Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η μεγαλύτερη κρίση Δύσης-Ρωσίας μετά τον ψυχρό πόλεμο

Δημοσιεύτηκε στις

Μόνο ο Πούτιν ξέρει τι θα γίνει στην Ουκρανία

Του Κώστα Ράπτη

Και τώρα τι; Μόνο ο Πούτιν το ξέρει. Ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Μόσχα Τζέικ Σάλιβαν επέδωσε την Τετάρτη στον Ρώσο υφυπουργό Εξωτερικών Αλεξάντρ Γκρουτσκό τη γραπτή απάντηση που ανέμενε η ρωσική πλευρά στο λεγόμενο “τελεσίγραφο” της 15ης Δεκεμβρίου, ήτοι τα δύο σχέδια διεθνών συνθηκών με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στα οποία αποτυπώνονται οι “κόκκινες γραμμές” για τις οποίες έχει κάνει λόγο ο ένοικος του Κρεμλίνου.

Έπειτα από ενάμιση μήνα διαβουλεύσεων, που περιέλαβαν μία βιντεοδιάσκεψη του Τζο Μπάιντεν με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στα τέλη Δεκεμβρίου, τρεις συναντήσεις στο επίπεδο του στρατηγικού διαλόγου ΗΠΑ-Ρωσίας στη Γενεύη, στο Μικτό Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας στις Βρυξέλλες και στο πλαίσιο του ΟΑΣΕ στη Βιέννη, καθώς και σε διά ζώσης συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν και Σεργκέι Λαβρόφ, η Μόσχα, η οποία ανησυχούσε ότι σύρεται σε ατέρμονες συζητήσεις δίχως περιεχόμενο, έλαβε επιτέλους τις γραπτές απαντήσεις που διεκδικούσε. Και δεν είναι καθόλου ικανοποιημένη.

Σε δηλώσεις του τόσο την Πέμπτη όσο και την Παρασκευή ο Λαβρόφ κατέστησε σαφές ότι στο κεντρικό ζήτημα που έθετε η ρωσική πλευρά, ήτοι την παροχή εγγυήσεων, σε νομικά δεσμευτική γλώσσα, ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ (βασικά στην Ουκρανία και τη Γεωργία), δεν υπήρξε θετική ανταπόκριση. Όμως αναγνώρισε ότι σε περισσότερο “περιφερειακά” ζητήματα δημιουργείται πεδίο διαλόγου. Και πάντως θέλησε να περάσει το μήνυμα ότι δεν υπάρχει βιασύνη. Οι υπηρεσίες του θα μελετήσουν την απάντηση και θα προωθήσουν την ανάλυσή τους στον Ρώσο πρόεδρο, ο οποίος και είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει για τα περαιτέρω.

“Δεν βιαζόμαστε”

Το ίδιο πνεύμα έλλειψης βιασύνης διέκρινε και τις δηλώσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ. “Δεν θα έλεγα”, τόνισε, “ότι οι ανησυχίες μας ελήφθησαν υπόψη. Αλλά δεν θα σπεύσουμε να προβούμε σε εκτιμήσεις”.

Υποθέτει κανείς ότι η Ρωσία ζυγίζει τις περαιτέρω επιλογές της – που όμως θα πρέπει λογικά να έχει ήδη προσχεδιάσει, υπό μορφήν εναλλακτικών σεναρίων, εφόσον ήταν αυτή που είχε την πρωτοβουλία της επίδοσης των κειμένων της 15ης Δεκεμβρίου. Είναι επίσης πιθανό να προχωρά πλέον στο δικό της παιχνίδι εξαγοράς χρόνου, προκειμένου να φθαρούν οι αντίπαλοί της από την κατάσταση παρατεταμένου συναγερμού στην οποία τους θέτει εδώ και δύο μήνες η φιλολογία περί ανά πάσα στιγμή επικείμενης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Ίσως όμως και να αναζητά η Μόσχα έναν εύσχημο τρόπο οπισθοχώρησης από μίαν ένταση την οποία δεν αποδεικνύεται ικανή να ακολουθήσει μέχρι τέλους.

Μυστική η απάντηση

Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο παράδοξο της ριψοκίνδυνης χορογραφίας που εκτυλίσσεται το τελευταίο διάστημα μεταξύ των δύο πυρηνικών δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αμερικανική πλευρά ζήτησε η απάντησή της να μη δημοσιοποιηθεί. Αναρωτιέται κανείς ποια στοιχεία αδιαλλαξίας ή, αντιθέτως, υποχωρητικότητας επιθυμεί η Ουάσινγκτον να περιβάλει με εμπιστευτικότητα, ώστε να διαφυλάξει τη διεθνή εικόνα της.

Όπως και να έχει, ο Λαβρόφ εκτίμησε ότι οι συναποδέκτες του αμερικανικού κειμένου, δηλ. τα μέλη του ΝΑΤΟ, είναι τόσοι πολλοί, ώστε αναπόφευκτα τα κείμενα θα διαρρεύσουν. Πρόσθεσε, δε, την ενδιαφέρουσα παρατήρηση ότι οι απαντήσεις των ΗΠΑ είναι θετικότερες από αυτές του ΝΑΤΟ.

Πράγματι, σε δικές του δηλώσεις, ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, όχι μόνο έθεσε εκτός συζήτησης το δικαίωμα της Συμμαχίας σε μελλοντικέ διευρύνσεις, αλλά έθεσε και ζήτημα αποχώρησης των ρωσικών δυνάμεων από χώρους “παγωμένων συγκρούσεων” του μετασοβιετικού χώρου, όπως η Αμπχαζία, η Νότια Οσετία και η Υπερδνειστερία. Ως θετική ατζέντα περιέγραψε την επανέναρξη της λειτουργίας γραφείων αντιπροσώπευσης των δύο πλευρών και τον διάλογο για τα θέματα των εξοπλισμών – σαν να μην υπήρξε ποτέ η αμερικανική μονομερής αποχώρηση από τις συνθήκες ABM, INT αλλά και Open Skies.

Οι διακηρύξεις του ΟΑΣΕ

Σε κάθε περίπτωση, η ρωσική διπλωματία δεν μένει ανενενεργή. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών όχι μόνο επικαλέστηκε στοιχεία που δείχνουν ότι οι δεσμεύσεις της Δύσης προς τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και κατόπιν τον Μπορίς Γέλτσιν για μη επέκταση του ΝΑΤΟ δεν ήταν απλώς προφορικές, αλλά και ανακάλεσε τις Διακηρύξεις της Κωνσταντινούπολης του 1999 και της Αστάνα του 2010, στο πλαίσιο του ΟΑΣΕ, οι οποίες από τη μία βεβαιώνουν το δικαίωμα των κρατών της Γηραιάς Ηπείρου να προχωρούν στις στρατιωτικές συμφωνίες που επιθυμούν, από την άλλη όμως θέτουν τον περιορισμό ότι κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που βλάπτει την ασφάλεια των άλλων συνυπογραφόντων.

Ο Λαβρόφ ανέφερε, μάλιστα, ότι έθεσε το ζήτημα στον Άντονι Μπλίνκεν κατά τη συνάντησή τους, χωρίς να λάβει απάντηση και ότι η Ρωσία απευθύνεται πλέον γραπτά σε καθένα κράτος-μέλος του ΟΑΣΕ προκειμένου να πληροφορηθεί την άποψή τους για αυτή την επιλεκτική επίκληση των κανόνων.

Αλλά το θέμα βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά της αντιπαράθεσης, διότι άπτεται της μεταψυχροπολεμικής μονοπολικής κυριαρχίας, την οποία η Ρωσία επιδιώκει να ανατρέψει, προτείνοντας μια νέα διεθνή αρχιτεκτονική που θα ξαναπιάνει το νήμα της “αδιαίρετης συλλογικής ασφάλειας”, όπως, λ.χ., αυτή αποτυπώθηκε στην Τελική Πράξη του Ελσίνκι του 1975, που έθεσε τα θεμέλια για τη μετέπειτα ίδρυση του ΟΑΣΕ. Η Πολιτική Ανοικτών Θυρών του ΝΑΤΟ στηρίζεται στο ένα από τα δύο σκέλη των Διακηρύξεων της Κωνσταντινoύπολης και της Αστάνα, παραβλέποντας το δεύτερο. Διότι το δεύτερο παραπέμπει σε μια αντίληψη ισοτιμίας μεταξύ των κρατών, η οποία δεν συμβαδίζει με την “αμερικανική εξαίρεση” περί του ποιος υπαγορεύει τους κανόνες και πότε τους εφαρμόζει.

Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι εμφανίζονται ψύχραιμοι – όμως στην Ουάσινγκτον σημαίνουν τον συναγερμό

Αλλά οι διπλωματικοί πόλεμοι ερμηνειών δεν είναι αυτό που κατεξοχήν απασχολεί στην παρούσα φάση το διεθνές ακροατήριο, όταν επί δύο μήνες ηχούν “τύμπανα πολέμου” στη ρωσο-ουκρανική μεθόριο και όταν η Μόσχα έχει προαναγγείλει ότι, σε περίπτωση απόρριψης των εγγυήσεων ασφαλείας που διεκδικεί από τη Δύση, θα προβεί στα κατάλληλα “τεχνικά-στρατιωτικά μέτρα”.

Το ποια μπορεί να είναι αυτά αποτελεί το μέγα αναπάντητο ερώτημα των ημερών μας. Πάντως, η επικέντρωση στενά σε ενδεχόμενη ρωσική στρατιωτική ενέργεια εναντίον της Ουκρανίας είναι εντέλει παραπλανητική, όταν αυτό που ζητά η Μόσχα από την Ουάσινγκτον, ως μόνη αρμόδια να το απαντήσει, είναι κατά πολύ ευρύτερο. Αρκεί και μόνο να παρατηρήσει κανείς το είδος των στρατιωτικών ασκήσεων που πραγματοποιεί η Ρωσία από τώρα και περιλαμβάνουν την έξοδο όλων των πολεμικών σκαφών του Στόλου της Βαλτικής, της Αρκτικής, του Ευξείνου και του Ειρηνικού, με ανάπτυξη στον Ατλαντικό και τη Θάλασσα του Οχότσκ και εντέλει τη συγκέντρωση στη Μεσόγειο περισσότερων πλοίων από όσα είχε γνωρίσει η περιοχή από τα σοβιετικά χρόνια.

Με το βλέμμα στην οικονομία

Την ίδια στιγμή, ο εκπρόσωπος του Λαβρόφ, Αλεξέι Ζάιτσεφ, δήλωσε την Πέμπτη ότι η χώρα του δεν προτίθεται να επιτεθεί σε καμία άλλη και ότι ένας πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας θα ήταν απαράδεκτος. Το αποτέλεσμα ήταν να γνωρίσει άμεση ενίσχυση κατά 1,1% η ισοτιμία του ρουβλίου στις διεθνείς αγορές.

Αλλά και το Κίεβο εκπέμπει αντίστοιχα μηνύματα. Μιλώντας στο Ρόιτερς, ο Όλεγκ Ουστένκο, συνεργάτης του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δήλωσε ότι “οι συζητήσεις για θέματα σχετικά με την ασφάλεια της Ουκρανίας ώρες-ώρες αγγίζουν τα όρια της υστερίας και περιορίζουν τις ικανότητες της χώρας να βρει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου”. Είχαν προηγηθεί δηλώσεις του ίδιου του Ζελένσκι, καθώς και του Ουκρανού υπουργού Άμυνας, με τις οποίες υποβαθμιζόταν η αίσθηση κινδύνου και τονιζόταν ότι δεν υπάρχει λόγος πανικού.

Με άλλα λόγια, την ώρα που οι άμεσα ενδιαφερόμενοι εμφανίζονται ψύχραιμοι, αυτοί που κυρίως σημαίνουν τον συναγερμό για την “ανά πάσα στιγμή επικείμενη ρωσική εισβολή” στην Ουκρανία είναι οι Αμερικανοί ιθύνοντες – για την ακρίβεια, οι πολιτικοί, οι μυστικές υπηρεσίες και τα μέσα ενημέρωσης, διότι το ίδιο το Πεντάγωνο εκτιμά και αυτό τα πράγματα διαφορετικά, αν κρίνουμε από δηλώσεις του εκπροσώπου του, Τζέιμς Κίρμπι, την Πέμπτη ότι “δεν βρισκόμαστε στην 11η ώρα”.

Ο Κίρμπι, βεβαίως ήταν υποχρεωμένος να ρίξει τους τόνους, διότι απαντούσε σε ερώτηση σχετικά με την αργοπορία της μεταβίβασης στην Ουκρανία του απαραίτητου για την ενίσχυση της άμυνάς της στρατιωτικού υλικού. Αλλά οποιαδήποτε προσεκτική εξέταση των κινήσεων που έχουν ανακοινωθεί από αμερικανο-νατοϊκής πλευράς (λ.χ. η άμεση προώθηση 8.500 Αμερικανών στρατιωτών στην Ανατολική Ευρώπη) δείχνει πόσο αναντίστοιχες είναι αυτές προς την προβαλλόμενη απειλή.

Πρώτα η επικοινωνία

Εν ολίγοις, ο αγγλοσαξονικός παράγοντας (διότι και η Βρετανία πλειοδοτεί στη δημιουργία αυτού του κλίματος) δίνει μια “μάχη” πρωτίστως πολιτική και επικοινωνιακή, απέναντι σε ένα σενάριο “εισβολής” το οποίο έχει καταλλήλως διογκώσει επικοινωνιακά από τον Νοέμβριο.

Κάτι τέτοιο βοηθά, βεβαίως, το να μην αναμετριέται ευθέως με το πραγματικό ερώτημα που θέτει η Μόσχα ως προς την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης, αλλά αποκαλύπτει και τη βαθύτερη στόχευση των ΗΠΑ, που είναι πολιτική και όχι στρατιωτική. Οποιαδήποτε ανάφλεξη στα ρωσο-ουκρανικά σύνορα, με πρωτοβουλία οποιασδήποτε πλευράς, θα ήταν το “θείο δώρο” που θα επέτρεπε την ενεργοποίηση των “κυρώσεων από την κόλαση” που δηλώνεται ότι προετοιμάζονται κατά της Ρωσίας και συμβολικά θα στρέφονται εναντίον και του Βλαντίμιρ Πούτιν προσωπικά. (Η Μόσχα προειδοποιεί ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα υπάρξει πλήρης διακοπή των σχέσεων με τις ΗΠΑ.)

Το κεντρικό μοτίβο

Ήτοι, απέναντι στο κεντρικό μοτίβο της διεθνούς σκηνής τα τελευταία χρόνια, που είναι η ανάδυση και συσπείρωση των ευρασιατικών δυνάμεων (Κίνα, Ρωσία, Ιράν) και η χαλάρωση της εσωτερικής συνοχής του ατλαντικού άξονα, η αποκοπή της Ε.Ε. από τους γείτονές της στα ανατολικά και η εμβάθυνση της εξάρτησής της, ακόμα και ενεργειακής, από τις ΗΠΑ αποτελεί για κάποιους την κατάλληλη διέξοδο.

Μόνο που κάτι τέτοιο θα είχε βαρύτατο κόστος για τις μεγαλύτερες δυνάμεις της Ενωμένης Ευρώπης. Και αυτό εξηγεί την αμήχανη στάση της Γερμανίας και της Γαλλίας – με την πρώτη, ιδίως, να έχει δεχτεί πρωτοφανή στοχοποίηση από τα αγγλοσαξονικά μέσα ενημέρωσης.

Είναι σαφές ότι η ακύρωση της λειτουργίας του υποθαλάσσιου αγωγού ρωσικού φυσικού αερίου NordStream2 (ο οποίος ολοκληρώθηκε εντός του 2021, παρά την προηγούμενη προσπάθεια της Ουάσινγκτον να τον παρεμποδίσει ακόμα και με την απειλή κυρώσεων) αποτελεί κεντρικό διακύβευμα, βραχυπρόθεσμα για να μην απαξιωθεί πλήρως η Ουκρανία ως οδός διαμετακόμισης ενέργειας προς την Ευρώπη, αφετέρου για να μην αποκτήσει η Γερμανία το μη αντιστρέψιμο πλεονέκτημα μιας “ειδικής σχέσης” με την ευρασιατική ολοκλήρωση. Πόσω μάλλον που η δρομολογημένη αποπυρηνικοποίησή της, σε συνδυασμό με την πορεία προς την απεξάρτηση από τον άνθρακα, δημιουργεί πιεστικές άμεσες ανάγκες για μια ενεργειακή “γέφυρα” μέχρι την πλήρη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Γερμανικές αντιστάσεις

Η Γερμανία έχει ήδη καταστήσει σαφές (και δεν είναι σε αυτό μόνη στην Ευρώπη) ότι το σενάριο της αποβολής της Ρωσίας από το διεθνές σύστημα πληρωμών SWIFT, όπως έχει συμβεί με το Ιράν, τίθεται εκτός συζήτησης, αν μη τι άλλο διότι πρόκειται να θέσει εν αμφιβόλω συνολικά την ενεργειακή τροφοδοσία της ηπείρου, μπλοκάροντας τις απαραίτητες συναλλαγές. Ομοίως το Βερολίνο προσπαθεί με ελιγμούς να εξαιρέσει τον NordStream2 από κάθε πιθανή δέσμη κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Όμως, την ώρα που οι Σοσιαλδημοκράτες του καγκελαρίου Όλαφ Σολτς διαμηνύουν ότι “όλες οι επιλογές είναι πάνω στο τραπέζι” (αποσιωπώντας εντέχνως το ποιες είναι αυτές), οι Πράσινοι της υπουργού Εξωτερικών, Αναλένα Μπέρμποκ, που υπήρξαν εξαρχής αντίθετοι στον NordStream2, μαζί με τους συγκυβερνώντες Φιλελευθέρους εμφανίζονται πολύ περισσότερο ατλαντιστές.

Προς το παρόν, η “παλαιά Ευρώπη” κινητοποιείται διπλωματικά, με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε χθες ο Εμανουέλ Μακρόν με τον Πούτιν, την επανανεργοποίηση των συνομιλιών “τύπου Νορμανδίας” για το ουκρανικό ζήτημα και την επικείμενη επίσκεψη Σολτς στη Ουάσινγκτον στις 7 Φεβρουαρίου.

Ο ρόλος του Πεκίνου

Στην άλλη άκρη της Ευρασίας, οι ηγέτες της Κίνας παρακολουθούν διακριτικά – και μάλλον επιχαίρουν. Άλλωστε, έχουν κάθε λόγο να κρατούν χαμηλό προφίλ, διότι αντιμετωπίζουν δύο σημαντικά ορόσημα. Βραχυπρόθεσμα, την τέλεση των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου τον επόμενο μήνα και μεσοπρόθεσμα τη σύγκληση του ανά πενταετία συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος το φθινόπωρο, οπότε και θα εγκριθεί η δίχως προηγούμενο τρίτη ηγετική θητεία του Σι Τζινπίνγκ.

Όμως δεν θα πρέπει να αμφιβάλλει κανείς για το πού βρίσκεται η καρδιά των Κινέζων ιθυνόντων. Το υποδηλώνουν αυτό με κινήσεις περισσότερο ή λιγότερο συμβολικές, από τη διενέργεια κοινών ναυτικών ασκήσεων με το Ρωσία και το Ιράν στον Ινδικό Ωκεανό, μέχρι την πρόσκληση του Βλαντίμιρ Πούτιν ως τιμώμενου προσκεκλημένου στην έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων.

Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές των δυτικών μέσων ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι η επιθυμία μιας διατάραξης της σημαντικής αυτής τελετής είναι και ο λόγος που δεν έχει εκδηλωθεί μέχρι τώρα η περιβόητη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. (Ωστόσο για τον πόλεμο της Οσετίας το 2008, στη σκιά της έναρξης των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων, επίσης στο Πεκίνο, ίσχυσε το ακριβώς αντίθετο.)

Η παρουσία του Πούτιν στην κινεζική πρωτεύουσα θα σημαδευτεί, όπως προαναγγέλλεται, από τη συνυπογραφή ενός σημαντικού “πολιτικού ντοκουμέντου”, ενώ εικάζεται ότι οι δύο πλευρές θα προχωρήσουν αποφασιστικά στο ζήτημα του αγωγού Power of Siberia, που θα τροφοδοτεί την Κίνα με αέριο από κοιτάσματα που μέχρι τώρα κατέληγαν στην ευρωπαϊκή αγορά…

Η συμπληρωματικότητα των οικονομιών Ρωσίας και Κίνας, αλλά κυρίως η επίγνωση ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να μείνει μόνη απέναντι στην Αμερική, δημιουργεί μια νέα διεθνή γεωμετρία. Και την ώρα που τα βλέμματα στρέφονται στην Ουκρανία, οι κλιμακούμενες εντάσεις περί την Ταϊβάν δείχνουν ότι τα μέτωπα μιας πιθανής ανάφλεξης πρώτου μεγέθους είναι περισσότερα του ενός.

capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή