ελλάδα θα πρέπει να κεφαλαιοποιήσει τα σημαντικά οφέλη από τα δυνητικά αποθέματα φυσικού αερίου. Τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει δείχνουν ότι η δυνητική αξία τους είναι της τάξης των 250 δισ. ευρώ (με τιμές προ κρίσης)», τονίζει στην «Κ» ο κ. Στεφάτος. «Η τιμολογιακή κρίση Φ.Α. και η κλιμακούμενη υπερεξάρτηση της Ε.Ε. από τις ρωσικές εξαγωγές καθιστά αδήριτη την ανάγκη αναστροφής της πολιτικής εγκατάλειψης των εγχώριων ευρωπαϊκών κοιτασμάτων. Η θέση της χώρας μας είναι υπό προϋποθέσεις πλεονεκτική, από την άποψη ότι το υδρογονανθρακικό μας δυναμικό, ιδίως πέριξ της Κρήτης και του ΒΔ Ιονίου, δεν έχει ακόμη διακριβωθεί και θα μπορούσε να συμβάλει μαζί με τα άλλα κράτη της ΝΑ Μεσογείου, όπως τόνισε και ο πρωθυπουργός, στη δημιουργία μιας νέας πηγής για την τροφοδοσία της Ενωσης», δηλώνει ο Θ. Τσακίρης, αν. καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Γαλλογερμανική κόντρα για τα πυρηνικά

Η αναζήτηση αξιόπιστων λύσεων, που θα εγγυώνται την επάρκεια και την ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης στον δρόμο προς την οικονομία των μηδενικών ρύπων το 2050, καλύπτοντας το κενό της μεταβλητότητας της αιολικής και ηλιακής παραγωγής, προβάλλει ως κοινό αίτημα επιχειρήσεων και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Τεχνολογίες στις οποίες η Ευρώπη γύρισε την πλάτη τα προηγούμενα χρόνια, όπως τα πυρηνικά και το φυσικό αέριο, επανέρχονται στο προσκήνιο, διεκδικώντας ρόλο γέφυρας και εγγυητή της ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού. Η πλειοψηφία των 27 χωρών της Ε.Ε. τάχθηκε την περασμένη Πέμπτη υπέρ της αναγνώρισης του ρόλου του φυσικού αερίου και της πυρηνικής ενέργειας στον αγώνα εναντίον της κλιματικής αλλαγής, ζήτημα που απασχολεί ενόψει της αναμενόμενης πρότασης της Επιτροπής για την «πράσινη ταξονομία».

pos-i-energeiaki-krisi-anavathmizei-tin-anatoliki-mesogeio0

Η γαλλική συμμαχία

Το ζήτημα της ταξονομίας και συγκεκριμένα το κατά πόσον η Ευρώπη θα συμπεριλάβει την πυρηνική ενέργεια και το φυσικό αέριο στις ενάρετες για το κλίμα και το περιβάλλον μορφές ενέργειας, παραμένει ανοικτό από τον περασμένο Μάρτιο. Η υπόθεση είχε εξελιχθεί σε ένα ισχυρό μπρα ντε φερ μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, με την πρώτη να στρέφεται σθεναρά κατά του φυσικού αερίου, θέλοντας να στηρίξει την πυρηνική ενέργεια που κυριαρχεί στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής της, και τη δεύτερη, που εφαρμόζει πρόγραμμα αποπυρηνικοποίησης, προκειμένου να μπλοκάρει τα γαλλικά σχέδια, να αφήνει ανοιχτό το θέμα, βάζοντας στην ίδια μοίρα με τον τρόπο αυτό πυρηνικά και φυσικό αέριο. 

Η Γαλλία αξιοποιώντας την κρίση τιμών και επάρκειας σε αέριο και ηλεκτρισμό έχει κινητοποιηθεί το τελευταίο διάστημα και δημιούργησε μια συμμαχία 10 κρατών για τον χαρακτηρισμό της πυρηνικής ενέργειας ως «πράσινης». Σχετικό κείμενο συνυπέγραψαν στα μέσα Οκτωβρίου οι Ρουμανία, Τσεχία, Φινλανδία, Σλοβακία, Κροατία, Σλοβενία, Βουλγαρία, Πολωνία και Ουγγαρία, ενώ με την ίδια θέση συντάχθηκε προσφάτως και η Ολλανδία. Υπέρ της γαλλικής πρότασης τάχθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Ελλάδα, με τον πρωθυπουργό να διευκρινίζει ότι η Ελλάδα δεν θα αποκτήσει πυρηνική ενέργεια. 

Το γερμανικό μπλοκ

Σθεναρά στην πρόταση αντιστέκονται η Γερμανία, η Αυστρία και το Λουξεμβούργο, ενώ μια άλλη συμμαχία 11 χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στην οποία συμμετέχουν και η Ελλάδα, η Κύπρος και η Μάλτα, τάσσονται υπέρ της ένταξης του φυσικού αερίου στην «πράσινη ταξονόμηση», καθώς κρίνεται απαραίτητη για την απανθρακοποίηση της οικονομίας τους με ασφαλή και οικονομικό τρόπο. Η «πράσινη ταξονόμηση» ουσιαστικά θα εξαιρέσει μια κατηγορία επενδύσεων ως κλιματικά επιβλαβή, δίνοντας στην ιδιωτική τραπεζική σήμα να αποσύρει επενδύσεις ή να αυξήσει τα επιτόκια, κάτι που η Ελλάδα δεν θα ήθελε να συμβεί με το φυσικό αέριο.

Αναμένοντας την Κομισιόν

Η Ε.Ε. αναμένεται να προτείνει πριν από το τέλος της χρονιάς τον σχετικό κατάλογο με τις πράσινες μορφές ενέργειας, εκτιμάται ωστόσο ότι το αποτέλεσμα, που θα αποτελέσει προϊόν διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού μεταξύ των κρατών-μελών, δεν πρόκειται να κλείσει πριν συσταθεί νέα κυβέρνηση στη Γερμανία, η συναίνεση της οποίας κρίνεται απαραίτητη.

Η πρόταση για κοινές αγορές αερίου από την Ε.Ε. ενέχει και κινδύνους

Αγορά φυσικού αερίου ως Ευρωπαϊκή Ενωση, στα πρότυπα της αγοράς εμβολίων, για όσα κράτη το επιθυμούν, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύς, είναι μια πρόταση που στήριξε και η Ελλάδα μαζί με άλλα κράτη-μέλη στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπου κυριάρχησε το θέμα της ενεργειακής κρίσης. «Η χώρα μας έχει προτείνει να αυξηθεί η δυνατότητα αποθήκευσης φυσικού αερίου, αλλά και στο μέλλον να μπορούμε να αγοράζουμε από κοινού φυσικό αέριο, ώστε να αυξήσουμε τη διαπραγματευτική μας ισχύ έναντι των προμηθευτών φυσικού αερίου».

Πρακτικά προβλήματα

Ερωτήματα τίθενται από αναλυτές τόσο ως προς τη ρεαλιστικότητα της πρότασης όσο και ως προς τους κινδύνους που εγκυμονεί, στον βαθμό που καταστεί εφαρμόσιμη, στο να σπρώξει τα πράγματα στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός καρτέλ φυσικού αερίου τύπου ΟΠΕΚ. Ως προς το πρώτο σκέλος, επισημαίνουν κατ’ αρχάς το γεγονός ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει τους αναγκαίους αποθηκευτικούς χώρους, τονίζοντας μάλιστα ότι οι μεγαλύτεροι από αυτούς, ειδικά στη Γερμανία και στην Ολλανδία, δεν ανήκουν σε ευρωπαϊκές εταιρείες. Επιπλέον, σημειώνουν, οι διασυνδέσεις δεν εξυπηρετούν το σύνολο των κρατών-μελών. Ειδικά η Ελλάδα δεν διαθέτει χώρους αποθήκευσης φυσικού αερίου, κάτι που παραδέχθηκε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος παρέπεμψε στο project της υπόγειας αποθήκης Καβάλας, που έχει δρομολογηθεί πάνω από μια δεκαετία και βρίσκεται σε διαδικασία διαγωνισμού παραχώρησης από το ΤΑΙΠΕΔ, η οποία όμως προχωράει με μεγάλες καθυστερήσεις. Ερωτήματα τίθενται και ως προς το διαδικαστικό της υπόθεσης, όπως ποιος θα αγοράσει στρατηγικά αποθέματα, η Ε.Ε. ή το κάθε κράτος-μέλος, και για λογαριασμό ιδιωτικών εταιρειών που θα πρέπει να εμπιστευτούν εμπορικά μυστικά λειτουργώντας στον ανταγωνισμό.

Η γέννηση του ΟΠΕΚ

Ως προς το δεύτερο σκέλος, αναλυτές της γεωπολιτικής παρομοιάζουν την από κοινού αγορά στρατηγικών αποθεμάτων με τη δημιουργία ενός «αντικαρτέλ» που μπορεί να οδηγήσει σε καρτέλ παραγωγών φυσικού αερίου, που σήμερα δεν υπάρχει. Η Ρωσία, αναφέρουν, δεν συντονίζει τις τιμές της με την Αλγερία ή τη Νορβηγία, και παραπέμπουν στη δημιουργία του ΟΠΕΚ στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Τότε το ολιγοπώλιο των «7 αδελφών» κυριαρχούσε στην αγορά της Ευρώπης και προκειμένου να αντιδράσει στις μεγάλες εκπτώσεις των ρωσικών εταιρειών και στην απώλεια μεριδίου προχώρησαν σε μειώσεις τιμών, καταστρατηγώντας τις συμφωνίες που είχαν με τα κράτη-παραγωγούς. Τα τελευταία, βλέποντας τα έσοδά τους να μειώνονται δραματικά και να ανατρέπονται οι προϋπολογισμοί τους, συνασπίστηκαν και δημιούργησαν τον ΟΠΕΚ, στους ρυθμούς του οποίου «χορεύει» έκτοτε η διεθνής πετρελαϊκή αγορά.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις15 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις60 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα1 ώρα πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Δημοφιλή