Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς ο Πούτιν βοηθάει ολιγάρχες να διασώσουν την περιουσία τους

Δημοσιεύτηκε στις

Οι περιοχές για εταιρείες offshore που έκανε ο Πούτιν για τους φίλους του

Του Giacomo Tognini

Οι Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι είναι σε θέση να “επιβιώσουν” από την επιβολή οικονομικών κυρώσεων σε βάρος τους, χάρη στον φορολογικό παράδεισο που δημιούργησε η Μόσχα το 2018.

Οι δύο offshore ζώνες, γνωστές ως Ειδικές Διοικητικές Περιφέρειες (SAR – Special Administrative Regions), πρόσφεραν φορολογικά κίνητρα σε ρωσικές εταιρείες που έδρευαν σε άλλες χώρες προκειμένου να μετεγκατασταθούν στη Ρωσία.

Οι ζώνες αυτές βρίσκονται στο δυτικό και στο ανατολικό άκρο της χώρας: η μία στο νησί Oktyabrsky στην περιοχή του Καλίνινγκραντ, ανάμεσα στις Λιθουανία και Πολωνία, και η άλλη στο νησί Russky, κοντά στα σύνορα με τις Κίνα και Βόρεια Κορέα. Και οι δύο Ειδικές Περιφέρειες άνοιξαν στους ολιγάρχες μια “έξοδο κινδύνου” για να διαφύγουν από τη δικαιοδοσία κρατών που θα μπορούσαν να τους επιβάλουν κυρώσεις.

Εκτός από χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, οι Ειδικές Περιφέρειες προσφέρουν το πλεονέκτημα ότι θέτουν τις εταιρείες εκτός εμβέλειας των ΗΠΑ και άλλων χωρών που θα ήθελαν να πλήξουν τον Βλαντίμιρ Πούτιν ως απάντηση στη ρωσική επιθετικότητα κατά της Ουκρανίας. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν δήλωσε ότι η κυβέρνησή του είναι έτοιμη να επιβάλει κυρώσεις σε Ρώσους δισεκατομμυριούχους ως αντίποινα σε τυχόν στρατιωτική επιχείρηση της Μόσχας εναντίον του Κίεβου.

“Η πρωτοβουλία SAR δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τις εταιρείες που έχουν υποστεί κυρώσεις να επιστρέψουν στη Ρωσία και να ελαχιστοποιήσουν τους νομικούς κινδύνους σε βάρος τους”, εξηγεί ο Ivan Nasonov, διευθυντής του Τμήματος Διεθνούς Φορολογικής Πολιτικής στην KPMG Ρωσίας. “Έκτοτε οι Περιφέρειες αυτές έχουν αναδειχθεί σε δημοφιλείς επιλογές μεταξύ εταιρειών που μέχρι σήμερα δεν τους έχει επιβληθεί οποιαδήποτε κύρωση για τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές επί των μερισμάτων, εσόδων και κερδών τους”, προσθέτει ο ίδιος.

Ήταν Αύγουστος του 2018, τέσσερις μήνες αφότου το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις σε βάρος επτά Ρώσων δισεκατομμυριούχων οι οποίοι φέρονταν να έχουν διασυνδέσεις με τον Πούτιν, όταν η ρωσική κυβέρνηση ψήφισε αθόρυβα τον νόμο για την “έξοδο κινδύνου”.

Για τους Ρώσους επιχειρηματίες, ο επαναπατρισμός των εταιρειών τους τούς πρόσφερε μια φορολογική συμφωνία που δύσκολα θα μπορούσαν να αρνηθούν: μηδενικοί φόροι σε μερίσματα και κεφαλαιακά κέρδη από την πώληση μετοχών εισηγμένων, εφόσον οι δικαιούχοι θα επένδυαν τουλάχιστον 50 εκατ. ρούβλια –περίπου 650.000 δολάρια– σε μια ρωσική εταιρεία εντός έξι μηνών από τη μεταφορά της εταιρείας τους στην Ειδική Διοικητική Περιφέρεια. Επιπλέον, μπορούσαν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό διευκολύνοντας διασυνοριακές πληρωμές και μεταφορές χρημάτων.

Για το Κρεμλίνο, οι Ειδικές Περιφέρειες έφεραν μερικές από τις μεγαλύτερες ρωσικές εταιρείες στην τροχιά επιρροής της Μόσχας, περιορίζοντας τον αντίκτυπο από τυχόν επιβολή κυρώσεων από πλευράς ΗΠΑ. Από το 2018, περισσότερες από 70 εταιρείες έχουν επαναπατριστεί στις ρωσικές Ειδικές Περιφέρειες, εγκαταλείποντας χώρες και περιοχές που είχαν συμφωνήσει να αναγνωρίσουν τις αμερικανικές κυρώσεις. Μεταξύ αυτών, τα κράτη μέλη της ΕΕ, όπως η Κύπρος – ένα υπεράκτιο οικονομικό κέντρο που στο παρελθόν ήταν αρκετά δημοφιλές για τους Ρώσους δισεκατομμυριούχους. Στις σημαντικότερες εταιρείες που επαναπατρίστηκαν συγκαταλέγονται ο “κολοσσός” αλουμινίου UC Rusal και η εταιρεία ενέργειας και μετάλλων En+ Group, με τους Viktor Vekselberg και Oleg Deripaska –αντιστοίχως– να έχουν μερίδιο στους Ομίλους. Πρόκειται για δύο Ρώσους δισεκατομμυριούχους στους οποίους επιβλήθηκαν κυρώσεις από το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ τον Απρίλιο του 2018.

Ο Deripaska, στενός σύμμαχος του Πούτιν και πρώην πελάτης του νομικού και επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, Paul Manafort, κατέχει το 45% της En+ Group, αξίας περίπου 3,3 δισ. δολαρίων, και ισοδυναμεί με κάτι παραπάνω από το 75% της κατ’ εκτίμηση καθαρής περιουσίας του ύψους 4,3 δισ. δολαρίων. Η En+ Group με τη σειρά της κατέχει το 57% της Rusal. Ο Vekselberg κατέχει περίπου το 10% των μετοχών της Rusal, αξίας 1,4 δισ. δολαρίων, που ισούται με περίπου το 1/6 της κατ’ εκτίμηση περιουσίας του ύψους 9,3 δισ. δολαρίων.

Τον Δεκέμβριο του 2018, οκτώ μήνες μετά την επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων, η En+ μετέφερε τη νομική της έδρα από το εξαρτώμενη από το βρετανικό Στέμμα Βαϊλάτο του Jersey –ένα δημοφιλές offshore καταφύγιο στη Μάγχη– στη νήσο Oktyabrsky. Έναν μήνα μετά, τον Ιανουάριο του 2019, οι ΗΠΑ ήραν τις κυρώσεις τόσο κατά της Rusal όσο και κατά του Ομίλου En+, επικαλούμενες τη μείωση της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής του Deripaska στις εν λόγω εταιρείες μετά την αναδιάρθρωση των μεριδίων του. Η κίνηση αυτή επικρίθηκε, καθώς ο Deripaska και οι συνεργάτες του διατήρησαν την πλειοψηφία των μετοχών στην En+ Group και αύξησαν τη συμμετοχή τους στη Rusal, χάρη στην ανταλλαγή μετοχών με την ισχυρή εταιρεία εμπορίας εμπορευμάτων Glencore. Η Rusal ακολούθησε τη διαδρομή από το Jersey στο Oktyabrsky τον Σεπτέμβριο του 2020. Έκτοτε ο Deripaska έχει μεταφέρει την έδρα τουλάχιστον ακόμη 12 εταιρειών στη ρωσική νήσο.

Σήμερα, ο Deripaska και ο Vekselberg μπορούν να διαχειρίζονται αυτές τις επενδύσεις χωρίς να νιώθουν την αμερικανική απειλή δέσμευσης των περιουσιακών τους στοιχείων, ενώ παράλληλα δεν φορολογούνται για τα μερίσματα και τα κεφαλαιακά τους κέρδη. Σε σύγκριση με το Jersey, το οποίο συντάχθηκε με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο και επέβαλε κυρώσεις σε αρκετές ρωσικές τράπεζες το 2014, η νήσος Oktyabrsky προσφέρει εξίσου χαμηλούς συντελεστές φορολόγησης χωρίς τον κίνδυνο έκθεσης σε κυρώσεις.

Πριν από τη δημιουργία των Ειδικών Διοικητικών Περιφερειών, οι πλούσιοι Ρώσοι συχνά μετάφεραν τις εταιρείες τους στην Κύπρο, εκμεταλλευόμενοι τα φορολογικά οφέλη και το “χαλαρό” πρόγραμμα παραχώρησης ιθαγένειας σε επενδυτές με υπηκοότητα τρίτης χώρας. Ο Vekselberg, για παράδειγμα, είχε κυπριακή υπηκοότητα μέχρι το 2019 όταν και του αφαιρέθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες. Ωστόσο, η Κύπρος –ως μέλος της ΕΕ– έχει επιβάλει τις οικονομικές κυρώσεις του ευρωπαϊκού μπλοκ σε ρωσικές εταιρείες.

Εκτός από τους Ρώσους ολιγάρχες που τους επιβλήθηκαν κυρώσεις, από τις SAR επωφελήθηκαν και μερικοί δισεκατομμυριούχοι που κατονομάζονται στη σχετική λίστα του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών ως “ευημερούντες υπό τη διοίκηση Πούτιν”. Ο Viktor Kharitonin μετέφερε την έδρα της εταιρείας χαρτοφυλακίου του Augment Investments Ltd –η οποία κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο της φαρμακευτικής Pharmstandard– από την Κύπρο στη νήσο Oktyabrsky. Την ίδια διαδρομή επιφύλαξε ο δισεκατομμυριούχος Andrey Melnichenko για την εταιρεία χαρτοφυλακίου Donalink Ltd καθώς και μια θυγατρική της εταιρείας άνθρακα SUEK. Άλλος ένας μεγιστάνας –του τομέα ακινήτων αυτήν τη φορά–, ο Sergei Gordeev, μετέφερε την έδρα της εταιρείας Ledamen Ltd –που συνδέεται με την εταιρεία κατασκευής κατοικιών PIK, από την οποία προέρχεται το συντριπτικό ποσοστό της καθαρής περιουσίας του Ρώσου επιχειρηματία, ύψους 4,3 δισ. δολαρίων– από τη Μεγαλόνησο στη νήσο Oktyabrsky.

“Οι ρωσικοί Όμιλοι χρησιμοποιούσαν κυπριακές εταιρείες χαρτοφυλακίου”, λέει ο Nasonov της KPMG. “Η πλειονότητα των οντοτήτων που μετεγκαταστάθηκαν στις ρωσικές SAR έχουν ρίζες στην Κύπρο”.

Εντούτοις, οι Ειδικές Περιφέρειες έχουν δημιουργηθεί για τον επαναπατρισμό μεγάλων επιχειρήσεων ή εταιρειών χαρτοφυλακίου και όχι για τα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία που πολλοί Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι διαθέτουν στη Δύση. Ορισμένα από τα ονόματα που φιγουράρουν στη λίστα του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών για το 2018 –ανάμεσά τους ο Mikhail Prokhorov, ο Kharitonin και ο Melnichenko– είναι σήμερα ή ήταν στο παρελθόν ιδιοκτήτες ακινήτων σε Γαλλία και Ιταλία μέσω εταιρειών χαρτοφυλακίου με έδρα το Λουξεμβούργο – ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα δικά του φορολογικά προνόμια για τους ξένους επενδυτές.

“Για να επωφεληθεί κάποιος από τα φορολογικά οφέλη των SAR πρέπει να επενδύσει 50 εκατ. ρούβλια στη Ρωσία. Έτσι, οι Ρώσοι μεγιστάνες δεν έχουν μεγάλο κίνητρο να επαναπατρίσουν προσωπικές εταιρείες χαρτοφυλακίου”, σημειώνει ο Nasonov. Ένα νέο νομοσχέδιο που επεξεργάζεται το ρωσικό κοινοβούλιο προβλέπει την παροχή επιπλέον φορολογικών ελαφρύνσεων για όσους επενδύουν 300 εκατ. ρούβλια, περίπου 3,9 εκατ. δολάρια, σε ορισμένους κλάδους, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών και των υποδομών στις Ειδικές Διοικητικές Περιφέρειες. Εφόσον υπερψηφιστούν, οι διατάξεις αυτές θα μειώσουν τον συντελεστή παρακράτησης φόρου στην πηγή από 15% σε 10%, καθιστώντας φθηνότερο για τους δισεκατομμυριούχους με εταιρείες στις SAR να επανεπενδύσουν τα κέρδη τους εκτός Ρωσίας.

Και πάλι, αυτές οι συμμετοχές στο εξωτερικό θα μπορούσαν να τεθούν στο στόχαστρο των αμερικανικών κυρώσεων. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στη ρωσική έκδοση του Forbes το 2021, ο Vekselberg αποκάλυψε ότι εξακολουθεί να μην έχει πρόσβαση σε περιουσιακά του στοιχεία, αξίας άνω του 1,5 δισ. δολαρίων, στο εξωτερικό. Η Ουάσιγκτον μπορεί στο εγγύς μέλλον να στοχεύσει με κυρώσεις και άλλους Ρώσους ολιγάρχες, με πολύ πιο “ορατά” περιουσιακά στοιχεία στη Δύση, τα οποία θα ήταν πολύ δύσκολο –αν όχι αδύνατον– να μεταφερθούν σε μια ρωσική Ειδική Περιφέρεια.

Η Μόσχα έχει δώσει έμφαση στην παροχή φορολογικών κινήτρων για να προσελκύσει εταιρείες στις Ειδικές Διοικητικές Περιφέρειες· ωστόσο, το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να επιβάλουν νέες κυρώσεις μπορεί να “πείσει” πιο αποτελεσματικά ορισμένες επιχειρήσεις να κάνουν αυτό το βήμα. 

“Υπάρχουν Όμιλοι στη Ρωσία που δεν μετέφεραν τις εταιρείες χαρτοφυλακίου τους στις Ειδικές Περιφέρειες”, εξηγεί ο Nasonov. “Εάν αυτοί οι Όμιλοι ή οι μέτοχοί τους τεθούν στο στόχαστρο νέων κυρώσεων, τότε ίσως πάρουν να απόφαση να μετεγκατασταθούν στις ρωσικές SAR το συντομότερο δυνατόν”.

Πηγή: Forbes

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται Ευρωβουλευτές με εθνική συνείδηση, θεσμική γνώση και κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία θεσμική δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων της.

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Το μυστήριο του Σαμουήλ: Ο τάφος, οι επιγραφές και η μάχη για την Ιστορία

Οι «Ανιχνεύσεις» ανοίγουν τον φάκελο του Σαμουήλ, εξετάζοντας την άνοδο των Κομητόπουλων, τη σύγκρουση με το Βυζάντιο και τη διεκδίκηση...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Άλμα στον θόλο της αεράμυνας

Αγορά τρίτου BARAK MX, ήρθαν μονάδες του Drone dome, στον δρόμο το IRON BEAM (λέιζερ) και στο πλάνο το IRON...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Μηνύματα απελπισίας!

Ο καθηγητής Ιωαννίδης πιθανότατα προσπάθησε, με την ομιλία του, χωρίς προοπτική, να υπενθυμίσει ότι η τελευταία ελπίδα, αν και δύσκολα...

Δημοφιλή