Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Επιστολή σε ΟΗΕ: Η Τουρκία επαναφέρει την συζήτηση για κυριαρχία νησιών, χωρικά ύδατα

Δημοσιεύτηκε στις

Το σύνολο της αναθεωρητικής ατζέντας της εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου επαναφέρει η Άγκυρα με επιστολή στον ΟΗΕ

Νίκος Μελέτης

Το σύνολο της αναθεωρητικής ατζέντας της εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου επαναφέρει η Άγκυρα με επιστολή του Μονίμου Αντιπροσώπου Φ. Σινιρίογλου στον ΟΗΕ με την οποία επιχειρεί να απαντήσει στην ομιλία του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αλλά και τις περιφερειακές συνεργασίες της χώρας και τις Συμφωνίες που υπέγραψε το τελευταίο διάστημα με Γαλλία και ΗΠΑ.

Ο τούρκος Μόνιμος Αντιπρόσωπός κάνει λόγο για «κακοπροαίρετη» στάση της Ελλάδας και προσπάθεια του Κ. Μητσοτάκη να διαστρεβλώσει την εικόνα των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και επαναφέρει τους ισχυρισμούς για δήθεν παραβίαση των διεθνών Συνθηκών από την Ελλάδα.

Η Τουρκία κατηγορεί την Ελλάδα ότι δεν θέλει τον διάλογο σπεύδοντας όμως να βάλει στην ατζέντα όλο το πλαίσιο των διεκδικήσεων της. Όπως επισημαίνει ο κ.Σινιρίογλου στον διάλογο θα πρέπει να τεθεί όχι μόνο η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας αλλά και το εύρος των χωρικών υδάτων και του εθνικού εναέριου χώρου, η κυριαρχία σε νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, η αποστρατικοποίηση των νησιών και οι περιοχές αρμοδιοτήτων FIR, SAR, NAVTEX.

Όμως η Τουρκία δεν μπορεί να κρύψει την ενόχληση και τον προβληματισμό της για τις κινήσεις που έχει κάνει η Ελλάδα σε διπλωματικό επίπεδο. Στην επιστολή η τουρκική πλευρά προσπαθεί να εμφανίσει ως απειλή για την ασφάλεια τις Τριμερείς και περιφερειακές συνεργασίες στις οποίες συμμετέχει η Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι έχουν αντιτουρκικό πρόσημο, ενώ καταγγέλλει και τις Συμφωνίες της χώρας μας με «τρίτες χώρες» δείχνοντας έτσι την ενόχληση της για τις Συμφωνίες με την Γαλλία, τις ΗΠΑ αλλά και με τα ΗΑΕ, που ειχαν στρατηγικό χαρακτήρα.

Η τουρκική επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 2021(A/76/559):

«Επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 2021 του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας προς τα Ηνωμένα Έθνη απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα Σας απευθύνω επιστολή σχετικά με τις αναφορές του Πρωθυπουργού της Ελλάδας Κυριάκου Μητσοτάκη στη χώρα μου, στη δήλωσή του κατά τη διάρκεια της γενικής συζήτησης της εβδομηκοστής έκτης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ατυχές το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας παρουσίασε για άλλη μια φορά μια στρεβλή άποψη για τις τρέχουσες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και για το Κυπριακό, προκειμένου να προβάλει αβάσιμους ισχυρισμούς κατά της Τουρκίας. Τους απορρίπτουμε κατηγορηματικά στο σύνολό τους. Αυτή η κακοπροαιρετη στάση της Ελλάδας δεν μπορεί σε καμία καμία στιγμή να συμβάλει σε ένα περιβάλλον ευνοϊκό για τη συνεργασία και την καλή γειτονία.

Η ρητορική που χρησιμοποιεί η Ελλάδα στη Γενική Συνέλευση και οι επιτόπιες ενέργειές της δείχνουν έντονες ασυνέπειες. Ενώ η Ελλάδα παρουσιάζεται ως ο «πρωταθλητής» του διεθνούς δικαίου, επιμένει στην ουσιαστική παραβίαση των διεθνών συνθηκών που είναι ζωτικής σημασίας για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή στις διατάξεις αποστρατικοποίησης των ειρηνευτικών Συνθηκών της Λωζάνης του 1923 και του Παρισιού του 1947, όπως τονίζεται στις επιστολές μου της 30ής Σεπτεμβρίου 2021(A/76/379-S/2021/841) και 30 Ιουλίου 2021 (A/75/961-S/2021/651).

Η Τουρκία επαναλαμβάνει την έκκλησή της προς την Ελλάδα να συμμορφωθεί με τις διατάξεις των Συνθηκών αυτών και να επαναφέρει το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Επιπλέον, η Ελλάδα δυστυχώς εξακολουθεί να αγνοεί μία από τις βασικές αρχές που διέπουν το διεθνές νομικό πλαίσιο σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας, δηλαδή την αρχή της δίκαιης οριοθέτησης. Η Ελλάδα επιδιώκει μαξιμαλιστικές συνοριακές αξιώσεις στην περιοχή, αγνοώντας παράλληλα τα κυριαρχικά δικαιώματα και τα νόμιμα συμφέροντα της Τουρκίας.

Το πιο εμφανές παράδειγμα αυτής της πολιτικής παρατηρήθηκε τον Αύγουστο του 2020, όταν η Ελλάδα υπέγραψε εσπευσμενα την λεγόμενη συμφωνία οριοθέτησης με την Αίγυπτο, την παραμονή της επανάληψης των διμερών συνομιλιών με την Τουρκία. Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η εν λόγω συμφωνία παραβιάζει τα εγγενή δικαιώματα της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει σαφώς στο πνεύμα των σχέσεων καλής γειτονίας.

Εάν η Ελλάδα είναι ειλικρινής στην έκκλησή της για ειρηνική επίλυση των διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών, τότε πρέπει πρώτα να εγκαταλείψει αυτά τα μαξιμαλιστικά αιτήματα.

Πρέπει επίσης να σταματήσει να υπεραπλουστεύει τα εκκρεμή ζητήματα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Τα ζητήματα αυτά αποτελούν ένα ολοκληρωμένο πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει επίσης την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, το εύρος των χωρικών υδάτων και του εθνικού εναέριου χώρου, την κυριαρχία των νησιών, των νησίδας και των βράχων που δεν παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα μέσω έγκυρων διεθνών μέσων, την παραβίαση του αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα και το ζήτημα των περιοχών Υπηρεσιών (FIR, SAR και NAVTEX).

Παρά το γεγονός αυτό, η Ελλάδα προσπαθεί να παρουσιάσει την κατάσταση σαν να υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα μεταξύ των δύο κρατών, δηλαδή η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Χωρίς σωστή διάγνωση των διαφορών και πραγματική βούληση για την επίλυσή τους, απλώς θα διακινδυνευσουμε να υπονομεύσουμε τους μηχανισμούς διαλόγου που έχουν ήδη δημιουργηθεί για την επίλυση αυτών των εκκρεμών ζητημάτων.

Από την πλευρά της, η Τουρκία έχει συμμετάσχει στους 63 γύρους συμβουλευτικών συνομιλιών και έχει συμμετάσχει σε πολιτικές διαβουλεύσεις με την Ελλάδα με εποικοδομητική προσέγγιση, και θα συνεχίσει να το πράττει. Είναι επίσης λυπηρό το γεγονός ότι, στο περιφερειακό πλαίσιο, η Ελλάδα και η ελληνοκυπριακή πλευρά έχουν ξεκινήσει μια προσπάθεια δημιουργίας των λεγόμενων μηχανισμών περιφερειακής συνεργασίας, τα οποία βασίζονται εγγενώς στην εχθρότητα κατά της Τουρκίας και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο για την προώθηση των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων και των στενών συμφερόντων του Ελληνικου- Ελληνοκυπριακού διδύμου.

Αυτό το δίδυμο επίσης καταβάλλει κάθε προσπαθεια για να εκμεταλλευτεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και να τη χρησιμοποιήσει ως ασπίδα για την αντιτουρκική ατζέντα της. Πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ελλάδας, όπως η υπογραφή συμφωνιών αμυντικής συνεργασίας με τρίτες χώρες, αποτελούν περαιτέρω κίνδυνο για την περιφερειακή σταθερότητα.

Η Τουρκία θα συνεχίσει να υπερασπίζεται αποφασιστικά τα ζωτικά της συμφέροντα στην περιοχή. Η Τουρκία πρότεινε επίσης, τον Σεπτέμβριο του 2020, τη διεξαγωγή διάσκεψης χωρίς αποκλεισμούς για τον EastMed, με σκοπό την έναρξη, μεταξύ των σχετικών παραγόντων, διαλόγου για τη συνεργασία και την προετοιμασία του δρόμου για την ειρηνική επίλυση των διαφορών στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτή η πρόταση εξακολουθεί να τίθεται επί τάπητος.

Όσον αφορά το Κυπριακό, θα ήθελα να υπογραμμίσω την υποστήριξή μας για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση, βασισμένη στην τρέχουσα πραγματικότητα στο νησί και μέσω ενός νέου πλαισίου που θα αποτελέσει αντικείμενο ελεύθερων διαπραγματεύσεων μεταξύ δύο ισότιμων κυρίαρχων μερών.

Οι προσπάθειες να υπαγορεύσουν τις παραμέτρους της λύσης είναι αντιπαραγωγικές και καταδικασμένες να αποτύχουν. Κατά τη διάρκεια περισσότερων από μισό αιώνα διαπραγματεύσεων, το ομοσπονδιακό μοντέλο έχει αποδειχθεί αδύνατο και ανέφικτο ως βιώσιμη διευθέτηση στην Κύπρο. Αυτό οφείλεται στην αδιαλλαξία της ελληνοκυπριακής πλευράς, η οποία πάντα αρνιόταν να μοιραστεί την εξουσία και την ευημερία με τον τουρκοκυπριακό λαό.

Το αίτημα της τουρκοκυπριακής πλευράς για διασφάλιση των εγγενών δικαιωμάτων τους, δηλαδή της κυρίαρχης ισότητας και του ισότιμου διεθνούς καθεστώτος, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Για το λόγο αυτό, η πρόταση που υπέβαλε ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου κατά τη διάρκεια της άτυπης πενταμερους συνάντησης συν τα Ηνωμενα Εθνη, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 27 έως τις 29 Απριλίου 2021 στη Γενεύη, παρέχει μια εποικοδομητική και ρεαλιστική επιλογή για μια δίκαιη και διαρκή διευθέτηση στην Κύπρο.

Εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, θα ήθελα να τονίσω για άλλη μια φορά την ετοιμότητα και την πλήρη υποστήριξη της Τουρκίας για τη διασφάλιση μιας δίκαιης, δίκαιης και ειρηνικής λύσης σε όλα τα εκκρεμή ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της δίκαιης οριοθέτησης των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας με όλα τα σχετικά παράκτια κράτη που αναγνωρίζει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, προκειμένου να συμβάλει περαιτέρω στη σταθερότητα και την ευημερία ολόκληρης της λεκάνης της Μεσογείου. Η Τουρκία πιστεύει ότι η οικοδόμηση ειρήνης και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο θα είναι δυνατή μόνο μέσω διαλόγου και συνεργασίας.

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να διανεμηθεί ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στα θέματα της ημερήσιας διάταξης 8 και 78 (α), και να δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Τμήματος Ωκεανών και Δικαίου της Θάλασσας, καθώς και στην επόμενη έκδοση του Δελτίου Δικαίου της Θάλασσας. Φεριντούν Χ. Σινιρλίογλου.»

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις20 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις50 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή