Διεθνή
Ρωσία – Ουκρανία: Μια διαμάχη με παρελθόν
Η ιστορία της Ουκρανίας και των ρωσοουκρανικών σχέσεων από τα χρόνια της Ηγεμονίας του Κιέβου (9ος-12ος αι) ως τη δεκαετία του 1960.
Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις στην Ουκρανία μετά την εισβολή της Ρωσίας σ’ αυτή και αναμένει τις επόμενες κινήσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν και της διεθνούς κοινότητας, η οποία εμφανίζεται μάλλον αμήχανη και αδύναμη…
Βέβαια η κρίση στις σχέσεις Ρωσίας – Ουκρανίας δεν ξέσπασε ξαφνικά, ούτε έχει «ιστορία» λίγων ετών. Όπως θα δούμε Ρωσία και Ουκρανία είχαν πολλές έρθει σε προστριβές και συγκρούσεις στο παρελθόν. Ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα όταν «ξύπνησε» ο ουκρανικός εθνικισμός, οι διαμάχες μεταξύ των δύο ήταν συχνό φαινόμενο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα την ιστορία της Ουκρανίας και τις σχέσεις της με τη Ρωσία στο πέρασμα του χρόνου.
Η ιστορία της Ουκρανίας
Τον 9ο και τον 8ο αι. π.Χ., οι περιοχές που βρίσκονται κοντά στις εκβολές των ποταμών Δνείπερου και Δνείστερου κατοικήθηκαν από Μιλήσιους εποίκους και οι πόλεις τις οποίες ίδρυσαν γνώρισαν μεγάλη ακμή. Στα προχριστιανικά χρόνια στις βορειότερες περιοχές, κατοικούσαν οι Σκύθες. Τον Μεσαίωνα δημιουργήθηκε στη χώρα η Ουκρανική Αυτοκρατορία του Κιέβου από τους σλαβικούς πληθυσμούς που είχαν εγκατασταθεί στα εδάφη αυτά. Η «Ηγεμονία του Κιέβου» (Kievan Rus, 9ος-12ος αιώνας), θεωρείται ο πυρήνας της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας.
Μετά τον διαμελισμό της (μεγάλης) Ηγεμονίας του Κιέβου (12ος αι.), οι περιοχές αυτές αποτέλεσαν τις ηγεμονίες του Κιέβου, της Γαλικίας και της Βολυνίας στη δεξιά όχθη του Δνείπερου και τις ηγεμονίες του Περεϊσλάβ, του Τσέρνιγκοφ και του Νόβγκοροντ-Σεβέρσκι στην αριστερή όχθη του ποταμού.

Οι συνεχείς επιθέσεις των Κουμάνων (ή Πολόφσκι) από τα μέσα του 11ου αιώνα, αναγκάζουν τους κατοίκους των περιοχών του Κιέβου και του Περεϊσλάβ να εγκαταλείψουν τα μέρη όπου ζούσαν και να μετακινηθούν βορειοανατολικά (περιοχές του Ροστόφ-Σουζντάλ) ή να ψάξουν για καταφύγιο στα δάση της Πολεσίας και της Βολυνίας, στη λεκάνη του Μπουγκ, στη Γαλικία και στις πλαγιές των Καρπαθίων
Οι Κοζάκοι – Το μοίρασμα της Ουκρανίας σε Ρωσία και Αυστρία
Από τον 16ο αιώνα και στην Ουκρανία, ιδιαίτερα στην περιοχή του Δνείπερου, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο οι Κοζάκοι.Στήριξαν την αντίσταση των χωρικών οι οποίοι για να ξεφύγουν από τις πολωνικές πιέσεις, έφυγαν για τις νότιες και ανατολικές στέπες και ορισμένοι εγκαταστάθηκαν στη Μοσχοβία. Γύρω στο 1655-1656 θεμελιώθηκε το κοζακικό κράτος του Χάρκοβο. Η γύρω περιοχή ονομάστηκε Ουκρανία Σλομπίντσκα, ενώ οι Κοζάκοι ασπάστηκαν την Ορθοδοξία.
Μετά από πολέμους μεταξύ Κοζάκων και Πολωνών (1625-1637 και 1648-1654), ο αταμάνος (αρχηγός) των Κοζάκων Μπόγκνταν Χμελνίτσκι τέθηκε κάτω από την προστασία του τσάρου της Μόσχας με τη Συνθήκη του Περεϊσλάβ (1654), ακολουθώντας την τάση του πληθυσμού για απομάκρυνση από την Πολωνία.


Ο μη κοζακικός πληθυσμός της ανατολικής Ουκρανίας βρισκόταν υπό ρωσική διοίκηση, ενώ ο ουκρανικός κλήρος εξαρτιόταν από το Πατριαρχείο της Μόσχας.
Με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο (1667) επικυρώθηκε το μοίρασμα της Ουκρανίας ανάμεσα στην Πολωνία και τη Ρωσία η οποία διατήρησε την περιοχή του Κιέβου και την αριστερή όχθη του Δνείπερου. Η περιοχή της Ουκρανίας που βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Δνείπερου δέχθηκε επιθέσεις των Οθωμανών που κατείχαν τμήματά της ως το 1774.
Ο πληθυσμός της κατέφυγε στην ανατολική Ουκρανία, η οποία είχε ως κυβερνήτη αταμάνο και αφομοιώθηκε από τη Ρωσία. Ο Μεγάλος Πέτρος δημιούργησε το 1722 το Κολέγιο της Μικρής Ρωσίας για να ελέγχει τις δραστηριότητες των αταμάνων και τις στάρτσινα (των κοζακικών Αρχών).
Είχε προηγηθεί προσπάθεια δημιουργίας επανενωμένης και ανεξάρτητης Ουκρανίας, με τη στήριξη της Πολωνίας και της Σουηδίας, που έληξε με την επικράτηση του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσίας επί του Καρόλου ΙΒ’ της Σουηδίας (μάχη της Πολτάβας, 1709).
Ο θεσμός των αταμάνων καταργήθηκε οριστικά το 1764.
Η Μεγάλη Αικατερίνη το 1780, ολοκλήρωσε τη διοικητική αφομοίωση της Ουκρανίας. Το 1783 επέκτεινε στο μεγαλύτερο μέρος της τον θεσμό της δουλείας και το 1785 παραχώρησε στη στάρτσινα τα προνόμια των Ρώσων ευγενών . Μετά την κατανομή των εδαφών το 1793 και το 1795, η Ουκρανία μοιράστηκε ανάμεσα στη Ρωσική Αυτοκρατορία, η οποία προσάρτησε τη δεξιά όχθη του Δνείπερου, το Ποντόλιε και τη Βολυνία και την Αυτοκρατορία της Αυστρίας στην οποία εντάχθηκαν η Γαλικία, το βόρειο τμήμα της Μπουκοβίνα και η νότια των Καρπαθίων Ουκρανία.


Η οικονομική άνθηση της Ουκρανίας και η ανάπτυξη ουκρανικής εθνικής συνείδησης (19ος–αρχές 20ου αιώνα)
Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή (1774) και την προσάρτηση της Κριμαίας το 1783, οι Ρώσοι βρήκαν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν τη νότια Ουκρανία που ονομάστηκε «Νέα Ρωσία».
Η Ουκρανία γνώρισε από τις αρχές του 19ου αιώνα μεγάλη ανάπτυξη στην καλλιέργεια σιταριού και ζαχαρότευτλων και από το 1835-1840 των βιομηχανιών τροφίμων, ιδιαίτερα ζάχαρης. Η εξόρυξη μεταλλευμάτων (γαιάνθρακες στο Ντόνετσκ και σίδηρος στο Κριβόι-Ρογκ) και της μεταλλουργικής βιομηχανίας μετά το 1870, χάρη στις επενδύσεις ξένων (Γάλλων, Βέλγων και Γερμανών) κεφαλαιούχων, μετέτρεψαν την Ουκρανία στην πιο σημαντική βιομηχανική περιοχή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Στις πόλεις συγκεντρώθηκε ανάμεικτος πληθυσμός, με κυρίαρχη γλώσσα τη ρωσική, ενώ στην ύπαιθρο κυριαρχούσε το ουκρανικό στοιχείο.
Οι Εβραίοι που είχαν εγκατασταθεί στην Ουκρανία στα τέλη του 16ου αιώνα (παρά τις σφαγές του 1648-1649), αποτελούσαν σύμφωνα με την απογραφή του 1897 το 30% του πληθυσμού πόλεων και κωμοπόλεων. Να σημειώσουμε ότι οι Εβραίοι έπεσαν θύματα πολλών πογκρόμ (κυρίως τα έτη 1881 – 1884, 1903 – 1906 και 1917 – 1921).
Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται η εθνική συνείδηση στην ανατολική Ουκρανία, καθώς η ουκρανική διανόηση ξεκίνησε τη μελέτη της ιστορίας, του λαϊκού πολιτισμού και της γλώσσας της χώρας και συμμετείχε στα αντιστασιακά κινήματα εναντίον της τσαρικής εξουσίας. Το 1875 ιδρύθηκε στην Οδησσό η πρώτη ουκρανική εργατική οργάνωση, η « Ένωση Εργατών του Νότου της Ρωσίας». Από το 1863 η ρωσική κυβέρνηση είχε υιοθετήσει μια έντονα κατασταλτική στάση απέναντι στην Ουκρανία.
Είχε μάλιστα απαγορεύσει την ονομασία Ουκρανία, θέτοντας σε χρήση το όνομα Μικρή Ρωσία και είχε απαγορεύσει να τυπώνονται έργα στα ουκρανικά, κάτι που ίσχυσε ως το 1905. Οι Ουκρανοί της Γαλικίας, που ανήκε όπως αναφέραμε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορίας είχαν μεν κάποια δικαιώματα που αγνοούσαν οι ομοεθνείς τους στη Ρωσική Αυτοκρατορία, όπως η χρήση της ουκρανικής γλώσσας στα Δημοτικά σχολεία, ωστόσο στην ανατολική Γαλικία εξακολουθούσε να κυριαρχεί η πλούσια πολωνική αριστοκρατία και μια τάξη Πολωνών ή Εβραίων αστών.
Η Ουκρανία συμμετείχε στο επαναστατικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Ρωσία στις αρχές του 20ου αιώνα: αγροτικές ταραχές του 1902, απεργίες των εργατών (1900 – 1903) και επανάσταση του 1905. Οι ελευθερίες που δόθηκαν το 1905 ενδυνάμωσαν το ουκρανικό εθνικιστικό κίνημα. Όμως ανάμεσα στη Ρωσία και τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες (Γερμανία και Αυστροουγγαρία) υπήρχαν εντάσεις που είχαν σαν αποτέλεσμα η ρωσική κυβέρνηση να σκληρύνει τη στάση της και να καταλάβει τη Γαλικία το φθινόπωρο του 1904, επιβάλλοντας μάλιστα στην περιοχή βίαιο εκρωσισμό.


Τα χρόνια της επανάστασης (1917 – 1920)
Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Ρωσία συμμάχησε με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία οι οποίες υπόσχονταν ανεξαρτησία σε λαούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης για να πλήξουν τους αντιπάλους τους, καθώς οι Αυστροουγγαρία «περιλάμβανε» πολλές εθνότητες (Σλάβους, Τσέχους, Ούγγρους, Πολωνούς, Γερμανούς κ.ά.) , ενώ και η Γερμανία είχε στον έλεγχο της εδάφη όπου κατοικούσαν πολωνικοί πληθυσμοί. Μετά τις αποτυχίες του ρωσικού στρατού στον πόλεμο, η κατάσταση στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας κλονίστηκε, ο τσάρος παραιτήθηκε και σχηματίστηκε η πρώτη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση υπό τον Alexander Fydorovich Kerensky. Αμέσως μετά οι Ουκρανοί συγκρότησαν ένα άτυπο Κοινοβούλιο στο Κίεβο, το οποίο ονομάστηκε «Μικρή Ράντα» (Συμβούλιο), υπό την ηγεσία του Mykhaylo Hrushevsky.
Η Ράντα τον Νοέμβριο του 1917 ανακήρυξε στο Κίεβο τη «Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας». Οι μπολσεβίκοι που είχαν εδραιώσει την παρουσία τους μόνο σε βιομηχανικές πόλεις στα ανατολικά και νότια, ανακήρυξαν στο Χάρκοβο τη «Σοβιετική Δημοκρατία της Ουκρανίας» (11 Δεκεμβρίου 1917). Η Ράντα ως απάντηση διακήρυξε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (9 Ιανουαρίου 1918), όμως καθώς οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο του 1918, η Ράντα κατέφυγε στο Ζιτομίρ.
Ωστόσο έστειλε στο Μπρεστ – Λιτόφσκ αντιπροσωπεία, η οποία στις 26 Ιανουαρίου / 8 Φεβρουαρίου 1918 υπέγραψε ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία. Στο πλαίσιο της Συνθήκης του Μπρεστ – Λιτόφσκ τον Απρίλιο του 1918, η Γερμανία κατέλαβε την Ουκρανία και επανάφερε τον τίτλο του αταμάνου, ο οποίος δόθηκε στον Pavlo Skoropadsky. Όμως η ήττα της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσε την πτώση του αταμανάτου (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1918) και τη δημιουργία στο Κίεβο ανεξάρτητης ουκρανικής κυβέρνησης με πρόεδρο τον Symon Petliura. Την ίδια περίοδο, ιδρύθηκε στο Λβοφ η Δημοκρατία της Δυτικής Ουκρανίας που καταλήφθηκε το 1919 από τα πολωνικά στρατεύματα. Το βόρειο τμήμα της Μπουκοβίνα είχε παραχωρηθεί στη Ρουμανία τον Νοέμβριο του 1918.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Κριμαία αποτέλεσε έδρα αντεπαναστατικών δυνάμεων του Στρατηγού Anton Ivanovich Denikin. Σύντομα έφτασαν εκεί χιλιάδες «Λευκοί», οι οποίοι ήταν οπαδοί του τσαρικού καθεστώτος σε αντίθεση με τους «Ερυθρούς», καθώς ο εμφύλιος στη Ρωσία εξαπλωνόταν. Βέβαια, οι «Λευκοί» ήταν ένα συνονθύλευμα αντικομμουνιστικών ομάδων, που συχνά δεν είχαν καμία επαφή μεταξύ τους. Τον Denikin διαδέχθηκε ο Στρατηγός Pyotr Nikolayevich Wrangel , ο οποίος τέθηκε επικεφαλής των περισσότερων από αυτούς. Τον Ιούνιο του 1920 οι άνδρες του Wrangel εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στην Ουκρανία που δεν καρποφόρησε. Είχε μεσολαβήσει βέβαια και η αποτυχημένη ουκρανική εκστρατεία το 1919 (δείτε σχετικό άρθρο μας στις 28/9/2019). Στις αρχές Νοεμβρίου 1920 οι μπολσεβίκοι επιτέθηκαν στους «Λευκούς» και τους ανάγκασαν σε υποχώρηση. Τα υπολείμματα των «Λευκών» διέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη.
Ήδη, από τον Ιούνιο του 1919 η Σοβιετική Δημοκρατία της Ουκρανίας που είχε ανακηρυχθεί τον Δεκέμβριο του 1918 στο Χάρκοβο, συνδέθηκε με στρατιωτική και πολιτική συμφωνία με τη Ρωσία. Αυτή αναγνωρίστηκε από την Πολωνία με τη Συνθήκης της Ρίγας (Μάρτιος 1921) και προσχώρησε στη Σοβιετική Ένωση ως Ομόσπονδη Δημοκρατία τον Δεκέμβριο του 1922.
Η Ουκρανία στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης
Στις 18 Οκτωβρίου 1921 συστάθηκε η «Αυτόνομη Κριμαϊκή Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία», που αποτέλεσε τμήμα της Ε.Σ.Σ.Δ. και στις 5/12/1936 μετονομάστηκε σε Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κριμαίας. Όπως είναι γνωστό το σοβιετικό καθεστώς έχοντας και ως επιχείρημα τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ουκρανική Εκστρατεία, εξαπέλυσε διωγμούς εναντίον του Παρευξείνιου ελληνισμού και χιλιάδων Πόντιων που είχαν εγκατασταθεί εκεί για να αποφύγουν τους διωγμούς των Τούρκων. Το 1921- 22 και το 1932 -1933 ξέσπασαν δυο μεγάλοι λιμοί οι οποίοι στοίχισαν τη ζωή σε περισσότερους από 10.000.000 Ουκρανούς.
Όμως Δυτικοί και Ουκρανοί μελετητές κάνουν μνεία για 11.000.000 – 16.000.000 νεκρούς. Ο λιμός του 1932- 33 φαίνεται ότι ήταν αποτέλεσμα συστηματικής και οργανωμένης πολιτικής του σοβιετικού κράτους, κάτι που γιγάντωσε το μίσος των Ουκρανών για τους Ρώσους. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί καθώς οι σοβιετικές αρχές έθαβαν τους νεκρούς σε ομαδικούς τάφους. Τις επόμενες δεκαετίες οι Ουκρανοί απαγορευόταν να μιλούν για το θέμα αυτό, κάτι που έγινε μετά την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος. Το 2006 το ουκρανικό κοινοβούλιο αναγνώρισε το συγκεκριμένο γεγονός ως γενοκτονία, κάτι που έκαναν και άλλες χώρες. Επίσης οι Ουκρανοί κάνουν λόγο για 66 τόνους χρυσού, 1439 τόνους αργύρου (ασημιού), διαμάντια και αντίκες, εκτός από τα σιτηρά, που υφάρπαξε το σοβιετικό καθεστώς μέσω του Torgsin (κρατικά καταστήματα σκληρού νομίσματος που λειτουργούσαν στην ΕΣΣΔ από το 1931 ως το 1936), με αντίτιμο την αγορά λιγοστών τροφίμων από τούς Ουκρανούς που λιμοκτονούσαν.
Η αναγκαστική κολεκτιβοποίηση της γεωργίας και τα πενταετή προγράμματα που επέβαλε η σοβιετική κυβέρνηση, είχαν σαν αποτέλεσμα να επιτευχθούν οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που επιδίωκε και να επιτευχθεί η ενοποίηση της χώρας. Ο αυστηρός έλεγχος της πολιτικής και οικονομικής ζωής αναχαίτιζε ταυτόχρονα τον ρωσικό «σοβινισμό του κυρίαρχου έθνους» και τον ουκρανικό εθνικισμό.
Η Ουκρανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ribbentrop-Molotov (24 Αυγούστου 1939), η Σοβιετική Ένωση προσάρτησε πολωνικά εδάφη που κατοικούνταν από Ουκρανούς, όπως επίσης την Μπουκοβίνα και τη Βεσαραβία. Όμως, η επίθεση των Γερμανών στην ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941 άλλαξε τα δεδομένα. Οι Γερμανοί κατέλαβαν μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν η Ουκρανία και η Κριμαία. Πολλοί Ουκρανοί υποδέχτηκαν τις δυνάμεις του Άξονα ως ελευθερωτές από την καταπίεση της σοβιετικής κυβέρνησης. Κάποιοι μάλιστα πολέμησαν στο πλευρό τους. Υπήρχαν βέβαια και ανταρτικές ομάδες που πολέμησαν εναντίον των Γερμανών, των Πολωνών αλλά και των Σοβιετικών, ενώ παρτιζάνοι πιστοί στον Στάλιν δρούσαν στα μετόπισθεν των εισβολέων.
Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Κίεβο στις 19 Σεπτεμβρίου 1941. Τέσσερις μέρες αργότερα έγινε στην πόλη σαμποτάζ, πιθανότατα από στελέχη της μυστικής Αστυνομίας του σοβιετικού καθεστώτος, της διαβόητης NKVD. Η έκρηξη πολλών βομβών είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο και τον τραυματισμό πολλών Γερμανών και το ξέσπασμα πυρκαγιάς στην πόλη. Στη διάρκεια των προσπαθειών κατάσβεσης συνελήφθη ένας Εβραίος που έκοψε μια από τις μάνικες νερού και εκτελέστηκε λίγο αργότερα.
Οι κατοχικές Αρχές θεώρησαν υπαίτιους συλλογικά τους Εβραίους και διέταξαν τη συγκέντρωσή τους σ’ ένα σταυροδρόμι το πρωινό της 29ης Σεπτεμβρίου 1941. Από εκεί μεταφέρθηκαν στη χαράδρα του Μπάμπι Γιαρ όπου εκτελέστηκαν περίπου 35.000 Εβραίοι και επίσης Σοβιετικοί στρατιώτες και αθίγγανοι.
Συνεργάτες των εισβολέων υπήρξαν πολλοί Σοβιετικοί πολίτες σε όλη τη διάρκεια του πολέμου με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Στρατιά Vlasov. Ο Στάλιν θεωρώντας ότι όλες οι εθνότητες που διαβιούσαν στην Κριμαία, πλην των Ρώσων, στήριξαν τους Γερμανούς, τιμώρησε τους Τατάρους της Κριμαίας εκτοπίζοντας τους μαζικά στην Κεντρική Ασία. Το 46% των Τατάρων δεν άντεξαν την πείνα και τις αρρώστιες και πέθαναν. Πέντε εβδομάδες αργότερα την ίδια τύχη είχαν και όσοι Έλληνες και Αρμένιοι είχαν μείνει στην ευρύτερη περιοχή. Ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν στις εστίες τους μόλις το 1967. Τον Ιούνιο του 1945 καταργήθηκε η «Αυτόνομη Κριμαϊκή Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία» και η χερσόνησος έγινε τμήμα της Ρωσικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Ο πόλεμος προκάλεσε τεράστιες καταστροφές, τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο της Κριμαίας. Μάλιστα η Σεβαστούπολη καταστράφηκε τελείως και ήταν από τις πόλεις που ανοικοδομήθηκαν με προσωπική εντολή του Στάλιν, ο οποίος όμως παρεμβαίνοντας στα θρησκευτικά ζητήματα της Ουκρανίας κατάργησε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της το 1946. Αυτό οδήγησε στην παράταση του ανταρτοπόλεμου από εθνικιστικές ομάδες, ο οποίος έληξε με τον θάνατο του Στάλιν (1953).
Αμέσως μετά η κεντρική κυβέρνηση της ΕΣΣΔ χαλάρωσε τα περιοριστικά μέτρα και προσπάθησε να βελτιώσει τις ρωσοουκρανικές σχέσεις. Αυτό επέτρεψε τη δημιουργία και ανάπτυξη ενός κινήματος Ουκρανών διανοουμένων που αντιπολιτεύτηκε σιωπηρά το σοβιετικό καθεστώς.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1954 η Μόσχα εξέδωσε ένα διάταγμα με βάση το οποίο η Κριμαία μεταβιβάστηκε από τη Ρωσική Σοσιαλιστική Δημοκρατία στην Ουκρανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, με την αιτιολογία ότι υπήρχαν στενοί γεωγραφικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί δεσμοί των κατοίκων τη περιοχής με το Κίεβο.
Οι Ρώσοι κατηγορούν τον τότε ΓΓ του ΚΚΣΕ Νικίτα Χρουστσόφ ότι το έκανε αυτό γιατί είχε αδυναμία στη μητέρα του που ήταν ουκρανικής καταγωγής. Η κόρη του Χρουστσόφ Νίνα, έγραψε όμως ότι αυτό έγινε γιατί υπήρχαν προβλήματα ύδρευσης λόγω έλλειψης συστημάτων αφαλάτωσης στην περιοχή και το δίκτυο έπρεπε να συνδεθεί με κάποια υδροηλεκτρικά έργα. Οι Ουκρανοί αναφέρουν ότι μόλις 13 από τα 27 μέλη του Προεδρείου του ΚΚΣΕ ήταν παρόντα στη λήψη της απόφασης αυτής, που δεν υπογράφτηκε από τον Χρουστσόφ αλλά από τον Στρατάρχη Kliment Yefremovich Voroshilo που κατείχε τυπικά το ανώτατο αξίωμα της χώρας, αυτό του Προέδρου του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ.
Βέβαια όλα αυτά είναι παρελθόν. Όμως όποιος δεν γνωρίζει την ιστορία και το παρελθόν μιας περιοχής, δυσκολεύεται ή και αδυνατεί να κατανοήσει το παρόν και το μέλλον της…
Πηγές: Δρ. ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ, «ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΡΩΣΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΕΙΜΩΝ 2022
ΕΓΚ/ΔΕΙΑ ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ, Τόμος 40, Έκδοση 2007
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
