Διεθνή
Το «δίκτυο» για τορπιλισμό του EastMed και το «άλλοθι» που προσφέρουν οι «ΗΠΑ»
Το άτυπο έγγραφο των Αμερικανών και πώς απαντά με στοιχεία ο «Ποσειδώνας» – Ο μυστικοσύμβουλος Μπράιζα, οι ημέτεροι συνοδοιπόροι, οι θέσεις της Άγκυρας και το δημοσίευμα της 12ης Σεπτεμβρίου του 2020
Τορπιλίζεται τελικώς ο EastMed, από ποιους και γιατί; Tο παρασκήνιο, τα ίδια τα γεγονότα, καθώς και όσα αναφέρουν διπλωματικές πηγές καταδεικνύουν ότι το άτυπο έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, που έχει επιδοθεί στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, για τα προβλήματα που εμφανίζονται στην κατασκευή του αγωγού, συνιστά για κάποιους ημέτερους «ένα καταπληκτικό άλλοθι», υπό την εξής έννοια: Μπορεί να εμφανιστεί ως διέξοδος, την οποία ζητούσαν προκειμένου να απαλλαγούν από τον “μπελά” των τουρκικών απειλών, που συντηρούνται, αν δεν τροφοδοτούνται από τη δική μας απουσία επαρκούς αποτροπής. Και ημέτεροι, αλλά και μια σχολή σκέψης των ΗΠΑ εντός των Δημοκρατικών προσδοκούν ότι χωρίς τον EastMed θα ήταν δυνατό να δημιουργηθούν συνθήκες για επαναπροσέγγιση με την Τουρκία και προώθηση νέου κύκλου συνομιλιών και στο Αιγαίο και στην Κύπρο μετά το 2023. Μετά δηλαδή τις εκλογές στην Τουρκία, στην Κύπρο και, με όσα δήλωσε την Πέμπτη το βράδυ ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στην Ελλάδα.
Ο «στενός συνεργάτης» των Μπλίνκεν και Μπάιντεν
Τι συνέβη με τον ΕastMed; Στον εν λόγω αγωγό είχαν πιστέψει Νετανιάχου, Σαμαράς και μύησαν τον Νίκο Αναστασιάδη, ο οποίος αντιλήφθηκε τις προοπτικές που δημιουργούνταν μέσω των κοινών ενεργειακών συμφερόντων. Οι υπόλοιπες ελληνικές Κυβερνήσεις είδαν με φοβία τον EastMed. Το Ισραήλ έσερνε τον χορό για τα δικά του συμφέροντα. Αφενός δεν ήθελε να περάσει αγωγός προς την Τουρκία, για να μην εγκλωβιστεί γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά σε μια χώρα με την οποία οι σχέσεις τους ομοιάζουν ακόμη με εκείνες μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης. Αφετέρου, ήθελε να πάρει αγωγό προς την ΕΕ για να συνδέσει την ενέργεια με τη γεωπολιτική του επιρροή σε διάφορα ζητήματα που το αφορούσαν στις Βρυξέλλες και ευρύτερα. Οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, λόγω της κρίσης που υπήρχε και που υπάρχει ακόμη στις σχέσεις ΗΠΑ και Τουρκίας. Σήμερα, οι Αμερικανοί προσδοκούν σε αλλαγή φρουράς το 2023 στην Τουρκία. Ένας από τους κύριους εκφραστές της τουρκικής πολιτικής και των συμφερόντων της υφιστάμενης Κυβέρνησης των Δημοκρατικών είναι ο πρώην Υφυπουργός των Εξωτερικών, Μάθιου Μπράιζα, ο οποίος είναι στενός φίλος με τον Υπουργό Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, αλλά και τον Πρόεδρο Τζον Μπάιντεν. Όταν ο τελευταίος ήταν Αντιπρόεδρος του Ομπάμα, ο Μπράιζα ήταν Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας στον Λευκό Οίκο και αργότερα Υφυπουργός Εξωτερικών για θέματα Ευρώπης. Νυμφευμένος με Τουρκάλα, ήταν και είναι ένας από τους κύριους εκφραστές των τουρκικών θέσεων σε ζητήματα γεωπολιτικής ενέργειας. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, «συνεχίζει να έχει επαφές και είναι ‘μυστικοσύμβουλος’ των Δημοκρατικών, αφού είναι συνδεδεμένος με το Atlantic Council, ένα δηλαδή think tank (δεξαμενή σκέψης), το οποίο διαθέτει και παράρτημα στην Τουρκία, στο οποίο είναι υπεύθυνος. Δεν έχει κρύψει πότε τις απόψεις του υπέρ των τουρκικών θέσεων και ήταν μάλιστα εξ αυτών που υποστήριζαν ότι: α) Το Καστελόριζο δεν μπορεί να έχει ΑΟΖ, αλλά είναι και αντίθετος με τον EastMed, β) τη μεταφορά του φυσικού αερίου της Κύπρου στην Τουρκία, όπως είναι η επίσημη θέση της Άγκυρας και αρκετών ημετέρων, ειδικώς εκείνων που πίστευαν ότι θα πετύχαινε το Κραν Μοντανά ή όσων προσδοκούν σε νέο μετά το 2023. Οι φιλοτουρκικές απόψεις Μπράιζα γίνονται δεκτές από μερίδα των τεχνοκρατών του Δημοκρατικού Στρατοπέδου στις ΗΠΑ, όπως και από ημετέρους.
Οι ημέτεροι και οι δηλώσεις…
Υπάρχει συγκεκριμένο «δίκτυο» ημετέρων που περιλαμβάνει το ΕΛΙΑΜΕΠ (Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής) στην Αθήνα με μιαν από τις αιχμές του δόρατος, τον καθηγητή Χρήστο Ροζάκη, ο οποίος εξέφραζε τις ίδιες απόψεις με Μπράιζα, που υιοθετούσε τις τουρκικές θέσεις. Στην ίδια γραμμή ήταν και είναι ο νυν Υπουργός Εξωτερικών, Γιαννάκης Κασουλίδης, ο οποίος διαθέτει φιλικές και άριστες σχέσεις μαζί με τον κύριο Ροζάκη, τον οποίο και συμβουλεύεται, καθώς και ο πρώην Επίτροπος της Κύπρου στην ΕΕ και νυν Υπουργός Κλιματικών Αλλαγών της Κυβέρνησης Μητσοτάκη, Χρίστος Στυλιανίδης. Είναι, δε, γνωστόν τοις πάσι ότι αριθμός συμβούλων του Έλληνα Πρωθυπουργού προέρχονται από το ΕΛΙΑΜΕΠ. Ροζάκης, Κασουλίδης και Μπράιζα είχαν υποστηρίξει ότι το Καστελόριζο δεν μπορεί να έχει ΑΟΖ, γεγονός που δεν επέτρεπε την ένωση της ελληνικής και της κυπριακής ΑΟΖ, ανοίγοντας τον δρόμο για την γκριζοποίηση της περιοχής Ρόδου – Κύπρου, που σήμερα τελεί υπό τον οιονεί έλεγχο των «τουρκικών drones» και της ισχύος της Άγκυρας. Ως εκ τούτου, κλείνει τον δρόμο στον EastMed. Δίδει, δε, το πρόσχημα στις ΗΠΑ να ισχυρίζονται ότι η κατασκευή του δημιουργεί προβλήματα ασφάλειας…
Ας δούμε τι είχαν δηλώσει, γνωρίζοντας ότι οι τουρκικές θέσεις για το Καστελόριζο είχαν ως έναν από τους στόχους τους, τον EastMed. Δηλαδή να τον πλήξουν. Άλλωστε, δεν ήταν μόνο Μπράιζα, Κασουλίδης και Ροζάκης που είχαν τις αρνητικές απόψεις για τον EastMed, αλλά και οι ηγεσίες του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ, που υποστήριζαν, ταυτοχρόνως, τον αγωγό προς Τουρκία. Το ίδιο και η Άγκυρα. Την 1ην Ιουλίου του 2020, ο καθηγητής Ροζάκης δήλωνε: «Εμείς έχουμε αναπτύξει μια μαξιμαλιστική θέση, ή μια σειρά μαξιμαλιστικών θέσεων. Είναι διαπραγματευτικές θέσεις αυτές, ένα κράτος ξεκινάει πάντα μια διαπραγμάτευση με μαξιμαλισμούς και από κει και πέρα υποχωρεί σε δεύτερες θέσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά και, επί του θέματος της ΑΟΖ, ισχυρίστηκε ότι «το μήκος των ακτών της Τουρκίας απέναντι στο μήκος των ακτών της Κύπρου είναι πολύ μεγαλύτερο». Λίγο νωρίτερα, στις 17 Ιουνίου, ο νυν ΥπΕξ Ι. Κασουλίδης δήλωνε ότι «το Καστελόριζο μπορεί να μείνει εκτός της ΑΟΖ της Ελλάδας». Και αφού εκφράστηκαν οι ημέτεροι, ήρθε ο Μπράιζα στις 27 Νοεμβρίου του 2020, ο οποίος, πέραν των άλλων δηλώσεών του, έδωσε τη λύση: «Μια συμφωνία στην οποία η Τουρκία θα εγκαταλείψει την Κρήτη και τη Ρόδο και η Ελλάδα θα εγκαταλείψει το Καστελόριζο». Αυτές τις μέρες ο καθηγητής Τσουκαλάς τονίζει μέσω του ΕΛΙΑΜΕΠ ότι ποτέ δεν υποστήριξε τον EastMed. Σήμερα έχουμε το άτυπο έγγραφο του ΥπΕξ των ΗΠΑ και διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι «το συγκεκριμένο non paper έχει δείγματα γραφής Μάθιου Μπράιζα και το περιεχόμενό του μπορεί να δώσει διεξόδους στην Αθήνα και τη Λευκωσία και ειδικότερα σε εκείνους που έχουν αμφιβολίες για τον EastMed είτε λόγω Τουρκίας είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο που έχει σχέση με οικονομικά συμφέροντα».
Το αμερικανικό έγγραφο στηρίζεται σε τρεις άξονες:
- Το έργο είναι πολύπλοκο και δεν συμφέρει. Ό,τι, δηλαδή, υποστηρίζουν, χωρίς να τελειώσουν οι μελέτες, και οι Τούρκοι αλλά και αρκετοί ημέτεροι.
- Το έργο δεν συνάδει με τη νέα πολιτική της πράσινης οικονομίας και ανάπτυξης.
- Η κατασκευή του έργου εγείρει ζητήματα ασφαλείας, λόγω Τουρκίας. Δηλαδή, αντί να εναρμονιστεί η Τουρκία με το Διεθνές Δίκαιο, καλούμαστε με εύσχημο τρόπο να εναρμονιστούμε εμείς μαζί με το δίκτυο των κανονιοφόρων. Λόγω, βεβαίως, έλλειψης αποτροπής.
Ο αγωγός προς Τουρκία και ο Ποσειδώνας
Βεβαίως, εάν το κύριο πρόβλημα είναι, όπως προβάλλεται από κάποιους, η πράσινη ενέργεια, τότε δεν υπάρχει λόγος να περάσει ούτε από την Τουρκία ο αγωγός προς την ΕΕ, ενώ ταυτοχρόνως υπάρχει ευρύτερο θέμα για την εκμετάλλευση όχι μόνο του φυσικού αερίου της Κύπρου, αλλά και εκείνου άλλων χωρών. Από αυτές τις στήλες δεν διεκδικήσαμε τον τίτλο του μετά Χριστόν Προφήτη. Στις 12 Σεπτεμβρίου το 2021, σε σχετική ανάλυσή μας, που έφερε τον τίτλο «Φοβούνται την Τουρκία και κοιμίζουν τον EastMed», αναφέραμε τα εξής:
«Καυτές θαλάσσιες οδοί…
Η κατασκευή του EastMed περνά μέσα από τις αμφισβητούμενες από την Άγκυρα περιοχές μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου, καθώς και από τις θαλάσσιες ζώνες πλησίον της Κρήτης και δη μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου. Στο παρελθόν, λίγο πριν από την απώλεια της εξουσίας στην Ελλάδα, ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας είχε εκφράσει τόσο προς τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, όσο και προς τον τέως Πρωθυπουργό του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, τους φόβους του ως προς τις αντιδράσεις της Άγκυρας στην περίπτωση κατασκευής του EastMed. Ο Νετανιάχου ήταν καθησυχαστικός.
»Εν συνεχεία, επί διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, έγιναν διαρροές από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και δη μέσω του Νίκου Δένδια, προς τα αθηναϊκά ΜΜΕ, για εναλλακτική επιλογή μέσω Αιγύπτου και παράκαμψη της Κύπρου. Οι πληροφορίες ήταν σε αντίθεση με όσα ο ‘‘Ποσειδών’’ και διευθύνοντα στελέχη του δήλωσαν δημόσια. Η θέση της ‘‘Edison’’ είναι ότι ο EastMed δεν είναι εναλλακτική επιλογή της Αιγύπτου, αλλά συμπληρωματική. Διπλωματικές πληροφορίες αναφέρουν ότι στο ελληνικό ΥπΕξ θέλουν να κοιμίσουν την ιστορία του EastMed, υπό την εξής έννοια:
Μιλούν για απόφαση που θα ληφθεί το 2022, χωρίς να είναι σίγουρο εάν θα είναι στην εξουσία, ενώ, ταυτοχρόνως, τονίζουν ότι γίνονται μεν μελέτες για την επιλογή του έργου, αλλά, την ίδια στιγμή, προβάλλουν τα αρνητικά στοιχεία που αφορούν τεχνικά ζητήματα κατασκευής, τιμές αλλά και τις εναλλακτικές οικολογικές επιλογές ενέργειας που θα εφαρμοστούν ώς το 2050 στην ΕΕ, επί τη βάσει των οποίων θα εγκαταλειφθούν τα πετρελαιοειδή και το φυσικό αέριο. Εκείνο που ψάχνει η Αθήνα είναι τις εναλλακτικές επιλογές του EastMed, για ν’ αποφύγει την όποια κρίση με την Τουρκία, η οποία αφενός θέτει βέτο στην κατασκευή του και αφετέρου επιδιώκει αγωγό από την Κύπρο στην Τουρκία ως βασική προϋπόθεση της επίλυσης του Κυπριακού. Μία εξέλιξη που δεν βρίσκει σύμφωνο το Ισραήλ, το οποίο θεωρεί ότι κάτι τέτοιο το εγκλωβίζει στον κύριο ανταγωνιστή του στην περιοχή, δηλαδή την Άγκυρα».
Και πράσινη ανάπτυξη και τερματικό
Αυτά, βεβαίως, είχαν λεχθεί στον γράφοντα και από κυβερνητικές πηγές στην Αθήνα και στη Λευκωσία. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τη συνάφεια των ανωτέρω με τα επιχειρήματα που διαδίδονται στα ΜΕΕ μέσω του άτυπου εγγράφου και είναι σχετικά με τους εξής τομείς: Το τεχνικό και οικονομικό σκέλος, καθώς και την πράσινη ανάπτυξη και οικονομία. Τον Σεπτέμβριο είχαμε διερευνήσει το θέμα και η εταιρεία που προσδοκά να αναλάβει το έργο προέβαλε τα δικά της στοιχεία. Καταγράφουμε αυτούσιο το κείμενο της 12ης Σεπτεμβρίου, το οποίο ταυτοχρόνως απαντά και στις ποσότητες που είναι σχετικές με τη βιωσιμότητα, τις τιμές, τις αγορές στην Ασία, τα τεχνικά ζητήματα, καθώς και την πράσινη ενέργεια και ανάπτυξη που μπορεί να προσφέρει ο EastMed μέσω υδρογόνου. Γράφαμε, λοιπόν, τα εξής:
«Τεχνικά ζητήματα, τιμές, Ασία και ΕΕ
Στην εταιρεία που έχει αναλάβει το έργο (‘‘Υποθαλάσσιος Αγωγός Φυσικού Αερίου Ελλάδας – Ιταλίας / ΥΑΦΑ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.’’, συμμετέχουν ισομερώς η ελληνική ΔΕΠΑ και η ιταλική εταιρεία Edison. Από πλευράς του ‘‘Ποσειδώνος’’ και δη της εταιρείας Edison έχουν ήδη προβληθεί σειρά επιχειρημάτων, που πηγάζουν από μελέτες. Είναι μάλιστα γνωστές στην ΕΕ, εξ ου και το γεγονός ότι το όλο έργο έχει κατοχυρωθεί ως ‘‘Κοινής Ωφέλειας’’ και οι μελέτες βιωσιμότητας επιδοτούνται σε ποσοστό της τάξης του 50%, δηλαδή με το ποσό των 34 εκατομμυρίων ευρώ. Ποια είναι λοιπόν τα επιχειρήματα, που στηρίζονται σε μελέτες, που προβάλλονται κυρίως από την Edison και απαντούν προς τα αρνητικά επιχειρήματα για την κατασκευή του αγωγού;
»Πρώτον, μπορεί μεν η ΕΕ να έχει αποφασίσει ότι μέχρι το 2050 θα χρησιμοποιούνται εναλλακτικές μορφές ενέργειας αντί των πετρελαιοειδών, μεταξύ των οποίων και το φυσικό αέριο, όμως, όπως τονίζουν μελέτες που αφορούν τον EastMed:
»1. Η αιολική και ηλιακή ενέργεια είναι διαλείπουσες. Δεν έχουν δηλαδή απρόσκοπτη συνέχεια και η αποθήκευση τέτοιων μορφών ενέργειας αφήνει κενά. Ως εκ τούτου, τα κενά θα καλύπτονται από το φυσικό αέριο.
»2. Μία από τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας είναι το υδρογόνο, το οποίο μέχρι το 2050 θα μπορεί να καλύπτει ποσοστό 10% με 20%. Επί τη βάσει των προδιαγραφών του EastMed, ο αγωγός μαζί με το φυσικό αέριο, στην αρχική του φάση, μπορεί να μεταφέρει έως και 7% υδρογόνο.
»Δεύτερον, μπορεί μεν ο αγωγός να καλύπτει μεγάλη απόσταση, αλλά, όπως τονίζουν τεχνικοί επί του θέματος, υπάρχει σύγχρονη τεχνολογία που μπορεί να καλύψει τις ανάγκες. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι το έργο χωρίζεται σε 4 τμήματα. Κανένα εξ αυτών δεν έχει έκταση μεγαλύτερη από τον Turkish Stream, που περνά από τη Μαύρη Θάλασσα. Συνεπώς, υπογραμμίζεται, δεν υπάρχουν τεχνικά προβλήματα, όπως κάποιοι θέλουν να προβάλλουν.
»Τρίτον, μπορεί μεν να γίνεται λόγος ότι οι τιμές δεν θα είναι συμφέρουσες, αλλά στη βάση μελετών και αναλύσεων αποδεικνύεται ότι το αντίθετο συμβαίνει. Και η θέση αυτή τεκμαίρεται συμφώνως με τα εξής δεδομένα:
»1. Το σύνολο των κοιτασμάτων που είναι διαθέσιμα μέχρι στιγμής από τα οικόπεδα Κύπρου και Ισραήλ φτάνουν τα 30 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Από αυτά, τα 10 εκατομμύρια μπορούν να διατεθούν για τον αγωγό ή τους αγωγούς προς το Ιντκού και Νταμιέτα της Αιγύπτου. Άλλα 10 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα μπορούν να διατεθούν στην περίπτωση που αποφασιστεί η κατασκευή LNG στα ανοιχτά της Κύπρου. Στις ποσότητες αυτές είναι πρόδηλον ότι δεν περιλαμβάνονται εκείνες που ενδέχεται να εξευρεθούν από τις νέες έρευνες που θα διενεργηθούν. Όπως έχει αναλυθεί και προς την ΕΕ από τους ειδικούς της εταιρείας που αναλαμβάνει το έργο, ο EastMed δεν είναι ανταγωνιστικός ούτε του LNG, ούτε της αιγυπτιακής επιλογής, αλλά συμπληρωματικός. Γίνεται σαφής αναφορά για ‘Ενεργειακό Σύστημα στην Ανατολική Μεσόγειο’. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι ο EastMed έχει τη δυνατότητα μεταφοράς 20 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου και σε πρώτη φάση 7% υδρογόνου. Δύναται αρχικά να μεταφέρει επικερδώς στην ΕΕ 10 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Το εν τρίτον, δηλαδή, των υφιστάμενων κοιτασμάτων.
»2. Οι τιμές προς την Ασία δεν είναι πλέον συμφέρουσες στον βαθμό που ήταν στο παρελθόν και δεν θα είναι στο μέλλον, όπως πολλοί πιστεύουν. Ειδικώς μετά την έκρηξη του πυρηνικού σταθμού στη Φουκουσίμα έχουν αναπτυχθεί πολλά περιφερειακά LNG, ενώ το Κατάρ, που διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα, έχει ήδη ανακοινώσει την αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου, που θα φτάσει το 50% περισσότερο από την υφιστάμενη ώς το 2025. Οι πραγματικότητες αυτές ρίχνουν τις τιμές στην περιοχή της Ασίας και, ως εκ τούτου, με βάση μελέτες που έχουν γίνει από την «Edison», προκύπτει ότι είναι πιο χαμηλή η τιμή πώλησης μέσω του EastMed από τη διαδικασία του LNG και δη της υγροποίησης, συμπίεσης, των ναυτιλιακών εξόδων και της επαναεριοποίησης. Ήδη έχουν γίνει επαφές για την υπογραφή μακροχρόνιων συμβάσεων, που θα είναι επωφελείς για τους παραγωγούς, τους αγοραστές και τις Κυβερνήσεις».
Η μελέτη της ΕΕ, η Κυβέρνηση και τα τεχνικά δεδομένα
Η αρμόδια με τα θέματα Εμπορίου, Ανάπτυξης και Ενέργειας Νατάσα Πηλείδου δήλωσε στην περασμένη Πέμπτη στο «Μέρα Μεσημέρι» του «Σίγμα» ότι, όντως, υπάρχει το non paper των Αμερικανών, αλλά οι ΗΠΑ δεν είναι μέσα στους κατασκευαστές. Και επιβεβαίωσε ότι όντως έχουν μελετηθεί τα ζητήματα της πράσινης ανάπτυξης, τα οποία αμφισβητεί στο έγγραφό του το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, και ότι: 1. Η εταιρεία υλοποίησης του έργου μπορεί να διοχετεύει και υδρογόνο. 2. Έχουν δοθεί διαβεβαιώσεις από την ΕΕ ότι το φυσικό αέριο θα περιλαμβάνεται στη μεταβατική περίοδο έως το 2050. Άρα, παρατήρησε, αυτό το οποίο αναμένει κάποιος είναι οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί του έργου, που εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμες περί το τέλος του έτους. Είναι, όπως είπε, σημαντικές, διότι το έργο δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς τη συνεισφορά της ΕΕ. Συνεπώς, πρόσθεσε, είναι σημαντικό από πολιτικής και γεωπολιτικής άποψης, αλλά, εάν τεχνικά και οικονομικά δεν είναι συμφέρουσα επιλογή, δεν μπορεί να αποφασιστεί η κατασκευή του.
Για το «καλό μας»…
Η ιστορία του EastMed θυμίζει από γεωπολιτικής γεωστρατηγικής άποψης την ιστορία της Μεραρχίας το 1967 και των S-300 το 1998. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Την επαναλαμβάνουμε. Κάθε φορά, δηλαδή, που γίνεται μια προσπάθεια για αναβάθμιση του γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού ρόλου στον άξονα Ελλάδας και Κύπρου, είτε οι Βρετανοί είτε οι Αμερικανοί σπεύδουν να προωθήσουν, και δη μέσω ημετέρων, την ανατροπή της, προβάλλοντας οικονομικά και τεχνικά στοιχεία, καθώς και ζητήματα ασφάλειας. Η Τουρκία, λένε, μας απειλεί. Μαζέψτε τους Έλληνες! Αντί την Άγκυρα που προκαλεί. Διαφορετικά, θα γίνει πόλεμος… Γιατί; Διότι δεν έχουμε αποτροπή. Χωρίς τη γεωπολιτική αναβάθμισή μας και την αποτροπή, όχι μόνο δημιουργούνται γκρίζες ζώνες, αλλά παγιώνονται τετελεσμένα της Τουρκίας, που την καθιστούν ακόμη πιο ισχυρή στην περιοχή και μας οδηγούν σε συνθήκες δορυφοροποίησης… Για το καλό μας! Πάντα «για το καλό μας»…
*Δρ των Διεθνών Σχέσεων
(δημοσιεύθηκε στη «Σημερινή της Κυριακής», 16/01/2022)
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
