Οικονομία
«Η ακύρωση EastMed έπρεπε να περιλαμβάνει ανταλλάγματα»
Oι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τον πολυσυζητημένο αγωγό φυσικού αερίου EastMed, το άτυπο έγγραφο του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και οι αμήχανες αντιδράσεις των κυβερνήσεων που τον στηρίζουν, επιβάλλουν να υπάρξει μια υπεύθυνη συζήτηση για τις νέες διαστάσεις της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής.
Σε συνέντευξή του στον «Φ», ο καθηγητής της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet στο Δίκαιο Ενέργειας και Ανταγωνισμού στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Δρ Νικόλας Φαραντούρης, σημειώνει ότι η σημερινή αμερικανική άρση της υποστήριξης του έργου ως «μη βιώσιμου» και «πεδίου έντασης στην περιοχή» συνιστά εντυπωσιακή μεταστροφή των ΗΠΑ για το έργο, ενώ ικανοποιεί τις θέσεις της Τουρκίας. Υποστηρίζει ότι η αποστολή ενός τέτοιου εγγράφου σε τρεις πρωτεύουσες και η γραπτή αποτύπωση τέτοιων αξιολογικών κρίσεων σε αυτή τη συγκυρία θα έπρεπε και θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Τονίζει ότι αν υπήρχαν νέα οικονομικά ή τεχνικά αλλά και γεωπολιτικά δεδομένα, θα έπρεπε να είχαμε επιδείξει διαφορετικά αντανακλαστικά. Δεν παραλείπει ακόμη να σχολιάσει και την τοποθέτηση Ιωάννη Κασουλίδη, περί «εργαλείου δημιουργίας προβλημάτων», σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι «η ακύρωση του έργου θα μπορούσε ταυτόχρονα να περιλαμβάνει αντισταθμίσματα και ισχυρά ανταλλάγματα για την προώθηση των ελληνοκυπριακών θέσεων».
Διαπιστώνει, όπως αναφέρει, «μία έλλειψη συντονισμού, στοχοθεσίας και διορατικότητας», ενώ προειδοποιεί ότι «η επικοινωνιακή διαχείριση της εξωτερικής και ενεργειακής πολιτικής, χωρίς διορατικότητα, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις, είναι ο συντομότερος δρόμος για οδυνηρή και ταπεινωτική πτώση».
-Από τη θερμή στήριξη των ΗΠΑ στον αγωγό EastMed φθάσαμε στην παρούσα άρση της υποστήριξης του έργου ως «μη βιώσιμου» και «πεδίου έντασης στην περιοχή». Τι οδήγησε, στην παρούσα εξέλιξη;
– O East Med σχεδιάστηκε για να φέρει τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου στην Ευρώπη διά της Κύπρου, της Κρήτης και της Ηπειρωτικής Ελλάδος. Tόσο η ΕΕ όσο και η ΗΠΑ – στο ανώτατο επίπεδο του επικεφαλής της διπλωματικής αντιπροσωπίας, Μ. Πομπέο αλλά και δια χειλέων Προέδρου Τραμπ – είχαν εκφράσει την αμέριστη συμπαράστασή τους σε ένα έργο, που έφερνε τις τρεις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ακόμη πιο κοντά και προωθούσε, όπως υποστήριζαν, την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού και τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας της Ευρώπης. Βέβαια, στο παρελθόν δεν είχαν λείψει και επιφυλάξεις από διάφορους παράγοντες. Ωστόσο, η επίσημη θέση των ΗΠΑ, όπως είχε εκφραστεί όλα αυτά τα χρόνια σε ανώτατο επίπεδο, ήταν εξαιρετικά υποστηρικτική του έργου, σε απόλυτη συστοιχία με τη στήριξη της ΕΕ.
Η σημερινή αμερικανική άρση της υποστήριξης του έργου ως «μη βιώσιμου» και «πεδίου έντασης στην περιοχή» ικανοποιεί τις θέσεις της Τουρκίας και συνιστά εντυπωσιακή μεταστροφή των ΗΠΑ για το έργο. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο ή κυρίως αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι προκαλεί ασύγγνωστη αμηχανία στην ελληνική κυβέρνηση, τη στιγμή που o σύμβουλος Ενέργειας του υπουργείου Εξωτερικών ΗΠΑ, Amos Hochstein την προηγούμενη εβδομάδα αποκάλυψε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ενημερωθεί ένα μήνα πριν τη διαρροή του επίμαχου εγγράφου και γνώριζε.
Ανεξάρτητα από τους λόγους της αμερικανικής μεταστροφής και ανεξάρτητα από τη σκοπιμότητα συνέχισης ή όχι του έργου, η αποστολή ενός τέτοιου εγγράφου σε τρεις πρωτεύουσες και η γραπτή αποτύπωση τέτοιων αξιολογικών κρίσεων, σε αυτή τη συγκυρία, θα έπρεπε και θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
«Ακόμη και την προηγούμενη εβδομάδα η ΔΕΠΑ) ανακοίνωσε ότι «προχωρά κανονικά»
-Toν Ιανουάριο 2020 είχε υπογραφεί πανηγυρικά η τριμερής συμφωνία κατασκευής του αγωγού. Θεωρείτε ότι τα δεδομένα πριν από δύο χρόνια ήταν διαφορετικά ή η εν λόγω υπογραφή ήταν απλά ένα πολιτικό επικοινωνιακό «πυροτέχνημα»; Εκτιμάτε ότι θα μπορούσε να αποτραπεί το ναυάγιο ή τα δεδομένα γύρω από την οικονομική και τεχνική βιωσιμότητα του αγωγού σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εξελίξεις το καθιστούσαν αναπόφευκτο;
– Ο Εast Med έχει λάβει ισχυρή διακυβερνητική στήριξη, όσο και γενναιόδωρη χρηματοδότηση των προκαταρκτικών τεχνοοικονομικών μελετών του από την ΕΕ. Το 2013 το έργο εντάχθηκε από την ΕΕ στα λεγόμενα Έργα Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος, ενώ την περίοδο 2015-2018 η ΕΕ προχώρησε στη χρηματοδότηση τεχνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών μελετών ύψους 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Στις 20 Μαρτίου 2019 υπογράφτηκε στο Τελ Αβίβ Διακρατική Συμφωνία μεταξύ των τριών χωρών, παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος εξέφρασε την ισχυρή στήριξη των ΗΠΑ στο έργο αυτό, το οποίο θα διαφοροποιούσε τις πηγές ενέργειας και θα συνέβαλλε στην ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης. Σε συνέχεια της διακρατικής αυτής συμφωνίας, στις 2 Ιανουαρίου 2020 υπογράφηκε πανηγυρικά στην Αθήνα η «Συμφωνία East Med» μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, η οποία εγκρίθηκε από τα αρμόδια νομοθετικά όργανα των τριών χωρών, με στόχο την ολοκλήρωση του έργου μέχρι το 2025 (που στη συνέχεια μετατέθηκε για το 2027).
Αν υπήρχαν νέα οικονομικά ή τεχνικά αλλά και γεωπολιτικά δεδομένα, θα έπρεπε να είχαμε δείξει διαφορετικά αντανακλαστικά. Οι ενημερώσεις που είχαμε όλο αυτό το διάστημα από τις εταιρείες που τρέχουν το έργο (ελληνική ΔΕΠΑ – ιταλική Edison) και τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες είναι ότι «προχωράμε καλά». Ακόμη και την προηγούμενη εβδομάδα η Δημόσια Επιχείρηση Αερίου (ΔΕΠΑ) ανακοίνωσε ότι «προχωρά κανονικά» σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
Διαπιστώνω μία έλλειψη συντονισμού, στοχοθεσίας και διορατικότητας. Συνεχίζει κανονικά το έργο διότι θεωρείται βιώσιμο και τεχνικά εφικτό παρά τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις; Ή δεν είναι βιώσιμο και τεχνικά εφικτό, αλλά η συνέχισή του διευκολύνει γεωπολιτικά;
Οι τελευταίες εξελίξεις δεν μας επιτρέπουν να εθελοτυφλούμε και να κάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Η επικοινωνιακή διαχείριση της εξωτερικής και ενεργειακής πολιτικής, χωρίς διορατικότητα, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις είναι ο συντομότερος δρόμος για οδυνηρή και ταπεινωτική πτώση.
-Σε πρόσφατη αρθρογραφία σας, αναφερθήκατε ξανά σε «φιάσκο» για την ελληνική πλευρά και «έλλειψη διορατικότητας». Ποιες ενέργειες θεωρείτε λοιπόν ότι θα έπρεπε να έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια;
– Έχω θέσει τα εξής ερωτήματα προς την ελληνική κυβέρνηση:
α) Πίστεψε ποτέ πραγματικά στον αγωγό EastMed;
β) Αν ναι, φρόντισε να τον υπερασπιστεί εγκαίρως θωρακίζοντας το πρότζεκτ και αποσπώντας ισχυρές δεσμεύσεις, π.χ. στο πλαίσιο διμερών συμφωνιών (πρόσφατη ελληνοαμερικανική αμυντική συμφωνία κ.λπ.);
γ) Αν όχι, γιατί προχώρησε στην πανηγυρική υπογραφή με τυμπανοκρουσίες το 2020 τριμερούς διακρατικής συμφωνίας για τον EastMed, χαρακτηρίζοντας το έργο «ιστορικής σημασίας», καθιστώντας έτσι ενδεχόμενη ματαίωσή του πολύ πιο οδυνηρή και ταπεινωτική;
δ) Μετά την ολοκλήρωση της δρομολογούμενης ιδιωτικοποίησης της ΔΕΠΑ, που αποτελεί μαζί με την ιταλική Edison τους κύριους του έργου, ποιος (ιδιώτης) θεωρεί ότι θα αναλάμβανε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή ενός αγωγού εκτιμώμενου κόστους περί τα 6,86 δισ. δολάρια;
ε) Τέλος, ανεξάρτητα από τον εάν πίστεψε ή όχι στο έργο και το στήριξε ή όχι επαρκώς, φρόντισε τουλάχιστον να εξασφαλίσει ότι σε περίπτωση ματαίωσης, η Ελλάδα θα ελάμβανε κάποια ισχυρά ανταλλάγματα (π.χ. αμερικανική πίεση στην Τουρκία για Κυπριακό, για συνυποσχετικό με Ελλάδα για τη Χάγη αναφορικά με υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ, άρση του casus belli, ευρωπαϊκές εγγυήσεις και ανταλλάγματα στο πλαίσιο μιας συνδιάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο);
Πιστεύω ότι οι απαντήσεις για όσα δεν έγιναν προκύπτουν από την ίδια την αλληλουχία των γεγονότων.
«Η έξυπνη εξωτερική πολιτική αδράχνει τις ευκαιρίες»
– Ο νυν υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, Ιωάννης Κασουλίδης, ανέφερε πρόσφατα ότι πάντοτε έβλεπε τον αγωγό EastMed «ως εργαλείο δημιουργίας προβλημάτων, ειδικότερα όσον αφορά τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού». Συμφωνείτε με την εν λόγω θέση;
-Η «έξυπνη» εξωτερική πολιτική αδράχνει τις ευκαιρίες και κεφαλοποιεί τις ευνοϊκές συγκυρίες. Όπως είπα πριν, τον East Med υποστήριξαν ΕΕ και ΗΠΑ για τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας της Ευρώπης. Η ακύρωσή του, “for any good reason” όπως θα έλεγαν οι Αγγλοσάξονες, θα μπορούσε ταυτόχρονα να περιλαμβάνει αντισταθμίσματα και ισχυρά ανταλλάγματα για την προώθηση των ελληνοκυπριακών θέσεων.
– Η στροφή της ΕΕ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θεωρείτε ότι καθίσταται τροχοπέδη τόσο για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου, όσο και συνακόλουθα για τη γεωπολιτική αναβάθμιση Κύπρου –Ελλάδας;
-Υποστηρίζω κι εγώ την ενεργειακή μετάβαση στην νέα εποχή με γοργά βήματα απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Για κάποιο διάστημα το φυσικό αέριο θα παραμείνει επίκαιρο, αλλά η κλιματική κρίση και οι διεθνείς και ευρωπαϊκές θεσμικές, ρυθμιστικές και οικονομικές εξελίξεις οδηγούν στη σταδιακή αποκαθήλωση των ορυκτών καυσίμων, περιλαμβανομένου του αερίου. Από τις χώρες της περιοχής το Ισραήλ κινήθηκε πιο γρήγορα στην αξιοποίηση των κοιτασμάτων του. Η Κύπρος ακολούθησε. Η Ελλάδα είναι ακόμη πίσω. Και οι συνθήκες όσο πάει θα γίνονται λιγότερο ευνοϊκές για τις εταιρείες υδρογονανθράκων, όχι μόνο για γεωπολιτικούς λόγους, αλλά και για λόγους οικονομικούς και θεσμικούς.
– Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση σε συνδυασμό με εσωτερικές παθογένειες στην Κύπρο συντελούν στο υψηλό ενεργειακό κόστος, με άμεσες συνέπειες στους καταναλωτές. Πώς θεωρείτε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα βραχυπρόθεσμα;
-Στην Ελλάδα είχαν υπάρξει έγκαιρα προειδοποιήσεις –ήδη από το καλοκαίρι– για τις διεθνείς εξελίξεις. Είχαν προταθεί έγκαιρα συγκεκριμένα μέτρα –ήδη απ’ τον Σεπτέμβρη– για την ανάσχεση του κύματος ακρίβειας. Και είχαν εγκαίρως ειδοποιηθεί οι αρμόδιοι για τις ατελέσφορες διαπραγματεύσεις για τις τιμές εισαγωγής φυσικού αερίου.
Η ενεργειακή κρίση, που σοβεί διεθνώς και ιδιαιτέρως στην Ευρώπη, επηρεάζει ακόμη πιο έντονα χώρες όπως η Κύπρος λόγω διαφόρων παραγόντων (οικονομικών, πολιτικών, θεσμικών) και ενδεχομένως εσωτερικών στρεβλώσεων και άλλων ρυθμιστικών ατελειών στην λειτουργία της αγοράς.
Για αυτό χρειαζόταν η λήψη δέσμης μέτρων έγκαιρα: α) δημοσιονομικών (μειώσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης κλπ.), β) ρυθμιστικών (παρεμβάσεις ΡΑΕΚ όπου παρατηρούνται ρυθμιστικά κενά και δυσλειτουργίες), γ) ελεγκτικών (παρεμβάσεις άλλων ελεγκτικών αρχών όπως Αρχή Ανταγωνισμού), ενάντια στις ανατιμήσεις και σε ενδεχόμενα φαινόμενα αισχροκέρδειας και στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
WHO IS WHO
* O κ. Νικόλαος Φαραντούρης είναι Καθηγητής της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet στο Δίκαιο Ενέργειας και Ανταγωνισμού στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και επισκέπτης καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Διετέλεσε επί 10ετία Διευθυντής Νομικών Υπηρεσιών και Νομικός Σύμβουλος στη ΔΕΠΑ και Πρόεδρος της Νομικής Επιτροπής της ένωσης ενεργειακών εταιρειών EUROGAS στις Βρυξέλλες. Είναι σύμβουλος του Έλληνα Αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Φιλελεύθερος
Οικονομία
Η Ινδία στρέφεται σε Κατάρ και Κόλπο για την ενεργειακή της μετάβαση – Στόχος κεφάλαια για διυλιστήρια και ασφάλεια εφοδιασμού
Το Νέο Δελχί αναζητά συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων του Κόλπου σε ενεργειακές υποδομές – Στο επίκεντρο το Κατάρ, η Saudi Arabia και τα ΗΑΕ
Η Ινδία επιταχύνει την προσπάθειά της να προσελκύσει κεφάλαια από το Κατάρ και άλλες χώρες του Κόλπου για τη χρηματοδότηση της μεγάλης αναβάθμισης του ενεργειακού της τομέα, με βασικό στόχο την επέκταση της διυλιστικής ικανότητας και τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η Gulf Times, οι ινδικές αρχές επιδιώκουν μεγαλύτερη συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων της Μέσης Ανατολής σε έργα του downstream τομέα, δηλαδή σε διύλιση, επεξεργασία και υποδομές που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ενεργειακής αλυσίδας.
Η κίνηση εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό του Νέου Δελχί να αυξήσει τη συνολική εθνική διυλιστική ικανότητα από περίπου 5,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε περισσότερα από 6,2 εκατομμύρια βαρέλια, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση καυσίμων.
Ενδιαφέρον από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ
Ο Ινδός υπουργός Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου Hardeep Singh Puri είχε δηλώσει ήδη τον προηγούμενο μήνα ότι μεγάλοι ενεργειακοί παραγωγοί της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν εκφράσει ισχυρό ενδιαφέρον για επενδύσεις στον ινδικό τομέα διύλισης.
Η σημασία αυτών των κεφαλαίων είναι διπλή.
Από τη μία πλευρά, η Ινδία αποκτά πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για έργα πολύ μεγάλης κλίμακας.
Από την άλλη, οι χώρες του Κόλπου αποκτούν άμεση συμμετοχή σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ενέργειας στον κόσμο.
Το Κατάρ μπαίνει βαθύτερα στην εξίσωση
Παράλληλα με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, το Νέο Δελχί διευρύνει την οικονομική και ενεργειακή προσέγγισή του με το Κατάρ.
Τον Απρίλιο του 2026, κατά τη διάρκεια διήμερης επίσκεψής του στη Ντόχα, ο Hardeep Singh Puri συναντήθηκε με τον υπουργό Επικρατείας για Ενεργειακές Υποθέσεις και διευθύνοντα σύμβουλο της QatarEnergy, Saad Sherida al-Kaabi.
Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στις στρατηγικές ενεργειακές σχέσεις, στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στην ασφάλεια των θαλάσσιων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και στη διατήρηση της απρόσκοπτης θαλάσσιας εμπορικής δραστηριότητας σε περιόδους περιφερειακών κρίσεων.
Από τις αγορές LNG στις κοινές επενδύσεις
Η σχέση Ινδίας–Κατάρ στηριζόταν παραδοσιακά στις μακροχρόνιες συμφωνίες για προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Αυτή η σχέση, όμως, φαίνεται ότι διευρύνεται.
Ο διμερής διάλογος μετατοπίζεται σταδιακά από μια απλή σχέση αγοραστή–προμηθευτή προς ένα μοντέλο αμοιβαίας συμμετοχής σε ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία της Petronet LNG με την QatarEnergy για προμήθεια 7,5 εκατομμυρίων τόνων LNG ετησίως, στο πλαίσιο μακροχρόνιας συνεργασίας που παραμένει βασικός πυλώνας των ενεργειακών σχέσεων των δύο χωρών.
Το Νέο Δελχί επιδιώκει πλέον το επόμενο βήμα: όχι μόνο να αγοράζει καταριανό αέριο, αλλά να προσελκύσει καταριανά κεφάλαια σε ινδικά διυλιστήρια, δίκτυα και ενεργειακές υποδομές.
Ο ρόλος της Qatar Investment Authority
Η παρουσία του Κατάρ στην ινδική ενεργειακή αγορά δεν ξεκινά τώρα.
Η Qatar Investment Authority (QIA) έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε ινδικές εταιρείες ενέργειας και κοινής ωφέλειας.
Τον Φεβρουάριο του 2020 απέκτησε ποσοστό 25,1% στην Adani Electricity Mumbai Limited έναντι περίπου 450 εκατ. δολαρίων.
Τον Αύγουστο του 2023 προχώρησε σε νέα επένδυση, αποκτώντας 2,68% της Adani Green Energy Limited έναντι περίπου 500 εκατ. δολαρίων.
Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι το καταριανό κρατικό επενδυτικό ταμείο έχει ήδη αποκτήσει επιχειρησιακή παρουσία σε κρίσιμα τμήματα της ινδικής ενεργειακής αγοράς.
Τον Απρίλιο του 2026, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Κατάρ και πρόεδρος της QIA, Sheikh Bandar bin Mohammed bin Saoud al-Thani, είχε συνάντηση με τον εκτελεστικό διευθυντή της Adani Green Energy, Sagar Adani, με αντικείμενο τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και τις επενδυτικές προοπτικές.
Θεσμική θωράκιση των επενδύσεων
Ινδία και Κατάρ έχουν ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς που διευκολύνουν πιο οργανωμένες επενδυτικές ροές.
Η Joint Task Force on Investment έχει συσταθεί για να εξετάζει επενδυτικές ευκαιρίες σε υποδομές, τεχνολογία και ενέργεια.
Η πρώτη συνεδρίαση της κοινής ομάδας πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί τον Ιούνιο του 2024.
Παράλληλα, οι δύο χώρες διαθέτουν εδώ και χρόνια φορολογικό πλαίσιο μέσω της συμφωνίας αποφυγής διπλής φορολογίας, στοιχείο που μειώνει τα εμπόδια για διασυνοριακές επενδύσεις.
Εμπόριο άνω των 13 δισ. δολαρίων
Η οικονομική σχέση είναι ήδη σημαντική.
Το διμερές εμπόριο είχε φτάσει περίπου τα 13,46 δισ. δολάρια το 2023, με την Ινδία να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Κατάρ.
Οι καταριανές εξαγωγές προς την Ινδία περιλαμβάνουν κυρίως LNG, LPG, χημικά, πετροχημικά, πλαστικά και αλουμίνιο.
Αντίστοιχα, η Ινδία εξάγει προς το Κατάρ δημητριακά, προϊόντα χαλκού, σίδηρο και χάλυβα, λαχανικά, μπαχαρικά, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, δομικά υλικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
Γιατί η Ινδία χρειάζεται τον Κόλπο
Το πραγματικό βάθος της στρατηγικής φαίνεται από τις προβλέψεις για τη μελλοντική ενεργειακή ζήτηση της Ινδίας.
Η χώρα αναμένεται να ευθύνεται για περίπου το 25% της αύξησης της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.
Αυτό σημαίνει ότι το Νέο Δελχί δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Χρειάζεται κεφάλαια, υποδομές, πρόσβαση σε παραγωγούς και μακροχρόνιες στρατηγικές συμμαχίες.
Οι χώρες του Κόλπου διαθέτουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: τεράστια επενδυτικά αποθέματα, ενεργειακή ισχύ και μακρά εμπειρία στην πετρελαϊκή και αεριοπαραγωγική αλυσίδα.
Μια νέα ενεργειακή γεωοικονομία
Η κίνηση της Ινδίας δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση από τα συμβατικά καύσιμα.
Αντιθέτως, για μια οικονομία του μεγέθους και της ταχύτητας ανάπτυξης της Ινδίας, η μετάβαση απαιτεί ταυτόχρονα περισσότερη διύλιση, περισσότερες υποδομές, σταθερές προμήθειες LNG και μεγαλύτερη διαφοροποίηση των επενδυτικών πηγών.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Κατάρ και ο ευρύτερος Κόλπος μετατρέπονται όχι μόνο σε προμηθευτές ενέργειας, αλλά και σε μετόχους της ίδιας της ενεργειακής ανάπτυξης της Ινδίας.
Και αυτό δημιουργεί μια βαθύτερη στρατηγική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο Νέο Δελχί και τις μοναρχίες του Κόλπου, με επιπτώσεις που ξεπερνούν την ενέργεια και αγγίζουν πλέον την οικονομία, τη ναυσιπλοΐα και τη γεωπολιτική της ευρύτερης περιοχής.
Οικονομία
Ινδικός κολοσσός επενδύει 18 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ – Ο Τραμπ ανακοίνωσε το μεγαλύτερο χαλυβουργείο στην αμερικανική ιστορία
Μία από τις μεγαλύτερες ινδικές βιομηχανικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, παρουσιάζοντας σχέδιο του ομίλου Essar για επενδύσεις συνολικού ύψους 18 δισ. δολαρίων, με επίκεντρο την κατασκευή γιγαντιαίου χαλυβουργείου στην Αϊόβα.
Το νέο εργοστάσιο, προϋπολογισμού περίπου 15 δισ. δολαρίων, θα αναπτυχθεί από την Mesabi Metallics, αμερικανική θυγατρική του ινδικού ομίλου Essar, και σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο φιλοδοξεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο συγκρότημα παραγωγής χάλυβα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ανακοίνωση έγινε στον Λευκό Οίκο, παρουσία στελεχών της οικογένειας Ruia, που ελέγχει τον όμιλο Essar.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε το έργο «το μεγαλύτερο εργοστάσιο χάλυβα στην αμερικανική ιστορία», υποστηρίζοντας ότι θα αποτελέσει ακόμη ένα δείγμα επιστροφής της βαριάς βιομηχανίας στις ΗΠΑ.
Παραγωγή έως 10 εκατ. τόνους χάλυβα τον χρόνο
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η παραγωγή αναμένεται να ξεκινήσει το 2030.
Το συγκρότημα προβλέπεται αρχικά να παράγει περίπου 7,5 εκατομμύρια τόνους χάλυβα ετησίως, με τελικό στόχο δυναμικότητας που θα φθάνει τα 10 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το σχέδιο βασίζεται στη δημιουργία μιας σχεδόν πλήρως καθετοποιημένης αμερικανικής αλυσίδας παραγωγής.
Το σιδηρομετάλλευμα θα προέρχεται από τις εγκαταστάσεις της Mesabi Metallics στη Μινεσότα και θα μεταφέρεται στην Αϊόβα για την παραγωγή χάλυβα, ενισχύοντας τη σύνδεση εξόρυξης, επεξεργασίας και τελικής βιομηχανικής παραγωγής εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Mesabi έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια στις δραστηριότητές της στη Μινεσότα.
Χιλιάδες θέσεις εργασίας
Το έργο αναμένεται να δημιουργήσει τουλάχιστον 1.750 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ κατά τη διάρκεια της κατασκευής υπολογίζεται ότι θα υποστηριχθούν έως και 6.000 θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν κατά την ανακοίνωση, η συνολική οικονομική επίδραση του έργου μπορεί να φτάσει περίπου τα 95 δισ. δολάρια κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του.
Τραμπ: Οι δασμοί φέρνουν τα εργοστάσια πίσω στις ΗΠΑ
Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε άμεσα την επένδυση με την εμπορική πολιτική της κυβέρνησής του και ειδικότερα με τους υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα.
Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τις επενδύσεις αυτές ως απόδειξη ότι οι εμπορικοί φραγμοί ωθούν ξένες εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγική δραστηριότητα στο αμερικανικό έδαφος.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η αμερικανική χαλυβουργία «επιστρέφει δυναμικά», αποδίδοντας σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης στην πολιτική προστασίας της εγχώριας παραγωγής.
Η ανακοίνωση πραγματοποιείται παράλληλα με ευρύτερες αμερικανικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας υπερπαραγωγής χάλυβα, με την Ουάσιγκτον να πιέζει και άλλες χώρες να υιοθετήσουν αυστηρότερα εμπορικά μέτρα απέναντι σε παραγωγούς με μεγάλη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.
Κρίσιμος ο χάλυβας για άμυνα και βιομηχανία
Η επένδυση έχει ευρύτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο χάλυβας αποτελεί βασικό υλικό για μια σειρά κρίσιμων τομέων της αμερικανικής οικονομίας και εθνικής ασφάλειας.
Η παραγωγή του νέου εργοστασίου προορίζεται μεταξύ άλλων να καλύψει ανάγκες:
- της αμυντικής βιομηχανίας,
- της ναυπηγικής,
- της αυτοκινητοβιομηχανίας,
- του ενεργειακού τομέα,
- των κατασκευών και μεγάλων υποδομών,
- καθώς και της βιομηχανίας μηχανημάτων και οικιακού εξοπλισμού.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Mesabi Metallics, Joe Broking, χαρακτήρισε το σχέδιο σημαντικό βήμα για τον αμερικανικής παραγωγής χάλυβα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη εγχώριας τροφοδοσίας στρατηγικών βιομηχανιών.
Η Essar και η διεθνής επέκταση
Ο όμιλος Essar ιδρύθηκε στην Ινδία το 1969 από τους αδελφούς Shashi και Ravi Ruia και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς βιομηχανικούς ομίλους της χώρας, με δραστηριότητες στους τομείς της ενέργειας, των μετάλλων, των εξορύξεων, της τεχνολογίας και των υποδομών.
Ο όμιλος έχει αναπτύξει μεγάλα βιομηχανικά περιουσιακά στοιχεία στην Ινδία, ενώ έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και εκτός χώρας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Mesabi Metallics έχει παρουσία στη Μινεσότα από το 2007 και ελέγχει σημαντικά αποθέματα σιδηρομεταλλεύματος.
Το σχέδιο των 18 δισ. δολαρίων σηματοδοτεί πλέον μία σαφή αναβάθμιση της παρουσίας του ινδικού ομίλου στις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται και στη γενικότερη αμερικανική προσπάθεια επαναφοράς κρίσιμων παραγωγικών αλυσίδων στο εσωτερικό της χώρας.
Και πολιτική διάσταση ενόψει ενδιάμεσων εκλογών
Η επιλογή της Αϊόβα έχει και πολιτική βαρύτητα, καθώς η ανακοίνωση έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Στην παρουσίαση συμμετείχαν στελέχη των Ρεπουμπλικανών από την Αϊόβα, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι σχεδιάζει να πραγματοποιήσει προεκλογική συγκέντρωση στην Πολιτεία.
Το Reuters σημειώνει ότι η κυβέρνηση προβάλλει το έργο ως σημαντική επιτυχία της βιομηχανικής της πολιτικής, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία και η εγχώρια παραγωγή βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Το μέγεθος πάντως της σχεδιαζόμενης επένδυσης υπερβαίνει την άμεση πολιτική συγκυρία: εφόσον το έργο υλοποιηθεί στον προβλεπόμενο χρόνο και στην ανακοινωθείσα κλίμακα, η Essar και η Mesabi Metallics θα αποκτήσουν κομβικό ρόλο στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα χάλυβα, από την εξόρυξη του μεταλλεύματος μέχρι την τελική παραγωγή.
Αναλύσεις
CPEC 2.0 and Pakistan’s Digital Dependency on China
The second phase of the China-Pakistan Economic Corridor is no longer just an infrastructure story. As Chinese technology becomes embedded in Pakistan’s telecom, AI, surveillance and cloud ecosystems, CPEC 2.0 is emerging as a test case for a wider geopolitical question: can a state modernise digitally without surrendering strategic control over its data and technological architecture?
The China-Pakistan Economic Corridor entered a new stage in 2025. Known as CPEC 2.0, the second phase represents a significant departure from the original model, which was dominated by roads, energy projects, ports and other large-scale physical infrastructure.
The new agenda places greater emphasis on industrial development, agriculture and digital integration. Of these three pillars, the digital component may prove the most strategically consequential.
Pakistan’s planned transformation now extends into artificial intelligence, cloud services, data centres, 5G connectivity, smart-energy systems, agricultural technologies and urban surveillance networks. This evolution offers Islamabad access to technologies that would otherwise require major domestic investment and years of development.
But it also raises a more difficult question: who will ultimately control the technological architecture on which Pakistan’s digital economy depends?
China’s wider Digital Silk Road strategy has long focused not only on exporting hardware but also on expanding Chinese technological standards, platforms and infrastructure abroad. Under this model, physical connectivity — fibre-optic cables, satellite links, servers, data centres and telecom equipment — becomes inseparable from questions of data governance, software ecosystems and long-term strategic influence.
For Pakistan, this creates both opportunity and risk.
Chinese technology companies, particularly Huawei, have become increasingly involved in Pakistan’s telecommunications, cloud-computing, smart-city and artificial-intelligence sectors. Training programmes have also been established for Pakistani students and young professionals in areas such as AI, cybersecurity and cloud technology.
On the surface, such initiatives strengthen Pakistan’s human capital and accelerate digital readiness. Yet critics argue that they can also create a form of technological lock-in.
If engineers, government agencies and private companies are trained primarily on proprietary Chinese systems, future switching costs rise considerably. Once a country’s databases, cloud infrastructure, telecom equipment and cybersecurity architecture are built around one technological ecosystem, diversification becomes both expensive and operationally difficult.
The result could be a progressively deeper dependence on Chinese platforms, expertise and technical standards.
The question of digital sovereignty
This dependence becomes especially sensitive when technology moves from the commercial sector into critical national infrastructure.
As Pakistan develops national databases, cybersecurity systems and digital-governance platforms in close cooperation with Chinese institutions and companies, it may also be adopting, implicitly or explicitly, Chinese technical norms and data-management standards.
That matters because technological sovereignty is not simply about owning computers, servers or fibre-optic cables. It is also about maintaining control over software, code, access permissions, encryption standards, data storage and the ability to replace one supplier with another.
A country that cannot easily alter its technological architecture without external assistance may possess digital infrastructure without enjoying full digital autonomy.
This is where the debate over what some analysts describe as “digital colonialism” begins.
The term is controversial, but it captures a real strategic concern: that dependency on a foreign technology provider can eventually influence policy choices, procurement decisions, data access and national security.
In Pakistan’s case, the concern is amplified by the scale of Chinese involvement.
Western pressure could expose Pakistan’s vulnerabilities
Heavy integration into Chinese technology supply chains could also complicate Pakistan’s relationship with Western markets.
The United States and several allied governments have tightened restrictions on Chinese technology companies over concerns related to cybersecurity, data protection and national security.
If further sanctions or export controls are imposed on components, software or services linked to Chinese digital platforms, Pakistani companies deeply integrated into those ecosystems could face indirect consequences.
This could affect everything from software compatibility and equipment upgrades to access to international cloud platforms, financial systems and Western technology partnerships.
The deeper Pakistan becomes embedded in one technological sphere, the greater the potential cost of geopolitical fragmentation between China and the West.
Surveillance and the legal vacuum
The most sensitive dimension of Pakistan’s digital transformation concerns surveillance.
Pakistan still lacks a fully developed and comprehensive framework for personal-data protection. At the same time, large-scale surveillance systems are expanding through projects such as Safe City, which combine cameras, monitoring systems, databases and digital policing technologies.
Human-rights organisations have warned that sophisticated surveillance tools operating without strong institutional safeguards can facilitate privacy violations, censorship and political monitoring.
This concern is particularly serious because Pakistan has already faced international criticism regarding internet restrictions, censorship and state surveillance.
The country’s evolving digital-control architecture has at times been described as a “Great Digital Firewall of Pakistan”, reflecting the increasing technological capacity to filter communications, monitor users and restrict online activity.
Research by Amnesty International has also highlighted the international nature of Pakistan’s surveillance ecosystem, which includes technology originating not only from China but also from companies based in Europe, the United Arab Emirates and North America.
Therefore, the problem cannot be reduced simply to Chinese involvement.
However, China remains central to the wider debate because of the scale and strategic depth of its technological partnership with Islamabad.
Modernisation without ownership
Pakistan faces a genuine structural problem.
Its limited fiscal capacity, recurring economic crises and shortage of domestic capital make it extremely difficult to finance next-generation infrastructure independently.
CPEC 2.0 therefore offers something highly attractive: rapid access to digital systems, capital, expertise and technology.
But speed can carry strategic costs.
Importing ready-made digital infrastructure is easier than building a domestic technological base. Yet over time, excessive dependence on imported systems can weaken incentives to develop indigenous alternatives.
If Pakistan’s most important AI platforms, data centres, telecom systems, cybersecurity architecture and surveillance technologies remain dependent on foreign vendors, the country may modernise without becoming technologically independent.
In that scenario, Pakistan would possess advanced infrastructure but remain dependent on external suppliers for upgrades, maintenance, security patches, technical standards and specialised expertise.
From physical infrastructure to data dependence
The first phase of CPEC was largely about physical assets: highways, energy plants, logistics corridors and connectivity.
CPEC 2.0 introduces something much more intangible — and potentially more consequential.
Data itself becomes a strategic resource.
Historically, colonial powers extracted raw materials and economic resources from territories under their control. Critics of modern technological dependency argue that data, algorithms and digital infrastructure can now create comparable asymmetries of power.
Pakistan is not a colony of China, and describing the relationship literally in colonial terms would oversimplify a complex strategic partnership.
Yet the analogy highlights an important concern.
If one side provides subsidised or preferential access to digital infrastructure while also supplying the software, technical standards, hardware and institutional architecture governing that infrastructure, dependence can become structural rather than temporary.
The key question is therefore not whether Pakistan should cooperate with China.
It is whether Pakistan can cooperate while preserving the ability to control, modify and ultimately replace the systems it adopts.
Pakistan needs safeguards
To protect its long-term strategic autonomy, Islamabad would need to accompany Chinese investment with stronger domestic safeguards.
That would include strict data-localisation rules, robust personal-data legislation, domestic access to source code where national-security systems are concerned, diversified suppliers and serious investment in indigenous research and development.
Pakistan would also need to avoid building critical infrastructure around a single technological ecosystem.
The objective should be interoperability rather than dependence.
CPEC 2.0 could undoubtedly accelerate Pakistan’s digital transformation. But technological progress should not be measured solely by how quickly infrastructure is deployed.
The more important question is who controls the system once it is built.
If Pakistan’s data, AI infrastructure and surveillance networks become inseparable from Chinese technological architecture, the country may find that the short-term benefits of rapid modernisation come with a long-term strategic price.
That would not necessarily amount to colonialism in the traditional sense.
But it could create something increasingly important in the 21st century: technological path dependence powerful enough to constrain national sovereignty.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας