Διεθνή
Οθωμανική στρατηγική υποχρεωτικής μετανάστευσης και αποικισμού
Aπό το «Sürgün» του 1571 στις σημερινές ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές από την Τουρκία στην Κύπρο
Το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης και το ζήτημα του προσφυγικού στην Κύπρο επανήλθαν έντονα εκ νέου στον δημόσιο διάλογο. Αφορμή ήταν δημοσιεύματα της περασμένης Κυπριακής, που επέκριναν τον ίδιο τον Υπουργό Εσωτερικών Νίκο Νουρή.
Μια άλλη σημαντική εξέλιξη που προέκυψε μέσα στη βδομάδα ήταν η υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας με το Ισραήλ για εγκατάσταση ηλεκτρονικού συστήματος επιτήρησης της «Πράσινης Γραμμής», με απώτερο στόχο τον περιορισμό της παράνομης διακίνησης από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Χωρίς αμφιβολία, μεγάλο μέρος των μεταναστευτικών ροών ενθαρρύνεται και υποκινείται από Τούρκους λαθρεμπόρους. Για να κατανοήσει κανείς τους απώτερους στόχους της Τουρκίας, που ανέλαβε ρόλο τροχονόμου μεταναστών-προσφύγων και άλλων πληθυσμών, θα πρέπει να ανατρέξει στις οθωμανικές πρακτικές προηγούμενων αιώνων. Στην παρούσα ανάλυση εξετάζεται η οθωμανική στρατηγική της υποχρεωτικής μετανάστευσης και των απελάσεων κυρίως προς την Κύπρο αλλά και άλλες περιοχές.
Sürgün – Στόχοι και σκοποί
H μετανάστευση με τον εξαναγκασμό και ο εποικισμός άλλων περιοχών από την Οθωμανική Διοίκηση είχε διάφορους αλληλένδετους σκοπούς και στόχους: Στρατηγικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, εμπορικούς, θρησκευτικούς και ασφαλώς δημογραφικούς. Ένας από τους πιο σημαντικούς μελετητές της πρώιμης οθωμανικής περιόδου τον περασμένο αιώνα, ο Halil Inalcik, έχει κάνει πολυάριθμες έρευνες στο θέμα της μεταφοράς πληθυσμού. Στο πολύτιμο άρθρο του «Οθωμανικές μέθοδοι κατάκτησης», που δημοσιεύθηκε το 1954, επισημαίνει πως ο κρατικά μεθοδευμένος εκτοπισμός και μετανάστευση κατέχουν μια σημαντική θέση στο ευρύτερο πρότυπο της οθωμανικής επέκτασης.
Στην τουρκική-οθωμανική ορολογία υπήρχε μάλιστα και η λέξη sürgün (απέλαση, μεταφορά) που νοηματοδοτούσε κυρίως δύο καταστάσεις. Πρώτον, όριζε την αναγκαστική μετανάστευση ή εξορία, που επιβλήθηκε στους αντιφρονούντες είτε προσωρινά είτε μόνιμα από την Πύλη, για να διατηρηθεί η πολιτική σταθερότητα στον τόπο από τον οποίο απομακρύνθηκαν. Δεύτερον, και πιο σημαντικό σε σχέση με τους Έλληνες-Χριστιανούς, Αρμενίους ή Εβραίους, το Sürgün προσδιορίζει την οθωμανική πολιτική μεταφοράς πληθυσμού, σύμφωνα με την οποία μεγάλος αριθμός ανθρώπων αναγκάστηκαν να μετεγκατασταθούν για στρατηγικούς σκοπούς.
H πιο κατατοπιστική μελέτη της χρήσης του Sürgün στην οθωμανική ιστορία παραμένει η σειρά άρθρων που δημοσιεύτηκε από τον Omer Lufti Barkan, μεταξύ των ετών 1949 και 1953, με τον τίτλο «Οι μεταφορές πληθυσμών ως μέθοδος εγκατάστασης και αποικισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία». Ο Barkan παρουσιάζει το Sürgün ως σημαντικό στοιχείο στο μεγάλο δημογραφικό κίνημα που στήριξε την ίδρυση και ανάπτυξη της Oθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μελέτη επικεντρώνεται στον αποικισμό της Ρόδου και της Κύπρου, την εγκατάσταση Τούρκων στη Ρούμελη, τη μετεγκατάσταση νομάδων και τη μεταφορά μελών ή της άρχουσας τάξης, τόσο Χριστιανών όσο και Μουσουλμάνων. Παράλληλα στο άρθρο του με τίτλο «Μέθοδος εγκατάστασης και εποικισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις εξορίες» υποστηρίζει πως, πέρα από τη στρατιωτική σκοπιμότητα, οι απελάσεις από τους Οθωμανούς και η πολιτική επανεγκατάστασης των μεταναστών συνοδευόταν τις πλείστες φορές με πολιτικά κίνητρα ή στόχους. «Η επανεγκατάσταση Τούρκων και μουσουλμάνων μεταναστών μεταξύ των “εχθρικών” στοιχείων και η μετακίνηση χριστιανών από τα κατακτημένα εδάφη αντιμετωπίζονταν ως προϋπόθεση της ασφάλειας και της τάξης», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Εποικισμός αντί στρατός
Οι Οθωμανοί διαπίστωσαν εξ αρχής ότι ο αποικισμός είναι το πιο αποτελεσματικό και σημαντικό εργαλείο για την επίτευξη μακροπρόθεσμου ελέγχου της γης. Η στρατιωτική κατοχή από μόνη της αποδείχθηκε επωφελής σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμα, αλλά είχε μειονεκτήματα αναφορικά με την παγίωση της εξουσίας σε μια περιοχή. Επιπλέον, η τοποθέτηση στοιχείων του κεντρικού στρατιωτικού σώματος στερούσε πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό και αντλούσε άμεσα στους υλικούς πόρους του κράτους. Από την άλλη, η μόνιμη μεταφορά και εγκατάσταση κοινοτήτων σε άλλες περιοχές, αποδείχθηκε ένα αυτοσυντηρούμενο μέσο ελέγχου που είχε ελάχιστες επιπτώσεις στον κεντρικό κρατικό μηχανισμό.
Ο χαρακτήρας της κατοχής και του εποικισμού ήταν συχνά στενά συνδεδεμένος με τον επιθυμητό βαθμό ελέγχου σε αυτό το έδαφος. Η εφαρμογή μιας προσπάθειας εποικισμού, ο αριθμός και το είδος των ανθρώπων που μετέφεραν σε μια επικράτεια, συχνά συνδέονταν με τον βαθμό ελέγχου που απαιτείται για μια συγκεκριμένη περιοχή. Η Βουλγαρία, για παράδειγμα, ήταν ζωτικής σημασίας για το δυτικό μέτωπο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και για την υπεράσπιση της καρδιάς του κράτους – υπήρχε πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων που μεταφέρθηκαν εκεί. Ο αυστηρός έλεγχος της Αλβανίας, μιας περιοχής ζωτικής σημασίας για τους ψυχρούς πολέμους της Αυτοκρατορίας με τη Βενετία, εξετάζεται επίσης υπό αυτό το πρίσμα.
Μέθοδοι δημογραφικής μηχανικής
Επιπλέον, ο εποικισμός εδαφών συχνά λειτούργησε προς τη μακροπρόθεσμη δημογραφική αλλαγή, συμπεριλαμβανομένης της μεταμόρφωσης του χαρακτήρα και της τελικής ταυτότητας εκείνων που αποτελούσαν τους κατοίκους μιας περιοχής. Αυτό επιτεύχθηκε τόσο μέσω της εισροής νέων δημογραφικών στοιχείων όσο και μέσω της πρόκλησης αλλαγής στον γηγενή πληθυσμό, συνήθως με τη μορφή θρησκευτικής μεταστροφής ή γλωσσικής και πολιτισμικής αφομοίωσης. Αυτό πράγματι αποδείχθηκε κρίσιμη δύναμη στην ιστορία της τουρκικής κυριαρχίας στην Ανατολία και σε μικρότερο βαθμό σε μέρος των Βαλκανίων.
Επιδεικνύοντας την επιθυμία να αξιοποιήσει άλλες πηγές ανθρώπινου δυναμικού για την εκπλήρωση των στόχων ασφαλείας, η οθωμανική κυβέρνηση ωθούσε νέους από την τάξη των πολιτών/αγροτών επιλέξιμους για στρατιωτικές θέσεις κατά τη διάρκεια του εποικισμού της Κύπρου. Δεν μπορεί επίσης να είναι τυχαίο ότι ο μεγαλύτερος αριθμός μεταναστών που φτάνουν από την Τουρκία σήμερα στην Κύπρο είναι επίσης άνδρες νεαρής ηλικίας.
Κατάκτηση Κύπρου και απογραφή
Την εποχή των Οθωμανών Τούρκων στην Κύπρο, που διήρκεσε από το 1571 έως το 1878, η φεουδαρχική πρακτική καταργήθηκε, αναστηλώθηκε η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και τουρκικές οικογένειες από την Ανατολία εγκαταστάθηκαν στο νησί μας, ως απαίτηση της κεντρικής κρατικής πολιτικής. Αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση οι Τούρκοι ίδρυσαν το Κυβερνείο τους στη Λευκωσία. Ο πρώτος Γενικός Κυβερνήτης της Κύπρου ήταν ο Σερντάρ Μουζαφέρ Πασάς και ο πρώτος Καδής (ιεροδίκης που δικάζει με βάση τον θρησκευτικό νόμο της σαρία), ήταν ο Εκμέλ Εφέντι.
Με το αυτοκρατορικό διάταγμα της 9ης Οκτωβρίου 1571, ο Σινάν Πασάς διορίστηκε ως ο Γενικός Κυβερνήτης και διατάχθηκε να κάνει απογραφή πληθυσμού και να μάθει ποιο σύστημα διακυβέρνησης θα ακολουθούσε. Σύμφωνα με οθωμανικά ιστορικά αρχεία, εκείνην την εποχή ζούσαν 150 χιλιάδες άνδρες, εκ των οποίων 18 χιλιάδες ήταν φορολογούμενοι και 30 χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες. Η μεταφορά Τούρκων στο νησί για την ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου υλοποιήθηκε μέσω της υποχρεωτικής μετανάστευσης κοινοτήτων, κυρίως από την Ανατολία.
Επιπλέον η πρακτική της εξορίας, που χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός της κρατικής πολιτικής στο οθωμανικό-τουρκικό σύστημα, δεν ήταν απολύτως αναγκαστική, αλλά πραγματώθηκε μέσω αυτών που επιθυμούσαν να ζήσουν μια πιο άνετη ζωή στην κατακτημένη γη. Αυτό έγινε και γίνεται και σήμερα με τους Τούρκους εποίκους στα κατεχόμενα μετά την τουρκική εισβολή.
Οι Οθωμανοί ανακοίνωσαν τότε και κίνητρα για τη στρατηγική-μετανάστευση δηλώνοντας ότι δεν θα ληφθεί φόρος από τις τουρκικές οικογένειες που αποφάσιζαν να εγκατασταθούν στο νησί για περίοδο 2 ετών. Σε οθωμανικό έγγραφο ημερομηνίας 9 Απριλίου 1571 σχετικά με τη μεταφορά πληθυσμού από την Ανατολία στην Κύπρο, σημειώνεται πως δόθηκε μια «οδηγία να μη δεσμεύονται οι οικογένειες που ζουν στην περιφέρεια της Καραμανίας που θέλουν να μεταναστεύσουν με τη θέλησή τους και μάλιστα να τους ενθαρρύνει να το πράξουν».
Εκτελέσεις «απρόθυμων» και οι «αιρετικοί»
Όπως σημειώνει ο Vamık D. Volkan στο βιβλίο του «Cyprus-Warand Adaptation», μόνο το 1/3 από αυτούς που μεταφέρθηκαν στην Κύπρο πήγαν οικειοθελώς, ενώ για όσους απρόθυμους αποστάτες προσπάθησαν να δραπετεύσουν, ο Σουλτάνος διέταξε τον απαγχονισμό τους. Αυτή η μέθοδος της «αναγκαστικής εξορίας» υιοθετήθηκε τόσο σοβαρά, που η αυτοκρατορική διαταγή περιελάμβανε πρόταση για καταγραφή λεπτομερέστατων περιγραφών όλων των μεταφερθέντων στην Κύπρο, ώστε οι υπάλληλοι στο νησί να μπορούν να το επιβεβαιώσουν πως όλοι είχαν συμμορφωθεί.
Στην περίπτωση της Κύπρου, τα κριτήρια επιλογής στόχευαν τόσο εκείνα τα άτομα που βρίσκονται στην περιφέρεια της κοινωνίας και της οικονομίας -όσους είχαν λίγη έκταση γης ή καθόλου, αγρότες, πρόσφατους μετανάστες, άνεργους, καθώς και όσους καταδικάστηκαν για μικροαδικήματα όπως τοκογλυφία- καθώς και όσους είχαν εμπορικές δεξιότητες – τσαγκάρηδες, υφασματοποιοί, μάγειρες, κηροποιοί, βυρσοδέψες, σιδηρουργοί κ.ά..
Το 1577-78 δόθηκε εντολή από τον Μουράτ Β΄ προς τον γενικό κυβερνήτη του Σουλτανάτου του Ρουμ στην Κεντρική Ανατολία, που δήλωνε ότι εάν χρειαζόταν, αντί να εκτελεστούν, οι «αιρετικοί» Κιζιλπάσιδες (κοκκινοκέφαλοι – τουρκομάνοι με περσικές καταβολές) θα έπρεπε να τιμωρούνται με απέλαση στην Κύπρο. Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο κατεχόμενος σήμερα Τράχωνας στην επαρχία Λευκωσίας ονομάζεται στα τουρκικά «Kizilbash».
Κατά προσέγγιση 30.000 Τούρκοι είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα και αυτή η μέθοδος αποικισμού χρησιμοποιήθηκε μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα. Οι Τούρκοι της Ανατολίας κατάφεραν σταδιακά να φτάσουν το 1/3 του πληθυσμού του νησιού και, σύμφωνα με όσα καταγράφει ο Halil lnalcık στο βιβλίο του «Kıbrıs’ta Türk İdaresi Altında Nufus», υπολογίζεται ότι ο τουρκικός πληθυσμός στην απογραφή του 1777 ανήλθε σε 47 χιλιάδες, από σύνολο 84 χιλιάδων.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

