Διεθνή
Τι θέλει να πετύχει ο Λουκασένκο με την αναγνώριση της Κριμαίας
Ηγέτης της Λευκορωσίας Alexander Lukashenko: “Η Κριμαία είναι de facto ρωσική και μετά το δημοψήφισμα, η Κριμαία έγινε de jure ρωσική”
Του Artyom Shraibman
Μετά από επτάμισι χρόνια αμφισβήτησης σχετικά με το εάν η Κριμαία ανήκει στη Ρωσία ή στην Ουκρανία, ο ηγέτης της Λευκορωσίας Alexander Lukashenko τελικά δήλωσε σε συνέντευξη του στη ρωσική τηλεόραση στις 30 Νοεμβρίου ότι “η Κριμαία είναι de facto ρωσική και μετά το δημοψήφισμα, η Κριμαία έγινε de jure ρωσική”.
Από το 2014, η αμφιλεγόμενη θέση του Λουκασενκο για το καθεστώς της Κριμαιας μετά την προσάρτηση της από τη Ρωσία, είχε επιτρέψει το Μινσκ όχι μόνο να αποτελέσει πλατφόρμα διαπραγματεύσεων για την επίλυση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, αλλά επίσης να προάγει το νέο του προφίλ ως ειρηνοποιός στη Δύση.
Τώρα όλο αυτό έχει τελειώσει οριστικά. Η πολιτική κρίση που ξέσπασε μετά τις αμφιλεγόμενες προεδρικές εκλογές του 2020, η ευρωπαϊκή απαγόρευση πτήσεων της ΕΕ πάνω από τη Λευκορωσία ύστερα από την αναγκαστική προσγείωση αεροσκάφους της Ryanair τον Μάιο και η φιλορωσική κλίση του Λουκασένκο, σημαίνουν ότι το Μινσκ δεν είναι πλέον μια αποδεκτή σκηνή για διαπραγματεύσεις.
Τα επιτεύγματα πέντε ετών μιας ενεργά πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής του Μινσκ από το 2014 έως το 2019, έχουν χάσει την αξία τους. Τα μπόνους που κέρδισε η Λευκορωσία με το να αποστασιοποιηθεί από τη Ρωσία, έχουν εξαφανιστεί και δεν θα επιστρέψουν σύντομα, δεδομένης της έκτασης της απογοήτευσης της Δύσης για τις παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λευκορωσία. Και εάν το Μινσκ συνέχιζε να προσποιείται ότι είναι ουδέτερο στην τωρινή κατάσταση, θα κινδύνευε να προκαλέσει την οργή και της Μόσχας.
Σήμερα, ο Λουκασένκο εξαρτάται από την καλή θέληση και την βαθιά τσέπη του Κρεμλίνου για δύο βασικά θέματα: πόσο ειρηνικός και ομαλός θα είναι ο υπόλοιπος χρόνος του στην εξουσία και η μελλοντική μετάβαση εξουσίας. Ως εκ τούτου, προτεραιότητα του Μινσκ είναι να έχει την καλοσύνη της Μόσχας και να δώσει όσο το δυνατόν λιγότερη κυριαρχία ως αντάλλαγμα.
Ο Λουκασένκο έχει αποφασίσει να το κάνει χρησιμοποιώντας δύο μεθόδους: από τη μία πλευρά να προχωρήσει σε ισχυρές χειρονομίες συμβολισμού, όπως η αναγνώριση της Κριμαίας ως μέρος της Ρωσίας, και από την άλλη να σύρει τη Ρωσία περαιτέρω μέσα στην γεωπολιτική αντιπαράθεση της με τη Δύση. Εξάλλου, η Μόσχα θα είναι πολύ πιο πρόθυμη να ανοίξει τα ταμεία της για ένα υπερήφανο προπύργιο που στέκεται εμπόδιο στους εχθρούς της Μόσχας, παρά για έναν σύμμαχο που συνεχώς προσπαθεί να ισορροπεί και που θέλει απλώς να ζήσει καλά χωρίς να μπει στον κόπο να μεταρρυθμίσει την οικονομία του.
Υπάρχουν δύο πιθανές εξηγήσεις σχετικά με το για ποιον λόγο ο Λουκασένκο μίλησε τώρα για την Κριμαία και ξεκίνησε την τελευταία του σταυροφορία εναντίον της Δύσης. Η πρώτη εξήγηση είναι ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για ένα νέο δάνειο 3 δισ. Δολαρίων για το Μινσκ από την Ευρασιατική Αναπτυξιακή Τράπεζα, η οποία ελέγχεται από τη Μόσχα. Το δεύτερο είναι ότι σε μια πρόσφατη ομιλία του σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν απροσδόκητα τόνισε ότι η Μόσχα είναι υπέρ ενός διαλόγου μεταξύ των αρχών και της αντιπολίτευσης στη Λευκορωσία.
Όπως πολλοί αναλυτές, οι αρχές της Λευκορωσίας πιθανότατα ερμήνευσαν την συμβουλή του Πούτιν ως μια ένδειξη δυσαρέσκειας, η οποία θα μπορούσε να έχει προκληθεί από τις προσπάθειες του Μινσκ να μετατρέψουν τη διαδικασία συνταγματικής μεταρρύθμισης που υποσχέθηκε στη Μόσχα, σε έναν μηχανισμό επέκτασης της διακυβέρνησης Λουκασένκο υπό νέο τίτλο.
Θα υπάρξουν επίσης συνέπειες για τη σχέση μεταξύ Λευκορωσίας και Ουκρανίας ασφαλώς, αλλά η πλήρης διακοπή των σχέσεων είναι απίθανη. Πιθανότατα, το Κιέβο θα μειώσει την εκπροσώπηση του στο Μινσκ στέλνοντας σπίτι του τον Λευκορώσος πρέσβη και ανακαλώντας τον δικό του. Εάν ο Λουκασένκο επισκεφθεί την Κριμαία παραβιάζοντας την ουκρανική νομοθεσία, όπως υποσχέθηκε ότι θα κάνει, είναι πιθανές νέες ατομικές κυρώσεις, μαζί με εμπορικούς πολέμους, αλλά το Κιέβο δεν είναι προετοιμασμένο να προχωρήσει χωρίς το βασικό εισαγόμενο προϊόν του από τη Λευκορωσία: τα πετροχημικά. Τα διυλιστήρια της Λευκορωσίας έστειλαν περίπου 40% των πετροχημικών τους (βενζίνη, πετρέλαιο και πίσσα) στη γειτονική Ουκρανία, η οποία δεν έχει πιθανό αντικαταστάτη για αυτά στο προσεχές μέλλον.
Δεδομένου ότι ο Λουκασένκο δεν είχε τίποτα άλλο να χάσει στις σχέσεις με τη Δύση και την Ουκρανία, η αναγνώριση της Κριμαίας είναι απίθανο να προαναγγέλει μια σημαντική εξέλιξη στις σχέσεις με το Κρεμλίνο. Η υποστήριξη για τις ρωσικές θέσεις αναφορικά με την Κριμαία θα είχαν εκτιμηθεί όταν θα είχε κόστος για το Μινσκ. Αλλά μια φιλική χειρονομία ου έγινε από απόγνωση, όταν η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Λευκορωσίας έχει πάψει να αποδίδει καρπούς, μυρίζει ανειλικρίνεια. Σε κάθε περίπτωση, η αναγνώριση της Κριμαίας ως ρωσική περιοχή θα μπορούσε εύκολα να ανατραπεί από μια μελλοντική κυβέρνηση πρόθυμη να αποστασιοποιηθεί από το προηγούμενο καθεστώς, του οποίου η νομιμότητα αμφισβητείται.
Για τη Μόσχα ασφαλώς, οποιαδήποτε κρίση στις σχέσεις μεταξύ Κιέβου και Μινσκ, είναι όφελος. Μειώνει την πιθανότητα οποιουδήποτε είδους συντονισμένη δράση από αυτούς τους δύο γείτονες -που είναι χώρες διέλευσης για την προμήθεια φυσικού αερίου στην Ευρώπη- στο μέλλον, ενώ αφήνει το Μινσκ με λιγότερο χώρο για ελιγμούς, μειώνοντας την πιθανότητα να επιστρέψει σε οποιουδήποτε είδους πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Μόνο ο χρόνος θα δείξει εάν αυτή η κίνηση από το Μινσκ θα επηρεάσει την οικονομική γενναιοδωρία της Μόσχας. Το καθεστώς της Λευκορωσίας πρόκειται να αποπληρώσει χρέη 3,4 δισ. Δολαρίων στο επόμενο έτος και περισσότερα από 4 δισ. Δολάρια το 2023. Λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις των δυτικών κυρώσεων και την κατάσταση των συναλλαγματικών αποθεμάτων του Μινσκ, είναι απολύτως απαραίτητα νέα ρωσικά δάνεια.
Τον Σεπτέμβριο ο Πούτιν υποσχέθηκε 630 εκατ. Δολάρια μέχρι το τέλος του 2022. Προφανώς δεν θα είναι αρκετά, επομένως η διπλωματία της Κριμαίας από τον Λουκασένκο και -πιο σημαντικό- η απροθυμία του Κρεμλίνου να οδηγήσει τον σύμμαχο του σε χρεοκοπία και χάος, σημαίνει ότι το Μινσκ μπορεί πιθανότατα να υπολογίζει σε μεγαλύτερο ποσό.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Λουκασένκο θα πρέπει να υπενθυμίζει στη Μόσχα την αφοσίωση του, και μετά την αναγνώριση της Κριμαίας, ξεμένει από επιλογές για περαιτέρω ρητορικές και συμβολικές παραχωρήσεις.
Προχωρώντας προς τα εμπρός, θα πρέπει είτε να θυσιάσει κάτι ιερό, όπως κρατική περιουσία ή τμήματα κυριαρχίας, ή να κλιμακώσει τις σχέσεις με τους γείτονες της Λευκορωσίας σε τέτοιο βαθμό που το Κρεμλίνο δεν θα είναι σε θέση να παραμείνει στο περιθώριο. Για την ώρα, φαίνεται ότι ο Λουκασένκο γέρνει προς τη δεύτερη επιλογή, καθιστώντας τη ως τη μεγαλύτερη πηγή κινδύνου στην περιοχή σήμερα.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ:
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

