Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς η Γερμανία της κ. Μέρκελ έβαλε την Ευρώπη σε γεωπολιτικές περιπέτειες

Δημοσιεύτηκε στις

Του Αλέξανδρου Δρίβα

Οι παράγοντες και οι συντελεστές που επηρεάζουν αυτό που συνοπτικά λέμε “Κρίσης της Ουκρανίας” είναι πάρα πολλοί. Η γενίκευση “πάρα πολλοί” τείνει κυριολεκτικά -αν δανειστούμε μαθηματική ορολογία- στο άπειρον. Αυτό είναι χαρακτηριστικό ενός πολυπολικού κόσμου ο οποίος εκτός από πολλούς πόλους (κράτη) έχει και άλλους παράγοντες (πχ πολυεθνικές εταιρείες, μετάβαση της διεθνούς οικονομίας στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση, κτλ). Κάθε εποχή, αφήνει σαν κληροδότημα τον τρόπο σκέψης της. Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν επηρέασε μόνο τις διακρατικές σχέσεις αλλά το ίδιο το σκεπτικό των λαών στον κόσμο. Μια τέτοια νοοτροπία, δεν σταματάει αυτομάτως με το τέλος της εποχής της. Ακόμη και σήμερα, μεγάλο μέρος της συζήτησης γύρω από τα διεθνή έχει μάθει να περιστρέφεται γύρω από ένα μανιχαϊστικό μοντέλο σκέψης. Είμαστε σε μια εποχή που ο πολυπολικός κόσμος μας υποχρεώνει να έχουμε μια πολυσύνθετη αντίληψη για να προβλέψουμε όχι γεγονότα αλλά τάσεις που οδηγούν σε απρόβλεπτα γεγονότα. Ένας από τους παράγοντες της Κρίσης της Ουκρανίας είναι η Γερμανία η οποία πέρασε τις κόκκινες γραμμές της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη και απέδειξε αυτό που έλεγε ο Κίσινγκερ ότι η Γερμανία είναι μεγάλη για την Ευρώπη αλλά μικρή για τον κόσμο. Σε συνθήκες όμως όπου λαμβάνει χώρα η Ε.Ε., τότε η ζημιά είναι και ζημιά για την ίδια την Ε.Ε.

Η Γερμανία ήθελε (ως συνήθως) τα πάντα και κινδυνεύει να χάσει πολλά
Η αντίληψη της κ. Μέρκελ σφράγισε την Ε.Ε για μια γενιά. Η θέση της Γερμανίας στον κόσμο για την κ. Μέρκελ ήταν το να είναι ένα εργοστάσιο παγκόσμιας παραγωγής. Για να το κάνει αυτό, έπρεπε να μπορεί να έχει την Ευρώπη σαν αυλή της, κάτι που αποτελεί παραδοσιακά το όραμα της Γερμανίας από το 1874 και μετά. Για να μπορέσει η Γερμανία να γίνει ένα σημαντικό παγκόσμιο εμπορικό κέντρο, έπρεπε να έχει ταυτόχρονα άριστες οικονομικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Για το Βερολίνο, οι οικονομικές σχέσεις δεν σχετίζονται με τις πολιτικές σχέσεις. Η Γερμανία μετά την Ένωση των δύο Γερμανιών, αισθάνεται απέχθεια και ενοχές για τη γεωπολιτική, όμως το σημαντικό είναι ότι η γεωπολιτική αδιαφορεί για συναισθήματα. Η Γερμανία επιδίωξε πολύ στενές σχέσεις στο εμπόριο με την Κίνα. Για να έχει την καλύτερη δυνατή διαπραγματευτική σχέση με το Πεκίνο, το Βερολίνο όσες παραχωρήσεις έκανε στο Πεκίνο, ήταν στα πλαίσια της Ε.Ε. Επί της εποχής όπου ο άξονας Βερολίνο-Φρανκφούρτη-Βρυξέλλες ήταν το τρίπτυχο της ευρωπαϊκής λήψης αποφάσεων, η Κίνα δημιούργησε το China 16+1 στην Ευρώπη, ενέταξε πολλές χώρες στο Belt & Road Initiative. Η ανατολική Ευρώπη ήταν μάλλον βάρος για τη Γερμανία, η οποία ενδιαφερόταν πιο πολύ να παραδειγματίσει τον Ευρωπαϊκό Νότο μέσα από το θέμα της Ελλάδας. Η Γερμανία ήθελε να στοχεύσει στην ανερχόμενη μεσαία τάξη της Κίνας και να γίνει σημαντικός εξαγωγέας. Το Πεκίνο ήθελε να επεκτείνει και εκείνο τις εξαγωγές του και έτσι η σινική επιρροή στην Ε.Ε., ολοκληρώθηκε με τη νέα εμπορική συμφωνία μεταξή Κίνας-Ε.Ε. που πέρασε στις 31/12/2020. Αυτή η εξέλιξη, δεν ευχαρίστησε ιδιαίτερα τις ΗΠΑ.

Στο θέμα των ρωσογερμανικών σχέσεων, τα πράγματα είναι ακόμη πιο περίπλοκα. Επειδή ακριβώς η Γερμανία έκανε το λάθος να νομίζει ότι πολιτική και οικονομία είναι γραμμές παράλληλες, ενίσχυσε τις σχέσεις της με τη Μόσχα. Αυτή η σχέση, δεν είναι τόσο νέα όσο η αντίστοιχη Γερμανίας-Κίνας. Από την άνοδο του Πούτιν και μετά, η Γερμανία είχε ως στρατηγική επιλογή τη ρωσογερμανική προσέγγιση. Το γερμανικό βιομηχανικό λόμπι, δεν κρύβει την περιφρόνησή του προς τις όποιες φωνές θέλουν μια ρήξη στις σχέσεις Βερολίνου-Μόσχας και δείχνει το συμφέρον του την ώρα που στην Ουκρανία η κατάσταση είναι έτοιμη να εκτραχυνθεί. Η ιταλική βιομηχανία έκανε ακριβώς το ίδιο. Τα τελευταία χρόνια της κ. Μέρκελ στην εξουσία, δεν είχαν πολιτικό κόστος καθώς είχε προ πολλού ανακοινώσει πως δεν θα συνεχίσει στην πολιτική. Εκτός από την προώθηση μιας fast-track εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ε.Ε.-Κίνας, η κυβέρνηση Μέρκελ προώθησε και τον Nord Stream II. Η Γερμανία είχε κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένη από τη στιγμή που η Ρωσία, λόγω του χάους της Ουκρανίας, επέλεξε να καταστήσει τη Γερμανία κόμβο-καρδιά των εξαγωγών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Η Γερμανία νοιαζόταν ιδιαίτερα για την αυτοδιάθεση της Ουκρανίας κατά τα έτη 2007-2014 όμως κυρίως νοιαζόταν για τους αγωγούς υδρογονανθράκων. Αυτή η ειδική σχέση μεταξύ Βερολίνου-Μόσχας προβληματίζει εδώ και πολλά χρόνια τις ΗΠΑ. Πιο συγκεκριμένα, η Γερμανία της κυβέρνησης Μέρκελ είχε μια συγκεκριμένη στρατηγική: 1. Χρήση της Ε.Ε. ως ειδικού συντελεστή αύξησης της γερμανικής εμπορικής πολιτικής, 2. Ειδική σχέση με τη Μόσχα για να μπορεί να έχει φθηνή ενέργεια ώστε 3. Να πολλαπλασιάσει τις εξαγωγές της προς την Κίνα, 4. Μη σπατάλη σε θέματα άμυνας και παραμονή των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη. Αυτά τα τέσσερα σημεία μας δείχνουν και το σκεπτικό του Βερολίνου για τις σχέσεις του με την Ουάσινγκτον. “Εμείς θα κερδίζουμε και εσείς θα μας προστατεύετε.”.

Οι περιπέτειες της Γερμανίας είναι και ευρωπαϊκές περιπέτειες: Η Ευρώπη των “προθύμων” και ο ρόλος ΗΠΑ και Ρωσίας
Η ασφάλεια και η οικονομία πάνε μαζί, δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η Ε.Ε. θα μπορούσε να προχωρήσει σε “εξωνατοϊκές” συμφωνίες, αν ήταν μια πολιτική ένωση. Με άλλα λόγια, η Ε.Ε δεν είναι κράτος, δεν έχει σύνταγμα, δεν έχει στρατό και δεν έχει σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Ο στρατηγικός προσανατολισμός της Ε.Ε., ήταν ο γερμανικός οικονομικός προσανατολισμός που για τρεις περίπου δεκαετίες καθόρισε την ευρωπαϊκή πολιτική και την κατέστησε ακατανόητη, καθώς η οικονομική λογική έχει πάρει διαζύγιο από την αντίστοιχη πολιτική. Η πίστη στο γερμανικό αλάθητο από την κυβέρνηση Μέρκελ, αποδεικνύεται κατά το συγχαρητήριο γερμανικό μήνυμα για την εκλογή Μπαϊντεν όπου ανέφερε τις γερμανικές ελπίδες για νέα μέρα στις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας και ότι… το Βερολίνο θα σκεφτεί να αυξήσει τις δαπάνες του στο ΝΑΤΟ ώστε να προσεγγίσει τις νατοϊκές υποχρεώσεις που είναι κοντά στο 2% του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, η Γερμανία διεμήνυσε στις ΗΠΑ ότι “μην περιμένετε να αλλάξουμε κάτι”. Την ίδια στιγμή οι Γερμανοί σαφώς και δήλωναν ανήσυχοι για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε Κίνα και Ρωσία.

Αυτοί που ήταν εξαιρετικά ανήσυχοι ήταν οι Αμερικανοί οι οποίοι διαπίστωσαν ότι η εμμονή τους στο να μην προχωρήσουν στην υιοθέτηση μιας εξωτερικής πολιτικής που θα στόχευε στην ισορροπία ισχύος στον πολυπολικό κόσμο, τους οδήγησε σε αδιέξοδα. Για τις ΗΠΑ η Ουκρανία είναι ένα πεδίο στο οποίο οι γερμανορωσικές σχέσεις πρέπει να φθαρούν. Το ΝΑΤΟ δεν επαρκεί πλέον ως εργαλείο πίεσης των ΗΠΑ στην Ευρώπη καθώς τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. είναι και κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Η Γαλλία η οποία δεν στήριξε τον Nord Stream II και που είναι η πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης, δήλωσε πως τα στρατεύματά της θα τα στείλει, αλλά όχι στην Ουκρανία αλλά στη φιλική της Ρουμανία. Ο Γάλλος πρόεδρος έχει επίσης κάθε λόγο να μην ανησυχεί τις τεράστιες γαλλικές εταιρείες που έχουν επίσης σημαντικές επενδύσεις στη Ρωσία. Επιπρόσθετα, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ο Εμμάνουελ Μακρόν, θα ήταν το να πάει στις εκλογές του Απριλίου με τη Γαλλία σε εμπόλεμη κατάσταση. Η Κροατία για την οποία το ΝΑΤΟ ήταν τόσο περήφανο που έγινε μέλος κατά τη “βαλκανική διεύρυνση” αποφάσισε να πάρει πίσω τα στρατεύματά του από την Ουκρανία, αν γίνει πόλεμος. Ούτε οι ΗΠΑ θέλουν πόλεμο. Και τότε τι επιδιώκουν; Τη φθορά των ρωσογερμανικών σχέσεων οι οποίες λόγω του ότι η Γερμανία είναι η πλουσιότερη χώρα της Ε.Ε., καθίστανται ευρωρωσικές σχέσεις. Ο Nord Stream II αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για τις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία δεν θα υποχωρήσει εύκολα.

Μετά την Κρίση της Ουκρανίας (που υπάρχουν πιθανότητες να γίνει και Πόλεμος της Ουκρανίας) η Ε.Ε. δε θα είναι ξανά η ίδια. Το Υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας διαμορφώνει μια νέα μεταναστευτική πολιτική για την Ε.Ε. και την ονομάζει “πολιτική των προθύμων”. Αυτό σημαίνει πως κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. που συμφωνεί, θα την υιοθετεί. Ο Γιούνκερ είχε αφήσει ένα έγγραφο με τα σενάρια και τις ταχύτητες της Ε.Ε. Από την άλλη πλευρά, η Γαλλία επιμένει σε μια στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε. με γεωπολιτικό χαρακτήρα. Λίγες βδομάδες πριν αναζωπυρωθεί ξανά το ουκρανικό μέτωπο, η Γερμανία φαινόταν μάλλον διστακτική. Ίσως την επόμενη μέρα να εξετάσει πιο προσεκτικά τη γαλλική πρόταση. Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι το εξής: Εμπιστεύονται όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. μια Ευρώπη με μεγαλύτερες ευθύνες και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο; Εμπιστεύονται όλα τα κράτη-μέλη έναν Ευρωστρατό και ένα Ευρωσύνταγμα; Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από το πώς σκέφτεται το κάθε κράτος της Ε.Ε. πάνω στην Κρίση της Ουκρανίας. Πριν γίνει η μεγάλη συζήτηση για το “Ανατολή ή Δύση;”, στην μετά-Μπρέξιτ Ε.Ε. θα ανακύψει το ερώτημα “με ποια Δύση από τις δύο;”. Η Ευρώπη πολλών ταχυτήτων θα μας φέρει στη μνήμη περιόδους ΕΚΑΧ και Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης όπου κάποια κράτη θα είναι υπέρ μιας ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ, άλλα θα είναι υπέρ μιας ειδικής σχέσης με τη Ρωσία και άλλα με την Κίνα καθώς η σημερινή Ε.Ε. δεν είναι δρώντας διεθνής αλλά μάλλον ένα πεδίο σύγκρουσης υπερδυνάμεων.

Συμπεράσματα και δύο σενάρια
Ο διαχωρισμός εξωτερικής πολιτικής και εμπορικής πολιτικής είναι εφικτός μόνο αν το κράτος το οποίο προβαίνει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό, έχει μεγάλη ισχύ. Όσο μεγαλύτερη ισχύ έχει ένα κράτος, τόσο μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας κινήσεων έχει. Οι στόχοι των ΗΠΑ στην Ευρώπη, είναι πλέον γεωστρατηγικοί και δεν επιθυμούν ένα ισχυρό ρωσικό και σινικό αποτύπωμα στη Γηραιά Ήπειρο. Το ΝΑΤΟ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, έχει αποτύχει να αυξήσει τη συνοχή των ευρωατλαντικών σχέσεων. Αυτή η αποτυχία οφείλεται στο ότι το σκεπτικό της Γερμανίας (άλλο η ασφάλεια και άλλο η οικονομία) επικράτησε στα περισσότερα κράτη. Στους προηγούμενους μεγάλους πολέμους, τα ευρωπαϊκά κράτη πολέμησαν για να ελέγξουν φυσικούς πόρους σε άλλες περιοχές του πλανήτη αλλά και στην ίδια την Ευρώπη. Σήμερα, άλλου είδους μάχες γίνονται μεταξύ υπερδυνάμεων μέσα στην Ευρώπη. Όπως συμβαίνει και στη Νότια Σινική Θάλασσα, έτσι συμβαίνει και στην Ευρώπη. Η Γηραιά Ήπειρος είναι περισσότερο μια περιοχή όπου συγκρούονται υπερδυνάμεις παρά παράγοντας και διαμορφωτής εξελίξεων. Αυτό φάνηκε με το Σχήμα της Νορμανδίας το οποίο Γερμανοί και Γάλλοι εμπιστεύονται περισσότερο ως δίαυλο ευρωρωσικής επικοινωνίας. Οι Γερμανοί δεν εμπιστεύονται τους Αμερικανούς και αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι αμφίδρομη. Οι Γάλλοι δεν εμπιστεύονται ούτε τους Γερμανούς, αλλά ούτε και τους Αμερικανούς (αν σκεφτούμε και το τι έγινε με την AUKUS). Οι Γερμανοί θέλουν ειδικές σχέσεις με τους Ρώσους αλλά όχι τέτοιες που να μην μπορούν να ονειρεύονται μια Ουκρανία στην Ε.Ε. όπου θα παρείχε σημαντικά μεταλλεύματα για το Βερολίνο και μια μεγάλη αγορά για τα γερμανικά προϊόντα. Αν όμως η Ε.Ε. χάσει τις ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία, θα αναγκαστεί να έχει σαν εναλλακτική τη Μέση Ανατολή. Το τελευταίο πράγμα όμως που θα ήθελε μια χωρίς συντονισμό Ε.Ε., θα ήταν να μπει βαθιά στα μεσανατολικά πράγματα από τα οποία διακαώς ήθελε να απεμπλακεί κατά την περίοδο των πολέμων σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Η Γαλλία θέλει μια αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη με τη Ρωσία εντός της, αλλά όχι μια ρωσική παρουσία στη Μεσόγειο. Το ίδιο συμβαίνει και με την Κίνα η οποία έχει πολύ μεγάλη δύναμη για να μπορεί η Ευρώπη να την αγνοήσει. Τα διλήμματα είναι πραγματικά πολλά και η Ε.Ε. μοιάζει να μην μπορεί να τα διαχειριστεί. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι αμερικανογερμανικές σχέσεις είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένες. Η Γερμανία θα κληθεί να λάβει αποφάσεις οι οποίες δεν θα μοιάζουν με τον εξόχως παράλογο στόχο “κερδίζουμε ακόμη και όταν χάνουμε”. Είτε θα αφήσει χώρο στις ΗΠΑ και θα δυσαρεστήσει τη Ρωσία και την Κίνα, είτε θα δώσει χώρο στις δύο ασιατικές δυνάμεις και θα χρειαστεί να επανεξοπλιστεί γιατί θα έχει απορρίψει τον ρόλο ασφάλειας των ΗΠΑ, είτε θα αφήσει χώρο στη Γαλλία η οποία είναι ήδη εξοπλισμένη και θα κρυφτεί πίσω από το γαλλικό σχέδιο για “στρατηγική αυτονομία”. Σε κάθε περίπτωση, το Βερολίνο θα χρειαστεί να επιλέξει με βάση το σκεπτικό με το οποίο υπολογίζουν λίγο ή πολύ, όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο και το συνοψίζουμε στο κόστος ευκαιρίας. Χοντρικά, κάτι θυσιάζεις για να πάρεις κάτι άλλο. Αρκεί να το ορίσεις.

Η καλύτερη επιλογή για την Ε.Ε. αλλά και για τη διεθνή ειρήνη είναι να αποκτήσει η Ευρώπη έναν λόγο στα παγκόσμια δρώμενα. Για να γίνει αυτό, θα χρειαστεί η θέσπιση μιας στρατηγικής η οποία θα είναι βασισμένη στην ισορροπία δυνάμεων και όχι σε μονολιθικά και πρόσκαιρα εμπορικά πλεονάσματα. Αυτό είναι το πρώτο σενάριο το οποίο έχει ανάγκη από εμβάθυνση πολιτικών και όχι διεύρυνση. Ένα τέτοιο σενάριο μπορεί και να κόστιζε στην Ε.Ε. την αποχώρηση αρκετών κρατών-μελών τα οποία έχουν εθιστεί στο να βλέπουν την Ε.Ε. σαν ένα εμπορικό δίκαιο και όχι σαν μια εν δυνάμει πολιτική οντότητα. Το καλύτερο δυνατό μέλλον της Ε.Ε. είναι να γίνει ένα ειρηνικό ανάχωμα για τις συγκρούσεις των υπερδυνάμεων του 21ου αιώνα. Μια τέτοια εξέλιξη προϋποθέτει μια σαφή και παγκόσμια στρατηγική. Το δεύτερο σενάριο έχει κάνει με μια Ευρώπη η οποία θα δεχθεί σιωπηρά το νέο ρόλο της ο οποίος θα σχετίζεται με έναν διαρκή αγώνα τακτικής αναπροσαρμογής ανάμεσα σε ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία. Αν όμως η Ε.Ε. επιλέξει το να γίνει διακύβευμα τότε θα έχει αποφασίσει πως η ίδια η ισορροπία δυνάμεων θα επιλέξει.

* Ο κ. Αλέξανδρος Δρίβας είναι Στρατηγικός Αναλυτής-Διεθνολόγος.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται Ευρωβουλευτές με εθνική συνείδηση, θεσμική γνώση και κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία θεσμική δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων της.

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Το μυστήριο του Σαμουήλ: Ο τάφος, οι επιγραφές και η μάχη για την Ιστορία

Οι «Ανιχνεύσεις» ανοίγουν τον φάκελο του Σαμουήλ, εξετάζοντας την άνοδο των Κομητόπουλων, τη σύγκρουση με το Βυζάντιο και τη διεκδίκηση...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Άλμα στον θόλο της αεράμυνας

Αγορά τρίτου BARAK MX, ήρθαν μονάδες του Drone dome, στον δρόμο το IRON BEAM (λέιζερ) και στο πλάνο το IRON...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Μηνύματα απελπισίας!

Ο καθηγητής Ιωαννίδης πιθανότατα προσπάθησε, με την ομιλία του, χωρίς προοπτική, να υπενθυμίσει ότι η τελευταία ελπίδα, αν και δύσκολα...

Δημοφιλή