Διεθνή
Ο Μπάιντεν δεν μπορεί να είναι θεραπεία για τα προβλήματα του Ερντογάν
Φωτογραφία: Kayhan Özer- AP
Ο Ερντογάν έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να πλήξει την αξιοπιστία της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον και να αποδυναμώσει τα ερείσματά μας στις ΗΠΑ
Στην Ουάσιγκτον, το επιχείρημα ότι «η Τουρκία είναι απαραίτητη και πολύ σημαντική» έχει πλέον καταρρεύσει. Οι προσωπικές ιδιοτροπίες του Ερντογάν, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι καταγγελίες εναντίον του έχουν κουράσει τους πάντες.
Γράφει ο Εργκούν Μπαμπαχάν
Ο Ερντογάν, αφού έκανε δημοσίως παράποντα, τελικά απέσπασε το ραντεβού με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Μπάιντεν. Η συνάντηση, που είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει 20 λεπτά, διήρκεσε 70 λεπτά. Αν βγάλουμε το μεταφραστικό μέρος, οι δύο πλευρές είχαν λίγο περισσότερο από μισή ώρα για να συζητήσουν τα τρέχοντα θέματα.
Τα θέματα της ημερήσιας διάταξης είναι επίσης πολλά. Δεν γνωρίζουμε αν ο Ερντογάν έθιξε το ζήτημα της Halkbank σε αυτήν την συνάντηση, αλλά είναι σίγουρο ότι τέθηκαν τα ζητήματα είναι δύσκολο να επιλυθούν: το θέμα των S-400, η αποβολή της Τουρκίας από τα F-35, η απαίτηση αγοράς 40 F-16, η κρίση των πρεσβευτών με αφορμή τα ανθρώπινα δικαιώματα και την υπόθεση Οσμάν Καβάλα, τη σχέση Ουάσιγκτον – PYD στη Συρία…
Το αμερικανικό σχέδιο είναι ξεκάθαρο: να κρατήσει την Τουρκία εντός του δυτικού συστήματος και του ΝΑΤΟ, χωρίς να την ρίξει εντελώς στην αγκαλιά της Ρωσίας, αλλά να κρατήσει και σοβαρή απόσταση απ’ αυτήν. Στην Ουάσιγκτον, το επιχείρημα ότι «η Τουρκία είναι απαραίτητη και πολύ σημαντική» έχει πλέον καταρρεύσει. Οι προσωπικές ιδιοτροπίες του Ερντογάν, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι καταγγελίες εναντίον του έχουν κουράσει τους πάντες.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δούμε αυτό το γεγονός… Ο Μπάιντεν, ο οποίος ήρθε στην εξουσία μετά τον Τραμπ με μεγάλες προσδοκίες, πραγματικά απέτυχε αυτήν την περίοδο. Δεν είχε άλλη αξιοσημείωτη επιτυχία εκτός από το εμβόλιο για τον κορωνοϊό. Μετά την καταστροφική αποχώρηση από το Αφγανιστάν, το ποσοστό εκείνων που εγκρίνουν την διοίκησή του σημείωσε τα χαμηλότερα επίπεδά του στην ιστορία.
Ο Μπάιντεν δεν μπορεί να διεκδικήσει το όραμα που πρότεινε πριν από τις εκλογές, ούτε εντός ούτε εκτός. Είναι μια απογοήτευση για σημαντικά τμήματα, αλλά η ειρωνεία του αμερικανικού συστήματος έχει πολύ να κάνει με αυτήν την εικόνα. Ένας συντηρητικός εκλεγμένος δημοκράτης υπονομεύει ολόκληρη την προσπάθεια των μεταρρυθμίσεων.
Αυτή την Τρίτη γίνεται η εκλογή κυβερνήτη της πολιτείας της Βιρτζίνια, όπου βρίσκονται οι ρίζες της ρατσιστικής και αποικιακής κουλτούρας. Οι εκλογές αυτές είναι κατά κάποιο τρόπο η πρώτη σοβαρή δοκιμασία της διακυβέρνησης Μπάιντεν. Ενώ δύο υποψήφιοι κυβερνήτες ανταγωνίζονται, οι σκιές Μπάιντεν-Τραμπ είναι στο παρασκήνιο. Θα είναι ένα κακό μήνυμα για τις ενδιάμεσες εκλογές εάν οι Δημοκρατικοί χάσουν αυτές τις εκλογές.
Ο Μπάιντεν απέτυχε τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Δεν δίστασε να δείξει μια πολύ ειλικρινή εικόνα απέναντι στους αυταρχικούς ηγέτες, για τους οποίους είπε ότι θα λογοδοτήσουν, και η σύνοδος κορυφής για τη δημοκρατία που ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιήσει το φθινόπωρο αποδείχθηκε ένα ψέμα.
Το ξέσπασμα για τον Οσμάν Καβάλα, που εκφράστηκε με την κοινή δήλωση των δέκα πρεσβευτών δεν μπορούσε να αγνοηθεί και ο Ερντογάν ήταν πρόθυμος να κάνει μια δήλωση που θα δυνάμωνε τη θέση του στο εσωτερικό. Η κυβέρνηση Μπάιντεν, η οποία περιόρισε το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ένα μόνο άτομο, δεν μπορούσε να υπερασπσιτεί ούτε τους υπαλλήλους του προξενείου της…
Ο Ερντογάν, που βρίσκεται στην εξουσία 20 χρόνια, γνωρίζει τα αντανακλαστικά πολλών δυτικών ηγετών, βλέπει τις αδυναμίες τους και τις χρησιμοποιεί για να ενισχύσει την εξουσία του. Ωστόσο, υπάρχει ένα γεγονός που ο Ερντογάν δεν μπορεί να δει: ότι η Δύση, ειδικά η Αμερική, δεν είναι απλώς ο Πρόεδρος που κυβερνά.
Ακόμη και ο καλύτερος φίλος του Ερντογάν, ο Τραμπ, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πίεση της κοινής γνώμης και του Κογκρέσου και αναγκάστηκε να εγκρίνει τις κυρώσεις για την Τουρκία. Αυτή τη στιγμή, ο αέρας στην Ουάσιγκτον και σε ολόκληρη την Αμερική είναι γεμάτος μίσος και θυμό προς τον Ερντογάν.
Αδιανόητες ομάδες μαζεύονται και γράφουν επιστολές κατά της Τουρκίας και τις στέλνουν στα μέλη του Κογκρέσου. Αυτή είναι μια αντίδραση που οι εκλεγμένοι δεν μπορούν να αγνοήσουν. Η έντονη αντίδραση της αρμενικής κοινότητας κατά τη διάρκεια του πολέμου Αζερμπαϊτζάν-Αρμενίας προκάλεσε την κυβέρνηση Τριντό να σταματήσει την πώληση καμερών που χρησιμοποιούνται σε μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα.
Η Άγκυρα θεωρείται πλέον ως μια δύναμη που απειλεί την Ελλάδα, ακολουθεί επεκτατική πολιτική σε μια ευρεία περιοχή από τη Συρία έως τη Λιβύη, είναι φίλη με τον Πούτιν και σκοτώνει τους Κούρδους, που είναι σύντροφοι της Αμερικής στον αγώνα κατά του ISIS.
Σε αυτόν τον πίνακα, ο Μπάιντεν δεν μπορεί να περάσει από το Κογκρέσο την πώληση των πολεμικών αεροσκαφών F-16, ακόμα κι αν το ήθελε. Γι’ αυτό, τόσο η Γερουσία όσο και η Βουλή των Αντιπροσώπων πρέπει να συναντηθούν και να προσπαθήσουν να πείσουν σημαντικά ονόματα ένα προς ένα. Όμως δεν είναι δυνατόν αυτά τα ονόματα να αγνοήσουν τις ομάδες ψηφοφόρων Αρμενίων, Ελλήνων, Ινδών και Κούρδων και τις ανάλογες αντιδράσεις στις εκλογικές τους περιφέρειες.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν μπορεί να αγνοήσει το ζήτημα των S-400, το οποίο έχει καταστεί νομικό ζήτημα, και δεν μπορεί να άρει τις κυρώσεις που προκύπτουν από αυτό. Οι σκανδαλώδεις πληροφορίες που θα διαδοθούν στην κοινή γνώμη μετά την έναρξη της δίκης της Halkbank θα περιπλέξουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση για Ερντογάν και Άγκυρα.
Τα χέρια του Μπάιντεν είναι δεμένα όταν πρόκειται για το θέμα της Συρίας, που είναι υπό τον έλεγχο του ΜακΓκουρκ, θέμα για το οποίο τα μέσα ενημέρωσης είναι τόσο ευαίσθητα και το Κογκρέσο βρίσκεται σε ετοιμότητα. Η άγνοια της Τουρκίας για τις επιπτώσεις που θα έχει μια νέα επιχείρηση προς τη Συρία, θα έχει επίσης κόστος.
Φυσικά, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον Μπάιντεν και την Αμερική. Η Μόσχα, η οποία ενέτεινε τις στρατιωτικές της ασκήσεις με τον Συριακό Στρατό, δεν άναψε το πράσινο φως σε μια νέα απόπειρα εισβολής, που εξυπηρετεί τους στόχους της εσωτερικής πολιτικής του Ερντογάν.
Η Τουρκία υπό την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν δείχνει την ασυνεπή και αναξιόπιστη στάση της σε κάθε τομέα.
Από τη μια λέει “δεν αναγνωρίζουμε την προσάρτηση της Κριμαίας” και από την άλλη επιτρέπει στα εμπορικά πλοία του Άσαντ να εμπορεύονται με την Κριμαία μέσω τουρκικών λιμανιών.
Επίσης, δεν δεν βλέπει το κόστος που έχει στη Συρία η πώληση των Μπαϊρακτάρ στην Ουκρανία.
Ενώ η κατάσταση είναι αυτή που περιγράψαμε παραπάνω, η φωτογραφία του Ερντογάν με τον Μπάιντεν, την οποία θα χρησιμοποιήσει στην εσωτερική πολιτική, είναι επιτυχία για τον ίδιο, αλλά δεν είναι λύση στα προβλήματά του. Αν και δεν υπήρξε αποτέλεσμα από τη συνάντηση, ο Ερντογάν πήρε αυτό που πραγματικά ήθελε. Θα ζήσουμε και θα δούμε τα υπόλοιπα.
Πηγή: artigercek.com
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

