Ιστορία - Πολιτισμός
Οσμανλήδες, οι πρώτοι Οθωμανοί
Χάρτης 1: Ανατολική Μεσόγειος (αρχή βασιλείας Ανδρόνικου Γ΄)
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΑΙΩΝΙΑ – 6/12/1976 – 6/12/2021 – 45 έτη από τον θάνατο του καθηγητή Γεωργίου Γεωργιάδη-Αρνάκη
Ιωάννης Γ. Βιδάκης & Γεώργιος Χ. Μπάλτος[1]
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι συγγραφείς επιχειρούν μια διασκόπηση ενός πολύ σημαντικού βιβλίου για τις πρώιμες σχέσεις των Βυζαντινών με τους Οσμανλήδες, στην περιοχή της Βιθυνίας, της Μικράς Ασίας. Το βιβλίο είναι του Γεώργιου Αρνάκη-Γεωργιάδη (1912-1976), και έχει τίτλο: «Οι πρώτοι Οθωμανοί. Συμβολή στο πρόβλημα της πτώσης τού Ελληνισμού τής Μικράς Ασίας (1282-1337)».
Τα συμπεράσματα του βιβλίου είναι σπουδαία: πιστοποιείται η συνθετότητα και πολυπλοκότητα των γεγονότων στον εξεταζόμενο χώρο της Βιθυνίας, το λίκνο των Οσμανιδών, την περίοδο αναφοράς της έρευνας. Διαπιστώνεται η έλλειψη αξιόπιστων πηγών και πληροφοριών για το φαινόμενο της εξέλιξης της κυριαρχίας των Οσμανιδών. Παρατηρείται η απουσία πολιτισμικών μνημείων Οσμανικού χαρακτήρα στην εν λόγω περιοχή, τα πρώτα χρόνια κυριαρχίας των Οσμανλήδων. Επιβεβαιώνεται η σημαντική συσχέτιση των πολιτικών παραγόντων, των προσωπικών ζητημάτων, της θρησκείας και των στοιχείων του πολιτιστικού τομέα. Επεξηγούνται οι διάφορες διαδόσεις και τα μυθεύματα γύρω από την αρχική εγκατάσταση τουρκομάνικων φύλων στην ευρύτερη περιοχή. Το άρθρο θα προσπαθήσει να διερευνήσει συγκεκριμένα στερεότυπα και να συνδράμει τον αναγνώστη στην κατανόηση του μωσαϊκού της περιοχής στη σύγχρονη περίοδο.
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Σε πρόσφατη έκδοση βιβλίου μας, [Μπάλτος & Βιδάκης, «Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΜΑΣ – Νεοοθωμανισμός διαχρονικά σημαίνει Εκτουρκισμός», εκδ. Ινφογνώμων, 2020], αναζητούμε την απάντηση σ΄ ένα από τα πιο καυτά ερωτήματα που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες, και όχι μόνον, ελληνο-τουρκικές σχέσεις, δηλαδή ποια από τις “δύο Τουρκίες” είναι πιο “ασφαλής”, ή και λιγότερο απειλητική, ως γείτονας, η Τουρκία της κεμαλικής παράδοσης ή η κυβερνώσα μεταμοντέρνα αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το παρόν κείμενο επιστρέφει τον αναγνώστη στο παρελθόν, στις πρώιμες βυζαντινο-οσμανικές σχέσεις, με την διασκόπηση ενός σημαντικού βιβλίου, το οποίο περιλαμβάνει μια ερευνητική μελέτη σχετικά με τους πρώτους Οθωμανούς, τους Οσμανλήδες [Οσμανλίδες ή Οσμανίδες]. Ανεπιφύλακτα συστήνει σε κάθε ενδιαφερόμενο το πόνημα του ερευνητή – συγγραφέα, Γεώργιου Γεωργιάδη-Αρνάκη. Το 2008 επανεκδόθηκε [μεταγραφή από την έκδοση του 1947], το βιβλίο που έχει γράψει πραγματική ιστορία στην διεθνή βιβλιογραφία των βυζαντινο-οθωμανικών σχέσεων[2].
Σύμφωνα με τον καθηγητή Αλέξιο Γ. Κ. Σαββίδη: το πόνημα αυτό, δημοσιευμένο το 1947, βασισμένο στην διδακτορική διατριβή του Γεώργιου Γεωργιάδη-Αρνάκη, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μαζί με τον πρώτο τόμο του καθηγητή του, Κωνσταντίνου Άμαντου (1874-1960), με τίτλο: «Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων», αποτέλεσαν τις σημαντικότερες ίσως ελληνικές επιστημονικές συνθέσεις στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα για τη μελέτη των βυζαντινο-τουρκικών σχέσεων. «Το βιβλίο του Γεωργιάδη-Αρνάκη προηγήθηκε κατά οκτώ χρόνια εκείνου του Άμαντου, που κυκλοφόρησε το 1955, (χωρίς ποτέ να εκδοθεί ο δεύτερος τόμος του). Από πολύ νωρίς μάλιστα, το έργο του Γεωργιάδη-Αρνάκη μελετήθηκε από πολλούς ερευνητές, περισσότερο ξένους και λιγότερο, ίσως, Έλληνες (!), που το χρησιμοποίησαν ως βασική παραπομπή στα δικά τους δημοσιεύματα μέσα στις επόμενες δεκαετίες» – (Αρνάκης-Γεωργιάδης 2008, σελ. 9).
Ένα τόσο σημαντικό έργο επανακυκλοφόρησε, τριάντα έτη μετά τον θάνατο του συγγραφέα του και εξήντα χρόνια από την πρώτη του εξαντλημένη έκδοση. Ποτέ όμως δεν έπαψε να χρησιμοποιείται ως βασικό, ως θεμελιακό, βοήθημα, από τους τουρκολόγους και από τους βυζαντινολόγους, καθώς στο εν λόγω βιβλίο περιγράφονται γλαφυρά και τεκμηριωμένα, οι πρώτες δεκαετίες της σύγκρουσης των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων με τους Οσμανλήδες ηγεμόνες, (αρχικά εμίρηδες και αργότερα σουλτάνους).
ΑΡΧΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο συγγραφέας του, ο Γεώργιος Γεωργιάδης-Αρνάκης το 1943, στα τριάντα ένα του χρόνια, και μάλιστα στην περίοδο της Κατοχής, αναγορεύτηκε διδάκτορας στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με την διατριβή του, που εκδόθηκε σε βιβλίο το 1947 με τίτλο: «Οι πρώτοι Οθωμανοί. Συμβολή στο πρόβλημα της πτώσης τού Ελληνισμού τής Μικράς Ασίας (1282-1337)». Πρόκειται για επιστημονικό σύγγραμμα κεφαλαιώδους σημασίας, όπως το χαρακτηρίζει ο καθηγητής Σαββίδης: όχι μόνο για την ελληνόγλωσση βιβλιογραφία, αλλά και για την διεθνή επιστημονική κοινότητα, αφού έχει χρησιμοποιηθεί ως βασικό βοήθημα όχι μόνο από γνωστούς βυζαντινολόγους ερευνητές των τελευταίων βυζαντινών αιώνων[3], αλλά και από οθωμανολόγους-ιστορικούς[4]. «Και ο Κ. Άμαντος το χρησιμοποίησε ως βασικό βοήθημα στην προαναφερθείσα σύνθεσή του περί σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων[5]. Ο κύριος λόγος για την ευρύτητα της χρήσης του έργου έγκειται στο ότι ο συγγραφέας του έκανε πολύ καλή χρήση, για πρώτη φορά σε εξειδικευμένο σχετικό επιστημονικό σύγγραμμα, σημαντικών παλαιών τουρκικών πηγών, όπως για παράδειγμα, των πρώιμων Οθωμανών ιστοριογράφων και χρονικογράφων Γιαχσί Φακίχ και Ασίκ-Πασά-Ζάντε, Μεχμέτ Νεσρί, Σαντουντίν (Σεαδεδδίν), Αλή Τσελεμπί Εφέντη, Ιντρίς Μπιτλίσι, Κιατίπ (Κατίμπ) Τσελεμπί ή Χατζί Κάλφα/Χαλίφα και άλλους, δίνοντας μάλιστα μια πολύ καλή καταλογογράφηση των πηγών αυτών, των εκδόσεων και των μεταφράσεών τους στις σελίδες 205-208 της αρχικής έκδοσης[6]. Ο Γεωργιάδης-Αρνάκης χρησιμοποίησε στο έργο του σημαντικά προγενέστερά του συγγράμματα, όπως για παράδειγμα τη σπουδαία για την εποχή της συγγραφής της «Geschichte des osmanichen Reiches» του Αυστριακού ανατολιστή Joseph von Hammer-Purgstall (1774-1856)[7], τη μονογραφία του Αμερικανού Herbert Adam Gibbons «The Foundation of the Ottoman Empire. A history of the Osmanlis up to the death of Bayezid I (1300-1403)», Οξφόρδη – Νέα Υόρκη 1916, ανατ. 1968[8], την πρώτη, γαλλική, έκδοση του έργου του Τούρκου ιστορικού Mehmet Fuad Koprulu (1980-1966), «Les origins de l’ Empire ottoman», Παρίσι 1935[9], την κλασική μονογραφία του Αυστριακού τουρκολόγου Paul Wittek (1894-1978), «The Rise of the Ottoman Empire», Λονδίνο 1938, ανατ. 1958[10] και το σημαντικό άρθρο των Αμερικανών W.L. Langer και R.P. Blake σχετικά με το ιστορικό υπόβαθρο της ανόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[11]. Εξάλλου, μια ακόμη ένδειξη της καθιέρωσης του βιβλίου του Γεωργιάδη-Αρνάκη στη διεθνή βιβλιογραφία είναι το ότι βιβλιογραφείται στον πίνακα βραχυγραφιών και παραπέμπεται ως βασικό βοήθημα σε λήμματα του έγκριτου τρίτομου οξφορδιανού συλλογικού Λεξικού του Βυζαντίου, (The Oxford Dictionary of Byzantium, Νέα Υόρκη – Οξφόρδη, 1991), το οποίο επιμελήθηκε ο Ρώσος βυζαντινολόγος Αλέξανδρος Καζντάν, (A. Kazhdan, 1922-1997), με τους συνεργάτες του στο ονομαστό βυζαντινολογικό κέντρο του Dumbarton Oaks της Washington» – (Αρνάκης-Γεωργιάδης 2008, σελ. 11,12).
Το βιβλίο της έκδοσης του 2008, αποτελείται συνολικά από 311 σελίδες – την εισαγωγή και τρία κεφάλαια. Ως «Προίμιο» στο βιβλίο υπάρχει κείμενο του [Καθηγητή Ιστορίας Μεσαιωνικών και Βυζαντινών Χρόνων Πανεπιστήμιο Αιγαίου / Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών (Ρόδος)], Αλέξιου Γ.Κ. Σαββίδη με τίτλο: «Προλογικά για τον συγγραφέα», (Ρόδος – Νέα Σμύρνη, Μάιος 2007), [σελ. 9-17], βιογραφικό για τον συγγραφέα και παράθεση του έργου του [σελ. 19-23], καθώς και «Πρόλογος του συγγραφέα», με επισυναπτόμενο χάρτη της Βιθυνίας, σημειώσεις και κατάλογο συντμήσεων, [σελ. 25-27].
Ακολουθεί η «Εισαγωγή» του βιβλίου με τίτλο: «Η ιστορία του οσμανικού προβλήματος», [σελ. 31-72]. Το πρώτο κεφάλαιο [σελ. 73-118], έχει τίτλο: «Η Βιθυνία κατά τα τέλη του 13ου αιώνα». Το επόμενο κεφάλαιο [σελ. 119-195], έχει τίτλο: «Η συγκρότηση του οσμανικού κράτους». Το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο [σελ. 197-278], έχει τίτλο: «Η κατάκτηση της Βιθυνίας». Όλα τα μέρη του βιβλίου περιλαμβάνουν επεξηγηματικές – αναλυτικές σημειώσεις. Το βιβλίο συμπληρώνεται από έναν χρονολογικό πίνακα [σελ. 279-283], την βιβλιογραφία [σελ. 285-305] και αφιέρωση «IN MEMORIAM GEORGE GEORGIADES ARNAKIS» [σελ. 307-311][12].
Ο ίδιος ο Γεωργιάδης-Αρνάκης γράφοντας το 1943 τονίζει:
«η ίδρυση του οθωμανικού κράτους στην Βιθυνία, η βαθμιαία υποταγή αυτής της χώρας και η εξαφάνιση του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού πληθυσμού της, όλα ζητήματα που υπάγονται στον κύκλο των βυζαντινών σπουδών, δεν συγκέντρωσαν στην Ελλάδα την απαιτούμενη προσοχή, παρά το γεγονός ότι η βυζαντινολογία έχει επιτελέσει μεγάλη πρόοδο και καθημερινά κερδίζει έδαφος.
Και στην Τουρκία ωστόσο, η ιστορία των πρώτων Οθωμανών δεν έχει μελετηθεί επαρκώς, σε αντίθεση με ότι θα περίμενε κανείς. Αυτό συνέβη γιατί, όταν η ιστορική επιστήμη άρχισε να καλλιεργείται συστηματικότερα, μετά την εγκαθίδρυση του κεμαλικού καθεστώτος, οι Τούρκοι ερευνητές στράφηκαν κυρίως προς την προϊστορική εποχή, διατυπώνοντας μάλιστα και ορισμένες ιδιαίτερα τολμηρές θεωρίες σχετικά με την καταγωγή του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η προϊστορία απορρόφησε το γενικό ενδιαφέρον των ερευνητών, κι έτσι λίγοι ήταν εκείνοι οι Τούρκοι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τα κεφαλαιώδη προβλήματα των πρώτων Οθωμανών. Οι εργασίες που είδαν το φως της δημοσιότητας κατά την τελευταία εικοσαετία αξίζουν, βέβαια, την ιδιαίτερη προσοχή μας, λείπουν ακόμη ωστόσο, εκείνες οι συνθετικές μελέτες οι οποίες, βασιζόμενες σε νεότερες έρευνες, θα έθεταν πάνω σε αδιαμφισβήτητη επιστημονική βάση το μείζον πρόβλημα της ίδρυσης του οθωμανικού κράτους. Ως εκ τούτου, ούτε η Τουρκία συνέβαλε μέχρι σήμερα στη μελέτη του επιστημονικού πεδίου της παλιάς οθωμανικής ιστορίας, αν και μια τέτοια συμβολή θα ήταν αναμενόμενη, χάρη στο πλουσιότατο σχετικό υλικό που είναι διάσπαρτο στις βιβλιοθήκες της.
Στη Δύση, αρκετοί είναι εκείνοι οι μελετητές που ασχολήθηκαν με τα τουρκικά πράγματα, σε γενική ή σε πιο συγκεκριμένη βάση, αλλά τα έργα αυτά θεωρούνται σήμερα στην πλειονότητά τους απαρχαιωμένα. Από τις λίγες νεότερες μελέτες, αυτές που πραγματεύονται την πρώτη οθωμανική περίοδο οφείλονται σε τουρκολόγους οι οποίοι, με προφανή μονομέρεια, θέλησαν να παρουσιάσουν την ίδρυση του οθωμανικού κράτους ως ένα καθαρά τουρκικό φαινόμενο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μπορούμε να πούμε ότι, παρά την επιμέρους συνεισφορά αξιόλογων ερευνητών, το πρόβλημα της συγκρότησης του οθωμανικού κράτους παραμένει ακόμη και σήμερα άλυτο».
Ο ερευνητής-συγγραφέας συνεχίζει δηλώνοντας: «Με την παρούσα μελέτη δεν φιλοδοξούμε να προσφέρουμε την τελική λύση αυτού του προβλήματος, που είναι και πολύπλοκο και ανεξερεύνητο. Ο κύριος σκοπός μας είναι να το τοποθετήσουμε μέσα στο πλαίσιο της ιστορικής έρευνας, μακριά από κάθε ηρωική ή εθνικιστική αντίληψη. Ο εθνικισμός και η ηρωική αντίληψη σχετικά με την ιστορία υπήρξαν παράγοντες που μείωσαν την αξία πολλών συγγραμμάτων, όπως άλλωστε και το γεγονός ότι όσοι έγραψαν σχετικά με την ίδρυση του οθωμανικού κράτους, κατά κανόνα υποτίμησαν ή αποσιώπησαν τη σημασία του βυζαντινού παράγοντα. Θεωρούμε ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να μελετηθεί επιστημονικά παρά μόνο σε συνδυασμό με την ιστορία του Βυζαντίου και ειδικότερα της Βιθυνίας, της περιοχής δηλαδή όπου οι Οθωμανοί εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν» (2008, σελ. 25-27).
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η μελέτη του Γεωργιάδη-Αρνάκη η οποία εξετάζει την εγκαθίδρυση των Οσμανιδών[13] σε έδαφος το οποίο διατήρησε τον ελληνικό χαρακτήρα του παρόλες τις επιδρομές που υπέστη και παράλληλα τις τύχες των τελευταίων βυζαντινών επαρχιών της Ανατολής, μπορεί να θεωρηθεί ως συμβολή στην έρευνα του Μικρασιατικού Ελληνισμού των μέσων χρόνων. Όσο για το πρόβλημα της πτώσης του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, είναι ένα από τα σπουδαιότερα ιστορικά ζητήματα που κανένας μελετητής της Βυζαντινής Ιστορίας δεν μπορεί να αγνοήσει.
Όπως έχει γράψει και ο Παπαρρηγόπουλος, η Μικρά Ασία περιέκλειε στους κόλπους της τον πλέον πυκνό και ομοιογενή ελληνικό πληθυσμό της Αυτοκρατορίας. Πρόκειται γι’ αυτόν τον πληθυσμό που αντιμετώπισε τις εισβολές των Περσών και των Αράβων χωρίς να υποκύψει. Με τους πλούσιους υλικούς πόρους της, αλλά κυρίως με τις έμψυχες δυνάμεις της, η Μικρά Ασία προσέφερε στην αγωνιζόμενη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ζωή πολλών αιώνων. Αποτέλεσε τον συμπαγή και σταθερό όγκο πάνω στον οποίο στηρίχθηκε το Βυζάντιο καθόλη την διάρκεια του Μεσαίωνα. «Χωρίς τη Μικρά Ασία», γράφει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Άμαντος, «δεν θα είχε καταστεί δυνατός ο εξελληνισμός του Βυζαντίου, ίσως μάλιστα και ο Ελληνισμός να είχε χαθεί». Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, δημιουργείται εύλογα η απορία: πώς συνέβη και ο πέραν του Αιγαίου ελληνοχριστιανικός πληθυσμός που, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, έφτανε στα 32 εκατ. κατοίκους γύρω στα 395 μ.Χ. και που διατηρήθηκε ακμαίος υπερέχοντας αριθμητικά μέχρι τον 11ο αι., συρρικνώθηκε σε ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Ελλάδα το 1922;
Στο ερώτημα αυτό, που είναι πολύ σημαντικό, τόσο από εθνική άποψη όσο και γενικότερα, η παρούσα μελέτη, που ασχολείται με τα τελευταία λείψανα της Αυτοκρατορίας στην Ανατολή, αποσκοπεί να προσφέρει μιαν απάντηση κατά το δυνατόν επαρκέστερη, ειδικότερα σε ότι αφορά στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Ρυνδάκου και Σαγγαρίου, ανάμεσα στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και του Βοσπόρου. Η περιοχή αυτή είναι στους περισσότερους γνωστή με το όνομα Βιθυνία».
«Η εμφάνιση των Οθωμανών περί τα τέλη του 13ου αιώνα και η συγκρότησή τους σε κράτος, το οποίο —συν τω χρόνω— επρόκειτο να αποβεί ο κληρονόμος της χιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και να ασκήσει για αιώνες σπουδαία επίδραση στα διεθνή πράγματα, είναι ένα από μεγαλύτερα ιστορικά προβλήματα, που όμως δεν έχουν μέχρι τώρα ερευνηθεί επαρκώς. Επιστημονικές μελέτες και ιστορίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχουν γραφεί πολλές και αξιόλογες. Μερικές από αυτές, όπως των J. von Hammer, J. Zinkeisen, Ν. Jorga, Η. A. Gibbons, Mehmet Fuat Koprulu [zade], W.L. Langer – R.P. Blake και P. Wittek, άνοιξαν νέους ορίζοντες στην ιστορική έρευνα, αλλά δεν έχουν προσφέρει ακόμη την τελική λύση στο θεμελιώδες ζήτημα της ίδρυσης του οθωμανικού κράτους. Στο γεγονός αυτό συνετέλεσαν τόσο η έλλειψη συγχρόνων με τα γεγονότα πηγών που θα βασίζονταν στην ακριβή γνώση των πραγμάτων, όσο και η μεροληψία και η προκατάληψη που διακρίνει τα έργα των αμέσως μεταγενέστερων χρονογράφων και ιστορικών, χριστιανών ή μουσουλμάνων» (Αρνάκης-Γεωργιάδης 1947/2008, σελ. 31).
Εύκολα γίνονται αντιληπτές οι αιτίες. Η έλλειψη συγχρόνων με τα γεγονότα πηγών οφείλεται κυρίως στο ότι η γέννηση των εθνών συντελείται συνήθως με τρόπο που περνά απαρατήρητος και δεν καταγράφεται ιστορικά, παρά μόνον αφού το νεοσύστατο έθνος εμφανίσει δείγματα πολιτικής και στρατιωτικής ζωής ικανά να το χαρακτηρίσουν ως εθνική οντότητα. Θα έλεγε κανείς ότι οι ιστοριογράφοι ενεργοποιούνται μόνον όταν η ύπαρξη του έθνους γίνει σε ικανό βαθμό αντιληπτή μέσω των έργων και των επιδιώξεών του. Τότε σπεύδουν να καταγράψουν τα γεγονότα προσπαθώντας παράλληλα να εξηγήσουν το παρελθόν, δηλαδή τη γένεση, που μέχρι τότε είχε διαφύγει της προσοχής τους.
Σε αυτήν την έρευνα του παρελθόντος, διαπιστώνεται ότι βαθμιαία έχουν διαμορφωθεί από τον λαό μύθοι και τοπικές παραδόσεις, κι έτσι οι ιστορικοί που αναζητούν την αρχή λαών και θεσμών έρχονται κατ’ ανάγκην σε επαφή με αυτήν την πρώτη πηγή, των μύθων και των παραδόσεων, που αποτελεί την αυθόρμητη εκδήλωση της ιστορικής σκέψης του λαού και την πρωτόγονη συμβολή του στο έργο της Ιστορίας. Στην διάρκεια αυτής της περιόδου της ψηλάφησης, της χαραυγής της ιστορίας, παρουσιάζεται έντονη η ανάγκη αναζήτησης ενός εθνάρχη, ενός ήρωα, γύρω από τον οποίο συνασπίστηκε και οργανώθηκε ο νέος εθνικός σχηματισμός. Αυτός ο εθνάρχης είναι το σύμβολο της εθνικής ενότητας, χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατόν να νοηθεί η καταγωγή του έθνους. Κάπως έτσι, στην αρχαία Αθήνα ο Θησέας, στη Ρώμη ο Ρωμύλος και στους Οθωμανούς ο Οσμάν [και στη σύγχρονη Τουρκία ο Μουσταφά Κεμάλ], προβάλλουν από το ημίφως της ιστορίας και αναγνωρίζονται ως αρχηγέτες ή πατέρες των εθνών τους και ιδρυτές των πιο παλαιών θεσμών της φυλής τους. Αυτές οι μορφές, αν και είναι ιστορικές, έχουν μια εντελώς ιδιάζουσα σημασία, εξαιτίας του γεγονότος ότι στη λαϊκή αντίληψη συνδέονται πολύ στενά με την εθνική υπόσταση του συνόλου. Με την εξέταση των ποικίλων συμβάντων του θρυλικού βίου των ηρώων αυτών, όπως διασώζονται στις παραδόσεις και στους μύθους, επιδιώκεται η ερμηνεία των εθνικών θεσμών και η κατανόηση της εθνικής εξέλιξης. Η πρώτη ιστορία κάθε λαού βρίσκεται πολύ κοντά στη μυθολογία και είναι κατ’ ανάγκην ηρωική.
Η ιστορία των Οθωμανών δεν αποτελεί εξαίρεση σ΄αυτό το γενικό φαινόμενο[14]. Γύρω από τον εθνάρχη των Οθωμανών σχηματίστηκαν μύθοι και παραδόσεις, που του προσέδωσαν την αίγλη του επικού ήρωα: οι νίκες που πραγματοποίησε ως αρχηγός 444 ιππέων του πατέρα του, ο σφοδρός έρωτας και ο γάμος του με την πανέμορφη κόρη του σεΐχη Edebali, οι περιπέτειες που προηγήθηκαν του γάμου του, το προφητικό όνειρο σχετικά με το μέλλον της φυλής του, η θρυλική εκπόρθηση των Βηλοκώμων από πολεμιστές μεταμφιεσμένους σε γριές, η δεκαετής πολιορκία της Προύσας [αντίστοιχο της Τροίας], η αιμοχαρής σκληρότητά του μετά τη μάχη του Αγριλλίου, η δικαιοσύνη και η ανεξιθρησκία που επέδειξε στο Καρατζά-χισάρ, και άλλα παρόμοια, [συχνά αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα μυθεύματα ή γεγονότα διανθισμένα με αναλήθειες και θρύλους], αποτελούν το υλικό της ιστορίας των Οσμανιδών κατά τα τέλη του 13ου και τις αρχές του 14ου αι.

Χάρτης 2: Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1265
Συνεπώς οι διαφωνίες σχετικά με την αξιοπιστία των πληροφοριών των Οθωμανών ιστοριογράφων και η έλλειψη σαφών πληροφοριών των Βυζαντινών, κατέστησαν αληθινό αίνιγμα το πρόβλημα αυτό, σε βαθμό που μέχρι σήμερα να μη διαφαίνεται ως εφικτή, καμία λύση του. Στη συσκότιση των πραγμάτων σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μεροληψία ή η εμπάθεια με τις οποίες έγραψαν για το οσμανικό κράτος διάφοροι ιστορικοί.
Από τη σύντομη ανασκόπηση των πηγών και των βοηθημάτων του Γεωργιάδη – Αρνάκη, προκύπτει ότι το πρόβλημα της ίδρυσης του οθωμανικού κράτους είναι πράγματι δυσχερέστατο. Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην διαμόρφωσή του είναι πολλαπλοί και πολυσύνθετοι. Επιπλέον, οι ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε τότε ο λαός της Βιθυνίας, η μορφολογία του εδάφους και το σύνολο των γεωγραφικών όρων, οι πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις που εκδηλώνονταν σ΄ αυτήν την περιοχή, καθώς και γενικότεροι παράγοντες οικονομικοί, δημοσιονομικοί και ψυχολογικοί, υπήρξαν τα κύρια αίτια για την ίδρυση και την πρώτη εξέλιξη του οσμανικού εμιράτου. Δεν θα πρέπει να υποτιμούμε την ιδιαίτερη σημασία της επιρροής του Βυζαντίου και των βυζαντινών θεσμών στους πρώτους Οθωμανούς. Στους Οθωμανούς και στα υπόλοιπα όμορα έθνη, το Βυζάντιο προσέφερε πάρα πολλά στοιχεία πολιτισμού, τα οποία με το πέρασμα του χρόνου αφομοιώθηκαν σε τέτοιον βαθμό πληρότητας, ώστε να θεωρηθούν από τους διάφορους λαούς ως δικό τους κτήμα. Γιατί στην ιστορία είναι γενικό φαινόμενο το εξής: όταν οι λαοί έρχονται σε επαφή, ο πλέον προηγμένος δανείζει τα περισσότερα στοιχεία πολιτισμού, ενώ όσο υψηλότερο είναι το βιοτικό του επίπεδο, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιρροή που ασκεί στον γείτονα. Ειδικότερα όμως, το οσμανικό εμιράτο που γεωγραφικά βρισκόταν πολύ κοντά στο Βυζάντιο και είχε συγκροτηθεί σε εδάφη που μόλις λίγες δεκαετίες πριν ήταν η ακρόπολη και ο προμαχώνας της Αυτοκρατορίας, μοιραία δεν μπορούσε να ξεφύγει από την επιρροή του παλαιότερου βυζαντινού πολιτισμού, που είχε σκορπίσει τη λάμψη του για χίλια περίπου χρόνια. Η επιρροή που άσκησε το Βυζάντιο πάνω στα οθωμανικά πράγματα μπορεί να αναζητηθεί σε κάθε εκδήλωση του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου, στην διοίκηση, στον στρατό, στην δικαιοσύνη, στην οικονομία, στην τέχνη, στα βιοποριστικά επαγγέλματα, στα ήθη και στα έθιμα. Για όλους αυτούς τους λόγους, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε ότι οι σχέσεις των Οθωμανών με τους Βυζαντινούς επέδρασαν εξαιρετικά στην ίδρυση και στην εξέλιξη της οθωμανικής πολιτείας και επομένως, η ανάπτυξη της πολιτείας του Οσμάν και του Ορχάν πρέπει να μελετηθεί παράλληλα με την κατάπτωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεδομένου ότι αυτά τα δύο μεγάλα γεγονότα είναι αλληλένδετα και αλληλεξαρτώμενα. (Αρνάκης-Γεωργιάδης 2008, σελ. 57, 58).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σημερινοί τουρκολόγοι, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπως εξάλλου και οι βυζαντινολόγοι που ασχολούνται ειδικότερα με τις επαφές και τις σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τον κόσμο της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής κατά το τελευταίο τμήμα της υστεροβυζαντινής περιόδου, οφείλουν πολλά στον αείμνηστο καθηγητή Γεώργιο Γεωργιάδη-Αρνάκη.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
[οι παραπομπές υπ. αρ. 3-11, ανήκουν στον Καθηγητή Σαββίδη, «Προλογικά για τον συγγραφέα»]
[1] O Ιωάννης Βιδάκης (αξωματικός οικονομικού σώματος ΠΝ ε.α.), κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών, από το Τμήμα Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, του Πανεπιστημίου Αιγαίου στην Χίο [email: johnvidos2000@yahoo.gr]
Ο Γεώργιος Μπάλτος είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης.
[2] Γεώργιος Αρνάκης-Γεωργιάδης Οι πρώτοι Οθωμανοί Συμβολή στο πρόβλημα ιης πτώσης τού Ελληνισμού τής Μικρός Ασίας (1282-1337) Πρόλογος Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης Γλωσσική επεξεργασία Αλεξάνδρα Καισώνη Επιμέλεια Νινέχχα Βαιικιώιη Αλεξάνδρα Κατσώνη ΑΘΗΝΑ 2008 Η μεταγραφή έγινε από την έκδοση του 1947. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ – Μ. ΠΙΤΣΙΛΙΔΗΣ Α.Ε.
[3] Στα θεμελιακά τους έργα: Sp. Vryonis, The Decline of Medieval Hellenism in Asia Minor and the Process of Islamization from the 11th Through the 15th Century, Berkeley – Los Angeles – London, California U.P., 1971 (ανατ. 1986), και σε ελληνική μετάφραση της Κάτιας Γαλαταριώτου: Η Παρακμή τον Μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η Διαδικασία Εξισλαμισμού, 11ος-15ος αι., Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1996 (ανατ. 2000). D. Nicol, The Last centuries of Byzantium, 1261-1453, β’ αναθ. έκδ., Cambridge U.P., 1993, και σε ελληνική μετάφραση του Στάθη Κομνηνού: Οι Τελενταίοι Αιώνες τον Βυζαντίον, 1261-1453, Αθήνα, εκδ. Παπαδήμας, 1996 (ανατ. 2001, 2005).
[4] Ο Inalcik το χαρακτήρισε «σημαντική μελέτη στηριγμένη στις οθωμανικές και βυζαντινές πηγές» («important study based on the Ottoman and Byzantine sources»: The Ottoman Empire. The Classical Age, 1300-1600, London, 1973, σ 238, και ελληνική μετάφραση Mιχ. Κοκολάκη: Η Οθωμανική Αντοκρατορία. Η Κλασική Εποχή, 1300-1600, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1995, σ. 430). Ο Shaw, πάντως, δεν παρέλειψε να τονίσει ότι στο χρήσιμο («useful») έργο του ο Γεωργιάδης- Αρνάκης «μεγαλοποιεί τον ελληνικό ρόλο στη εξέλιξη των οθωμανικών θεσμών» («…exaggerates the Greek role in the development of Ottoman institutions»): History of the Ottoman Empire and Modern Turkey, I: Empire of the Gazis. The Rise and Decline of the Ottoman Empire, 1280-1808, Cambridge U.P., 1976, σ. 306 (ο Shaw παραπέμπει στη βιβλιογραφία ίου και σε άλλα δημοσιεύματα του Γεωργιάδη-Αρνάκη). Βλ. επίσης Ε. Ζαχαριάδου, Ιστορία και Θρύλοι των Παλαιών Σουλτάνων, 1300-1400, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1991, σ. 17 και σποραδικά. Η πιο πρόσφατη, αρκετά εκτενής, αναφορά στους Πρώτους Οθωμανούς έγινε από τον Η. Lowry, καθηγητή τουρκικής και οθωμανικής ιστορίας του Πανεπιστημίου του Princeton, στο έργο του The Nature of the Early Ottoman State, State University of New York, 2003, και σε πρόσφατη ελληνική μετάφραση-σχόλια του Στέφ. Παπαγεωργίου: Η Φύση του Πρώιμου Οθωμανικού Κράτους, σειρά «Μεσανατολικές Σπουδές / Οθωμανική Ιστορία» αρ. 7, Αθήνα, εκδ. Παπαζήσης, 2004 (βλ. στο ευρετήριο).
[5] Κ. Άμαντος, Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων από του 11ου αιώνος μέχρι του 1821, τ. 1: Οι Πόλεμοι των Τούρκων προς Κατάληψιν των Ελληνικών Χωρών, 1071-1571, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 1955, στην βασική βιβλιογραφία της σ. 13 και σποραδικά.
[6] Για τις πηγές αυτές βλ. τώρα Α. Σαββίδης, Δοκίμια Οθωμανικής Ιστορίας, β’ έκδ., Αθήνα, εκδ. Παπαζήσης, 2004, Παράρτημα: «Οι ανατολικές ιστοριογραφικές και χρονικογραφικές πηγές για τις βυζαντινο-οθωμανικές σχέσεις των αιώνων 14ου-15ου», σ. 153-91, και, του ιδίου, Στις Ρίζες της Οθωμανικής Ιστοριογραφίας. Ιστοριογράφοι και Χρονικογράφοι των 16ου-18ου Αιώνων, Αθήνα, εκδ. Ενάλιος, 2003.
[7] Περί αυτού βλ. Αθαν. Φωτόπουλος, «Ο Joseph von Hammer- Purgstall και η συμβολή του στις ανατολικές σπουδές», Journal of Oriental and African Studies (JOAS) 10 (Αθήνα 1999, έκδ. 2000), σσ. 1-16, πρβλ. Σαββίδης, Δοκίμια, ό.π., σ. 15 σημ. 4
[8] «Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΒΑΓΙΑΖΗΤ Α΄ (1300-1403)», Gibbons Herbert-Adams, μετάφραση Κατσώνη Αλεξάνδρα, 2008, εκδ. Αρχιπέλαγος.
[9] Σε ελληνική μετάφραση του Στέφ. Παπαγεωργίου (βασισμένη στην αγγλική μετάφραση του 1992 από τον Αμερικανό ανατολιστή Gary Leiser): Οι Απαρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σειρά «Μεσανατολικές Σπουδές / Οθωμανική Ιστορία» αρ. 2, Αθήνα εκδ. Παπαζήσης, 2001. Για τον Κιοπρουλού βλ. τη βιβλιογραφία στον Σαββίδη, Δοκίμια, ό.π., σ. 18 σημ. 9.
[10] Και σε ελληνική μετάφραση της Ευαγγελίας Μπαλτά: Η Γένεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αθήνα, εκδ. Πορεία, 1988. Για τον Βίτεκ και το έργο του βλ. Α. Σαββίδης, JOAS 5 (1993), σσ. 121-23.
[11] «The rise of the Ottoman Turks and its historical background», American Historican Review 37.3 (Νέα Υόρκη – Λονδίνο, Απρίλιος 1932), σσ. 468-505.
[12] Με την υπογραφή: Lorene L. Rogers, President of The University of Texas at Austin
και την σημείωση:
This Memorial Resolution was prepared by a Special Committee consisting of James A. Hitt (chairman), Constantine J. Alexopoulos, and Harold C. Bold.
[13] Οσμανίδες ή Οσμανλήδες, «τα παιδιά του Οσμάν».
[14] Στην μελέτη του Γεωργιάδη-Αρνάκη, ο όρος ΟΣΜΑΝΙΚΟΣ χρησιμοποιείται κυρίως σε ότι αφορά στο πρόσωπο του Οσμάν και το υποτυπώδες κράτος της προϊστορίας που αποτελεί άμεσα δικό του έργο, ενώ ο όρος ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ χρησιμεύει για να προσδιορίσει το οργανωμένο και ακμαίο έθνος που έχει ήδη ξεκινήσει την ιστορική του διαδρομή.
ΕΝΘΕΤΟ Α΄
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ – ΑΡΝΑΚΗ

Ο Καθηγητής Ιστορίας Μεσαιωνικών και Βυζαντινών Χρόνων [Πανεπιστήμιο Αιγαίου / Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών (Ρόδος)], Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης στα «Προλογικά για το συγγραφέα», ( Ρόδος – Νέα Σμύρνη, Μάιος 2007), γράφει ότι είχε διερευνήσει την δυνατότητα μιας πιθανής ανατύπωσης του αρχικού βιβλίου του 1947 του Γεώργιου Γεωργιάδη-Αρνάκη, με την ευκαιρία ενός κειμένου-ενθυμήματος γι΄ αυτόν και το έργο του, που είχε συνεισφέρει στο περιοδικό Νέα Εστία με την επέτειο των είκοσι χρόνων από τον θάνατό του, [1] το μοναδικό σχετικό κείμενο, απ’ όσο γνωρίζω, στην Ελλάδα για ένα μελετητή που οπωσδήποτε ο ρόλος του στη μετέπειτα εξέλιξη των ελληνικών τουρκολογικών σπουδών θα έπρεπε να είχε τονιστεί περισσότερο στη χώρα μας και όχι να έχει σχεδόν περάσει στη λήθη, ιδίως από τους ομοτέχνους του!
Ο Γεώργιος Γεωργιάδης-Αρνάκης (όπως ο ίδιος υπογράφει στην διατριβή του), γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, (02.07.1912). Φοίτησε σε ελληνικά και γαλλικά σχολεία και περάτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Ροβέρτειο Σχολή (Robert College), της Κωνσταντινούπολης το 1933. Στη συνέχεια σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή και αργότερα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών. Στην Φιλοσοφική, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα, παρακολούθησε μαθήματα Βυζαντινής Ιστορίας του Κωνσταντίνου Άμαντου, (ακαδημαϊκού από το 1926). Άριστος γνώστης της τουρκικής και της αγγλικής γλώσσας, ο Γεωργιάδης-Αρνάκης άρχισε να μελετά επισταμένως τις σχέσεις Βυζαντίου – Οθωμανών.
Από το 1933 μέχρι το 1948, ο Γεώργιος Γεωργιάδης-Αρνάκης εργάστηκε (για βιοποριστικούς λόγους), με τη σύνταξη εγχειριδίων και άλλων βοηθημάτων για τη διδασκαλία της αγγλικής φιλολογίας και γλώσσας [2] – με στόχο την προαγωγή της γνώσης και χρήσης της αγγλικής στην Ελλάδα, διδάσκοντας, οργανώνοντας και διευθύνοντας προγράμματα σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στο Ινστιτούτο Αγγλικών Σπουδών και στο Pierce College στην Αθήνα. Το έργο του «History of English Literature», (Ιστορία της Αγγλικής Λογοτεχνίας) ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη ιστορία της αγγλικής λογοτεχνίας στην ελληνική γλώσσα. Τα έργα του με τίτλους «Studies in English Grammar and Idiom» και «Selections from Thucydides in Basic English» είναι κείμενα που συνέταξε για να χρησιμοποιηθούν στα εν λόγω προγράμματα.
Ασχολήθηκε σοβαρά και με τη μελέτη της ιστορίας της Τουρκοκρατίας (όπως συνήθως αποκαλείται στην ελληνική βιβλιογραφία η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας), [3] με τις σχέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα βαλκανικά κράτη [4] καθώς και με προβλήματα ιστορίας του 20ού αιώνα. [5] Το 1941 νυμφεύθηκε την Ευτέρπη με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο και την Πόλυ-Κάθριν Αρνάκη-Γεωργιάδη-Ρόμπινσον.
Το 1943, στα τριάντα ένα του χρόνια, ο Γεωργιάδης-Αρνάκης αναγορεύτηκε διδάκτορας στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Άμαντος είχε παραιτηθεί από την έδρα της Βυζαντινής Ιστορίας και από το 1939 την τελευταία κατείχε ο Διονύσιος Ζακυθηνός (1905-1993), [6] ο οποίος υπήρξε ο εισηγητής της διατριβής του Γεωργιάδη-Αρνάκη και κατόπιν βοήθησε στην έκδοσή της. Ο αρχικός τίτλος της διατριβής «Οι Πρώτοι Οθωμανοί. Συμβολή εις την Ιστορίαν της Πτώσεως της Μικράς Ασίας, 1282-1337 μ.Χ.», διατηρήθηκε και στην «τύποις» εμφάνισή της, το 1947, στο πλαίσιο της διεθνούς κύρους επιστημονικής σειράς μονογραφιών που είχε ιδρύσει ο Νίκος Βέης (1883/1887-1958), [7] με τίτλο «Texte und Forschungen zur byzantinisch- neugriechischen Philologie» (αυτοτελές δημοσίευμα αρ. 41).
Ο Γεώργιος Γεωργιάδης-Αρνάκης είχε αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα πριν αναγκαστεί, όπως τόσοι άλλοι αξιόλογοι Έλληνες επιστήμονες, να φύγει τελικά από την πατρίδα του στις ΗΠΑ (1948), όπου απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα το 1953. Δίδαξε αμέσως στο Πανεπιστήμιο του Mισούρι, Κάνσας (1948 – 1955) και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν (University of Texas at Austin), ως Αναπληρωτής Επισκέπτης Καθηγητής Ιστορίας (1955). Το 1956 και το 1957 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και στο Χριστιανικό Πανεπιστήμιο του Τέξας (Texas Christian University). To 1957 επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν και το 1961 έγινε Καθηγητής Ιστορίας.
H οριστική του εγκατάσταση στο Ώστιν του Tέξας και η εκλογή του το 1961 ως τακτικού καθηγητή στο εκεί Πανεπιστήμιο του προσέφεραν την δυνατότητα να δημιουργήσει στις HΠΑ ένα επιστημονικό ίδρυμα αφιερωμένο αποκλειστικά στην έρευνα και τη μελέτη της ιστορίας και του πολιτισμού της νεότερης Eλλάδας. Το 1965, με την βοήθεια και τη συμπαράσταση Eλληνοαμερικανών επιστημόνων, ίδρυσε και διηύθυνε στο Austin του Texas το «Kέντρο Nεοελληνικών Σπουδών», (Center for Neo-Hellenic Studies), για λογαριασμό του οποίου εξέδιδε το Bulletin of the Center for Neo-Hellenic Studies και το Neo-Hellenika, ένα διεθνές επιστημονικό περιοδικό σύγχρονων ελληνικών σπουδών, (από το 1970 ανέλαβε διευθυντής σύνταξης-επιμελητής του περιοδικού). Οι έρευνές του υποστηρίχθηκαν με επιχορηγήσεις του American Council of Learned Societies (ACLS), του University of Texas Research Institute, του Ιδρύματος Guggenheim και του Fulbright Program of Cultural Exchange.
Στην Ελλάδα δίδαξε ως εκπαιδευτικός στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων της Αθήνας, (Pierce College, στην Αγία Παρασκευή), ποτέ όμως δεν κατόρθωσε να σταδιοδρομήσει σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Κι όμως, η ενεργός παρουσία του σε κάποια από τις Φιλοσοφικές Σχολές ή τα Παιδαγωγικά Τμήματα των Ελληνικών Πανεπιστημίων πολύ θα είχε ωφελήσει τις τουρκολογικές σπουδές των παρελθουσών δεκαετιών, σε μια εποχή ουσιαστικής ανυπαρξίας τους στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μόνο το 1963, στο πλαίσιο προγράμματος επιστημονικών/ερευνητικών ανταλλαγών ΗΠΑ-Ελλάδος, ο Γεωργιάδης-Αρνάκης δίδαξε Ιστορία της Εγγύς Ανατολής και Νεότερη-Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία (στα αγγλικά) ως επισκέπτης καθηγητής (visiting professor) στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, (απ’ όπου έλαβε πτυχίο Θεολογίας, 1963). Τα μαθήματά του «Ιστορία της Εγγύς Ανατολής» και «Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία», που προετοίμαζε με σχολαστική επιμέλεια και παρέδιδε σε άψογα αγγλικά, αντανακλούσαν πάντα την άρτια επιστημονική κατάρτιση και την ενθουσιώδη προσήλωσή του στο αντικείμενό του.
Με την ευρυμάθειά του στο πεδίο της Ελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας κέρδισε διεθνή σεβασμό και κύρος. Τον προσκαλούσαν συχνά να δώσει διαλέξεις και να συμμετάσχει σε συμπόσια σε Διεθνή Συνέδρια Βυζαντινών Σπουδών, Κρητολογικών Σπουδών, Βαλκανικών Σπουδών και Ενετικού Πολιτισμού. Το καλοκαίρι του 1976 έλαβε μέρος στο 15ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών και στο 4ο Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο που έγιναν στην Ευρώπη.
Λόγω του ενδιαφέροντος του για τις ελληνικές και βυζαντινές σπουδές, συμμετείχε ενεργά σε πολλές συναφείς οργανώσεις. Στην Ελλάδα, ήταν μέλος της Εταιρίας Βυζαντινών Σπουδών, της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας, της Επιστημονικής Εταιρίας και ιδρυτικό μέλος του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού. Στις ΗΠΑ, υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης (Fellow) του American Council of Learned Societies, του Texas Research Institute, του Guggenheim Foundation, ήταν μέλος της American Historical Association, της American Philological Association, του Archaeological Institute of America, της Medieval Academy of America, του Middle East Institute, της Near East Society και ιδρυτικό μέλος της Renaissance Society. Διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της American Hellenic Educational Progressive Association, (Ελληνοαμερικανικής Εκπαιδευτικής Προοδευτικής Ένωσης), μέλος της συντακτικής επιτροπής της Ελληνορθόδοξης Θεολογικής Επιθεώρησης, μέλος της U.S. Committee of Byzantine Studies, (Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών των ΗΠΑ), επίτιμο μέλος της ελληνικής Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών (1970) και επίτιμο μέλος της Ιστορικής και Αρχαιολογικής Εταιρίας Δυτικής Κρήτης (1972). Υπήρξε επίσης συνεργάτης του American Annual και της εφημερίδας National Herald της Νέας Υόρκης.
Σημαντικά στην βιβλιογραφία θεωρούνται επίσης αρκετά από τα άρθρα που κατά καιρούς δημοσίευσε στα αγγλικά και στα ελληνικά, σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά και επετηρίδες: για την παραμονή του Γρηγόριου Παλαμά στην τουρκική αιχμαλωσία, [17] για τις σχέσεις της ελληνικής εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, [18] για τις πολύτιμες πληροφορίες του Μαροκινού περιηγητή του 14ου αιώνα Ιμπν Μπαττούτα για τη Μικρά Ασία, [19] για τις σχέσεις του Γρηγόριου Παλαμά με τους αινιγματικούς «χιόνες», (εκ του Akhiyan = Αχή, Χιών), [20] για τους «Αχήδες» και τους Μπεκτασίδες στους πρώτους αιώνες του οθωμανικού κράτους. [21] Συνέγραψε επίσης μια επίτομη μελέτη περί βυζαντινού μοναχισμού, με τίτλο «Επιστροφή στο Άγιον Όρος», (Austin-Θεσσαλονίκη 1968). Ακόμη, πολύ σημαντικό είναι το «απαντητικό» άρθρο του προς τις απόψεις που εξέφρασε κατά καιρούς ο διάσημος Βρεταννός ελληνιστής-βυζαντινολόγος Ρόμιλλυ Τζένκινς (Romilly Jenkins: 1907-1969), [22] για την ελληνικότητα και το «βυζαντινισμό» του Βυζαντίου. Το τελευταίο αυτό άρθρο εκδόθηκε στο επιστημονικό περιοδικό του Ιδρύματος της Χερσονήσου του Αίμου, στην Θεσσαλονίκη. [23]
Ο Γεώργιος Αρνάκης ενδιαφερόταν με πάθος για τη μελέτη και την έρευνα και, κατά το διάστημα της ασθένειάς του όταν επέστρεψε από την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1976, λίγο πριν πεθάνει, αυτό που τον στενοχωρούσε περισσότερο ήταν ότι η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να συνεχίσει τις πολυσχιδείς δραστηριότητές του, που περιλάμβαναν την έκδοση εντύπων, τη συγγραφή κριτικών βιβλίων και την έρευνα των προσωπικοτήτων και των γεγονότων της ιστορίας της Εγγύς Ανατολής. Ήταν γνωστό σε όλους όσοι τον ήξεραν ότι ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος και πνευματικός άνθρωπος, ο οποίος, παρότι λογικά θα περίμενε να είχε μπροστά του πολλά παραγωγικά χρόνια ζωής ακόμα, δέχθηκε με ηρεμία και αξιοπρέπεια ότι του επιφύλασσε το μέλλον. Ο Γεώργιος Αρνάκης-Γεωργιάδης απεβίωοε από αιφνίδια καρδιακή προσβολή [06.12.1976], στα εξήντα τέσσερα χρόνια του, Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν.
O Γεώργιος Γεωργιάδης-Aρνάκης ανέπτυξε μεγάλη συγγραφική δραστηριότητα και το συγγραφικό του έργο μπορεί να ταξινομηθεί σε τρεις κατηγορίες: α) Mελέτες για την αγγλική γλώσσα και την ελληνοαγγλική φιλολογία· β) Iστορικές έρευνες για την ύστερη βυζαντινή περίοδο· γ) Δημοσιεύματα για την ιστορία, νεότερη και σύγχρονη, της νοτιοανατολικής Eυρώπης και της Eγγύς Aνατολής, που αποτελούν και το πιο αξιόλογο δείγμα της επιστημονικής του δραστηριότητας.
O Γεώργιος Γεωργιάδης-Aρνάκης, πέρα από αξιόλογος ιστορικός, υπήρξε μία πολύπλευρη προσωπικότητα που απασχολήθηκε με θέματα και ζητήματα της επιστήμης, της σύγχρονης Eλλάδας και του Ελληνικού στοιχείου της Aμερικής. Eπιστήμη, πατρίδα και ομογένεια αποτελούσαν μία τριπλή προσπάθεια που έδινε πληρότητα στην ζωή του. Σε ανάμνηση της μεγάλης του προσφοράς, ο Αδαμάντιος Πεπελάσης, διοικητής της Aγροτικής Tράπεζας της Ελλάδας και πρώην πανεπιστημιακός του συνάδελφός του και η ημερήσια εφημερίδα της Nέας Yόρκης Eθνικός Kήρυξ, με την οποία συνεργάστηκε ο Aρνάκης, κατέθεσαν στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης χρηματικά ποσά, με σκοπό να αποτελέσουν την αρχή για την χορήγηση φοιτητικών υποτροφιών στη μνήμη του. Την 17η Απριλίου 1977, στον εορτασμό της 156ης επετείου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας που οργανώθηκε στην πόλη της Νέας Υόρκης από την Ελληνική Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γέιλ Ντίνος Γεωργακόπουλος εκφώνησε εις μνήμην του λόγο με τίτλο: «Ο Γεώργιος Αρνάκης και η συμβολή του στις Νεοελληνικές Σπουδές στην Αμερική». Η συλλογή βιβλίων που δώρισε ο Γεώργιος Αρνάκης στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν υπάρχει με την ονομασία «The Arnakis Graeco-American Collection» στο Αναγνωστήριο του 5ου ορόφου του Harry Ransom Humanities Research Center.
Πηγές: http://www.klirodotimata.web.auth.gr/node/67
http://media.ems.gr/ekdoseis/ellinika/Ellinika_30_2/ekd_peel_30_2_Nekrologies.pdf
Γεώργιος Αρνάκης-Γεωργιάδης, (2008). «Οι πρώτοι Οθωμανοί Συμβολή στο πρόβλημα ιης πτώσης τού Ελληνισμού τής Μικρός Ασίας (1282-1337)», σελ 19-23 και Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης, [Καθηγητής Ιστορίας Μεσαιωνικών και Βυζαντινών Χρόνων Πανεπιστήμιο Αιγαίου / Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών (Ρόδος)], «Προλογικά για το συγγραφέα», (Ρόδος – Νέα Σμύρνη, Μάιος 2007), σελ. 9-17.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΘΕΤΟΥ Α΄
1 Α. Σαββίδης, «Μνήμη Γεωργίου Γεωργιάδη-Αρνάκη», Νέα Εστία, τ. 139, τχ. 1649 (Αθήνα, 15.3.1996), σσ. 405-406. Βλ. επίσης συνοπτικότερα Α. Σαββίδης, Ποικίλα Δοκίμια Ιστορικά, Φιλολογικά, Βιβλιοκριτικά, Αθήνα, εκδ. Ιωλκός, 1999, σσ. 25-26, («Μνήμη σημαντικών Ελλήνων ιστορικών και φιλολόγων: Γεώργιος Γεωργιάδης-Αρνάκης (1912-1976)»).
2 Βλ. σχετικά τα εγχειρίδιά του: Ιστορία Αγγλικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, 1945, Studies in English Grammar and Idiom, Athens, 1945, και Selections from Thucydides in Basic English, Athens, 1946.
3 Βλ. τη σχετική συνοπτική του συμβολή: «Εκκλησία και ελληνική κοινωνία», στο πλαίσιο του 10ου τόμου του συλλογικού έργου Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους: Τουρκοκρατία-Λατινοκρατία, 1453- 1669 (Εκδοτική Αθηνών, 1974), σσ. 146-50.
4 Βλ. τη μονογραφία του «The Ottoman Empire and the Balkan States», Austin – New York, 1969.
5 Σε συνεργασία με τον ιστορικό W.S. Vucinich εξέδωσε τις μονογραφίες Forty Crucial Years (Austin – New York, 1972) και The Second World War and After (Austin – New York, 1973).
6 Αργότερα και ο ίδιος ακαδημαϊκός, από το 1966.
7 Καθηγητής μεσαιωνικής-νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1925-1946 και ακαδημαϊκός από το 1945.
17 «Gregory Palamas among the Turks and documents of his captivity as historical sources», στο περιοδικό Speculum της Αμερικανικής Μεσαιωνολογικής Ακαδημίας, τ. 26 (1951), σσ. 104-18.
18 «The Greek Church of Constantinople and the Ottoman Empire», Journal of Modern History 24 (1952), σσ. 253-260.
19 «Η περιήγησις του Ιμπν Μπαττούτα ανά την Μικράν Ασίαν και η κατάστασις των ελληνικών και των τουρκικών πληθυσμών κατά τον 14ον αιώνα», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 22 (1952), σσ. 135-49.
20 «Gregory Palamas, the χιόνες and the fall of Gallipoli», Byzantion 22 (1952-1953), σ. 305-12.
21 «Futuwwa traditions in the Ottoman Empire: Akhis, Bektashi dervishes and craftsmen», Journal of Neo-Hellenic Studies 12 (1953), σσ. 232-47.
22 Περί αυτού βλ. Α. Σαββίδης, «Ρόμιλλυ Τζένκινς (1907-1969)», Νέα Εστία 136, τχ. 1913 (1994), σσ. 1209-10 (= ανατ. στου ιδίου, Από το Βυζάντιο στην Τουρκοκρατία. Μεσαιωνικά, Μεταβυζαντινά και Ισλαμικά Ιστορικά Θέματα. Ανατύπωση Μελετών και Άρθρων 1987-1997, Αθήνα, εκδ. Δημιουργία, 1997, σσ. 217-18).
23 «Byzantium and Greece: A review article a propos of Romilly Jenkins’ Byzantium and byzantinism», Balkan Studies 4 (1963), σ 379-400.
ΕΝΘΕΤΟ Β΄
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΡΝΑΚΗ-ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
[Πηγή: University of Texas at Austin]
ΒΙΒΛΙΑ
Ιστορία Αγγλικής Αογοτεχνίας, Αθήνα, 1945
Studies in English Grammar and Idiom, Αθήνα, 1945
Selections from Thucydides in Basic English, Αθήνα, 1946
Οι Πρώτοι Οθωμανοί, Αθήνα, 1947
Επιστροφή στο Άγιον Όρος (μελέτη του βυζαντινού μοναχισμού), Όστιν & Θεσσαλονίκη, 1968
The Near East in Modern Times:
- The Ottoman Emi ire and the Balkan States, Όστιν και Νέα Υόρκη, 1969
- Forty Crucial Years, 1900-1940 (μαζί με W. S. Vucinich), Όστιν και Νέα Υόρκη, 1972
III. The Second World War and After (μαζί με W. S. Vucinich), Όστιν και Νέα Υόρκη, 1973
ΤΜΗΜΑΤΑ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΩΝ:
«The Eastern Imperial Tradition» (ιστοριογραφία)
«Byzantine Greece»
«The Role of Religion in the Development of Balkan Nationalism»
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ στα:
The American Historical Association’s Guide to Historical Literature, Νέα Υόρκη, 1961
ACLS’s Bibliography of Southeastern Europe, επιμ. Paul Horecky, Σικάγο, 1969
ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ (περισσότερα από 300) σε λόγια περιοδικά:
Byzantinisch-neugriechische Jahrbiicher
Speculum
Journal of Modern History
Επετηρίς Εταιρίας Βυζαντινών Σπουδών
Journal of Near Eastern Studies Byzantion
Texas Quarterly
Νέα Εστία
Balkan Studies
Neo-Hellenika
ΕΚΔΟΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ:
George Jaivis — His Journal and Related Documents (μαζί με E. Δημητρα- κοπούλου) (Americans in the Greek Revolution, I), Θεσσαλονίκη, 1964
Samuel Gridley Howe. An Historical Sketch of the Greek Revolution (Americans in the Greek Revolution, ΙΙΑ),Όσιιν, Τέξας, 1966
American Consul in a Cretan War — William J. Stillman, Όστιν και Θεσσαλονίκη, 1966
Historical Texts of the Greek Revolution from the Papers of George Jarvis (μαζί με E. Δημητρακοπούλου), Όστιν και Θεσσαλονίκη, 1967
Articles and Dispatches from Crete — William J. Stillman, Όστιν, 1976.
ΕΚΔΟΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ:
Neo-Hellenika
Bulletin of the Center for Neo-Hellenic Studies
(Ενημερωτικό Δελτίο Κέντρου Νεοελληνικών Σπουδών)
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας