Διεθνή
Ένας πλανήτης εκκρεμής μεταξύ μονοπολικότητας και πολυπολικότητας
Πού οδηγεί ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός τον πλανήτη;
του Διονύσιου Σκλήρη
Το 2021 έληξε με μια πολύ σημαντική βιντεο-συνδιάσκεψη ανάμεσα στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Joseph Biden και της Ρωσίας Vladimir Putin, η οποία συνέχισε αντίστοιχη συνδιάσκεψη στις αρχές του Δεκεμβρίου, καρπός της οποίας ήταν η διατύπωση των «κόκκινων γραμμών» της Ρωσίας για το τι θεωρεί αναπόσπαστο για την ασφάλειά της. Η κινητικότητα αυτή δείχνει έναν δυναμισμό εμπέδωσης αυτού του μηχανισμού επίλυσης των κρίσεων στο ανώτατο δυνατό επίπεδο χωρίς να παρεμβάλλονται «ιέρακες», οι οποίοι θα μπορούσαν δυνητικά να φέρουν προσκόμματα. Η χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ των δύο δυνάμεων είναι η πολυπαραγοντικότητα στο πώς χαράσσεται η αμερικανική εξωτερική πολιτική σε αντίθεση με το συγκεντρωτικό πυραμιδωτό σχήμα της ρωσικής ιεραρχίας. Οι απευθείας συνομιλίες των δύο ηγετών αποσκοπούν στο να δίνονται εγγυήσεις κατόπιν συνεννοήσεως στο ανώτατο επίπεδο και μετά να διαχέονται προς τα κάτω, αντί να υπάρχει διαμεσολάβηση ποικίλων συμφερόντων.
Ο πραγματισμός του Joseph Biden δείχνει να είναι ένας καλός σύμβουλος για τη διάνοιξη νέων δυνατοτήτων συνεννόησης και παρά το έντονο ύφος στις προειδοποιήσεις σχετικά με φερόμενη εισβολή στην Ουκρανία. Η ρωσική πλευρά τονίζει κυρίως ως απότοκο των συνομιλιών το ότι δεν θα αναπτυχθούν νατοϊκά όπλα μεγάλου βεληνεκούς στην Ουκρανία. Ωστόσο, ο Νόμος για την Εθνική Άμυνα που υπέγραψε ο Πρόεδρος Biden για το 2022, και ο οποίος περιλαμβάνει αύξηση 5% στις στρατιωτικές δαπάνες, περιέχει 300 εκατομμύρια δολάρια για την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των δυνάμεων της Ουκρανίας, ενώ άλλα 150 εκατομμύρια δολάρια προορίζονται για τις χώρες της Βαλτικής και 4 δισεκατομμύρια δολάρια για την ευρωπαϊκή άμυνα, γεγονός που φανερώνει τους προσανατολισμούς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Με την προώθηση διμερών συζητήσεων, η Ρωσία ελπίζει να βγάλει εκτός των σημαντικών διαβουλεύσεων την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για αυτό και ήταν άμεση η αντίδραση να μεταβεί ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Josep Borrell στην Ουκρανία για συνάντηση με τον Ουκρανό Υπουργό Εξωτερικών Dmytro Kuleba. H διπλωματική αρχή που διέπει τις τοποθετήσεις του Borrell είναι ότι αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα κάθε κυρίαρχης χώρας το να επιλέγει τις συμμαχίες της, μια αρχή που αντίκειται στο πνεύμα της θέσεως κόκκινων γραμμών από τη Ρωσία για την επέκταση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά. Σημειωτέον ότι και στο ενεργειακό επίπεδο η νέα γερμανική κυβέρνηση με την αναστολή του αγωγού Nord-Stream 2 δείχνει να προσανατολίζεται προς την ενεργειακή απεξάρτησή της από τη Ρωσία με τρόπο πιο ριζικό από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της Angela Merkel. Ωστόσο κατά τρόπο κατοπτρικό προς τον Joe Biden, και ο σοσιαλδημοκράτης Καγκελάριος της Γερμανίας Olaf Scholz επιδιώκει άμεση διαβούλευση με τη Ρωσία, διά του συμβούλου του Jens Plötner, παραμερίζοντας την Υπουργό Εξωτερικών Annalena Baerbock (από το κόμμα των Οικολόγων). Το σημαντικό σε κάθε περίπτωση είναι ότι ο Biden βασίζει την επίλυση του Ουκρανικού ζητήματος στη Συμφωνία του Minsk, η οποία συνεπάγεται ότι οι περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας με αυτονομιστές θα λάβουν διευρυμένη αυτονομία, ενώ θα παραχωρηθεί και αμνηστία σε όσους αναμίχθηκαν στον εμφύλιο. To κυρίως υποκείμενο διακύβευμα είναι πάντως το αν το ΝΑΤΟ θα επεκταθεί εντέλει στα ανατολικά, αψηφώντας τη Ρωσία και την επίδοση του τελεσιγράφου της, καθώς και το αν οι οικονομικές κυρώσεις προς τη Ρωσία είναι εντέλει λειτουργικές ή αν ωθούν στην ολοκλήρωση της σύνδεσής της με την Κίνα.
Γιατί η άλλη πλευρά του τριγώνου του πολυπολικού πλέον κόσμου μας είναι ο Σι Τζινπίνγκ, με τον οποίο ο Ρώσος πρόεδρος αναμένεται να συνυπογράψει σημαντικές συμφωνίες. Η Ρωσία αναζητεί να ισοφαρίσει με ένα άνοιγμα στην Κίνα την όπως φαίνεται ως τώρα απώλεια ενός μέρους της ευρωπαϊκής αγοράς με την αναστολή του αγωγού Nord-Stream 2 στη Βαλτική, καθώς η γερμανική κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών, φιλελευθέρων και οικολόγων έχει αναβάλει τη συμφωνία για λόγους εσωτερικής γερμανικής νομοθεσίας. Την ίδια στιγμή, όμως, ο αγωγός Power of Siberia 2 θα μεταφέρει φυσικό αέριο από την Ανατολική Σιβηρία στην Κίνα, με αποτέλεσμα ο αποκλεισμός της Ρωσίας από την Ευρώπη να την ωθεί έτι περαιτέρω στην «αγκαλιά» της Κίνας. Οι δύο περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν εναλλακτικές στην παντοκρατορία δυτικών τεχνολογικών μέσων, όπως το δορυφορικό σύστημα πλοήγησης GPS, με τη συνεργασία του κινεζικού BeiDou και του ρωσικού Glonass, η οποία μπορεί να αμφισβητήσει την προνομιακή παντοδυναμία του αμερικανικού μέσου.
Σε κάθε περίπτωση οι ισχυρότατες διαβεβαιώσεις των ΗΠΑ ότι, αν η Ρωσία επέμβει στην Ουκρανία, θα αντιμετωπίσει δριμείες οικονομικές κυρώσεις μπορούν να διαβαστούν και αντίστροφα, ήτοι ως ένα κλείσιμο του ματιού ότι η αντίδραση των ΗΠΑ θα είναι κυρίως οικονομική και όχι κάτι περισσότερο. Και, παρόλο που η Ρωσία μάλλον δεν έχει λόγο να επιθυμεί μια ευθεία εμπλοκή της στην κινούμενη άμμο του Ουκρανικού, αν τελικά αναγκαστεί να το κάνει, η συνέπεια μάλλον θα είναι ένας «πόλεμος δι’ αντιπροσώπων», καθώς το αποτέλεσμα των πρόσφατων συνδιασκέψεων είναι ότι οι ΗΠΑ δεν απέκλεισαν μελλοντική επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, ματαιώνοντας το ρωσικό αίτημα, αλλά ούτε και έδειξαν σπουδή αυτή η ένταξη να γίνει άμεσα, καθώς κάτι παρόμοιο θα έθετε ζήτημα ολικού ευθέως πολέμου ανάμεσα στις δύο στρατιωτικές υπερδυνάμεις, αν υπάρξει εμπλοκή στο ουκρανικό μέτωπο.
Σημειωτέον ότι περιπλοκές τόσο σε μία «entente cordiale» Biden και Putin, όσο και στη σινορωσική προσέγγιση μπορεί να προκαλέσει η έκρυθμη κατάσταση στο Καζακστάν. Το τι ακριβώς συνέβη στο Καζακστάν είναι ίσως δύσκολο ακόμη να αποτιμηθεί. Όμως, δεν θα ήταν ίσως άτοπο να επιστρατεύσουμε την ψυχαναλυτική φροϋδική έννοια του πολυκαθορισμού (overdetermination), για να δείξουμε επάλληλα στρώματα εύλογων αναγνώσεων, που δεν αποκλείουν αναγκαστικά η μία την άλλη, όπως:
α) Μία αυθεντική λαϊκή διαδήλωση από τις 2 Ιανουαρίου που προκλήθηκε από την απότομη αύξηση των τιμών των καυσίμων, τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να προμηθευθούν οι κάτοικοι σε μια αραιοκατοικημένη χώρα.
β) Μια εργαλειοποίηση των αρχικά αυθεντικών διαδηλώσεων από ξένες δυνάμεις στο πλαίσιο ενός σχεδίου αποσταθεροποίησης. Δείγματα του σχεδίου αποσταθεροποίησης ήταν ο μαζικός εξοπλισμός των εξεγερμένων, η σπουδή για κατοχή και καταστροφή δημόσιων κτηρίων και, κυρίως, στρατηγικών σημείων της πρωτεύουσας, τα χειρουργικά χτυπήματα με μαζικούς φόνους ανθρώπων των σωμάτων ασφαλείας του Καζακστάν. Το αποφασιστικό επιχείρημα είναι ότι από αυθόρμητες λαϊκές διαδηλώσεις δεν μπορεί να προκύψει τόσο σύντομα μια παρόμοια επιτελική στρατιωτική ικανότητα. Με άλλα λόγια, η εξέγερση στο Καζακστάν θύμισε την πορεία κλιμάκωσης γεγονότων σε αντίστοιχες «έγχρωμες επαναστάσεις» σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες (Ουκρανία, Γεωργία, Κιργιζιστάν, Αρμενία συν την αποτυχημένη στη Λευκορωσία), ενώ είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ήλθε αμέσως μετά τον διάλογο του Ρώσου και του Αμερικανού Προέδρου για την Ουκρανία ως ένας πιθανός αντιπερισπασμός. Σε αυτήν την περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε και την περίπτωση του Αφγανιστάν, που η εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης στον εκεί πόλεμο το 1979-1989 σηματοδότησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το Καζακστάν είναι, θυμίζουμε, μια χώρα μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, απολύτως κομβική για την ευρασιατική ολοκλήρωση και για τους σύγχρονους «Δρόμους του Μεταξιού», οπότε μία δυτική σφήνα θα ήταν υπονομευτική για τη στενότερη συνεργασία των δύο ευρασιατικών δυνάμεων. Επίσης, είναι μια χώρα κατά πλειοψηφία μουσουλμανική που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αφύπνιση ενός αντιρωσικού ισλαμικού φονταμενταλισμού στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας και ίσως και εντός της. Καθώς και μια χώρα πολύ μεγάλη σε έκταση (9η μεγαλύτερη στον κόσμο) με πολλές διαφορετικές εθνότητες, η οποία θα μπορούσε να διασπαστεί κατά τη διάρκεια ενός πιθανού εμφυλίου. Δεν πρέπει βεβαίως να υποτιμώνται και τα πλούσια κοιτάσματά της σε ουράνιο.
γ) Η εξέλιξη της καταστολής της εξέγερσης καθιστά πάντως πιθανή και μια επανεργαλειοποίηση των γεγονότων, αυτή τη φορά από τη μεριά του καθεστώτος και των Ρώσων συμμάχων του. Και εδώ η αντιστοιχία είναι περισσότερο όχι με κάποια άλλην πρώην Σοβιετική δημοκρατία, αλλά με την Τουρκία του 2016 όπου υπήρξαν και οι τρεις φάσεις, ήτοι και η αυθεντική λαϊκή δυσαρέσκεια και η εργαλειοποίηση, για να έχουμε πραξικόπημα εναντίον του Recep Tayyip Erdoğan, αλλά και η αντι-εργαλειοποίηση από τον ίδιο τον Τούρκο Πρόεδρο για να κάνει μαζικές εκκαθαρίσεις αντιφρονούντων και να επανορίσει τη θέση της χώρας του στο διεθνές στερέωμα. Εν προκειμένω, ο Πρόεδρος του Καζακστάν Kassym-Jomart Tokayev βρήκε την ευκαιρία να ξεφορτωθεί τον προηγούμενο Πρόεδρο της χώρας (με αυξημένο λόγο) Nursultan Nazarbayev, που κυβερνούσε από την αρχή του ανεξάρτητου Καζακστάν μέχρι πρόσφατα, ενώ οι εκκαθαρίσεις συνεχίστηκαν στις μυστικές υπηρεσίες, όπου ο επικεφαλής φυλακίστηκε με την κατηγορία της προδοσίας. Επίσης, ταχύτατα ήταν τα αντανακλαστικά της Ρωσίας, η οποία κινητοποίησε τον Οργανισμό του Συμφώνου Συλλογικής Ασφαλείας (CSTO), προκειμένου να ελέγξει την κατάσταση στο Καζακστάν, ενώ τη σχετική εντολή έδωσε ο προεδρεύων του οργανισμού Αρμένιος Πρόεδρος Νικόλ Πασινιάν, μέχρι πρότινος φιλοδυτικός. Μετά, λοιπόν, την Αρμενία και τη Λευκορωσία μία τρίτη κρίση στην πρώην Σοβιετική Ένωση εργαλειοποιείται, για να τεθούν σε στενότερη σχέση με τη Μόσχα οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, ενώ οι εκκαθαρίσεις θα συνεχιστούν και θα περιλάβουν πιθανότατα και ανθρώπους του προηγούμενου Προέδρου Nazarbayev που είχε μια επαμφοτερίζουσα στάση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης (αλλά και Κίνας) με τη λεγόμενη «πολυμερή διπλωματία του». Η Ρωσία με τον τρόπο αυτό κατορθώνει να «καπαρώσει» τον χώρο της Κεντρικής Ασίας για τον ευρασιατικό συνασπισμό, παρουσιάζοντας μάλιστα πλεονέκτημα έναντι της «άσπονδης φίλης» Κίνας, που η σχέση αγάπης-μίσους μαζί της έχει διαρκέσει τόσο στον Ψυχρό Πόλεμο όσο και μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Το ερώτημα επανέρχεται στο πώς θα επηρεάσουν οι εξελίξεις αυτές τον διάλογο ΗΠΑ και Ρωσίας. Η Μόσχα επιθυμεί την επαναφορά μιας γεωπολιτικής νοοτροοπίας «ζωνών επιρροής» και την κατοχύρωσή της, ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω σαλαμοποίηση του πρώην Σοβιετικού χώρου, που έχει αρχίσει με την Ουκρανία και τη Γεωργία, με απόπειρες και για τη Λευκορωσία και Αρμενία. Οι Η.Π.Α. από την άλλη επιθυμούν να εξαγοράσουν χρόνο, χωρίς να έλθουν σε ευθεία σύγκρουση με τη Ρωσία, ώστε η διαδικασία της σαλαμοποίησης να συνεχιστεί. Τα δύο νέα στοιχεία σε σχέση με ό,τι συνέβαινε στην πρώτη 15ετία του 21ου αιώνα είναι ότι αφενός η Ρωσία έχει επιδείξει δείγματα ικανότητας ανάσχεσης της δυναμικής της σαλαμοποίησης με τη στενότερη πρόσδεση στο άρμα της χωρών, όπως η Λευκορωσία, η Αρμενία, τώρα και το Καζακστάν συν ότι κατήγαγε μία σχετική νίκη στη Συρία. Και αφετέρου έχει ένα αίσθημα επείγοντος, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις μεταφέρονται όλο και πιο κοντά της.
Από την άλλη, οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει μέσα από τις εξελίξεις αυτές να φέρουν και πάλι πιο κοντά τους την υπονομευτική Τουρκία του Erdoğan, ο οποίος διά της νεο-τουρανικής ιδεολογίας του θεωρεί τη χώρα του ως έχουσα λόγο στην Κεντρική Ασία, την περιοχή που δεσπόζουν οι ευρασιατικές δυνάμεις της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν. Η ντε φάκτο θέση Τουρκίας και Ρωσίας σε αντίπαλα στρατόπεδα παντού και δη στην Κεντρική Ασία μετά την απόσυρση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν (και παρά τις εμπορικές συμφωνίες τους) ίσως εξηγεί και μια εξέλιξη που αφορά πιο άμεσα στη χώρα μας, ήτοι την ακύρωση του αγωγού East Med στην Ανατολική Μεσόγειο και την εκπομπή του μηνύματος ότι ο τουρκικός παράγοντας δεν μπορεί να αγνοηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να του δοθεί ένας τρόπος να αποκτήσει ενεργειακή ανεξαρτησία από τη Ρωσία. Ο κρίσιμος, λοιπόν, διάλογος αυτού του μήνα λαμβάνει χώρα σε ένα μεταιχμιακό πεδίο όπου ένας μονοπολικός κόσμος έχει παρέλθει και ένας πολυπολικός δυσκολεύεται να ανατείλει.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
