Διεθνή
Γιατί ο Ερντογάν «τζογάρει» με την τουρκική οικονομία
Ο Ερντογάν, αντί του στόχου να βάλει την Τουρκία στις 10 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, το 2023, θα την βγάλει από τους G-20
Το 2011, ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε θέσει ως στόχο το 2023, με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, η χώρα του να καταστεί μια από τις 10 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη με ΑΕΠ 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και κατά κεφαλήν εισόδημα 25.000 δολαρίων.
Όμως, και ενώ το 2022 είναι προ των πυλών, η Τουρκία απέχει παρασάγγας από τους στόχους που είχαν τεθεί και η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται. Το κατά κεφαλήν εισόδημα το 2020 υποχώρησε στα 8.500 δολάρια, ενώ το 2013 ήταν στα 12.600 δολάρια.
Όπως τονίζει σε ανάλυσή του o Καντρί Ταστάν της δεξαμενής σκέψης «Γερμανικό Ταμείο Μάρσαλ των Ηνωμένων Πολιτειών» (The German Marshall Fund of the United States) όχι μόνο η τουρκική οικονομία υποφέρει από μακροχρόνια δομικά προβλήματα, αλλά είναι θύμα των νομισματικών και πολιτικών επιλογών του Τούρκου ηγέτη. Με αποτέλεσμα, η Τουρκία να βιώνει μια κρίση με σοβαρές και κοινωνικές επιπτώσεις. Και μάλιστα, καθώς η χώρα βαδίζει προς τις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές του 2023, η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Ερντογάν ρισκάρει να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά παρά να λύσει προβλήματα. O εθνικισμός και η πολιτική της πόλωσης έχουν κυριαρχήσει στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, αλλά φαίνεται ότι η οικονομία είναι αυτή που θα καθορίσει το πολιτικό μέλλον της χώρας, όπως συνέβη το 2001 όταν η τότε οικονομική κρίση είχε βοηθήσει το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν να ανέλθει στην εξουσία.
Μετά από μεγάλη οικονομική κρίση και τριψήφιο πληθωρισμό τη δεκαετία του 1990, το 2001 ήταν αποφασιστική χρονικά για την μακροοικονομική σταθερότητα της Τουρκίας και την ενσωμάτωσή της στις παγκόσμιες αγορές. Εκείνη τη χρονιά, ξεκίνησε η υλοποίηση ενός μεγάλου οικονομικού προγράμματος με σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που υποστηρίζονταν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Την επόμενη χρονιά το AKP συνέχισε τις μεταρρυθμίσεις με επιτυχία. Το ΑΕΠ τριπλασιάστηκε από το 2001 έως το 2013, φτάνοντας στα 957 δισ. δολάρια. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν από 982 εκατ. δολάρια το 2000 στα 19,2 δισ. δολάρια το 2015. Μετά την τελωνειακή ένωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1996, οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο πλευρών αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ αύξηση καταγράφηκε και στις εμπορικές συναλλαγές της Τουρκίας με τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Οι εξαγωγές κατέγραψαν διαρκή άνοδο από το 2001 και μετά, φτάνοντας το 2008 στο ποσό των 130 δισ. δολαρίων.
Το οικονομικό θαύμα είναι παρελθόν
Όμως από το 2015, η τουρκική οικονομία απώλεσε τον δυναμισμό της και από το 2018 βυθίστηκε στην ύφεση. Η λίρα άρχισε να βρίσκεται υπό πίεση, ο πληθωρισμός να ανεβαίνει, η ανεργία να αυξάνεται, όπως και το ιδιωτικό χρέος. Όλα αυτά προκάλεσαν υποτίμηση-ρεκόρ του νομίσματος και διψήφιο πληθωρισμό. Έτσι, η τουρκική οικονομία υπέφερε ήδη όταν επλήγη από την πανδημία του κορονοϊού το 2020.
Οι περισσότερες από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις πραγματοποιήθηκαν όταν υπουργός Οικονομικών ήταν ο Κεμάλ Ντερβίς από το 2001 έως το 2002. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την «ανεξαρτησία» της κεντρικής τράπεζας, τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, τη διαφάνεια στις κρατικές προμήθειες και τη θεσμοθέτηση ανεξάρτητων εποπτικών μηχανισμών και διατηρήθηκαν και τα επόμενα χρόνια.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 έπληξε σφοδρά την τουρκική οικονομία, καθώς η ΕΕ αποτελεί την πιο σημαντική αγορά για τις εξαγωφές της Τουρκίας. Μετά την κρίση, η ροή κεφαλαίου στις αναδυόμενες αγορές ωφέλησε την τουρκική οικονομία, η οποία άρχισε να αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς. Όμως παρέμεινε εξαρτημένη από την εισροή ξένων, κυρίως βραχυπρόθεσμων, κεφαλαίων, γεγονός που οδήγησε στην κλιμάκωση του ιδιωτικού χρέους.
Όπως επισημαίνει ο Ταστάν, με το «πάγωμα» των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την ΕΕ επήλθε επιβράδυνση της διαδικασίας των πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα.
Η οικονομία θύμα της πολιτικής
Με τις μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του 2013, τις ολοένα και περισσότερες καταγγελίες για διαφθορά από το καθεστώς Ερντογάν και την κλιμακούμενη ένταση μεταξύ του AKP και του Φετουλάχ Γκιουλέν και του κύκλου του, η Τουρκία εισήλθε σε μια εποχή συνεχιζόμενων εντάσεων η οποία διήρκησε μέχρι το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016.
Οι πολιτικές αυτές κρίσεις συνέπεσαν με την αυξανόμενη αστάθεια στον αραβικό κόσμο, τον πόλεμο στην Συρία, την κατάρρευση της ειρηνευτικής διαδικασίας στο Κουρδικό και την ένταση στη νοτιοανατολική Τουρκία. Ειδικά ο πόλεμος στη Συρία είχε άμεσες και έμμεσες οικονομικές συνέπειες στην Τουρκία, τόσο για το κόστος της αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης από 4 εκατομμύρια πρόσφυγες αλλά και για τις αμυντικές δαπάνες για τις πολεμικές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία.
Και όλα αυτά, ενώ οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, τις δύο μεγαλύτερες επενδυτικές πηγές στην Τουρκία, να χειροτερεύουν διαρκώς. Η εξάρτηση της Τουρκίας από εισροές κεφαλαίων σημαίνει ότι μια ξαφνική απόφαση ενός επενδυτή μπορεί να έχει σημαντική συνέπεια στους μακροοικονομικούς δείκτες. Όταν για παράδειγμα, το 2018 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απείλησε την Άγκυρα με κυρώσεις, η τουρκική λίρα αμέσως κατρακύλησε απότομα.
Όταν ξεκίνησε η πανδημία το 2020, η Τουρκία ήδη υπέφερε από υποτίμηση-ρεκόρ της λίρας, από εξάντληση του συναλλάγματος, αλλά και από διψήφιο πληθωρισμό. Γρήγορα η λίρα βούλιαξα περαιτέρω και ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε σε τετραψήφια νούμερα, φτάνοντας στο 20%. Ο δείκτης της ανεργίας ανέβηκε στο 13%, ενώ η ανεργία στους νέους ανήλθε στο 25% το 2020. Καθώς η τουρκική οικονομία εξαρτάται από τις εισαγωγές, ακόμα και για την παραγωγή προϊόντων που εξάγει, κάθε πτώση της τιμής της λίρας αυξάνει το κόστος ζωής και καθιστά την καθημερινότητα των Τούρκων πολιτών πολύ δύσκολη.

Το κίνητρο πίσω από την πολιτική
Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, μια αυστηρή νομισματική πολιτική μπορεί να μετριάσει τον πληθωρισμό. Στην Τουρκία του Ερντογάν, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας με χαλαρή οικονομική και νομισματική πολιτική επιχειρεί να επιτύχει οικονομική ανάκαμψη. Ο Τούρκος πρόεδρος ανησυχεί ότι τα υψηλά επιτόκια θα επιβραδύνουν την οικονομία και θα πυροδοτήσουν μαζικές αντιδράσεις ενόψει και των εκλογών το 2023. Έτσι, πίεσε την Κεντρική Τράπεζα να μειώσει τα επιτόκια, ελπίζοντας πως η φθηνότερη πίστωση θα τονώσει την οικονομία και θα βελτιώσει την εικόνα του.
Η τουρκική κυβέρνηση εξακολουθεί να πιστεύει ότι μια πιο αδύναμη λίρα θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των εισαγωγών, την εκτόξευση των εξαγωγών, την αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγής και τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, καθώς και της ανεργίας με την πάροδο του χρόνου.
.jpg)
Ο Ερντογάν, σύμφωνα με την ανάλυση του GMF, «τζογάρει» και το ρίσκο αυτό μπορεί να έχει μακροπρόθεσμο κόστος για την τουρκική οικονομία. Οι βραχυπρόθεσμες πολιτικές μπορεί να εξασφαλίζουν ψήφους στις εκλογές αλλά δεν λύνουν δομικά προβλήματα. Με τον δείκτη του δημόσιου χρέους στο 40%, υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για την κυβέρνηση να στηρίξει διάφορους κλάδους της οικονομίας και τους ανέργους, ιδιαίτερα τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυτή τη δύσκολη περίοδο.
Η Τουρκία, όπως τονίζει ο Ταστάν, βρίσκεται σε δύκολη οικονομική κατάσταση, αντιμετωπίζοντας πολλές προκλήσεις. Υψηλή ανεργία (ιδίως στους νέου), ένταξη εκατομμυρίων μεταναστών, οικονομικές απώλειες λόγω της πανδημίας (ιδίως στον τουρισμό), υψηλό κόστος των στρατιωτικών επεμβάσεων στη Συρία και το Ιράκ κλπ.
«Αντί να επιμένουν σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν θα επιλύσει τα δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας, η τουρκική ηγεσία θα έπρεπε να προετοιμάζει τη χώρα για κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές καθώς οι εποχές είναι πλέον διαφορετικές και λόγω της κλιματικής κρίσης. Η επιτυχία αυτής της διαδικασίας απαιτεί μεγάλες επενδύσεις και θα καθορίσει τη θέση της Τουρκίας ανάμεσα στις ισχυρές οικονομίες του πλανήτη στο μέλλον», καταλήγει στην ανάλυσή του το GMF.
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

