Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο «πόλεμος του μπακαλιάρου» αναδίδει μυρωδιά Brexit

Δημοσιεύτηκε στις

Λόγω Brexit ξέσπασε ο «πόλεμος του μπακαλιάρου» στη θάλασσα της Μάγχης, μεταξύ της Γαλλίας και του Ηωνμένου Βασιλείου

Γιάννης Γιωργαλλής

Ο Τζόνσον, πέρα από τον αντιπερισπασμό, επιδιώκει να εργαλειοποιήσει την κρίση, ώστε να κερδίσει δημόσια στήριξη όταν προχωρήσει στις εξαγγελθείσες μονομερείς ενέργειες σε βάρος της συμφωνίας με την ΕΕ

Για δεύτερη φορά σε λίγους μόνο μήνες Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία «πιάστηκαν στα χέρια» για τα δικαιώματα αλιείας στα νερά της Μάγχης. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των «ναυμαχιών» αυτών δεν είναι τίποτα άλλο από το απότοκο των άτσαλων χειρισμών του Πρωθυπουργού της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον, και της λαϊκιστικής του προσέγγισης να κλείσει όπως-όπως το ζήτημα του Brexit. Βρετανία και Γαλλία, ερμηνεύοντας τη γενικόλογη πρόνοια της συμφωνίας για την αλιεία, κλιμακώνουν την ένταση, προσπαθώντας η καθεμιά να ικανοποιήσει το δικό της ακροατήριο. Από τη μια ο προδομένος από τους συμμάχους Γάλλος Πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, ψάχνει επικοινωνιακή ρεβάνς κάνοντας παράλληλα προθέρμανση για τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Από την άλλη ο Τζόνσον, αναζητώντας απεγνωσμένα έναν αντιπερισπασμό για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα του, βάζει στην ίδια μοίρα τα δικαιώματα της αλιείας με το Πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας, προετοιμάζοντας το έδαφος για την πραγματοποίηση των απειλών του για μονομερείς ενέργειες.

Brexit, brexit, brexit…

Στο νέο αυτό επεισόδιο του δράματος του Brexit, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία επιβεβαιώνουν ότι απλές διευθετήσεις, όπως τα δικαιώματα για την αλιεία, δεν θα είναι πλέον μια απλή υπόθεση. Αν και η εμπορική συμφωνία μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών εμπεριέχει πρόνοιες για τον τρόπο με τον οποίο θα δίνονται άδειες στους Γάλλους ψαράδες για να αλιεύουν στα βρετανικά ύδατα, εντούτοις η γενική διατύπωσή τους αφήνει περιθώρια και στις δύο πλευρές να τις ερμηνεύουν κατά το δοκούν. Ειδικότερα, η συμφωνία αναφέρει ότι οι Γάλλοι ψαράδες μπορούν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους στον κόλπο της Μάγχης μόνο εάν μπορούν να αποδείξουν ότι προηγουμένως ψάρευαν σε αυτήν τη θαλάσσια περιοχή. Η συμφωνία όμως «περιέργως» δεν καθορίζει ποια αποδεικτικά στοιχεία χρειάζονται.

Έτσι, η Βρετανία ζητάει από τους Γάλλους ψαράδες δεδομένα από το ιστορικό τοποθεσίας που να δείχνει αλιευτική δραστηριότητα στην περιοχή της Μάγχης, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι πολλά μικρά σκάφη δεν διαθέτουν σύστημα GPS, άρα δεν θα μπορέσουν να παρέχουν αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης, θεωρεί ότι κάποιοι ψαράδες μπορεί να είχαν το δικαίωμα να ψαρεύουν στα βρετανικά ύδατα αλλά δεν το έκαναν, άρα δεν θεωρείται ότι πληρούν τα κριτήρια σύμφωνα με τη νέα συμφωνία.

Από την άλλη η γαλλική πλευρά υποστηρίζει ότι η εμπορική συμφωνία του Brexit προνοεί τη συνέχιση της αλιευτικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη περιοχή, ενώ οι ψαράδες θεωρούν ότι τα έντυπα ημερολόγια που διατηρούσαν όταν αλίευαν στα βρετανικά ύδατα είναι ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία.

Ο «πόλεμος του μπακαλιάρου»

Ο «πόλεμος» αυτός αποκτά λιγότερο νόημα εάν δούμε τους αριθμούς των ψαράδων που επηρεάζονται. Με βάση τα στοιχεία που δημοσίευσε η βρετανική πλευρά, δόθηκαν περίπου 700 άδειες σε γαλλικά αλιευτικά, οι οποίες αποτελούν το 98% των αιτήσεων, ενώ η Γαλλία από την πλευρά της κάνει λόγο για 90% ολοκληρωμένων αιτήσεων και ότι 55 αλιευτικά σκάφη παραμένουν χωρίς αλιευτική άδεια.

Επιπρόσθετα, στη Γαλλία η αλιεία αντιπροσωπεύει μόλις το 0,06% του ΑΕΠ ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο το αντίστοιχο ποσοστό είναι 1%. Αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν μεν ότι η αλιεία δεν είναι ένα ζήτημα ουσίας, όμως φέρει έναν ισχυρό συμβολισμό και για τις δύο χώρες.

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτή η διαμάχη θα μπορούσε εύκολα να επιλυθεί με πραγματισμό και ελάχιστη συναίνεση και από τις δύο πλευρές, αλλά φαίνεται ότι είναι απασχολημένες να παίζουν μικροπολιτικά παιχνίδια για εσωτερική κατανάλωση.

Ως γνωστόν, ο Μπόρις Τζόνσον αρέσκεται να επιδεικνύει τη νεοαποκτηθείσα ανεξαρτησία της Μεγάλης Βρετανίας και την ανάδειξή της σε διεθνή παίκτη που δεν κάνει υποχωρήσεις σε εθνικά συμφέροντα, ειδικά όταν έχει απέναντι έναν πρώην εταίρο από την ΕΕ. Πρόκειται επίσης για έναν θεόσταλτο αντιπερισπασμό για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα του, όπως οι ελλείψεις σε αγαθά και καύσιμα, και τις δυσμενείς προβλέψεις για τον αντίκτυπο του Brexit στη βρετανική οικονομία.

Όμως, οι προεδρικές εκλογές της Γαλλίας τον επόμενο χρόνο ίσως παίζουν κάποιο ρόλο στην κλιμάκωση αυτής της διαμάχης με τον Μακρόν να προσπαθεί να πείσει το ακροατήριο στο εσωτερικό και ειδικά τους ευρωσκεπτικιστές ότι το μονοπάτι εκτός ΕΕ είναι απαγορευτικό για τη χώρα. Ειδικοί θεωρούν ότι ο Γάλλος Πρόεδρος βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση εξαιτίας του ακροδεξιού κόμματος, Εθνικός Συναγερμός, της Μαρίν Λεπέν και ο «πόλεμος των ψαριών» αποτελεί μοναδική ευκαιρία για εθνικές κορώνες και ανέμισμα της γαλλικής σημαίας μπροστά στον βρετανικό «εχθρό».

Το Παρίσι φοβάται επίσης ότι εάν κάνει πίσω σε αυτό το απλό ζήτημα, όπως η αλιεία, τότε θα δημιουργήσει προηγούμενο και θα χρησιμοποιηθεί από το Λονδίνο για τις μελλοντικές διευθετήσεις άλλων άλυτων ζητημάτων που αφήνει το Brexit. Μάλιστα, σε επιστολή προς την Κομισιόν, η γαλλική πλευρά καλεί τις Βρυξέλλες να εμπλακούν περισσότερο και να μη διστάσουν να πάρουν «διορθωτικά» μέτρα, υπονοώντας την επιβολή δασμών σε συγκεκριμένα προϊόντα.

Ποιος είναι ο κερδισμένος

Οι δύο πλευρές αποφάσισαν να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση της κρίσης, αλλά σε καμιά περίπτωση το ζήτημα δεν θεωρείται λήξαν.Η γαλλική πλευρά είχε απειλήσει με στοχευμένα μέτρα αλλά αποφάσισε να αναβάλει προσωρινά την επιβολή τους. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται απαγόρευση εισόδου βρετανικών αλιευτικών πλοίων στα γαλλικά λιμάνια, αύξηση διασυνοριακών και υγειονομικών ελέγχων στα προϊόντα που φτάνουν από τη Βρετανία, καθώς και αυξημένοι έλεγχοι στα φορτηγά που μεταφέρουν εμπορεύματα μεταξύ των δύο χωρών.

Σύμφωνα με ειδικούς, τα μέτρα αυτά θα είχαν αλυσιδωτές συνέπειες για τη Βρετανία. Οι Βρετανοί συγκεκριμένα θα αναγκάζονταν να διοχετεύσουν τα ψάρια τους στην κατά πολύ μικρότερη αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ η επιλογή να τα μεταφέρουν σε άλλο λιμάνι θα είχε πολλές δυσκολίες εξαιτίας της συμφωνίας του Brexit. Πριν από το διαζύγιο με την ΕΕ, οι ψαράδες από τη Βρετανία είχαν τη δυνατότητα να ελλιμενιστούν σε οποιοδήποτε λιμάνι κράτους μέλους. Πλέον, είναι αναγκασμένοι να πηγαίνουν σε συγκεκριμένα λιμάνια που να δέχονται αλιευτικά πλοία από τρίτες χώρες, έχοντας προηγουμένως προχωρήσει στις ανάλογες διευθετήσεις.

Το Παρίσι έχει επίσης προειδοποιήσει ότι ετοιμάζει περαιτέρω κυρώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν δασμούς στις προμήθειες ηλεκτρικής ενέργειας στο Τζέρσεϊ, ενώ ζήτησε από την ΕΕ να σταματήσει τη συνεργασία με τη Βρετανία σε άλλους τομείς έως ότου τελειώσει η διαμάχη, μια ενέργεια που δύναται να δημιουργήσει καθυστερήσεις στην ένταξή τους στο πρόγραμμα χρηματοδότησης Horizon Europe.

Την ίδια ώρα το βλέμμα του Τζόνσον είναι στραμμένο στο πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας, το οποίο προσπαθεί με κάθε τρόπο να αλλάξει. Με φόντο λοιπόν τον «πόλεμο του μπακαλιάρου», ο οποίος συνέπεσε χρονικά με το αδιέξοδο στις συνομιλίες για το πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας, ο Τζόνσον πέρα από τον αντιπερισπασμό, επιδιώκει να εργαλειοποιήσει την κρίση, ώστε να κερδίσει δημόσια στήριξη όταν προχωρήσει στις εξαγγελθείσες μονομερείς ενέργειες σε βάρος της συμφωνίας με την ΕΕ. Το επιχείρημά του είναι ότι όπως οι Βρυξέλλες είναι αυστηρές στην εφαρμογή της συμφωνίας για τη Βόρεια Ιρλανδία και ζητούν να ακολουθείται κατά γράμμα, έτσι και το Λονδίνο απαιτεί αντίστοιχη αντιμετώπιση των προνοιών της εμπορικής συμφωνίας για την αλιεία.

Στο ερώτημα ποιος είναι ο νικητής του αγγλογαλλικού «πολέμου», οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι είναι ο Μακρόν. Αν και το Παρίσι υποχώρησε στο θέμα των κυρώσεων, υπάρχει η εκτίμηση ότι ο Γάλλος Πρόεδρος επικοινωνιακά τουλάχιστον μπορεί να καυχιέται ότι έβαλε τους Βρετανούς στη θέση τους. Λίγες εβδομάδες πριν η εικόνα του είχε καταποντιστεί από την «πισώπλατη μαχαιριά» των αγγλοσαξόνων συμμάχων του με το σύμφωνο AUKUS. Τώρα φαίνεται να αποκτά νέα δυναμική. Πρόκειται να αναλάβει την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπου θα είναι ικανός να διαμορφώνει την ατζέντα, εκμεταλλευόμενος και το κενό εξουσίας που αφήνει η Άγκελα Μέρκελ. Στη σύνοδο των G20 στη Ρώμη, «ανάγκασε» τον πλανητάρχη Τζο Μπάιντεν να δικαιολογηθεί για το σύμφωνο AUKUS, την ώρα που ο Πρωθυπουργός της Αυστραλίας, Σκοτ Μόρισον, επιβεβαίωσε τις καταγγελίες του ότι «είναι ψεύτης» με τη διαρροή ενός sms.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή