Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι βρετανικές μη κυρίαρχες περιοχές των βάσεων και ο μύθος των «ενοικίων»

Δημοσιεύτηκε στις

«Οι κυρίαρχες βρετανικές βάσεις, σύμφωνα με τη Συνθήκη, παραμένουν βρετανικό έδαφος, και θα είναι σαν «αποικίες»

γράφει η Φανούλα Αργυρού*

Η Βρετανία το 1959 ξεκίνησε ζητώντας 170 τετραγωνικά μίλια για βάσεις και κατέληξε στα 99. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος υποστήριζε 80, ο Στρατηγός Γρίβας Διγενής  36-40. Διαχρονικά επιβεβαιώθηκε ότι ακόμα και η  αρχική προσφορά Γρίβα κάλυπτε και ξεπερνούσε τις βρετανικές στρατιωτικές ανάγκες.

Το Νοέμβριο του 1959 το Γρ. Αποικιών εισηγείτο μια διευθέτηση ενοικιαγοράς για 30 χρόνια… και σε περίπτωση ναυαγίου,  ετοίμασαν και σχέδια για αποχώρηση από την Κύπρο κρατώντας μόνο το Ακρωτήρι/Επισκοπή ως «κυρίαρχη» περιοχή κτλ.  Τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία. Η δε λέξη  «κυρίαρχες» προστέθηκε ως ασφαλιστική δικλείδα για αντιμετώπιση δικών μας αντιδράσεων. Είχε αποφασιστεί στις συνεδρίες μεταξύ ΗΒ, Ελλάδας και Τουρκίας πριν τις 19 Φεβρουαρίου 1959. Παρόλο που γνωρίζουν και το τονίζουν διαχρονικά στα έγγραφά τους ότι η παρουσία τους στο νησί ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΘΕΛΗΣΗ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ…

«Οι κυρίαρχες βρετανικές βάσεις, σύμφωνα με τη Συνθήκη, παραμένουν βρετανικό έδαφος, και για λόγους διεθνών καταστάσεων θα είναι σαν «αποικίες» αν και εσωτερικά η Δημοκρατία θα εφαρμόζει πολλές από τις κυβερνητικές αρμοδιότητές της. Για πολιτικούς λόγους, όμως, θα αποφεύγεται η λέξη «αποικία». Για τους ίδιους λόγους υπεύθυνο στο Whitehall δεν θα είναι το Γραφείο Αποικιών αλλά το Υπουργείο Αεροπορίας». (Ιανουάριος 1960)

Αργότερα το υπ. Αεροπορίας διαλύθηκε και όλα εντάχθηκαν κάτω από το Υπ. Άμυνας.  (Από το βιβλίο γράφουσας και Ανδρέα Παπακωνσταντίνου «Η Κύπρος στο Σφυρί» Λονδίνο 1991).

Aποικιακά κατάλοιπα – Γνωμάτευση Ανωτάτου Δικαστηρίου Λονδίνο (SupremeCourt) 30.7.2018

Τελικά την επιβεβαίωση ότι δεν είναι «κυρίαρχες» αλλά ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ μας την έδωσε με τη γνωμάτευσή του το  Ανώτατο Δικαστήριο στο Λονδίνο στις  30.7.2018. Το Ανώτατο Δικαστήριο (στα πλαίσια μιας άλλης υπόθεσης που σχετιζόταν με τις βάσεις) με 7 Δικαστές απέρριψε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου ότι το 1960 οι «Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων» μετατράπηκαν σε νέες οντότητες (new entities) που δημιουργήθηκαν το 1960 και που απέκτησαν ξεχωριστό καθεστώς και γνωμάτευσε -το Supreme Court- ότι οι περιοχές των βάσεων είναι αποικιακά κατάλοιπα. 

http://www.bailii.org/ew/cases/EWCA/Civ/2017/397.html  

Σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά η συγκεκριμένη αναφορά: «Οι Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας αποτελούνται από εκείνα τα κομμάτια της αποικίας Κύπρου που δεν ανακηρύχθηκαν ως Ανεξάρτητη Κυρίαρχη Δημοκρατία της Κύπρου με το CyprusAct1960 και παρέμειναν στη δικαιοδοσία της κυριαρχίας της Αυτού Μεγαλειότητας. Αυτές (δηλαδή οι Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων) πρέπει να θεωρούνται, επομένως, ως να αποτελούν μια αποικία που αποκτήθηκε από κατάκτηση ή εκχώρηση στις 5 Νοεμβρίου του 1914»).(Όταν το Ηνωμένο Βασίλειο προσάρτησε την Κύπρο)

(Άρθρο γράφουσας «Απόφαση σταθμός Ανωτάτου Δικαστηρίου Η.Β για Βρετανικές Βάσεις» Sigmalive 2.8.2018)

Η Συμφωνία για Οικονομική Βοήθεια 1960 Παράρτημα R

Στο  Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας υπάρχει το Παράρτημα R(AppendixR) με τίτλο « Οικονομική βοήθεια στην Κυπριακή Δημοκρατία» το οποίο καλύπτει την ανταλλαγή Σημειώσεων μεταξύ του Αντιπροσώπου του ΗΒ που υπέγραψε την  Συνθήκη Εγκαθίδρυσης (Κυβερνήτη Σερ Χιού Φούτ) και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Δρ. Κουτσιούκ, βάσητου οποίου,  η κυβέρνηση του ΗΒ της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας θα πλήρωνε στην Κυβέρνηση της ΚΔ υπό μορφή χορηγήσεως (grant) το ποσό των £12 εκ για την περίοδο 5 χρόνων που θα τελείωνε στις 31 Μαρτίου 1965. (£4 εκ μέχρι 31.3.1961, £3 εκ μέχρι 31.3.1963, £2 εκ μέχρι 31.3.1963, £1.5 εκ μέχρι 31.3.1964 και £1.5 εκ μέχρι 31.3.1965).

Το Παράρτημα R

«Εντός έξι μηνών,  αμέσως μετά την 31.3.1965, και πριν το τέλος κάθε πενταετίας, από το 1965 και μετά,  η Κυβέρνηση του ΗΒ θα αναθεωρεί, με διαβούλευση με την Κυπριακή Δημοκρατία, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές ανάγκες της ΚΔ, και θα αποφασίζει το ποσό οικονομικής  βοήθειας (financial assistance) που θα δίνει στην Κυβέρνηση της ΚΔ…»

Η τελευταία παράγραφος της πιο πάνω Σημείωσης (Note) γράφει «…Αν τα πιο πάνω είναι αποδεκτά στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, αυτή η Σημείωση, με την απάντησή σας, θα αποτελούν μια συμφωνία για αυτό το θέμα μεταξύ της Κυβέρνησης του ΗΒ και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας…». Αμφότεροι Μακάριος και Κουτσιούκ απάντησαν θετικά.

Ο Denis Healey 24.2.1965 καλώντας το Υπ. Οικονομικών να πληρώσει

Οι χορηγίες «Ενοίκια»

Η Βρετανία  το Μάρτιο του 1965 αποπλήρωσε σε λογαριασμό της ΚΔ στο Λονδίνο την τελευταία δόση του £1 ½ εκ  – με επιμονή του τότε Υπ. Άμυνας  Ντένις Χίλι (Denis Healey πέθανε το 2015)  καθώς διαφώνησε με  το Φόρειν Όφις.  Το Φόρειν ΄Οφις έκτοτε εκμεταλλεύθηκε την τουρκική προτροπή ότι οποιαδήποτε άλλη χορηγία έπρεπε να μοιράζεται με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, η  οποία είχε αυτό-εγκλωβιστεί στα βόρεια της νήσου μετά το αποτυχημένο πραξικόπημά της το 1963/64 να διαλύσει την ΚΔ. Έτσι τερμάτισε τις χορηγίες με την δικαιολογία πως οποιαδήποτε περαιτέρω βοήθεια έπρεπε να καθυστερήσει μέχρι που οι συνθήκες στο νησί είναι τέτοιες ώστε να διασφαλίζεται ότιαπό την βοήθεια θα επωφελείται  όλος ο πληθυσμός της Κύπρου.

Το 1973 και αρχές του 1974 η κυπριακή κυβέρνηση, η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, επανέφερε  επιτακτικά το θέμα,  απαιτώντας τις καθυστερημένες χορηγίες. Οι εν λόγω χορηγίες θεωρούνται ως βοήθεια στην ΚΔ  για τις διευκολύνσεις (και όχι καθεαυτό «ενοίκια» ) που απολαμβάνουν έκτοτε οι Βρετανοί με την ελευθερία κινήσεών τους σε ολόκληρη τη νήσο και τα «retained sites» -περιοχές που δεν περιλαμβάνονται ως «κυρίαρχες». Το 1960 τα «retained sites» («διατηρούμενες περιοχές») αριθμούσαν κάπου 39.   Μετά την  ανεξαρτησία, από την  δεκαετία του 1960 το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε να επιστρέφει πολλά από τα «retainedsites». Σήμερα αυτά αριθμούν 12 ή 13. Τρία βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές γι΄αυτό δεν χρησιμοποιούνται.  (Σχετική δήλωση στη Βουλή των Κοινοτήτων 19 Ιανουαρίου 2005.)

Στις 14 Μαΐου 1974και λόγω των παραστάσεων της ΚΔ για τις καθυστερημένες χορηγίες,  με επιστολή του προς τον  Field Marshal, Chief of the Defence Staff στο Υπουργείο Άμυνας στο Λονδίνο, ο Air Marshal, Sir John Aiken από τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο,  υποστήριξε την θέση του Υπάτου  Αρμοστού Στίβεν ΄Ολβερ,  ο οποίος στις 13 Μαΐου 1974  σύστηνε όπως πληρωθούν οι καθυστερημένες χορηγίες. Ο Sir John Aiken,  μάλιστα ζητούσε από το Υπουργείο ΄Αμυνας όπως ξεπεραστούν και οι  οποιεσδήποτε δικαιολογίες θα προέβαλε το Φόρειν Όφις για την μη πληρωμή τους.  Και συμπλήρωσε: « Αν ακολουθούνταν οι συμβουλές προκατόχων μου από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και καταβάλλονταν ικανοποιητικές πληρωμές στην Δημοκρατία για διευκολύνσεις που απολαμβάνουμε δεν θα είχαμε σήμερα το υπέρογκο ποσό των καθυστερημένων πληρωμών (που τον Σεπτέμβριο του 1973 είχαν φθάσει τα £75 εκ).  Ας δεχθούμε την πρόταση του Προέδρου (Μακαρίου) για διευθέτηση με το ποσό των £10 εκ και ας κάνουμε μια νέα αρχή για μελλοντικές ανάγκες, θα βοηθηθεί και ο Μακάριος σε σχέση με τις επικρίσεις της αριστεράς εναντίον των βάσεων. Αν οι υπουργοί αποφασίσουν να συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε το ΣΕΝΤΟ (και το ΝΑΤΟ) από εδώ (Κύπρο) με ελαττωμένη π.χ. παρουσία, τότε δεν αμφιβάλω ότι θα πρέπει να πληρώσουμε τα καθυστερημένα και να κάνουμε μια νέα συμφωνία. Άν όχι,  τότε το όλο θέμα είναι πλέον στην δικαιοδοσία του  Υπ. Εξωτερικών να κρίνει όπως νομίζει».

1982 – Ο Τ/κ ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς  στις 17.5.1982 σε συνάντησή του με τον Βρετανό ΄Υπ. Αρμοστή στη Λευκωσία συνοδευόμενος από τον Κενάν Ατακόλ τους ομολόγησε ότι από τη πρώτη χορηγία των £12 εκ η Κυπριακή Δημοκρατία είχε δώσει  στην Τ/κ κοινότητα  £1 ½ εκ. Δεν το δημοσιοποίησε τους είπε,  για να μην τους δημιουργήσει πρόβλημα! Και ήλπιζε  αν διδόταν και άλλη χορηγία και αυτή θα μοιραζόταν με την Τ/κ κοινότητα. Τότε η ΚΚ είχε εγείρει ξανά το θέμα με τον Υπ. Εξωτερικών Νίκο Ρολάνδη αλλά με το πρώτο όχι του Λονδίνου το θέμα έπεσε στα μαλακά… Όπως συνέβη διαχρονικά.

1983– Το Φόρειν ΄Οφις αρνείτο ότι χρωστούσε χορηγίες ή «ενοίκια», έγραψε: «¨Το 1978 κάναμε μια προσφορά να τους δώσουμε δάνειο £7.5 εκ για τις μετά την εισβολή ανάγκες. Οι Κύπριοι δεν το δέχθηκαν. Ισχυρίζονται ότι τους χρωστούμε £250 εκ. Παρόλη τη διαμάχη αυτή οι Κύπριοι είναι συνεργάσιμοι στην ομαλή λειτουργία των βάσεων». 

Ο Ν. Ρολάνδης απορρίπτει το δάνειο – η Κύπρος ζητούσε χορηγία £200 εκ.

Στις 21 Ιουνίου 1979 σε συνάντηση του στο Φ.Ο  ο Νίκος Ρολάνδης απέρριψε το δάνειο των £7.5 εκ και τους είπε ότι η  Κύπρος ζητούσε χορηγία άνω των £200 εκ.

Η ΚΚ δικαιολογημένα απέρριψε την προσφορά «δανείου». Οι υποχρεώσεις του ΗΒ προς την ΚΔ απορρέουν τόσο από την συμφωνία που ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα για οικονομική βοήθεια (χορηγίες) προς την ΚΔ,  όσο και από κοινή λογική. Εφόσον απολαμβάνουν δίχως να πληρώνουν γρόσι για 45 χρόνια, ελεύθερα ως «αφέντες» όλων των ειδών των διευκολύνσεων σε ολόκληρη την ΚΔ και στα αποικιακά τους κατάλοιπα. Πέραν του ότι στις «κυρίαρχες» στρατιωτικές περιοχές Ακρωτηρίου και Δεκέλειας και “retained sites”  για δεκαετίες προσέφεραν (και προσφέρουν) εξυπηρετήσεις τόσον προς τους Αμερικανούς όσο και για λογαριασμό του ΝΑΤΟ…

Το μόνο κυρίαρχο παραμένει η ΚΑΛΗ ΘΕΛΗΣΗ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ…

*Ερευνήτρια/δημοσιογράφος

ΠΗΓΗ: ΣΗΜΕΡΙΝΗ 7/11/2021

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις40 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή