Διεθνή
Οι ελληνορωσικές σχέσεις σε μια εκρηκτική συγκυρία
Επαναπροσέγγιση Ελλάδας-Ρωσίας – Οι ελληνορωσικές σχέσεις στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Δύσης – Ρωσίας
Κώστας Λάβδας
Με απλά λόγια, τι θέλει σήμερα η Ρωσία του Πούτιν; Η Μόσχα θέλει αναγνώριση της θέσης της ως μια, εν πολλοίς, επανακάμψασα μεγάλη δύναμη, συνέχιση του κρίσιμου ενεργειακού ρόλου της στην Ευρασία, περιχαράκωση του ρωσικού συστήματος άσκησης εξουσίας στο εσωτερικό και αναδιαμόρφωση των ισορροπιών ισχύος με επωφελή για την Μόσχα τρόπο στο πλαίσιο της μακρόχρονης, αργής και επιλεκτικής διαδικασίας αμερικανικής απαγκίστρωσης που ξεκίνησε επί Ομπάμα και συνεχίζεται (βλέπε Αφγανιστάν).
Το ερώτημα, όμως, γιατί η Ρωσία έχει αυτούς τους συγκεκριμένους στόχους, παραπέμπει σε ένα κάπως σύνθετο πλέγμα παραγόντων. Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες έχουν ιστορικό βάθος. Άλλοι αναφέρονται στις προϋποθέσεις επιβίωσης του αυταρχικού ρωσικού καθεστώτος σήμερα. Οι πρώτοι έχουν τις ρίζες τους στην ανησυχία για την περικύκλωση της Ρωσίας, μια ανησυχία που διαπερνά αιώνες και καθεστώτα, ιδεολογίες και τεχνολογικές φάσεις.
Η σημερινή Ρωσική Ομοσπονδία, αποτέλεσμα των συγκεντρωτικών, αυταρχικών αλλά και εν μέρει αποτελεσματικά εκσυγχρονιστικών στοχεύσεων του καθεστώτος Πούτιν, αποτελεί εντελώς διαφορετικό συνομιλητή της Δύσης σε σχέση με την παραπαίουσα ομοσπονδία επί Γέλτσιν. Οικονομικά και δημογραφικά εξασθενημένη, η Ρωσία αποτελεί σε κάθε περίπτωση και πάλι μια υπολογίσιμη στρατιωτική και πολιτική παρουσία. Και όμως, κάποια από τα θεμελιώδη ζητήματα που μας απασχολούν και σήμερα ανάγονται στις περιόδους Γκορμπατσόφ και Γιέλτσιν.
Πράγματι, πέρα από τα κλισέ και τις προϊδεάσεις, μια σειρά κρίσιμων εξελίξεων ερμηνεύονται γνησίως διαφορετικά από τη Δύση και την Ρωσία. Την κρίσιμη στιγμή της επανένωσης της Γερμανίας (1990), τι υποσχέθηκε η Δύση στην Μόσχα ώστε η τελευταία να συναινέσει; Οι απόψεις των δυο μερών διαφέρουν και διαφέρουν πολύ. Οι Ρώσοι – και ο ίδιος ο Γκορμπατσώφ – επιμένουν ότι η βασική ιδέα ήταν πως το ΝΑΤΟ δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε διεύρυνση προς Ανατολάς μετά την γερμανική επανένωση. Η άποψη αυτή αμφισβητείται ευρέως στη Δύση, παρότι οι αναλυτές στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και τον δυτικό κόσμο αποτελούν, φυσικά, μια πολύ περισσότερο πλουραλιστική και πολυφωνική κοινότητα. Οι διαφορετικές ερμηνείες αφορούν και ζητήματα σε πεδία όπως ο έλεγχος των πυρηνικών, η αντιπυραυλική άμυνα, η πολιτική στην Μέση Ανατολή, ή ο έλεγχος των εδαφών του Αρκτικού Κύκλου.
Άλλωστε πολλοί (ακόμη και ειδικοί, ακόμη και διπλωμάτες) παρασύρονται ενίοτε από ψιθύρους που τεχνηέντως διοχετεύουν κύκλοι της μιας ή της άλλης πρωτεύουσας με στόχο τη διαμόρφωση της μιας ή της άλλης εντύπωσης. Η Angela Stent, στην κορυφαία μελέτη της για τις σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα (The Limits of Partnership, τέταρτη έκδοση, 2015), αναλύει τους σύνθετους σχεδιασμούς και τις συχνά αμφίσημες δηλώσεις των δυο υπερδυνάμεων στις περιόδους George H. W. Bush, Bill Clinton και George W. Bush και εξηγεί ότι υπήρξαν πραγματικές ευκαιρίες προσέγγισης που αγνοήθηκαν, τελικά, από την μια ή την άλλη ηγεσία σε διαφορετικές στιγμές της εξέλιξης των σχέσεών τους στις πρώτες μεταψυχροπολεμικές περιόδους.
Η σύγκρουση στην Ουκρανία και η παγκόσμια προοπτική
Τον Απρίλιο, στο φετινό προεδρικό διάγγελμα προς το έθνος, ο Πούτιν προειδοποίησε εάν κάποιος παρερμηνεύσει τις καλές προθέσεις της Ρωσίας ως αδυναμία, η απάντηση θα είναι «άμεση και σκληρή». Παρότι οι αναφορές στην Ουκρανία ήταν ελάχιστες, η προειδοποίηση σαφώς την αφορούσε.
Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 και οι συγκρούσεις στην ανατολική Ουκρανία μεταξύ αυτονομιστών και κυβερνητικών δυνάμεων διαμόρφωσαν ένα εκρηκτικό υπόβαθρο για τις μετέπειτα εξελίξεις των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση.
Όπως έγραψε προ ημερών ο Anton Troianovski στους New York Times, η στρατιωτική εμπλοκή στην Ουκρανία μάλλον θα έβλαπτε τον Πούτιν στο εσωτερικό, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, κάτι που οδηγεί πολλούς αναλυτές σε αμφιβολίες για το κατά πόσον θα επιχειρηθεί μια στρατιωτική αναμέτρηση. Όμως, όπως επίσης εύστοχα επισημαίνει ο Troianovski, η πεποίθηση του Πούτιν ότι η Ρωσία και η Ουκρανία θα έπρεπε να είναι μια χώρα είναι ευρέως διαδεδομένη στην Ρωσία, ακόμη και μεταξύ των αντιπάλων του Πούτιν.
Θα έλεγα παρόλα αυτά ότι ενώ για την Ρωσία το ουκρανικό είναι ζήτημα ταυτόχρονα περιφερειακής ισχύος, διεθνούς στρατηγικής και εσωτερικής πολιτικής κουλτούρας, για τις ΗΠΑ παραμένει κυρίως πεδίο αντιμετώπισης της Μόσχας με γνώμονα και μέτρο τα διεθνή δεδομένα και εξελίξεις. Με άλλα λόγια, η Μόσχα προς το παρόν βολιδοσκοπεί, ζυγίζει και υπολογίζει, αλλά μια στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία βρίσκεται όντως ανάμεσα στα σενάρια. Ενώ μια στρατιωτική απόκρουσή της από το ΝΑΤΟ είναι απίθανη.
Η περίοδος Τραμπ ενθάρρυνε τις πιο τολμηρές τακτικές του Πούτιν, κάτι που σήμαινε πολλά, ερχόμενο μάλιστα μετά και από την αδυναμία αντίδρασης Ομπάμα στην Κριμαία. Τα τετελεσμένα θριάμβευσαν στην Κριμαία. Παρότι ο Τραμπ έχει καυχηθεί ότι υπήρξε «πολύ πιο σκληρός απέναντι στη Ρωσία σε σχέση με τον Ομπάμα», η αλήθεια είναι ότι η ιδιωτικοποίηση των κριτηρίων άσκησης πολιτικής οδήγησε – για διαφορετικούς λόγους – το περιβάλλον Τραμπ σε στενές σχέσεις τόσο με τον Πούτιν όσο και με τον Ερντογάν. Από τον Ιανουάριο του 2021, η νέα προεδρία επιχειρεί να κερδίσει έδαφος απέναντι στην Ρωσία επιβεβαιώνοντας εκ νέου και τον ρόλο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, όμως η ασύμμετρη αμερικανική αναδίπλωση – με την κύρια έμφαση πια να βρίσκεται ξεκάθαρα στον Ειρηνικό – συνεχίζεται.
Ο Πούτιν φαίνεται να διαβάζει σωστά τη μακροχρόνια διάσταση των αμερικανικών κινήσεων, αλλά (α) οι ανάγκες εσωτερικής επιβίωσης του αυταρχικού καθεστώτος σε συνδυασμό με (β) την τάση συστηματικού υπερτονισμού της παλαιότατης θεωρίας της περικύκλωσης και (γ) την παραπλανητική εμπειρία της περιόδου Τραμπ, μπορεί να οδηγήσουν το Κρεμλίνο σε παράτολμους σχεδιασμούς.
Πέρα από τα ρωσικά στρατεύματα που έχουν μεταφερθεί κοντά στα ουκρανικά σύνορα, υπάρχουν και οι αυτονομιστές που εξακολουθούν να υποστηρίζονται από την Ρωσία. Δρούν μεταξύ άλλων και κοντά στην πόλη της Μαριούπολης. Από τακτική άποψη, η Μόσχα επιθυμεί την απόκτηση και της Μαριούπολης ώστε να μειώσει ακόμη περισσότερο την ναυτική παρουσία της Ουκρανίας και να την διώξει από τη Θάλασσα του Αζόφ.
Οι ελληνορωσικές σχέσεις στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Δύσης – Ρωσίας
Στο παρελθόν, οι ακραία ανορθολογικές – και επικίνδυνες – ελπίδες ορισμένων κύκλων στην Ελλάδα για τον «ρωσικό παράγοντα» κατέστησαν ιδιαίτερα δυσχερή μια αντικειμενική και νηφάλια αποτίμηση των θετικών και των αρνητικών στοιχείων στο ισοζύγιο των σχέσεων. Με αποτέλεσμα της ανυπαρξία μιας στρατηγικής προσέγγισης απέναντι στην Ρωσία.
Μια κορυφαία στιγμή – και μαζί μια από τις πολλές αποδείξεις – της έλλειψης εθνικής στρατηγικής ήταν η μεγάλη κρίση των σχέσεων με τη Ρωσία το 2018. Όταν κάποιοι υπερέβαλαν συστηματικά την υπαρκτή (και σε ένα βαθμό αναμενόμενη) ρωσική παρουσία στα Δυτικά Βαλκάνια για να κερδίσουν πόντους στην εσωτερική πολιτική σκηνή, περίπου κατηγορώντας συλλήβδην όσους είχαν επιφυλάξεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών ως αντικειμενικά εξυπηρετούντες τα ρωσικά συμφέροντα. Ήταν η περίοδος που οδήγησε στα όρια της διπλωματικής ρήξης με την Μόσχα.
Ως προς την Τουρκία, είναι σαφές ότι η Μόσχα επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την Τουρκία για να διευρύνει τις ρωγμές στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει τις σχέσεις της με την Ρωσία για να επαναπροσδιορίσει τη θέση της απέναντι στη Δύση. Όπως ακριβώς εξηγούσα εδώ στο Liberal το 2018, η προσέγγιση Ρωσίας – Τουρκίας εμπεριέχει και δομικά στοιχεία οπότε, παρά τις επιμέρους διενέξεις, είχε και εξακολουθεί να έχει μέλλον. Πρόκειται για μια σχέση ανταγωνιστικής συμπληρωματικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, παρά τις διαφορές και τις συχνά οξύτατες αντεγκλήσεις, οι σχέσεις Ρωσίας – Τουρκίας θα εξακολουθήσουν να αντανακλούν τις προσπάθειες της Άγκυρας να ισορροπήσει μεταξύ Ανατολής και Δύσης και τις τακτικές της Μόσχας που προσπαθεί να εργαλειοποιήσει τις τουρκικές φιλοδοξίες στο πλαίσιο που συμφέρει την Ρωσία, ανοίγοντας περαιτέρω τις ρωγμές στο ΝΑΤΟ. Πώς θα χειριστεί η κυβέρνηση Μπάιντεν αυτή την εντεινόμενη τουρκική συμπεριφορά είναι, για την περιοχή μας, ένα κρίσιμο ερώτημα ως προς την βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη περίοδο.
Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα για το Κρεμλίνο είναι εάν και κατά πόσον αντιλαμβάνεται ότι ένας κόσμος πολυκεντρικός θα είναι μακροπρόθεσμα προς το συμφέρον και της Ρωσίας. Εάν το αντιλαμβάνεται έτσι, θα αποφύγει μια στρατιωτική σύγκρουση στην Ουκρανία που θα οδηγήσει σε αναζωπύρωση των διπολικών τάσεων που είναι σήμερα ασθενέστατες αλλά μπορούν, σε ένα βαθμό, να επανακάμψουν ισχυροποιούμενες.
Υπάρχει, από την άλλη πλευρά, το αρνητικό σενάριο. Οι παράγοντες που ανέφερα προηγουμένως ενδέχεται να οδηγήσουν το Κρεμλίνο σε μια παράτολμη περιπέτεια. Στο μέτρο όμως που κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, η Ελλάδα, αγκυροβολημένη με ασφάλεια και στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, έχει κάθε λόγο να συνεχίσει συστηματικά και να διευρύνει τη συνεργασία με την Ρωσική Ομοσπονδία. Γνωρίζοντας και τις σημαντικές δυνατότητες αλλά και τα όρια μιας τέτοιας συνεργασίας υπό τις παρούσες συνθήκες.
* Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στο London School of Economics και Καθηγητής στην Έδρα Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στο Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

