Πρόσωπα
Ίων Δραγούμης: Το έθνος, οι τάξεις, ο ένας
Το έθνος, οι τάξεις, ο ένας.
Κείμενο: Ίων Δραγούμης[1]
Δημοσιεύτηκε στον αρ. 271 του «Νουμά» (25 του Νοέβρη 1907). Την εποχή εκείνη είχε ανάψει στο «Νουμά» η σοσιαλιστική συζήτηση. Αφορμή της, το βιβλιαράκι του Γ. Σκληρού «&Το κοινωνικόν μας ζήτημα ― » ή σωστότερα το τετρασέλιδο άρθρο που μας έστειλε τότε από το Starnburg ο κ. Αλέξ. Δελμούζος, και που με τον τίτλο «&Στους δημοτικιστάς&» και με υπογραφή «&Α. Ντέλος&» δημοσιεύτηκε στον αριθ. 257 του «Νουμά» (19 Αυγ. 1907). Ο κ. Δελμούζος στο άρθρο του εκείνο, καθώς και στο δεύτερό του που με τον τίτλο «Για το ζήτημα» (Schloss ― Bieberstein, 10.9.97) δημοσιεύτηκε στον αριθ. 261 (16 Σεπτ. 1907) του «Νουμά» σύσταινε στους δημοτικιστές να προσέξουν το βιβλιαράκι του Σκληρού και μας εξόρκιζε νανοίξουμε τις στήλες μας σε μια τέτια, σοσιαλιστική δηλαδή, συζήτηση, «για για να χυθεί στον κύκλο μας νέα ζωή». Στον αγώνα αυτόν τότε κατέβηκαν, πάνοπλοι, όλοι σκεδόν οι δικοί μας, χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα. Από τη μια μεριά, τη σοσιαλιστική, με αρχηγό το Γ. Σκληρό, ο Πέτρος Βασιλικός (Κ. Χατζόπουλος), Α. Δελμούζος, Μ. Σ. Ζαβιτσιάνος, Ν. Γιαννιός, Ηλ. Βουτιερίδης κλπ. Κι από την άλλη μεριά, την εθνικιστική, με αρχηγό τον Ίδα, ο Έρμονας, ο Στέφ. Ραμάς και άλλοι. Η συζήτηση αυτή κράτησε δυο περίπου χρόνια στις στήλες του «Νουμά» και ήταν η πρώτη επιστημονική συζήτηση πούγινε στην Ελλάδα για το σοσιαλισμό. Ο Δραγούμης, εξόν από τούτο το άρθρο του, έγραψε τη μελέτη του «Κοινωνισμός και Κοινωνιολογία» που θα δημοσιευτεί στις κατοπινές σελίδες, κι ένα δυο άρθρα ακόμα.

ΑΠΟ τότε που διάβαζα το βιβλιαράκι που επιγράφεται «Το Κοινωνικόν μας ζήτημα», μου ήρθε να αποκριθώ ευτύς, γιατί χοροπηδούσε μέσα μου πολλή αντιλογία. Όχι πως δε λέει σωστά πράματα, μπορεί μάλιστα κι ολάκερο να είναι σωστό και λογικό. Αλλά κάτι έχει όλο το σύστημα του κ. Σκληρού, που δεν έρχεται στην ιδιοσυγκρασία […] κάτω της γραφής, κάθε φιλοσοφικό σύστημα […] αποτέλεσμα χωριστής ιδιοσυγκρασίας.
Και ο κ. Σκληρός, όπως ο κάθε άνθρωπος, είναι ψυχολογικό φαινόμενο. Και γω το ίδιο. Θα έπρεπε να βρεθεί κάποιος έξω από τον τόπο και το χρόνο, για να μας ζυγίσει όλους και να μας κρίνει. Έχουμε ο καθένας μας διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, ψυχολογίες, φιλοσοφίες, ή ίσως, καλλίτερα, είμαστε διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, ψυχολογικά φαινόμενα, φιλοσοφικά συστήματα. Τον κ. Σκληρό, ας πούμε, τον έχει ρουφήξει η ψιλόλογη επιστήμη, εμένα η πολύμορφη, η πλούσια ζωή.
Για να νοιώσεις τη φιλοσοφία ενός ανθρώπου, πρέπει πρώτα να μελετήσεις τα προηγούμενα, δηλαδή τον άνθρωπο, το ψυχολογικό φαινόμενο.
Και συμπέρασμα: όλων οι αντίληψες είναι σωστές ― γιατί είναι αναγκαίες ― και κανενός αντίληψη δεν είναι π ι ο σ ω σ τ ή.
Και δε θαπαντούσα τίποτα στο βιβλιαράκι εκείνο, αν δεν έβγαιναν παραμορφωτές του, σαν τον κ. Π. Βασιλικό.
***
Έχει πολλά προτερήματα το βιβλιαράκι. Είναι χυμένο σ’ έ ν α σύστημα, έχει ενότητα και πάστρα, και γυρεύει να ταιριάξει την τωρινή ε λ λ α δ ι κ ή κοινωνία (μεταχειρίζομαι τη λέξη ε λ λ α δ ι κ ή ή ε λ λ α δ ί ν ι κ η κι’ όχι Ε λ λ η ν ι κ ή, η διάκριση αυτή θα μας χρειαστεί παραπέρα), σ’ ένα κοινωνιολογικό σύστημα, γερμανικό, υποθέτω. Ίσως το σύστημα είναι όμορφο, συμμετρικό, ευχάριστο, αλλά πάντα σύστημα μένει, δηλαδή θα αφίνει και κάποιο έξω, θάχει και τα στραβά του.
Εγώ δε γνώρισα το Χέγκελ, ούτε έμαθα τι πάει να πει δ ι α λ ε χ τ ι κ ή και μ ε τ α φ υ σ ι κ ή μέθοδο. Είμαι πραχτικός άνθρωπος, Ρωμιός, Τουρκομερίτης, ραγιάς καταγίνουμαι σε πολιτικά, εδώ, στην Τούρκικη Ελλάδα, που δεν καταδέχτηκε να στοχαστεί γι’ αυτήν ο κ. Σκληρός. Ίσως εμάς δε μας καταφρόνεσε, γιατί δε θα μας γνωρίζει, αλλά περιγέλασε κείνους από τους Ελλαδίτες που καταγίνουνται με μας.
Όλα αυτά τα ονομάζει μεγάλη ιδέα!

Το βιβλιαράκι του κ. Σκληρού το έκρινε αρκετά καλά ο Ραμάς, και συμφωνώ μαζί του σε πολλά, όπως σε τούτο: ότι ο ανοιχτός και άγριος πόλεμος αναμεταξύ μια κοινωνική τάξη και μιαν άλλη, είναι σημάδι πως διαλύνεται μια κοινωνία, αφού δεν μπορούν οι τάξες αυτές να βρουν πια κανέναν τρόπο για να τα ταιριάξουν και να ζήσουν μαζί, ― αφού αδιάκοπα, σαν εχτροί, μαλλιοτραβιούνται, ενώ μπορούσαν φιλικά να ξεδιαλίσουν τους λογαριασμούς τους, ― αφού στα άτομα δεν αρέσει σ’ άλλο τίποτα να καταγίνουνται, παρά στον ξετσίπωτο κομματικό, κοινωνικό πόλεμο μεταξύ τους. Ο κ. Σκληρός αναφέρνει τη Γαλλία, από την επανάσταση και δώθε. Μα και πριν βρίσκουνταν τάξες στη Γαλλία (όπως και στην Αγγλία είταν και είναι), που ζούσαν μ’ έναν ανταγωνισμό αναμεταξύ τους, φυσικό κι όχι υπερβολικό, και με μιαν αλληλεγγύη τέλεια.
Κοινωνικές τάξες θα βρίσκουνται πάντα στη γη επάνω, αλλού πιο ξεχωρισμένες η μια από την άλλη, άλλου λιγώτερο ξεχωριστές, και πότε θα παλεύουν λιγώτερο αναμεταξύ τους, πότε περισσότερο, πότε και καθόλου, γιατί θα έχουνε φτάσει σε μιαν ισορροπία (αλληλεγγύη φρόνιμη και σοφή), που δικαιώματα και χρέη θα είναι κανονισμένα και θα εμποδίζουν τα αλληλοφαγώματα. Είναι καιροί που ξεσπάνουν πάλι και μαλώνουν άγρια οι τάξες μεταξύ τους (και με τουφέκια και δίχως τουφέκια), είναι και καιροί που μαλώνουν ατέλειωτα και δεν μπορούν νάβρουνε ισορροπία. Αυτοί είναι οι καιροί της κοινωνικής αρρώστιας. Κι από τις τάξες όλες άλλες διοικούν κι άλλες υποτάζονται, και κάποτε τούτες ρίχνουνε κάτου τις άλλες και διοικούν αυτές.
Αυτά δεν είναι καινούρια πράματα, ούτε αξιοθαύμαστα. Πάντα έτσι είταν στις κοινωνίες και θα είναι.
Και σε τούτο συμφωνώ με το Ραμά, ότι η κοινωνιολογία είναι μπερδεμένη ακόμα, πολύπλοκη, όχι καλά μελετημένη επιστήμη, ώστε τα συμπεράσματά της δεν μπορούν ούτε πρέπει να βγαίνουν σε φετφάδες. Πολλά, πάρα πολλά στοιχεία των κοινωνιών έχουν να μελετηθούν ακόμα.
Συμφωνώ με το Ραμά και σ’ ένα άλλο: ότι ξέχασε ο Σκληρός τον α γ ρ ό τ η ν.
Αλλά θύμωσε ο Π. Βασιλικός που ο Ραμάς είπε τη γνώμη του ευσυνείδητα, και ξεσπάθωσε και χτύπησε δεξιά, και χτύπησε ζερβιά, και άφρισε, έβγαλε φλόγες από το στόμα του, πυροβόλησε στον αέρα ― για να υποστηρίξει κάποιον Μαρξ, όπως θάκανε κανένας κομματάρχης για το Μερκούρη.
Μας ερμηνεύει λοιπόν αυτό το τι θα πει ε ξ έ λ ι ξ η και π ρ ό ο δ ο.
Μα και πάλι εγώ αισθάνομαι σαν το δισταχτικό το Ραμά, που δεν ξέρει καλά καλά αν «εξέλιξη» και «πρόοδο» είναι το ίδιο πράμα. Μα εγώ παθαίνω και χειρότερα. Από μεγάλη μου στενομυαλιά, ούτε τι θα πει το καθένα χωριστά μπορώ να νοιώσω. Π ρ ό ο δ ο ; προβαίνει, κανένας ή κάτι, κατά κάποιο σημάδι; Τι είναι αυτό το σημάδι; Άραγε μην πάει να πει προκοπή; ή μήπως κι όταν πάει να χαντακωθεί κανένας, κι αυτό το λένε πρόοδο; και γιατί να μην το λένε έτσι, αφού είναι πρόοδο να χαντακώνεται η Γαλλία, όπως χαντακώνεται; Και η λέξη « ε ξ έ λ ι ξ η » ξέρω πως πάει να πει επάνω ― κάτω αλλαγή. Την ανακάλυψαν οι Άγγλοι σοφοί του καιρού μας, για να εκφράσουν τις λογικές παραδοξολογίες τους, που μπορεί να είναι λιγάκι αλήθειες και λιγάκι ψευτιές.
Ο κ. Βασιλικός με τρομερή φούρια ξεσηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε και ξεσπάθωσε. Η ριζοσπαστική του αυτή επαναστατική φούρια άξιζε καλλίτερο περιεχόμενο. Αν και δεν ξέρω. Ο ριζοσπάστης αυτός, μόλις έφτασε να ξεστομίσει τη λ έ ξ η «επανάσταση», βιάστηκε να βάλει αποκάτω μια σημειωσούλα για να ορμηνέψει, τον κατατρομαγμένο κοσμάκη, πως επανάσταση δε θα πει ν’ αδράξει ο λαός τα τουφέκια, παρά έχει τη «νεώτερη κοινωνική της σημασία» (;).
Αν δεν έβαζε αυτή την εξήγηση, πολλά μπορούσε να υποθέσει ο κ. Εισαγγελέας και να τονέ χώσει άξαφνα μέσα. Και ίσαμε κει δεν πήγαινε το θάρρος του κ. Βασιλικού.
Αραδιάζει έπειτα πολλά ο κ. Βασιλικός, βρίζει τους Ρωμιούς γιατί δεν έχουν όρεξη να φαν πολύ, τις Ρωμιές γιατί δε γίνουνται όλες φοιτήτριες να τρέξουν, στις Ευρώπες, ― γυρεύει σιδηρόδρομους, τραμ, ηλεκτρικά και δεν ξέρω τι άλλο, γνώρισε τους βαλκανικούς λαούς και τους βρήκε καλλίτερους από μας, (πιο «προοδευτικούς» βέβαια), γιατί έχουνε μέσα στις Σκουψίνες και Σομπράνιες τους μερικούς ψευτοσοσιαλιστές, ψευτοριζοσπάστες, ψυυτοφιλελεύτερους, που δεν ξέρουν τι τους γίνεται και με λίγα χρήματα ή λίγο κνούτι ακολουθούν όποιον και νάναι….
Δε βλέπω τίποτα άξιο να ενθουσιάσει κανέναν αυτού μέσα. Δεν είμαι κακόπιστος, όχι, ξέρω τι θέλετε να πήτε, ξέρω πως από τον πόλεμο αναμεταξύ στις κοινωνικές τάξες προσμένετε την αναγέννηση της μικρής Ελλάδας. Αυτό ίσως ― μ’ όλη τη μικρότητά του ― μπορούσε να ενθουσιάσει κανένα. Τι λέτε; Να δήτε άξαφνα το Ελληνικό Βασίλειο να μεταμορφωθεί μονομιάς σε Κάτω χώρες. Θα πίναμε όλοι πολλή μπίρα, θα τρώγαμε λαχαναρμιά και λουκάνικα μπόλικα, θα καπνίζαμε ηδονικά ολλαντέζικα χοντρά πούρα και θα ζούσαμε με περίσσια «ευμάρεια». Δε θα βρίσκουνταν πια κρασάδες για να τσιρίζουν και να κάνουν παράπονα στην Κυβέρνηση, ούτε να ταράζουν την ησυχία του κ. Βασιλικού, γιατί θα είχαν πνιγεί από τους μπιράδες.
― Κ’ έπειτα;….
― Ε, έπειτα «θα εβαίνομεν προς την. . . Πρόοδον».
― Ουφ! Λίγο καθαρόν αέρα, γιατί σκάνω!

***
Θα μιλήσω λίγο σοβαρά με τον κ. Σκληρό που τον εκτιμώ για το καθάριο μυαλό του, και την ησυχία που συζητεί όλα, και καθίζει στο κάθε τι το σύστημά του. Θα τον ήθελα μονάχα λιγάκι πιο άνθρωπο σωστό και λιγώτερο σκλάβο της επιστήμης. Σε κανενός τις θεωρίες ο άνθρωπος δεν ταιριάζει να σκλαβώνεται, ούτε στις δικές του. Και της επιστήμης υπάρχουν σύνορα. Πρέπει να τα βλέπει ο αληθινά σοφός. Από τα λόγια μου αυτά καταλαβαίνει ο αναγνώστης, πως δε μου πολυαρέσουν οι θεωρίες και τα συστήματα, ούτε και σαστίζω μπροστά στην επιστήμη, ούτε ξιππάζομαι όπως τα 999/1000 των συγκαιρινών μου Ευρωπαίων. Την επιστήμη δεν την πολυπιστεύω, και η υπερβολική πίστη του κόσμου σ’ αυτήν, μου φαίνεται εμένα σαν καμιά αρρώστια του καιρού μας ― ίσως σύμπτωμα κι αυτό ξεπεσμού μερικών λαών της Ευρώπης. Το επιστημονικό πνεύμα, αφού ξαπλώθηκε στους αρχαίους λαούς, τους έφαγε. Να δούμε μάς τι θα μας κάμει. ·
Μου φαίνεται πως φρόνημο θα είταν να βάζαμε κάποια σύνορα· ε μ ε ί ς, οι πολλοί, να ζούμε και να συλλογιζόμαστε ολότελα, έξω από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της επιστήμης, ― όσο για τους ε π ι σ τ ή μ ο ν ε ς, αυτοί να κρατούν την επιστήμη για τον εαυτό τους και ό,τι χρειαζόμαστε απ’ αυτούς να τους το γυρεύουμε. Ενώ αυτοί έχουν τώρα πλημμυρίσει τον κόσμο.
Θα μου πει βέβαια ο κ. Σκληρός: «Και λοιπόν δεν παραδέχεσαι πως θα φανερωθούν και στην Ελλάδα πόλεμοι άγριοι μια μέρα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξες;»
Και θα του αποκριθώ: «Είμαι, κ. Σκληρέ, πολιτικός. Μεις οι πολιτικοί πηγαίνουμε σύμφωνα με τις περίστασες, ― δηλαδή βλέποντας και κάνοντας. Ο καλός πολιτικός, με το δυνατό ψυχολογικό του μάτι, προβλέπει πολλά που είναι να γίνουν, και προετοιμάζεται να τα δεχτεί, να τα διορθώσει όσο μπορεί, να τα μπαλώσει προσωρινά, να τα ξερριζώσει τελειωτικά αν μπορεί και είναι ανάγκη, να τα σπρώξει να μεγαλώσουν, να δυναμώσουν, να πάρουνε δρόμο, αν κρίνει πως έτσι πρέπει. Τι πράμα όμως κανονίζει όλες αυτές τις πράξες του; Πώς ξέρει και διαγνώνει σε κάθε περίσταση τ ι π ρ έ π ε ι; Αν είναι πολιτικός όπως χρειάζονται τα κράτη, θα έχει νόμο απαράβατο και σταθερό το αυστηρό πολιτικό συμφέρο του κράτους, δηλαδή την αυτοσυντηρησία του κράτους, και τη νίκη της εθνικής ζωής, ας είναι και εις βάρος άλλων κρατών. Αυτό ήθελαν να πουν και οι Ρωμαίοι ― οι μεγάλοι πολιτικοί ― με το salus populi suprema lex esto. Αλλά πρόσεχε δω, κύριε Σκληρέ, εδώ είναι ο κόμπος. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστούν τα συμφέροντα της κάθε τάξης; οι προλετάριοι πρέπει, να αρρωστήσουν, να μείνουν δίχως ψωμί, γυμνοί, χωρίς σπίτια, να χαντακωθούν, να χαθούν ολότελα, να πεθάνουν; (Βλέπω δάκρυα στα μάτια σου, κ. Σκληρέ, γιατί; μην είσαι και συ σπλαχνικός, φιλάνθρωπος, μαλακός; ― και τότε είσαι καθαυτό του καιρού μας φαινόμενο, ή μήπως, επειδή παίρνω άλλη βάση στις σκέψες μου από σένα, λυπήθηκες που σε βγάζω από το σύστημά σου;)
Ναι, αν είναι ανάγκη να ζήσουν έτσι οι εργάτες, αν το κράτος έχει γενικώτερες δουλειές να κοιτάξει, αν δεν είναι σοβαρός κίντυνος για το κράτος, ― ας ζήσουν ακόμα έτσι. Αν πάλε είναι να σηκωθούν, ας κάμουν το σηκωμό τους, και θα πάρουν με το «έτσι το θέλω» άλλο κανένα κόκκαλο για να ζήσουν. Αν ο σηκωμός αυτός καταντήσει μεγάλος, σαν τη γαλλική επανάσταση, θα αλλάξει η τάξη που κυβερνά και θάρθει να κυβερνήσει άλλη τάξη. Αυτό όμως δε μ’ ενδιαφέρει. Όποια τάξη κι αν θέλει ας έρθει, αν μπορεί, να κυβερνήσει, σύμφωνα με τα συμφέροντα της και τα ιδανικά της. Φτάνει το κράτος να ζει, να στέκεται στα πόδια του, να μπορεί να έχει τη θέση του ανάμεσα στα τόσα άλλα κράτη. Κάθε τάξη που κυβερνά ένα κράτος, πρέπει μεταξύ στα ιδανικά της, (στις φαντασίες της, να πούμε,), να έχει και την εικόνα του κράτους, τη συνείδηση, πως κάτι τι κοινό έχουν όλοι όσοι κάνουν το κράτος, και όλες οι τάξες της κοινωνίας, και ότι και οι άλλες τάξες, μ’ όλες τους τις διαφορές, έχουν κάποια κοινά αισθήματα, κοινές ιδέες, κοινές παράδοσες, κοινά συμφέροντα, κοινές ανάγκες, και τη μεγάλη ανάγκη της αλληλεγγύης αναμεταξύ τους. Δεν μπορεί να τα παραγνωρίσει αυτά η τάξη που κυβερνά, γιατί αλλοιώς δε στέκεται.
Η διαφορά μεταξύ σένα, κ. Σκληρέ, και τους δημοτικιστές, μπορεί να είναι, καθώς λες, πως τούτοι είναι μ ε τ α φ υ σ ι κ ο ί ενώ συ είσαι δ ι α λ ε χ τ ι κ ό ς (όπως λέγει, ο Χέγκελ). Αλλά η διαφορά μεταξύ των δυνώ μας, είναι, κ. Σκληρέ, ότι συ ταράζεσαι πάρα πολύ με τα συμφέροντα μιας τάξης ή και δυο, ή και με τα μαλλιοτραβήγματά τους, ― ίσως είσαι και συ σπλαχνικός, χωρίς να το πολυνοιώθεις, (η υπερβολική ψυχοπονιά είναι κι αυτή σημάδι του καιρού μας) ― ενώ ο αληθινά σκληρός είμαι ε γ ώ, ο πολιτικός, που δε με ταράζουν, αν και τα βλέπω, τα μαλλιοτραβήγματα από τάξη σε στάξη, είτε από άτομο σε άτομο, και κοιτάζω προπάντων τη ζωή του έθνους. Τις τάξες τις λογαριάζω κι αυτές, αφού κι αυτές είναι μέσα στο έθνος, αλλ’ ούτε τόσο τις ξεχωρίζω, όπως συ, ούτε τις επαναστάσεις τους τις θεωρώ απαραίτητες, αφού ανταγωνισμός υπάρχει και μπορεί ελεύτερα πάντα να γίνεται. Συ παίρνεις βάση και αρχή για τις σκέψες σου τις κοινωνικές τάξες. Παίρνεις ένα μεγαλωτικό φακό και ξεδιαλύνεις τους οικονομικούς λόγους που πλάθουνε τις τάξες. Και απ’ αυτού προχωρείς και βγάζεις συμπεράσματα λογικά και σύμφωνα με την αρχή σου. Αλλ’ ο φακός σου μεγαλώνει πάρα πολύ εκείνα που μ’ επιμονή παρατηράς. Πιάνεις τα πλήθη και χάνεσαι αυτού μέσα, και όλα από κει γυρεύεις να τα βρεις. Τη μεγάλη δύναμη, που μια εξαιρετική ιδιοφυία μπορεί να μαζέψει στα χέρια της, δε φαίνεσαι να τη διακρίνεις καλά, ούτε την υπερβολική σπρωξιά, που μπορεί, την κατάλληλη στιγμή, να δώσει σ’ ένα έθνος ολάκερο ― όχι μονάχα σε μια τάξη ― μια ιδέα, και όταν δεν προέρχεται από το στομάχι.
Εγώ για βάση της σκέψης μου βάζω το salus populi, τη σωτηρία, τη ζωή όλου του έθνους που με γέννησε. Αγαπώ όλες τις τάξες του έθνους μου και κάποτε δεν τις ξεχωρίζω, τα παλέματα των ατόμων, καθώς και των ομάδων, της κοινωνίας μου, δεν τα πολυλογαριάζω· παντού και πάντα υπάρχουν. Δε συλλογίζουμαι συχνά τα στομαχικά συμφέροντα. Δε λυπούμαι κείνους που, μην ξέροντας να βρουν ψωμί, πεθαίνουν από την πείνα. Άξιος ο μισθός τους. Έτσι δε με πολυσκοτίζουν ούτε οι άρρωστοι και οι αρρώστιες τους. Πιστεύω πως όταν ο ανταγωνισμός μεταξύ στις τάξες ― που υπάρχει πάντα ― μπει στην πρώτη γραμμή και γίνει η πρώτη φροντίδα και σκέψη των ανθρώπων ενός κράτους, και γίνει αυτό ιδανικό κι όλα, το κράτος αυτό δεν είναι πια για να ζήσει. Μπορεί το έθνος να εξακολουθεί να ζει, μα το κράτος θα χαντακωθεί. Πιστεύω και τούτο, πως μια ιδέα, άμα καταφέρει ένας ή πολλοί να τη βάλουν στο κεφάλι ενός έθνους, όχι μόνο δύσκολα βγαίνει, αλλά όσο υπάρχει, μπορεί να σπρώξει το έθνος, να αναποδογυρίσει βουνά, και τα δικά του τα συμφέροντα το κάθε άτομο για καιρό να τα ξεχάσει. Και πιστεύω πως έ ν α ς άνθρωπος μπορεί ναξίζει περισσότερο από τα πλήθη των ανθρώπων: Μ’ αρέσει ο άνθρωπος, δε μ’ αρέσουνε τα πλήθη με τη χοντροκοπιά τους. Έχουν βέβαια δύναμη τα πλήθη, αλλά και ο ένας άνθρωπος έχει δύναμη πιο τρανή και πιο όμορφη. Δεν πίστεψα ποτέ πως οι μεγάλοι άντρες έπεσαν από τον ουρανό, ούτε πως ξέρουν «εξ αποκαλύψεως» μυστικά που δεν τα ξέρει το πλήθος. Ξέρω και πως, για να βγει ένας Σαιξπήρος, χρειάστηκε για έναν αιώνα οι δραματογράφοι και θεατρίνοι να πληθύνουν τόσο στην Αγγλία, που να καταντήσουν τάξη και προλετάριοι. Αλλά πιστεύω πως οι κοινωνίες τίποτε άλλο δε χρησιμεύουν, παρά για να ξεφυτρώνουν από μέσα τους εξαιρετικοί άνθρωποι, και για τούτο ονομάζω τις κοινωνίες μ α γ ε ρ ι ά α ν θ ρ ώ π ω ν. Στις κοινωνίες επάνω ακουμπούν οι λιγοστοί που φανερώνονται εξαιρετικοί άνθρωποι, από τις κοινωνίες παίρνουν τη δύναμη τους, το είναι τους, όλα, μα είναι διαφορετικοί από την κοινωνία, κι αυτό μ’ αρέσει.
Βλέπεις, μας χωρίζουν, τον κ. Σκληρό και μένα, οι ιδιοσυγκρασίες μας.
Αλλά τώρα θα μιλήσω για ένα τελευταίο ζήτημα, που δε με φαίνεται να το σκέφτηκε καλά ο κ. Σκληρός.
***
Σ’ όλο το βιβλιαράκι αναφέρνεται η Ελλάδα ως διδόμενο ως βάση ασάλευτη. Μα ποιος λέει πως είναι η Ελλάδα πραγματικότητα;
Μη φοβάστε, δε με ταράζουνε βυζαντινά όνειρα, δεν έχω στο νου μου τη Μεγάλη Ιδέα. Έκαμε τη δουλειά κι αυτή για μιαν ώρα, και την ώρα εκείνη είτανε πραγματικότητα.
Αλλά ρωτώ τον κ. Σκληρό τι θα έλεγε αν βρίσκουνταν αυτός σε κάτι περίστασες που βρέθηκα εγώ έξαφνα. Φέρω παραδείγματα, γεγονότα, κρίσες δεν κάνω, παρατηρώ μονάχα.
1). Το Ελληνικό το Κράτος είναι κει πέρα με τα σύνορά του. Έξω απ’ αυτό βρίσκονται άλλα κράτη. Σε μιαν επαρχία ενός από τα τριγυρινά κράτη γίνεται σφαγή ανθρώπων, κι αυτοί οι άνθρωποι είναι Έλληνες, κι όσοι σώθηκαν από τη σφαγή, φεύγουν όπως όπως στο Ελληνικό κράτος.
2). Σ’ ένα νησί ενός ξένου κράτους βαρυέστησαν πια να τυραννιούνται οι κάτοικοι (Έλληνες) από τους ανθρώπους του μονοπωλίου των καπνών ― που σκλάβωσαν μες το χρήμα τους και τους ίδιους τους επίσημους τυράννους (Τούρκους), και τους κάνουν ό,τι θέλουν, διοικούν αυτοί το νησί αντί για τους Τούρκους, ― λοιπόν βαρυέστησαν οι κάτοικοι και σηκώθηκαν στο πόδι και είπαν πως θέλουν να ενωθεί το νησί τους με την Ελλάδα.
3). Σ’ ένα άλλο νησί, μισοανεξάρτητο και προνομιούχο, θέλει να χώσει τη μούρη του πάρα πολύ ένας βεζύρης από την Πόλη, και οι κυβερνήτες του νησιού δεν τους αρέσει αυτό και σηκώνουν το νησί στο πόδι, γυρεύουνε βοήθεια από τους αδερφούς τους, από την Ελλάδα, και ζητούν ένωση κι αυτοί.
4). Ένα χωριό στη Θράκη (Τούρκικο κράτος), φτωχό και κακομοιριασμένο, που μόλις μπορεί και ζει με την ψωροκαλλιέργεια που κάνει, ζητάει ως τόσο δάσκαλο και σκολειό, γιατί οι γερόντοι θέλουν τα παιδιά τους να μάθουνε γράμματα, σαν κάτι καλό τους φαίνεται αυτό. Μα αυτοί δεν έχουν αρκετά χρήματα για να πληρώνουν το δάσκαλο, ούτε έχει περισσευούμενα να τους στείλει η εκκλησιαστική αρχή. Λοιπόν παρακαλούν οι χωριάτες να τους σταλθούν από την Ελλάδα χρήματα. Κι αυτό το κάνουν όχι ένα, όχι δυο, μόνον άπειρα χωριά.
5). Ένα χωριό στη Μακεδονία (Τούρκικο κράτος) το βασανίζουνε συμμορίες βουλγάρικες, ή να γίνει βουλγάρικο ή να ξεσπιτωθεί και ν’ αδειάσει τον τόπο, σκοτώνουνε κάθε χωρικό που αντιστέκεται. Γυρεύει το χωριό βοήθεια από την Ελλάδα, γιατί η νόμιμη αρχή του, ο Τούρκος, δεν το προστατεύει. Κι αυτό γίνεται όχι σ’ ένα, όχι σε δυο, μα σε πεντακόσια χωριά.
6). Στην Ήπειρο (Τούρκικο κράτος) τούρχεται έξαφνα του Σουλτάνου και 100 ρωμαίικα χωριά, κεφαλοχώρια, τα κάνει τσιφλίκια δικά του, και λέει στους χωρικούς: «ή θα γίνετε δουλοπάροικοι, σκλάβοι μου, ή να ξεσπιτωθήτε και αμέτε όπου θέλετε». Και τα χωριά αυτά γράφουνε, στον Πατριάρχη απελπιστικά γράμματα, μα ο Πατριάρχης δεν έχει αρκετή δύναμη για να πάρει πίσω τα χωριά. Πιάνουν λοιπόν κι αυτοί κάτω στην Ελλάδα και γυρεύουν προστασία.
Κάθε μέρα χωριά Ελληνικά, άνθρωποι Έλληνες, ελληνικές επαρχίες (κοινωνίες), στρέφουν κατά την Ελλάδα και γυρεύουν προστασία, βοήθεια, υποστήριξη, και στο τέλος ένωση.
Αυτά, κ. Σκληρέ, δεν είναι μεγάλες ιδέες, ούτε μικρές. Είναι πραγματικότητες.
Και τότε η μικρή Ελλάδα, το μικρό κράτος, που μιλείτε γι αυτό σα νάτανε τελειωτικό, τι πρέπει να κάμει, κατά τη γνώμη σας; Να απαντήσει τάχα στα ελληνικά νησιά, στα Ελληνικά χωριά, στους Έλληνες: «Είστε ξένο κράτος, τι γυρεύετε από μένα; Σεις λέγεστε Τουρκιά, εγώ Ελλάδα, τα σύνορά μου δεν τα βλέπετε; είναι ο Πηνειός και ο Άραχθος. Δε σας γνωρίζω. Πηγαίνετε στους άρχοντές σας. Μη μας σκοτίζετε, εμάς εδώ πέρα, έχουμε άλλες δουλειές· οι προλετάριοι γυρεύουν κι αυτοί ψωμί· ο Φαρδαύλης φρενιάζει· το κεφάλαιο δεν ακούει· η βουρζουαζία κοιμάται».
Ίσως θα είταν κι αυτό μια πολιτική. Μα έλα που παθαίνονται πολλοί στην Ελλάδα, άμα μάθουν καμιά τέτοια είδηση από κείνες που περιγράφω. Μπορεί να τους ονομάσει ο κ. Σκληρός με καταφρόνια, π α τ ρ ι ώ τ ε ς, όμως είναι γεγονός πως κάποιοι κάπως ταράζονται. Και μπορεί μια μέρα να σηκώσουν πολλούς στο πόδι.
Ε! Τι σημαίνουν όλ’ αυτά τα πράματα; Δε σου φαίνεται, κ. Σκληρέ, πως σα να λέγουν ότι αυτό το μικρούτσικο Ελληνικό κράτος, που μας έφτειασαν οι ξένοι βασιλιάδες και διπλωμάτες, δ ε ν ε ί ν α ι φ υ σ ι ο λ ο γ ι κ ά φ τ ε ι α σ μ έν o; Ότι πότε από δω, πότε από κει, του μηνούν του κράτους αυτού τα εθνικά νεύρα πως μιαν άκρη του έθνους παθαίνει πάλι, μιαν άλλη άκρη γυρεύει κάτι, μιαν άλλη πονεί, εκείνη χαίρεται, ετούτη στεναχωριέται; Ότι, στα τωρινά τα χρόνια τουλάχιστο, ψέμα δεν είναι, δεν είναι ιδέα, παρά είναι αλήθεια η ενότητα μιας φυλής; Ότι η Ελληνική φυλή είναι μεγαλύτερη από το Ελληνικό το κράτος, ότι όσο δεν ενώνεται η φυλή, κανένα κράτος ελληνικό δε θα είναι τελειωτικό, ούτε θάχει ησυχία από «εξωτερικά ζητήματα;» Ότι τα εξωτερικά ζητήματα της Ελλάδας δεν είναι σαν τα εξωτερικά ζητήματα της Αγγλίας, αλλά είναι ε σ ω τ ε ρ ι κ ά ζητήματα; Ότι, ο κλεφτοπόλεμος της Μακεδονίας είναι όμοια εσωτερικό ζήτημα όπως είναι και τα κινήματα των σταφιδοπαραγωγών του Πύργου και οι τσαρλαταναρίες του Φαρδούλη; Ότι ο επιστήμονας που πιάνει και εξετάζει την Ελλάδα σαν κανένα Βέλγιο ή Ολλαντία ή Αγγλία, και βγάζει συμπεράσματα, ο επιστήμονας αυτός δε δουλεύει επιστημονικά;
Λένε Μεγάλη Ιδέα τη φαντασία και την ελπίδα πως θα αναστηθεί μια μέρα το Βυζαντινό κράτος με πρωτεύουσα την Πόλη; Ίσως! Αλλά Μεγάλη Ιδέα δεν είναι ότι μόνη η Θράκη, όση απομένει στην Τουρκιά, είχει μαζί με την Πόλη σχεδόν ένα εκατομμύριο Έλληνες. Αυτά είναι αριθμοί. Τι θέλουν οι Έλληνες αυτοί, δεν ξέρω. Μα σεις που μιλείτε για τόσα γενικά εθνικά ζητήματα, δε στοχαστήκατε πως ίσως σας διαβάσουν και μερικοί απ’ αυτούς, και βλέποντας πως μικραίνετε όσο μπορείτε τα σύνορα του έθνους και πως μιλείτε για μια μικρούτσικη Ελλάδα, και πως μιλείτε σα νάταν τελειωμένη η Ελλάδα και να μην είχε να σκεφτεί πια για τίποτε άλλο, παρά για τους προλεταρίους της ― δε στοχαστήκατε, λέω, πως ίσως τολμήσουν και σας ρωτήσουν; «Ε και μας τι μας έκαμες, τους άλλους; Σε ποιο κράτος θα είμαστε προλετάριοι ή διοικούσα τάξη; Πού μας βάζεις; Ποιος σου είπε πως θ’ αφήσουμε την Ελλάδα ήσυχη, εμείς, να γίνεται, Βέλγιο της Ανατολής; Μεις τη χρειαζόμαστε γι’ άλλα, για τη ζωή μας που κιντυνεύει από εχτρούς που δεν τους βλέπεις επειδή βρίσκουνται έξω από τα σύνορα του κράτους. Τη χρειαζόμαστε και για να καλλιτερέψουμε την τύχη μας. Πώς συ ορίζεις τα πράματα, χωρίς να μας ξετάσεις και μας, να δεις τι είμαστε, και τι θέλουμε, και από τι παθαίνουμε, και π ώ ς βλέπουμε το κράτος το Ελληνικό; Τους Έλληνες από την Ελλάδα που, σαν και σένα, στοχάζονται την Ελλάδα ξετελειωμένο κράτος, ολοστρόγγυλο, σαν ολλανδέζικο τυρί, με σύνορα κι όλα τάλλα σημάδια ενός κράτους, ― σας ονομάζουμε μεις Ε λ λ α δ ι κ ο ύ ς, με κάποια καταφρόνια. Και αυτό το όνομα που σας δίνουμε, αποδείχνει πως ο τρόπος που νοιώθετε την Ελλάδα σεις, δεν είναι αληθινός. Για να σας δίνουμε αυτό το παρατσούκλι, πάει να πει πως νοιώθουμε πως έχετε ή θέλετε να έχετε άλλη ψυχή από τη δική μας. Και πάντα δεν το παραδεχόμαστε. Η ψυχή η δική μας θέλει, την ύπαρξη του έθνους, τη ζωή του έθνους, την ένωση του έθνους όλου σ’ ένα κράτος. Κι ό,τι λέει η ψυχή μας, αυτό είναι και η αλήθεια (4)».
Αν πιστεύει αλήθεια ο κ. Σκληρός, ότι πόλεμος είναι ζωή, όπως το πιστεύω κ’ εγώ, αν θέλει κίνηση κι αγώνες, ας θυμηθεί το τι κίνηση κι αγώνες και στρατιωτικούς και πολιτικούς και οικονομολογικούς χρειάστηκε να κάμουν οι Ιταλοί προτού καταφέρουν την ένωσή τους. Εκεί θα βρει ομοιότητες. Οι Έλληνες οι τωρινοί ― Ελλαδίτες και Τουρκομερίτες, ― βρίσκουνται στη θέση που είταν οι Ιταλοί πριν από τα 1868.
[1] Πηγή: Μ Ε Λ Ε Τ Α I. ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ΙΔΑΣ) 2 ΣΕΠΤΕΜΕΡΙΟΥ 1878 — 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920. 10 άρθρα του στο «Νουμά». ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ Δ. Π. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟ. ΕΚΔΟΣΗ “ΤΥΠΟΥ„ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ 3, ΑΘΗΝΑΙ.
Πηγή: Ερανιστής
Πρόσωπα
Μέρκελ για την κρίση στο CDU: «Να χτίζουμε γέφυρες» – Η αναφορά στον Αντενάουερ
Παρέμβαση με σαφείς αναφορές στην ιστορική φυσιογνωμία του CDU έκανε η πρώην καγκελάριος και πρώην πρόεδρος του κόμματος, Άνγκελα Μέρκελ, μετά τα αρνητικά εκλογικά αποτελέσματα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στο Βερολίνο και ιδιαίτερα στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.
Σε εκδήλωση στο γερμανικό Κοινοβούλιο, η Μέρκελ αναφέρθηκε στον πρώτο μεταπολεμικό καγκελάριο και ιστορικό ηγέτη του CDU, Κόνραντ Αντενάουερ, χρησιμοποιώντας την έννοια της «γεφύρωσης» ως βασικό στοιχείο της πολιτικής φυσιογνωμίας μιας Volkspartei, δηλαδή ενός κόμματος που απευθύνεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
«Σε μια ημέρα σαν τη σημερινή και μετά από μια βραδιά σαν τη χθεσινή, ίσως αξίζει να σκεφτούμε ξανά τι μπορούμε να πάρουμε από τον Κόνραντ Αντενάουερ», ανέφερε χαρακτηριστικά η πρώην καγκελάριος, σχολιάζοντας εμμέσως το εκλογικό αποτέλεσμα.
Η αναφορά στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες
Σύμφωνα με τη Μέρκελ, ο Αντενάουερ θεωρούσε ότι το CDU στηρίζεται σε τρεις ισότιμες πολιτικές ρίζες: τη συντηρητική, τη φιλελεύθερη και τη χριστιανοκοινωνική. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η λογική της «γεφύρωσης» αφορούσε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και συμφέροντα, όπως εργαζομένους και εργοδότες, πόλη και ύπαιθρο, περιβάλλον και οικονομία, αλλά και διαφορετικές γενιές και θρησκευτικές κοινότητες.
Η ίδια πρόσθεσε ότι στη σημερινή εποχή θα ενέτασσε σε αυτή την προσπάθεια και τη γεφύρωση μεταξύ ανθρώπων με και χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία καθώς το CDU υπέστη σημαντικές απώλειες στις πρόσφατες εκλογές. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το κόμμα δεν κατάφερε να περάσει το όριο εισόδου στο κρατιδιακό κοινοβούλιο, εξέλιξη που καταγράφηκε για πρώτη φορά στην ιστορία του CDU σε κρατιδιακό επίπεδο.
Το μήνυμα προς το CDU
Η Μέρκελ δεν έθεσε ευθέως θέμα ηγεσίας, αλλά επικεντρώθηκε στην πολιτική ταυτότητα και στην ικανότητα του CDU να απευθύνεται σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. «Αυτό πρέπει να είναι η φιλοδοξία μιας Volkspartei», ανέφερε, τονίζοντας ότι η προσπάθεια για «χτίσιμο γεφυρών» πρέπει να συνεχιστεί, παρότι, όπως σημείωσε, σήμερα είναι πιο δύσκολη.
Η τοποθέτηση της πρώην καγκελαρίου έρχεται σε μια περίοδο έντονης συζήτησης στο εσωτερικό της Ένωσης για τα εκλογικά αποτελέσματα και την πολιτική κατεύθυνση του κόμματος υπό τον σημερινό καγκελάριο και πρόεδρο του CDU, Φρίντριχ Μερτς.
Η γερμανική πολιτική συζήτηση αναμένεται να επικεντρωθεί το επόμενο διάστημα στο πώς θα απαντήσει η ηγεσία του CDU στα αποτελέσματα και στις διαφορετικές προσεγγίσεις που καταγράφονται στο εσωτερικό της Ένωσης.
Πρόσωπα
Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή ο ιδρυτής της RAYCAP και μεγάλος ευεργέτης της Δράμας Κώστας Αποστολίδης
ΩΣ ΚΕΡΑΥΝΟΣ αν αιθρία έπεσε σήμερα το πρωί της Τρίτης, ο αιφνίδιος θάνατος του Κώστα Αποστολίδη, του ιδρυτή της παγκοσμίου φήμης εταιρείας RAYCAP.
Ο Κ. Αποστολίδης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών.
Γεννήθηκε στη Δράμα το 1948, σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ), με μεταπτυχιακές σπουδές από τα αμερικανικά πανεπιστήμια Harvard και στο McGill.
Τα τελευταία χρόνια, ο Κ. Αποστολίδης έχει πρωτοστατήσει με τις κοινωνικές παροχές του στην πόλη της Δράμας, προσφέροντας τόσο στον πολιτιστικό όσο και στον αναπτυξιακό τομέα της πόλης, αλλά και στην εν γένει μεταμόρφωσή της.
Όπως για παράδειγμα μέσω της RAYCAP είχε αγοράσει το γνωστό Σαντιρβάν τζαμί το οποίο μετέτρεψε σε ένα εξαιρετικό χώρο πολιτισμού, ενώ είναι γνωστές οι προσφορές του με δωρεές μελετών προς το Δήμο Δράμας, όπως για το Κολυμβητήριο, την περιμετρική Κορυλόβου που ξεκίνησαν οι εργασίες, και βέβαια τη μεγάλη μελέτη για τη ΣΒΑΑ και την ανάπλαση του κέντρου της πόλης.
Αναμφισβήτητα ο Κ. Αποστολίδης υπήρξε ένας από τους σύγχρονους ευεργέτες της πόλης της Δράμας.
Διεθνή
Καποδίστριας, Ιωάννης: ο σθεναρός αντίπαλος του Μέτερνιχ
Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία
Στη μάχη του Φρίντλαντ, στις 14 Ιουνίου 1807, Γάλλοι και Πολωνοί
τσάκισαν τους Ρώσους.
Σαν να μην έγινε τίποτα, ο τσάρος Αλέξανδρος Α’
και ο αυτοκράτορας της Γαλλίας, Ναπολέων Βοναπάρτης, συναντήθηκαν στο
Τιλσίτ της Πάνω Πρωσίας, να τα πουν.
Τόσο πολύ συμπάθησαν ο ένας τον
άλλο, που ο Αλέξανδρος πούλησε Άγγλους, Σέρβους και Ρωμιούς και, στις 7
Ιουλίου, συμφώνησε να γίνει σύμμαχος του Ναπολέοντα. Του χάρισε και τα
Επτάνησα κι ό,τι άλλο κατείχε η Ιόνιος Πολιτεία.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας
βρέθηκε πολιτικά άνεργος.
Ήταν ο δεύτερος γιος του Αντώνιου Καποδίστρια. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1776, σπούδασε γιατρός κι εξελίχθηκε σε μεγάλο διπλωμάτη. Όσο ακόμη τα Επτάνησα ήταν κάτω από την επικυριαρχία της Ρωσίας, έφτασε να γίνει γραμματέας του κράτους. Οι Ρώσοι δεν τον ξέχασαν. Τον Μάιο του 1808, μια επιστολή τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη προκειμένου να τον τιμήσουν με τον τίτλο του ιππότη Β’ τάξης του τάγματος της Αγίας Άννας. Την επιστολή υπέγραφε ο υπουργός Εξωτερικών του τσάρου, κόμης Νικόλαος Πέτροβιτς Ρουμιάντσεφ. Έφθασε στην τσαρική πρωτεύουσα, στις 16 Ιανουαρίου του 1809. Πατούσε τότε τα 33 του χρόνια.
Ο Ρουμιάντσεφ τον διόρισε κρατικό σύμβουλο («υπεράριθμο ακόλουθο») στο υπουργείο Εξωτερικών. Στα δυο χρόνια επάνω, ζήτησε μετάθεση στη Βιέννη «για λόγους υγείας». Στις 20 Αυγούστου 1811, τον διόρισαν εκεί ακόλουθο εμπορικών σχέσεων. Έμεινε στη θέση αυτή ως τον επόμενο Μάιο. Η σύντομη παραμονή του στην αυστριακή πρωτεύουσα ήταν αρκετή για να εξελιχθεί σε ειδικό σε θέματα των Βαλκανίων, κυρίως για ζητήματα προστασίας των εκεί υπόδουλων πληθυσμών, με εισηγήσεις που ξεχείλιζαν από πολιτική διορατικότητα.
Ο καιρός του φλερτ ανάμεσα στον τσάρο και στον Βοναπάρτη είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί, ενώ πόλεμος μαινόταν ανάμεσα στους Ρώσους και τους Τούρκους στα όρια της σημερινής Ρουμανίας. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812) πρόσφερε στον τσάρο τη Βεσσαραβία (σήμερα στην Ουκρανία, τότε περιοχή της Μολδαβίας) κι έφερε τους Ρώσους κυρίαρχους στην περιοχή. Ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίστηκε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του Τσιτσαγκόφ, αρχιστράτηγου της ρωσικής στρατιάς του Δούναβη, θέση που διατήρησε κι όταν η στρατιά πέρασε στις διαταγές του αρχιστράτηγου Μπαρκλάι ντε Τόλι. Ήταν η εποχή που ο Ναπολέων ξεκινούσε την καταστροφική γι’ αυτόν εισβολή στη Ρωσία. Ο ρωσικός στρατός του Δούναβη κινήθηκε εναντίον του. Ο Καποδίστριας γνώρισε τη ζωή στα στρατόπεδα, ήρθε σε επαφή με τους κατοίκους των περιοχών, μέσα από τις οποίες μετακινιόταν ο ρωσικός στρατός, και με τα υπομνήματά του έγινε αιτία να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα των λαών της περιοχής (κυρίως της Βεσσαραβίας που αποτελούσε νέα τσαρική κτήση).
Ταυτόχρονα, παρακολουθούσε από κοντά τις μεγάλες ρωσογαλλικές μάχες. Ήταν παρών και στη μάχη της Λειψίας (16 – 19 Οκτωβρίου 1813) που σήμανε την αρχή του τέλους για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Τον ίδιο μήνα (Οκτώβριο 1813), ο τσάρος τον παρασημοφόρησε με τον μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας. Και του ανέθεσε μια λεπτή και δύσκολη αποστολή: Να αποσπάσει τους Ελβετούς από την επιρροή της Γαλλίας, χωρίς οι σύμμαχοι της Ρωσίας, Αυστριακοί, να καρπωθούν οφέλη.
Θρίαμβος στην Ελβετία
Από τα τέλη του ΙΣΤ’ αιώνα, η Ελβετική Ομοσπονδία ήταν χωρισμένη σε
τρεις θρησκευτικές συμμαχίες: Στα καθολικά καντόνια, στα προτεσταντικά
και σε εκείνα όπου επικρατούσε η θρησκευτική ελευθερία. Καθολικοί και
προτεστάντες οδηγήθηκαν στην τρίτη μεταξύ τους σύγκρουση (1615) που
έληξε με νίκη των καθολικών. Ακολούθησε ο 30ετής πόλεμος με επίκεντρο
την Γερμανία, που έληξε το 1648 με τον θρίαμβο των προτεσταντών
φεουδαρχών επί του καθολικού αυτοκράτορα. Στη διάρκειά του, η Ελβετική
Ομοσπονδία κινδύνευσε να διαλυθεί αλλά επιβίωσε. Στα 1798, καταργήθηκε.
Η εξαγωγή της μεγάλης Γαλλικής επανάστασης έφτασε στην Ελβετία με εισβολή του γαλλικού στρατού (1798), ο οποίος επήλθε «για να ελευθερώσει τους Ελβετούς». Θέλοντας και μη, τα καντόνια ενώθηκαν σε ενιαίο και αδιαίρετο κράτος, στο οποίο επιβλήθηκε συγκεντρωτικό σύνταγμα δημοκρατίας. Η επανάσταση σε τρία πρώην καντόνια οδήγησε τους Ελβετούς σε νέο εμφύλιο πόλεμο: «Ενωτικοί» εναντίον «ομοσπονδιακών». Εκπρόσωποί τους κλήθηκαν στο Παρίσι από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκατασταθεί η ομοσπονδία κάτω από καθεστώς διαμεσολάβησης, γαλλικής επικυριαρχίας ουσιαστικά. Στα 13 καντόνια, προστέθηκαν ακόμα έξι.
Βαδίζοντας εναντίον του Ναπολέοντα, τα αυστριακά και ρωσικά στρατεύματα μπήκαν στην χώρα (1813). Με την ευκαιρία, οι Ελβετοί ξεσηκώθηκαν και κατάργησαν την «Πράξη» του Βοναπάρτη, ενώ στην Ομοσπονδία προσχώρησαν ακόμα τρία καντόνια. Διαφωνούσαν όμως για τον τρόπο διοίκησής τους. Και κάθε άλλο από το να βρεθούν υπό ρωσοαυστριακή κατοχή επιθυμούσαν. Η κατάσταση ήταν ρευστή. Το αντιγαλλικό μπλοκ (Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία και Αγγλία) προσπάθησε να τους προσεταιριστεί. Αποφασίστηκε να σταλούν στην Ελβετία εκπρόσωποί τους. Οι Αυστριακοί έστειλαν τον μυστικό πράκτορά τους, βαρόνο Lebzeltern. Ο τσάρος, τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Υποτίθεται ότι οι δυο τους έπρεπε να συνεργαστούν και να λαβαίνουν υπόψη τους και τις επιθυμίες των Πρώσων και των Άγγλων. Ο Lebzeltern όμως, είχε εντολή από τον αυστριακό υπουργό Εξωτερικών, κόμη Μέτερνιχ, να φροντίσει ώστε να εγκατασταθεί στην Ελβετία φιλοαυστριακή κυβέρνηση που θα παραχωρούσε στον αυστριακό στρατό άδεια διέλευσης από τη χώρα. Ενώ ο Ιωάννης Καποδίστριας έπρεπε να εξασφαλίσει την ουδετερότητα και ανεξαρτησία της Ελβετίας.
Στις 20 Δεκεμβρίου (1813), ο Lebzeltern ζήτησε από τον Καποδίστρια να υπογράψει διακοίνωση, σύμφωνα με την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα μπορούσαν να εισέλθουν στην ελβετική επικράτεια για να εξασφαλίσουν τα εδάφη που η Γαλλία της είχε αποσπάσει. Ήταν φανερά δάχτυλος του Μέτερνιχ. Μετά από σκέψη και προς μεγάλη έκπληξη των πάντων, ο Καποδίστριας υπέγραψε. Οι Αυστριακοί πανηγύρισαν κι έσπευσαν να εισβάλουν στην Ελβετία. Ο Καποδίστριας έφυγε στη γειτονική Βάδη (Μπάντεν, στη Νότια Γερμανία), όπου στρατοπέδευε ο τσάρος Αλέξανδρος. Του είπε τι είχε κάνει και του ζήτησε να αποκηρύξει τη διακοίνωση, την οποία οι Αυστριακοί δύσκολα θα μπορούσαν να επικαλεστούν καθώς για λογαριασμό τους την είχε υπογράψει μυστικός πράκτορας. Ο τσάρος την κατάγγειλε. Ξαφνικά, οι Αυστριακοί εμφανίστηκαν ως υποκινητές πραξικοπήματος, καθώς οι Ελβετοί είχαν ήδη διχαστεί. Ο Μέτερνιχ έχασε κάθε έρεισμα στην Ελβετία, ενώ ο τσάρος, επίσημα πια, διόρισε τον Καποδίστρια έκτακτο απεσταλμένο του και πληρεξούσιο υπουργό για την Ελβετία. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Με υπόμνημά του στον πρόεδρο της ελβετικής βουλής, υπέδειξε τις βασικές αρχές του συντάγματος της Ελβετικής ομοσπονδίας και με δικές του ενέργειες πείσθηκε η Γενεύη να προσχωρήσει κι αυτή. Κατόρθωσε έτσι να συμφιλιώσει τους Ελβετούς και να καθορίσει τις αρχές του ομοσπονδιακού συστήματος διακυβέρνησης που και σήμερα υπάρχει.
Στα 1815, στο Συνέδριο της Βιέννης, η Ελβετία των 21 καντονιών έμελλε να αναγνωριστεί ανεξάρτητο κράτος με εγγυημένη την ουδετερότητά του. Ήταν ο θρίαμβος της διπλωματικής δράσης του Καποδίστρια.
Οι σύμμαχοι του αντιγαλλικού μπλοκ μπήκαν στο Παρίσι και κήρυξαν τον Ναπολέοντα έκπτωτο. Στις 28 Απριλίου του 1814, ο άλλοτε κυρίαρχος της Ευρώπης βρισκόταν στο νησί Έλβα, κοντά στις ιταλικές ακτές της Τοσκάνης, που του προσφέρθηκε να παίζει τον ηγεμόνα. Με τη λήξη της αποστολής του στην Ελβετία, ο Καποδίστριας πήγε στο Παρίσι, όπου τον περίμενε ενθουσιασμένος ο τσάρος. Τον παρασημοφόρησε με τον σταυρό του Αγίου Βλαδίμηρου (Β’ τάξεως), απάντησε αόριστα στο αίτημα για μεσολάβηση υπέρ των Επτανήσων που πια χάνονταν για τους Γάλλος και του επιφύλαξε νέα, πιο σπουδαία αποστολή: Τη δημιουργία της μετά τον Ναπολέοντα Ευρώπης.
Το Συνέδριο της Βιέννης ξεκίνησε τις εργασίες του τον Σεπτέμβριο του 1814, με τον Ιωάννη Καποδίστρια μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας. Μετείχαν σ’ αυτό, πάνω από 215 κρατικές αντιπροσωπείες (όσες οι τότε οι ευρωπαϊκές κρατικές οντότητες). Με όλους αυτούς, ήταν πολύ δύσκολο να γίνει δουλειά, πολύ περισσότερο που οι διάφοροι ηγεμόνες δεν ήθελαν να παραδεχτούν πως απλά αποτελούσαν τον διάκοσμο της όλης φιέστας. Στην πραγματικότητα, ο καταλυτικός ρόλος ανήκε στις Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία, Αγγλία και Γαλλία των Βουρβόνων που είχαν παλινορθωθεί. Αναγκαστικά, δημιουργήθηκε η Επιτροπή των Πέντε. Ρώσος υπουργός Εξωτερικών δεν υπήρχε, καθώς τις σχετικές υποθέσεις χειριζόταν ο ίδιος ο τσάρος. Από τα τέλη του 1814, στις επίσημες συνεδριάσεις της Επιτροπής, ο Καποδίστριας εκπροσωπούσε τη Ρωσία μαζί με τον Νέσελροντ, γραμματέα του τσάρου επί των εξωτερικών υποθέσεων. Η συμμετοχή του ήταν καταλυτική. Και επιβραβεύτηκε με τον μεγαλόσταυρο του Λεοπόλδου που του απένειμε ο βασιλιάς της Αυστρίας και τον μεγαλόσταυρο του Ερυθρού Αετού που του απένειμε ο βασιλιάς της Πρωσίας. Ο σύμβουλος του Μέτερνιχ, ιππότη φον Γκεντς, παραδεχόταν αργότερα ότι μεγάλο μέρος της «τελικής πράξης του συνεδρίου της Βιέννης», που υπογράφτηκε στις 9 Ιουνίου 1815, ήταν δημιούργημά του. Κι ένας Γερμανός ιστορικός του 20ού αιώνα ονόμασε τον Καποδίστρια «αρχιτέκτονα της ευρωπαϊκής ειρήνης των 99 ετών, 1815 – 1914», καθώς η επόμενη πανευρωπαϊκή σύρραξη επήλθε με τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Οι συνεδριάσεις κάθε άλλο παρά ήρεμες ήταν. Κάποια στιγμή, ο Καποδίστριας ζήτησε από τον τσάρο την άδεια να μιλήσει για τους υπόδουλους Έλληνες. Στον δισταγμό του Αλέξανδρου, τού επισήμανε ότι οι συμπατριώτες του δυο προστάτες τους αναγνωρίζουν: Τον Θεό και τη Ρωσία. Πήρε την έγκρισή του. Συμφώνησαν ο Καποδίστριας να θέσει το ζήτημα και ο τσάρος να το προχωρήσει.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας πήρε τον λόγο και, απευθυνόμενος στην ομήγυρη, είπε ότι είναι χρέος των βασιλιάδων να προνοήσουν για την απαλλαγή των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό που τους οδήγησε στην εξαθλίωση, με αποτέλεσμα να απειλούνται με εξόντωση.
Τον διέκοψε ο Μέτερνιχ, κηρυγμένος οπαδός του ευρωπαϊκού «status quo», και με ύφος προσβλητικό, του απάντησε ότι η Ευρώπη δεν γνωρίζει Έλληνες. Γνωρίζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κάτω από εξουσία της οποίας βρίσκονται οι αποκαλούμενοι Έλληνες. Και κατηγόρησε τον Καποδίστρια ότι έκανε το παν για να μη μετάσχει στο συνέδριο «το απέραντο Οθωμανικό Κράτος», προσθέτοντας με έπαρση ότι δεν θα του περάσει.
Η στάση του Μέτερνιχ εξόργισε τον τσάρο που πήρε προσωπικά την προσβολή και, με τη σειρά του, διέκοψε τον Μέτερνιχ, λέγοντάς του ότι οι Έλληνες υπάρχουν και θα ελευθερωθούν γρήγορα, χάρη στη θεία πρόνοια και την ένοπλη ευρωπαϊκή βοήθεια.
Οι εργασίες του συνεδρίου διακόπηκαν για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Με την επανάληψή τους, ούτε ο Καποδίστριας συνέχισε την ομιλία του ούτε ο Μέτερνιχ θέλησε να απαντήσει στον Αλέξανδρο. Τον λόγο πήρε ο γραμματέας του τσάρου επί των εξωτερικών υποθέσεων, Νέσελροντ, που υπέβαλε αντιπρόταση για το ελληνικό ζήτημα. Ακολούθησε συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων και το θέμα έμεινε εκεί χωρίς να παρθούν αποφάσεις.
Όμως, οι ενέργειες του Καποδίστρια για την απελευθέρωση των Ελλήνων δεν περιορίζονταν μόνο στο συνέδριο. Από το 1813, είχε ιδρυθεί στην Ελλάδα η, κάτω από την αγγλική επιρροή, «Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών», με σκοπό τη «συλλογή και διατήρηση αρχαιοτήτων». Επίτροπός της ήταν ο Άνθιμος Γαζής. Όταν, τον Σεπτέμβριο του 1814, ξεκίνησε το συνέδριο της Βιέννης, ο Γαζής πλησίασε τον Καποδίστρια και τον ενημέρωσε για τη δράση της Εταιρείας. Ο Καποδίστριας μετέφερε τα καθέκαστα στον τσάρο και του πρότεινε να ιδρύσουν αντίστοιχη στη Βιέννη, ώστε να εξουδετερωθεί η αγγλική επιρροή. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε, ο Καποδίστριας έγραψε στα γαλλικά το καταστατικό, ο Άνθιμος Γαζής το μετέφρασε στα ελληνικά και η «Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης» ήταν γεγονός με τρανταχτό μέλος της τον ίδιο τον τσάρο. Με την διαφορά ότι η εταιρεία της Βιέννης, στην πραγματικότητα, ασχολιόταν «ουχί προκειμένου περί του παρελθόντος, αλλά περί του παρόντος και του μέλλοντος και παρέχοντες βοήθειαν τινά εις τους πτωχούς Έλληνας νέους, τους διψώντας παιδείαν». Φαινομενικά, σκοπός της βιεννέζικης ήταν να παράσχει στην αθηναϊκή εταιρεία «τα αναγκαία μέσα δια την αύξησιν και επίδοσιν των μαθήσεων εις την Ευρώπη Ελλάδα, δια την έκδοσιν των κλασσικών συγγραφέων και βοήθειαν πτωχών μαθητών, όσοι σπουδάζωσι τας επιστήμας, και τέλος δια την ανακάλυψιν παντός είδους αρχαιοτήτων», καθώς και να βοηθήσει να ιδρυθεί στο Πήλιο (πατρίδα του Άνθιμου Γαζή) σχολείο «κατά μίμησιν των Ακαδημιών της Ευρώπης».
Η συμμετοχή επιφανών μελών αύξησε το γόητρο της Εταιρείας, βοήθησε στην εξάπλωση του φιλελληνισμού και έγινε αιτία να συγκεντρωθούν σεβαστά ποσά. Η βιεννέζικη αστυνομία ανησύχησε και ξεκίνησε στενή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων της, ενώ παράλληλα έσπευσε να ενημερώσει τον Μέτερνιχ, διαβλέποντας κάτω από τους αθώους σκοπούς, συνωμοτικές κινήσεις. Ο Μέτερνιχ ξεκίνησε με νύξεις στις συνεδριάσεις, προχώρησε με ενστάσεις και κατέληξε να καταγγείλει την Φιλόμουσο ότι προετοιμάζει εξέγερση εναντίον της «φίλης και συμμάχου Οθωμανικής αυτοκρατορίας» και θέτει σε κίνδυνο τις διπλωματικές σχέσεις της Αυστρίας με τον σουλτάνο. Ο Καποδίστριας διαμαρτυρήθηκε για τις «ασύστατες κατηγορίες», έσπευσε να αποσυρθεί από το προσκήνιο και διόρισε εκπρόσωπό του τον Αλέξανδρο Βασιλείου. Με μέλος της τον ίδιο τον τσάρο, η «Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης» συνέχισε απρόσκοπτα το «νόμιμο» έργο της ως τα χρόνια λίγο πριν από την επανάσταση.
Στα απομνημονεύματά του (1843), ο Γάλλος εμιγκρέ Αύγουστος Ντε Λαγκάρντ που, μετά τη Γαλλική επανάσταση, τριγυρνούσε στις ευρωπαϊκές αυλές, αναφέρθηκε και στο συνέδριο της Βιέννης. Και αφιέρωσε κατεβατά στους «δυο διάσημους Έλληνες, τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τις προσπάθειές τους να ελευθερωθεί η Ελλάδα»:
«Όταν ολόκληρη η Ευρώπη ασχολιόταν στη Βιέννη με τη διαμόρφωση της νέας τάξης, σχηματίστηκε μια τρίτη ελληνική εταιρεία (με πρώτη αυτή του Ρήγα και δεύτερη μια κίνηση στην Ιταλία κατά τα πρότυπα των καρμπονάρων). Η εταιρεία οργανώθηκε κάτω από τη σημαία της θρησκείας και επιζητούσε την υποστήριξη του τσάρου. Ονομάστηκε ‘’Εταιρεία των Φιλομούσων’’ και είχε έμβλημα ένα δακτύλιο, πάνω στον οποίο ήταν χαραγμένη μια κουκουβάγια και ο Κένταυρος Χείρων. Τα μέλη της φορούσαν ολόμαυρη στολή και σκούφο με μια νεκροκεφαλή και δυο χιαστί κόκαλα (κάτι σαν την πειρατική σημαία). Χρώματα της Εταιρείας ήταν τα άσπρο, μαύρο και κόκκινο. Στην ακμή της, είχε 60.000 μέλη, χωρισμένα σε τέσσερις τάξεις. Βαθύς πέπλος μυστηρίου κάλυπτε τη φύση της. Ένα από τα πρώτα μέλη της ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ένας από τους πιο φλογερούς υποστηρικτές της ήταν ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος».
Ένας μεγάλος έρωτας
Ο Ιγνάτιος είχε εργαστεί για τη δημιουργία της εταιρείας, όπως και ο
Αλέξανδρος Στούρτζας, γιος του ευγενή Σκαρλάτου Στούρτζα και της
Σουλτάνας, κόρης του Κωνσταντίνου Μουρούζη, πρίγκιπα της Μολδαβίας. Ο
Αλέξανδρος ήταν διπλωμάτης και στενός συνεργάτης του Καποδίστρια. Με την
αδελφή του, Ρωξάνδρα (1776 – 1844), συνομήλικη και «αιώνια ερωτευμένη»
με τον Ιωάννη. Είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη αλλά βρέθηκε κυρία
επί των τιμών στην τσαρική αυλή, όταν ο πατέρας της εγκαταστάθηκε στην
Αγία Πετρούπολη κι έγινε σύμβουλος του Αλέξανδρου. Η ίδια έγραψε:
«Αφηνόμουν ελεύθερη να εκφράζω τις ιδέες μου με το αυθορμητισμό
που με χαρακτηρίζει, ο δε Αυτοκράτωρ χωρίς να κρύβει την έκπληξή του για
την ειλικρίνειά μου, μου απαντούσε με μίαν εμπιστοσύνη την οποίαν
σπανίως επεδείκνυε. Θυμούμαι, ακόμη, μεταξύ άλλων εξ ίσου παραδόξων
πραγμάτων, ότι του είπα το εξής: Εφ’ όσον μου παραχωρείτε τόση
εγκαρδιότητα, Μεγαλειότατε, αισθάνομαι ότι σας οφείλω μιαν ομολογία.
Αφορά κάποιες πεποιθήσεις μου οι οποίες δεν εναρμονίζονται απολύτως με
την κοινωνική θέση την οποίαν κατέχω. Στο βάθος της ψυχής μου είμαι
δημοκρατικών φρονημάτων. Απεχθάνομαι τις διάφορες Αυλές και ουδέποτε
απέδωσα αξία σε όλες αυτές τις διακρίσεις της τάξεως και της καταγωγής,
οι οποίες μου παγώνουν την ψυχή και με κάνουν να πλήττω θανάσιμα. Μη
τυχόν όμως προδώσετε το μυστικό μου σε αυτήν εδώ την χώρα, γιατί αυτό θα
το πληρώσω ακριβά».
Ο έρωτας ανάμεσα στη Ρωξάνδρα και τον Ιωάννη Καποδίστρια άφησε εποχή
στα κοσμικά σαλόνια της Πετρούπολης και της Βιέννης αλλά έμεινε
ανεκπλήρωτος. Κατά μια εκδοχή, ο Ιωάννης της έκανε πρόταση γάμου στα
1814, αλλά εκείνη την απέρριψε λέγοντάς του ότι η μαμά της τον ήθελε
σύζυγο της αδελφής της, Ελένης. Η ίδια όμως, γράφει:
«Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, “δια ζώσης”, όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».
Τελικά, ο Ιωάννης Καποδίστριας έμεινε ανύπαντρος. Η Ρωξάνδρα
παντρεύτηκε τον κόμη Έντλινγκ, αδελφό της τσαρίνας Ελισάβετ, και
δραστηριοποιήθηκε στους σκοπούς της Εταιρείας Φιλομούσων, βοηθώντας στη
μόρφωση νέων Ελλήνων που προσέφευγαν σ’ αυτήν. Διατηρούσε αλληλογραφία
με τον Καποδίστρια ως τη δολοφονία του.
Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας
Όσο διαρκούσε το συνέδριο της Βιέννης, ο Ναπολέων το έσκασε από την Έλβα, μπήκε στη Γαλλία, σχημάτισε στρατό και κατέλαβε το Παρίσι. Το συνέδριο έληξε στις 9 Ιουνίου 1815. Η καθοριστική ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό επήλθε εννιά μέρες αργότερα. Οι σύμμαχοι μπήκαν γι’ άλλη μια φορά στο Παρίσι. Στην εκεί συνδιάσκεψη, ως εκπρόσωπος του τσάρου, ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να αποσοβήσει τη δημιουργία της Ιερής Συμμαχίας (συμμαχίας των εστεμμένων εναντίον των λαών, όπως χαρακτηριστικά την αποκάλεσαν), κατόρθωσε όμως να επιβάλει τις «ρωσικές θέσεις»: Εδαφική ακεραιότητα για την Γαλλία που προς στιγμήν τον λάτρεψε και συνταγματική διακυβέρνηση στα Επτάνησα, έστω κάτω από την αγγλική εντολή προστασίας. Η συνθήκη που υπογράφτηκε στις 5 Νοεμβρίου 1815 αποτελεί προσωπικό του επίτευγμα. Στη δεξίωση, ύψωσε το ποτήρι κι έκανε πρόποση «στην απελευθέρωση του Γένους», από τον Δούναβη ως την Κρήτη κι από το Ιόνιο ως την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία. Ο Αλέξανδρος δεν αντέδρασε. Ο Καποδίστριας του ενεχείρισε υπόμνημα, όπου ανέφερε τα δεινά των υπόδουλων Ελλήνων και την ανάγκη να απελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό. Ο τσάρος του απάντησε κάτι σαν «κάθε πράγμα στον καιρό του».
Στις 31 Ιανουαρίου 1816, ο Καποδίστριας προβιβαζόταν σε «μυστικό σύμβουλο», κατακτώντας την τρίτη θέση στην ιεραρχία της ρωσικής αυλής. Τον αμέσως επόμενο καιρό, αντικαθιστούσε τον Νέσελροντ, ως γραμματέας του τσάρου επί των εξωτερικών υποθέσεων, ουσιαστικά υπουργός Εξωτερικών της τσαρικής Ρωσίας.
Στα 1818, τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας βρίσκονταν αντιμέτωπα με το ισπανικό ζήτημα (διαμάχη Ισπανίας και Βραζιλίας για την κατοχή της περιοχής του Ρίο ντε λα Πλάτα), το θέμα των εδαφών που κατείχε η Γερμανία και την τύχη του στρατού κατοχής της Γαλλίας. Κι ακόμα, διάφορα προβλήματα «μικροτέρων κρατών». Οργανώθηκε συνέδριο στο Άαχεν (Αιξ Λα Σαπέλ για τους Γάλλους, Ακυίσγρανον για τους Βυζαντινούς του παρελθόντος). Ο κόμης Μέτερνιχ μεσουρανούσε και η πολιτική του επικρατούσε σε όλη την Ευρώπη.
Η σύνοδος ορίστηκε να πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο. Τσάρος Αλέξανδρος και Ιωάννης Καποδίστριας ξεκίνησαν νωρίτερα, κάνοντας περιοδεία στη Νότια Ρωσία (Βεσσαραβία και Οδησσό).
Οι ηγεμόνες της Μολδαβίας και της Βλαχίας έστειλαν στα σύνορα των επικρατειών τους αντιπροσωπείες για να υποβάλουν τα σέβη τους στον τσάρο: Πρίγκιπας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος για τη Βλαχία, Πανταζόγλου για την Μολδαβία. Ο τσάρος τους δέχτηκε μεγαλόψυχα και τους παρέπεμψε στον Καποδίστρια που σημείωσε στην αυτοβιογραφία του ότι του είπαν πως «η διατήρηση της ειρήνης με τους Τούρκους ήτο αδύνατος και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν αν τα ρωσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον ποταμό Προύθο (αυτόν που διάβηκε τρία χρόνια αργότερα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κηρύσσοντας την ελληνική επανάσταση)».
Παρά τα όσα ζητούσε από τον τσάρο, ο Καποδίστριας τους απάντησε αυστηρά: Ο ρωσικός στρατός δεν πρόκειται να πολεμήσει για λογαριασμό των Ελλήνων. Η ελευθερία κατακτιέται με ξεσηκωμό που θα βασίζεται στις δυνάμεις των Ελλήνων, όταν αυτοί θα είναι έτοιμοι. Αλλιώς, «θα αντικαταστήσετε το τουρκικό σαρίκι με πίλον ευρωπαϊκόν». Οι απεσταλμένοι τα έχασαν. Όμως ο Καποδίστριας γνώριζε πως η συγκεκριμένη εποχή δεν ευνοούσε κινήματα. Έχοντας απέναντί του τον Μέτερνιχ της Αυστρίας και τον Κάστλρεϊ της Αγγλίας, που εργάζονταν για την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ετοίμαζε μεγαλόπνοο σχέδιο. Δεν του βγήκε.
Οι εργασίες του συνεδρίου του Άαχεν ξεκίνησαν στις 30 Σεπτεμβρίου και έληξαν στις 3 Νοεμβρίου (1818). Εκεί, ο Καποδίστριας πρότεινε να αντικατασταθεί η Ιερή Συμμαχία από μια πανευρωπαϊκή όπου θα συναποφασίζονταν οι τύχες των κρατών και των λαών της Ευρώπης. Έτσι, θα αποφεύγονταν οι επεκτατικές κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων και θα επιβαλλόταν διαρκής ειρήνη. Με άλλα λόγια, πρότεινε να δημιουργηθεί Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος με τη συμμετοχή όλων των κρατών. Κάτι σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς τις οικονομικές ρυθμίσεις της. Άγγλοι και Αυστριακοί πολέμησαν την ιδέα αυτή, με τον φόβο μιας ρωσογαλλικής συμμαχίας εναντίον της Αυστρίας. Η συνθήκη για την Ιερή Συμμαχία ανανεώθηκε με την έγκριση και του τσάρου που παραπλανήθηκε από τον Μέτερνιχ. Η ανανέωση σήμαινε και εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ένα άλλο ζήτημα που έθεσε ο Καποδίστριας, ήταν η επιβολή συνταγματικών θεσμών και η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υποστήριζε ότι το σύνταγμα εμποδίζει την εξάπλωση των επαναστάσεων: «Ακριβώς αυτή η συνταγματικότητα … η σοφή, ειλικρινής και εθελουσία, αποτελεί το μοναδικό όπλο να πολεμήσεις τον εχθρό σου από δεξιά και αριστερά» έγραψε. Και πρόσθεσε: «Τα συντάγματα θα παρείχαν στους λαούς δυνατότητες πολιτικής σταθερότητας, γιατί, ενώ θα περιόριζαν το δεσποτισμό, θα καθόριζαν τα νόμιμα κοινωνικά δικαιώματα των ανθρώπων και έτσι θα προλάβαιναν την προσφυγή στην επανάσταση». Κι ακόμα: «Οι κυβερνήσεις έπρεπε να θεμελιώνουν το έργο τους επάνω στους νόμους, να αγρυπνούν και να πολεμούν για τον περιορισμό της αυθαίρετης εξουσίας. Ο διαφωτισμός και ο πολιτισμός προϋποθέτουν τη θεμελίωση του κυβερνητικού καθεστώτος επάνω στη διατήρηση των ηθών και των εθίμων των λαών και τη δύναμη του νόμου».
Βρήκε απέναντί του την Αυστρία και την Αγγλία. Την Αυστρία εξαιτίας των επιλογών του Μέτερνιχ, της Αγγλίας, από τον φόβο ξεσηκωμού των αποικιών της.
Στη συζήτηση για την Γαλλία, πέρασε του Καποδίστρια. Πέτυχε να μειωθεί κατά πάνω από εξακόσια εκατομμύρια φράγκα η πολεμική αποζημίωση που βάρυνε τη Γαλλία και η χώρα να ενταχθεί και πάλι ως ισότιμο μέλος στην Τετραπλή Συμμαχία.
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΗ’, του πρόσφερε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε ένδειξη ευγνωμοσύνης. Ο Καποδίστριας το αρνήθηκε. Αντιπρότεινε να εφοδιαστούν οι βιβλιοθήκες της Ελλάδας με τα βιβλία που οι γαλλικές βιβλιοθήκες είχαν διπλά.
Ο υπουργός Εξωτερικών δούκας ντε Ρισελιέ, έγραφε σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο: «Έπειτα από μακρές και θλιβερές συζητήσεις υπογράψαμε τη συμφωνία για τη μείωση των πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Γαλλίας προς τις νικήτριες Δυνάμεις. Ο πληρεξούσιος της Υμετέρας Μεγαλειότητος, ο κόμης Καποδίστριας, υπήρξε ανυπολόγιστα πολύτιμος για μας και του οφείλουμε εξ ολοκλήρου τον επιτευχθέντα μετριασμό. Είμαι βέβαιος ότι ο κόμης Καποδίστριας στις προσπάθειές του υπερέβη κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβει από την Υμετέρα Μεγαλειότητα. Σας παρακαλώ να μη δυσαρεστηθείτε απέναντί του …».
Ο Γάλλος διπλωμάτης κόμης Μολέ έγραφε: «Εάν η Γαλλία είναι ακόμη Γαλλία, το οφείλει κυριολεκτικά σε δύο ανθρώπους, που τα ονόματά τους δεν πρέπει ποτέ να τα ξεχάσει: Στον Τσάρο Αλέξανδρο και, κυρίως, στον υπουργό του των Εξωτερικών Καποδίστρια…».
Δεκατρία χρόνια αργότερα, τα ωραία λόγια έμελλε να ξεχαστούν. Για την ώρα, ο Ιωάννης Καποδίστριας απολάμβανε τη διεθνή αναγνώριση. Ο τσάρος του απένειμε το παράσημο του Αγίου Βλαδίμηρου (Α’ Τάξεως). Ο βασιλιάς της Πρωσίας το παράσημο του Μαύρου Αετού. Ο αυτοκράτορας της Αυστρίας το παράσημο του Αγίου Στεφάνου της Ουγγαρίας. Ο Λουδοβίκος ΙΗ’ της Γαλλίας τον παρασημοφόρησε με τον μεγαλόσταυρο της Λεγεώνας της Τιμής. Ο βασιλιάς της Βυρτεμβέργης του απένειμε το παράσημο της Πίστεως. Και οι Πολωνοί το παράσημο του Λευκού Αετού.
Ο καταιγισμός των παρασήμων δεν απέτρεψε τον κλονισμό της υγείας του. Ο τσάρος τον είδε καταβεβλημένο και του έδωσε άδεια. Στην τελευταία συνεργασία τους, τον Δεκέμβριο του 1818, του είπε:
Να προσέχετε την υγεία σας. Περάστε το πρώτο μέρος του χειμώνα στην Ιταλία και αναπαυθείτε. Μετά, επισκεφτείτε τους γονείς σας και, την άνοιξη, με το καλό, ετοιμαστείτε να γυρίσετε. Ως τότε, θα έχουμε καταλήξει για το δρομολόγιο της επιστροφής σας. Σας συνιστώ να μην παρεκκλίνετε. Προσπαθήστε να φέρετε γαλήνη στην πατρίδα σας. Δώστε στους Επτανήσιους να καταλάβουν ότι πρέπει να είναι λογικοί. Θέλω να βοηθήσω στην καλυτέρευση της τύχης τους αλλά πρέπει να είναι και οι συνθήκες ευνοϊκές. Σήμερα, ο κόσμος έχει ανάγκη από ησυχία. Μπορούμε να την εξασφαλίσουμε μόνο με τη σύμπραξη όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Οι προσπάθειές μας θα εξανεμιστούν, αν τα συμφέροντα στην Ανατολή δημιουργήσουν διχόνοια. Τα πράγματα πρέπει να μείνουν ως έχουν και να φροντίσουμε για τους Έλληνες, χωρίς να τους ενθαρρύνουμε να περιμένουν από μένα πράξεις που αυτή τη στιγμή δεν μπορώ.
Οι εντολές ήταν σαφείς. Ο Καποδίστριας πήγε στην Ιταλία και, τέλη Μαρτίου του 1819, πέρασε στην Κέρκυρα. Έσπευσαν να τον συναντήσουν πρόκριτοι, πρόσφυγες και καπεταναίοι (ανάμεσά τους και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τον Μάρκο Μπότσαρη). Τους μετέφερε τις θέσεις του τσάρου ως δικές του απόψεις. Τους ζήτησε να κάνουν υπομονή. Θύμωσαν μαζί του. Τα Επτάνησα κυβερνιόνταν δεσποτικά από τον Άγγλο αρμοστή, Μέτλαντ, και του το είπαν:
«Ποια υπομονή. Οι Άγγλοι που σεις μας κουβαλήσατε στα Επτάνησα, δεν μας αφήνουν σε χλωρό κλαδί».
Και του ξεκαθάρισαν πως θα κινιόνταν μόνοι τους, αφού η Ρωσία τους γύριζε την πλάτη.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Καποδίστριας, ήταν να απευθυνθεί στους Άγγλους. Έγραψε στον τσάρο και του ζήτησε την άδεια να πάει στο Λονδίνο. Ο Αλέξανδρος του έστειλε μια ρωσική φρεγάτα, να τον μεταφέρει. Πέρασε από το Παρίσι, όπου τον δέχτηκαν με τιμές, είχε επαφές με τους εκεί επίσημους κι έφτασε στην Αγγλία. Οι εκεί αρμόδιοι του φέρθηκαν με το γάντι αλλά δεν του έδωσαν την παραμικρή διαβεβαίωση ότι θα αλλάξουν πολιτική στα Επτάνησα.
Από το Λονδίνο, ο Καποδίστριας πήγε στη διάσκεψη του Κάρλσμπαντ (κοντά στη Βαρσοβία) που είχε συγκροτηθεί με απαίτηση του Μέτερνιχ και όπου είχε ήδη φθάσει ο Αλέξανδρος. Ο Μέτερνιχ μετέφερε επιστολή του αυτοκράτορα της Αυστρίας που, με αφορμή τη δολοφονία του Αυγούστου φον Κοτζεμπούε (23 Μαρτίου), ζητούσε να παρθούν κατασταλτικά μέτρα στη Γερμανία. Με τη συνδρομή και του Κάστλρεϊ, ο Καποδίστριας έπεισε τον τσάρο να απορρίψει το αυστριακό αίτημα.
Ο Μέτερνιχ πίεζε να παρθούν μέτρα κατά των όπου γης επαναστατών. Με αφορμή κινήματα στην Ιταλία, πραγματοποιήθηκε (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1820) συνέδριο στο Τρόπαου της Σιλεσίας (σημερινή Όπαβα στην Τσεχία). Ο Καποδίστριας δεν μπόρεσε να αποτρέψει την υπογραφή του «πρωτοκόλλου του Τρόπαου» (19 Νοεμβρίου) που υποχρέωνε τα συμβαλλόμενα κράτη σε ανάληψη κοινής δράσης εναντίον των επαναστάσεων. Που όμως συνεχίζονταν. Επανάσταση στο βασίλειο των Δύο Σικελιών (πρωτεύουσά του η Νάπολη), είχε ανατρέψει τον εκεί βασιλιά Φερδινάνδο Α’.
Στήθηκε νέο συνέδριο, αυτή τη φορά στο Λάιμπαχ (Λουμπλιάνα, σήμερα πρωτεύουσα της Σλοβενίας), με κυρίαρχο θέμα την ένοπλη επέμβαση για την παλινόρθωση του Φερδινάνδου, ο οποίος κλήθηκε να μετάσχει στις εργασίες. Στο συνέδριο (26 Ιανουαρίου – 12 Μαΐου 1821), ανάμεσα στους άλλους, παρευρίσκονταν ο τσάρος Αλέξανδρος με τον Καποδίστρια και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας με τον Μέτερνιχ. Παρά τις αντιρρήσεις Γαλλίας και Αγγλίας, το συνέδριο εξουσιοδότησε τον αυστριακό στρατό να επέμβει και να αποκαταστήσει τον Φερδινάνδο στον θρόνο του βασιλείου των Δύο Σικελιών, καταδικάζοντας ταυτόχρονα κάθε επαναστατική κίνηση.
Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, έκπληκτοι οι σύνεδροι έμαθαν ότι ο υπασπιστής του τσάρου, Αλέξανδρος Υψηλάντης, ξεκινώντας από ρωσικό έδαφος, εισέβαλε στην Μολδοβλαχία και κήρυξε επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας! Κι ακόμα, ότι στην προκήρυξη της επανάστασης, υπήρχε η φράση «Κινηθείτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδεί μίαν κρατεράν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας!». Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Προφανώς, ο Υψηλάντης εννοούσε ότι πίσω από το απεχθές εγχείρημα βρισκόταν η Ρωσία. Ο Μέτερνιχ δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο τσάρος και ο Καποδίστριας τον ενέπαιζαν. Δεν χρειαζόταν να δει τον χάρτη για να πεισθεί ότι κύριος ωφελημένος από την όλη ιστορία θα ήταν ο Αλέξανδρος, καθώς, αν η επανάσταση πετύχαινε με ρωσικά όπλα, η Ρωσία θα έβγαινε στη Μεσόγειο.
Ετοίμασε κείμενο με αυστηρή καταδίκη των επαναστατών και με την πρόβλεψη, κατά τα πρότυπα της περίπτωσης των Δύο Σικελιών, να αποσταλεί στρατιωτική δύναμη, για να βοηθήσει τους Οθωμανούς να καταστείλουν τον ξεσηκωμό. Το παρουσίασε στο συνέδριο. Ο επικεφαλής των επαναστατών, όμως, βρισκόταν στην υπηρεσία του τσάρου. Ο Καποδίστριας θίχτηκε για λογαριασμό του: Το όλο κείμενο απέπνεε εμπάθεια εναντίον της Ρωσίας, παρ’ όλο που ο τσάρος είχε ήδη λάβει τις αποφάσεις του. Και η αποστολή στρατού σήμαινε εμπλοκή σε ένα ζήτημα που αποτελούσε εσωτερική υπόθεση της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το συνέδριο έπρεπε να τηρήσει αυστηρή ουδετερότητα. Καμιά ομοιότητα δεν υπήρχε με τα γεγονότα στο Βασίλειο των Δύο Σικελιών.
Ο Μέτερνιχ βρέθηκε στη γωνία. Το τελικό κείμενο καταδίκης της ελληνικής επανάστασης ήταν ήπιο, ενώ ματαιώθηκε κάθε απόπειρα στρατιωτικής ενίσχυσης της Τουρκίας.
Ο Αλέξανδρος όμως μόνο χαζός δεν ήταν. Ο Υψηλάντης του είχε στείλει επιστολή, με την οποία του ζητούσε να βοηθήσει τους επαναστάτες. Έδωσε εντολή στον Καποδίστρια να του απαντήσει σε αυστηρό τόνο, αρνούμενος κάθε βοήθεια. Ταυτόχρονα, έδιωξε τους Υψηλάντηδες από τον ρωσικό στρατό και τους απαγόρευσε να ζήσουν του λοιπού στη Ρωσία.
Μάταια, ο Καποδίστριας προσπάθησε να τον πείσει να βοηθήσει τους επαναστάτες. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να επιδοθεί, μέσω του πρεσβευτή της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, αυστηρή διακοίνωση στον σουλτάνο, με αφορμή τον απαγχονισμό του πατριάρχη Γρηγόριου Ε’ και τις σφαγές των Ελλήνων. Όμως το γυαλί είχε ραγίσει.
Τέλη του χρόνου, ο τσάρος αφαίρεσε από τον Καποδίστρια την αρμοδιότητα να χειρίζεται θέματα που είχαν να κάνουν με το «ανατολικό ζήτημα». Και τον Φεβρουάριο του 1822, χωρίς να τον ενημερώσει, εξουσιοδότησε τον Μέτερνιχ να διαπραγματευτεί με την Οθωμανική αυτοκρατορία εκ μέρους του.
Με όλα αυτά, ο Νέσελροντ ξεκίνησε να παραγκωνίζει τον Καποδίστρια, ο οποίος ζήτησε ιδιαίτερη ακρόαση από τον Αλέξανδρο. Του κατέθεσε τις διαφωνίες του για την όλη κατάσταση. Ο τσάρος επέμενε στις θέσεις του και «διευκόλυνε» τον Καποδίστρια, δίνοντάς του μακρόχρονη «άδεια για λόγους υγείας», διατηρώντας τον τυπικά στη θέση του υπουργού Εξωτερικών.
Πριν να φύγει, ο Καποδίστριας πούλησε τα πανάκριβα έπιπλά του έναντι 50.000 ρουβλίων. Έστειλε όλα τα χρήματα σε Έλληνες σιτέμπορους στην Οδησσό, ζητώντας τους να προσθέσουν όσα μπορούσαν και να βοηθήσουν τον Αγώνα. Οι σιτέμποροι έβαλαν άλλα 50.000 ρούβλια και, με το συνολικό ποσό (100.000 ρούβλια), αγόρασαν και φόρτωσαν πέντε καράβια στάρι. Στάλθηκαν από ένα στις Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά και τα υπόλοιπα δυο στο Ναύπλιο.
Στις 19 Αυγούστου 1822, ο Καποδίστριας έφυγε από την Αγία Πετρούπολη. Κατέληξε στην Ελβετία και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, όπου τον περιέβαλαν με βαθύτατη εκτίμηση και σεβασμό. Στη Ρωσία δεν επρόκειτο να επιστρέψει.
Στη Γενεύη, είχε συνεχείς επαφές με τον φιλέλληνα Ελβετό τραπεζίτη, Εϋνάρδο και με τον Άγγλο Στράφορντ Κάνινγκ, ξάδελφο του Τζορτζ Κάνινγκ, προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική επανάσταση. Για τον σκοπό αυτό, στα 1826, ταξίδεψε στο Παρίσι και στις Κάτω Χώρες. Όταν επέστρεψε στη Γενεύη, πολλά είχαν αλλάξει.
(«Ιστορία του Έθνους», 2.10.2010) (τελευταία επεξεργασία, 211.2010)
Άντίβαρο
var _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας