Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ουκρανία: Η ταραχώδης ιστορία της από την ανεξαρτησία το 1991 μέχρι σήμερα

Δημοσιεύτηκε στις

Από την Πορτοκαλί Επανάσταση μέχρι την εισβολή της Ρωσίας, η Ουκρανία συνεχίζει να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε Δύση και Μόσχα.

Την παράδοση του Κιέβου απαιτεί το απόγευμα της Πέμπτης η Μόσχα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία που χαρακτηρίζεται η μεγαλύτερη επίθεση σε ευρωπαϊκό κράτος από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το Reuters παρουσιάζει το χρονολόγιο των κύριων γεγονότων στην πολιτική ιστορία της Ουκρανίας από τότε που κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1991.

Διαβάστε επίσης: Live οι εξελίξεις στην Ουκρανία

1991: Ο Λεονίντ Κραβτσούκ, ηγέτης της σοβιετικής δημοκρατίας της Ουκρανίας, κηρύσσει την ανεξαρτησία της. Σε δημοψήφισμα και τις προεδρικές εκλογές που ακολούθησαν, οι Ουκρανοί ψηφίζουν υπέρ της ανεξαρτησίας και εκλέγουν τον Κραβτσούκ πρώτο πρόεδρο της νέας χώρας.

1994: Ο Λεονίντ Κούτσμα αντικαθιστά τον Κραβτσούκ στη προεδρία μετά τις προεδρικές εκλογές που γενικά κρίθηκαν ελεύθερες και δίκαιες από παρατηρητές.

1999: O Κούτσμα εξασφαλίζει νέα θητεία σε εκλογές όπου καταγράφηκαν παρατυπίες.

2004: Ο φιλορώσος υποψήφιος Βίκτορ Γιανούκοβιτς κερδίζει τις εκλογές, όμως οι καταγγελίες για νοθεία πυροδοτούν διαδηλώσεις που γίνονται γνωστές ως Πορτοκαλί Επανάσταση. Η εκλογική αναμέτρηση επαναλαμβάνεται με νικητή τον Βίκτορ Γιουσένκο, φιλοδυτικό πρώην πρωθυπουργό.

2005: Ο Γιουσέκνο αναλαμβάνει την εξουσία με την υπόσχεση να βγάλει την Ουκρανία από τη σφαίρα επιρροής του Κρεμλίνου και να τη φέρει πιο κοντά στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Διορίζει πρωθυπουργό την Γιούλια Τιμοσένκο, πρώην επικεφαλής εταιρείας ενέργειας, την παύει όμως από τα καθήκοντά της έπειτα από διαμάχη στο φιλοδυτικό στρατόπεδο.

2008: Το ΝΑΤΟ υπόσχεται στην Ουκρανία να την δεχτεί μελλοντικά ως μέλος.

2010: Ο Γιανούκοβιτς νικά την Τιμοσένκο στις προεδρικές εκλογές. Η Ουκρανία καταλήγει σε συμφωνία με τη Ρωσία για την τιμή του ρωσικού φυσικού αερίου με αντάλλαγμα την παράταση της παρουσίας του ρωσικού ναυτικού σε λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας.

2013: Η κυβέρνηση Γιανούκοβιτς σταματά τις εμπορικές και ενταξιακές συνομιλίες και επιλέγει να επαναφέρει τους οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν πολύμηνες διαδηλώσεις στο Κίεβο.

H πλατεία Μαϊντάν του Κιέβου έμεινε για μέρες κατειλημμένη από οδοφράγματα των διαδηλωτών (Reuters)

2014: Οι διαδηλώσεις, με επίκεντρο την πλατεία Μαϊντάν του Κιέβου, παίρνουν βίαιη τροπή. Δεκάδες διαδηλωτές πέφτουν νεκροί.

Φεβρουάριος 2014: Το κοινοβούλιο ψηφίζει την καθαίρεση του Γιανούκοβιτς, ο οποίος εγκαταλείπει τη χώρα. Εντός λίγων ημερών, ένοπλοι καταλαμβάνουν το κοινοβούλιο στην Κριμαία και υψώνουν τη ρωσική σημαία. Η Μόσχα προχωρά στην προσάρτηση της Κριμαίας μετά το δημοψήφισμα της 16ης Μαρτίου που δείχνει ότι ο πληθυσμός της περιοχής εγκρίνει την ένταξη στη Ρωσική Ομοσπονδία.

Απρίλιος 2014: Φιλορώσοι αυτονομιστές στην ανατολική επαρχία του Ντονμπάς κηρύσουν την ανεξαρτησία της περιοχής. Ξεσπούν συγκρούσεις, οι οποίες συνεχίζονται σποραδικά μέχρι το 2022.

Μάιος 2014: O επιχειρηματίας Πέτρο Ποροσένκο κερδίζει στις εκλογές με φιλοδυτική ατζέντα.

Ιούλιος 2014: Πύραυλος καταρρίπτει πάνω από την Ουκρανία την επιβατική πτήση MH17 από Άμστερνταμ προς Κουάλα Λουμπούρ και σκοτώνει τους 298 επιβαίνοντες. Η διερεύνηση δείχνει ότι ο πύραυλος εκτοξεύτηκε από τη Ρωσία, η οποία αρνείται ότι είχε ανάμειξη.

Ουκρανοί πολίτες τίμησαν τους νεκρούς των φιλοευρωπαϊκών διαδηλώσεων του 2014 φέτος τον Φεβρουάριο (Reuters)

2019: Νέα Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζεται επίσημα, εξέλιξη που εξοργίζει το Κρεμλίνο.

Ο πρώην κωμικός ηθοποιός Βολοντίμιρ Ζελένσκι κερδίζει τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου με την υπόσχεση να πατάξει τη διαφθορά και να βάλει τέλος στον πόλεμο στην ανατολική Ουκρανία. Το κόμμα του, Υπηρέτης του Λαού, κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές τον Ιούλιο.

Τον Ιούλιο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ζητά από τον Ζελένσκι να ερευνήσει αν ο Τζο Μπάιντεν, αντίπαλος του Τραμπ στην αμερικανική προεδρική κούρσα, και ο γιος του Μπάιντεν Χάντερ, είχαν επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Ουκρανία. Το αίτημα οδηγεί σε προσπάθεια καθαίρεσης του Τραμπ, η οποία τελικά αποτυγχάνει.

O Βολόντιμιρ Ζελένσκι πανηγυρίζει για την εκλογή του στην προεδρία στις 21 Απριλίου 2019 (Reuters)

Μάρτιος 2020: Η Ουκρανία επιβάλει το πρώτο lockdown κατά της πανδημίας.

Ιούνιος 2020: Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εγκρίνει πρόγραμμα 5 δισ. δολαρίων προκειμένου να αποφύγει η Ουκρανία τη χρεωκοπία εν μέσω ύφεσης λόγω πανδημίας.

Ιανουάριος 2021: Ο Ζελένσκι ζητά από τον Μπάιντεν, ο οποίος είναι πλέον πρόεδρος των ΗΠΑ, να επιτρέψει την ένταξη της Ουκρανίας στο NATO.

Φεβρουάριος 2021: Η κυβέρνηση του Ζελένσκι επιβάλει κυρώσεις στον Βίκτορ Μεντβεντσούκ, ηγέτης της αντιπολίτευσης και στενός σύμμαχος του Κρεμλίνου στην Ουκρανία.

Άνοιξη 2021: Η Ρωσία συγκεντρώνει στρατεύματα κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία κάνοντας λόγω για εκπαιδευτικές ασκήσεις.

Οκτώβριος 2021: Η Ουκρανία χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τουρκικό drone Bayraktar TB2 στα ανατολικά της χώρας, κίνηση που εξοργίζει τη Ρωσία.

Φθινόπωρο 2021: Η Ρωσία συγκεντρώνει και πάλι στρατεύματα κοντά στα ουκρανικά σύνορα.

7 Δεκεμβρίου 2021:  Ο Μπάιντεν προειδοποιεί τη Μόσχα με αυστηρές Δυτικές κυρώσεις σε περίπτωση που εισβάλλει στην Ουκρανία.

17 Δεκεμβρίου: Η Ρωσία προβάλει λεπτομερείς απαιτήσεις ασφάλειας συμπεριλαμβανομένης της νομικά δεσμευτικής εγγύησης ότι το NATO θα παύσει κάθε στρατιωτική δραστηριότητα στην Ανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία.

14 Ιανουαρίου 2022: Κυβερνοεπίθεση χτυπά κυβερνητικούς ιστότοπους στην Ουκρανία με τους χάκερ να προειδοποιούν τους Ουκρανούς «να φοβάστε και να περιμένετε τα χειρότερα».

17 Ιανουαρίου: Ρωσικές δυνάμεις καταφθάνουν στη Λευκορωσία, στα βόρεια της Ουκρανίας, για κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.

24 Ιανουαρίου: Το ΝΑΤΟ θέτει τις δυνάμεις του σε επιφυλακή και στέλνει στην Ανατολική Ευρώπη περισσότερα πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη.

26 Ιανουαρίου: Η Ουάσιγκτον απαντά εγγράφως στις ρωσικές απαιτήσεις ασφάλειας. Επαναλαμβάνει τη δέσμευσή της στην πολιτική «ανοιχτής πόρτας» του NATO και προτείνει «πραγματιστικές» συνομιλίες για τις ανησυχίες της Μόσχας.

28 Ιανουαρίου: Ο ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δηλώνει ότι οι ρωσικές απαιτήσεις δεν έχουν ικανοποιηθεί.

2 Φεβρουαρίου: Οι ΗΠΑ ανακοινώνουν την αποστολή 3.000 επιπλέον στρατιωτών στην Πολωνία και την Ρουμανία ως ασπίδα για τους συμμάχους του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη στην περίπτωση επέκτασης της κρίσης.

4 Φεβρουαρίου: Ο Πούτιν παρακολουθεί τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς του Πεκίνου και εξασφαλίζει τη στήριξη της Κίνας στο αίτημα να μην επιτραπεί η είσοδος της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.

7 Φεβρουαρίου: Ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν διακρίνει σημάδια ελπίδας για διπλωματική λύση έπειτα από συνάντηση με τον Πούτιν στο Κρεμλίνο. Στη συνέχεια επισκέπτεται το Κίεβο και συγχαίρει τον Ζελένσκι και τους ουκρανούς πολίτες για την ψυχραιμία τους.

9 Φεβρουαρίου: Ο Μπάιντεν λέει ότι «η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει γρήγορα» και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ συμβουλεύει τους Αμερικανούς στην Ουκρανία να εγκαταλείψουν τη χώρα άμεσα. Ανάλογες συστάσεις εκδίδουν και άλλες χώρες.

14 Φεβρουαρίου: Ο Ζελένσκι ζητά από τους Ουκρανούς να υψώσουν σημαίες και να τραγουδήσουν μαζί τον εθνικό ύμνο στις 16 Φεβρουαρίου, την ημερομηνία που σύμφωνα με ορισμένα Δυτικά μέσα θα αρχίσει η ρωσική εισβολή.

15 Φεβρουαρίου: Η Ρωσία ανακοινώνει ότι μέρος των στρατευμάτων της επιστρέφουν στις βάσεις τους έπειτα από ασκήσεις κοντά στην Ουκρανία και χλευάζει τις Δυτικές προειδοποιήσεις για επικείμενη εισβολή. Το ρωσικό κοινοβούλιο ζητά από τον Πούτιν να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία δύο ουκρανικών επαρχιών με ισχυρή παρουσία αυτονομιστών.

18 Φεβρουαρίου: Ο αμερικανός πρεσβευτής στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη, Μάικλ Κάρπεντερ, δηλώνει ότι η Ρωσία έχει συγκεντρώσει 169-190 χιλιάδες στρατιώτες εντός και γύρω της Ουκρανίας.

19 Φεβρουαρίου: Οι στρατηγικές πυρηνικές δυνάμεις της Ρωσίας πραγματοποιούν ασκήσεις υπό την επίβλεψη του Πούτιν.

O Πούτιν ανακοίνωσε την έναρξη της εισβολής με τηλεοπτικό διάγγελμά του στις 24 Φεβρουαρίου (Reuters)

21 Φεβρουαρίου: O Μακρόν δηλώνει ότι ο Μπάιντεν και ο Πούτιν συμφώνησαν κατ΄αρχήν σε διάσκεψη για την Ουκρανία.

Σε τηλεοπτικό διάγγελμά του, ο Πούτιν υποστηρίζει ότι η Ουκρανία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ρωσικής ιστορίας, ελέγχεται από ξένες δυνάμεις και κυβερνάται από μαριονέτες. Υπογράφει συμφωνίες για την αναγνώριση της ανεξαρτησίας ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας και δίνει εντολή για την αποστολή ρωσικών δυνάμεων στο εσωτερικό τους.

22 Φεβρουαρίου: Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και σύμμαχοί τους επιβάλουν κυρώσεις σε μέλη του ρωσικού κοινοβουλίου, τράπεζες και ρωσικά περιουσιακά στοιχεία. Η Γερμανία παγώνει την έγκριση του αγωγού Nord Stream 2, ο οποίος έχει ολοκληρωθεί αλλά δεν έχει τεθεί σε λειτουργία.

Σε νέο του τηλεοπτικό διάγγελμα, ο Πούτιν απαιτεί την αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας και ξεκαθαρίζει ότι η ειρηνευτική συμφωνία του Μινσκ για τις αποσχισθείσες δημοκρατίες δεν υφίσταται πλέον με ευθύνη του Κιέβου.

23 Φεβρουαρίου: Φιλορώσοι αυτονομιστές στην Ουκρανία ζητά τη βοήθεια της Ρωσίας για την αναχαίτιση των ουκρανικών δυνάμεων.

24 Φεβρουαρίου: Σε τηλεοπτικό διάγγελμά του ο Πούτιν δίνει εντολή για «ειδικές στρατιωτικές επιχειρήσεις» στην ανατολική ουκρανία και ζητά από τις ουκρανικές δυνάμεις να παραδώσουν τα όπλα.

Οι ρωσικές δυνάμεις εξαπολύουν επιθέσεις με πυραύλους και βολές πυροβολικού σε αεροπορικές βάσεις και στόχους σε μεγάλες ουκρανικές πόλεις.

ΠΗΓΗ: In.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός33 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις44 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO45 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή