Διεθνή
Από ”νονός της τρομοκρατίας” προστάτης του… πολιτισμού ο Ταγίπ Ερντογάν
Ο Ερντογάν δεν σεβάστηκε κανένα απ’ τα εμβληματικά έργα της Ορθοδοξίας συμπεριλαμβανομένου και του ιστορικού μνημείου της Αγίας Σοφίας
Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου
‘Ήταν ένα μαύρο Καλοκαίρι εκείνο του 2020. Μαύρο Καλοκαίρι για τα περικαλλή σύμβολα της Ορθοδοξίας, τα ιερά προσκυνήματα των Ρωμηών του Μικρασιατικού Ελληνισμού (Αγία Σοφία και Μονή της Χώρας) που ξεκίνησαν σαν χριστιανικές Εκκλησίες για να μετατραπούν στη συνέχεια σε μουσουλμανικά τεμένη, αργότερα σε μουσεία και επί Ταγίπ Ερντογάν σε τζαμιά.
Ο Ταγίπ Ερντογάν, δυστυχώς, δεν σεβάστηκε κανένα απ’ τα εμβληματικά έργα της Ορθοδοξίας και του Βυζαντίου συμπεριλαμβανομένου και του ιστορικού μνημείου της Αγίας Σοφίας. Το μόνο που ανέδειξε είναι η νεοοθωμανική βαρβαρότητα που οδηγεί στην οπισθοδρόμηση της ιστορίας.
Τώρα θα πείτε, και με το δίκιο σας, ότι αυτό ήταν αναμενόμενο με τον ισλαμοφασιστικό προσανατολισμό που έχει πάρει ο Τούρκος Πρόεδρος. Προσανατολισμό ο οποίος ταυτίστηκε με εκείνον του μεγαλοϊδεάτη εθνικιστή συγκυβερνήτη του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.
Ως εκ τούτου όχι μόνο δεν πείθει ότι η Τουρκία ”ανήκει σε ένα πολιτισμό με βαθιές ρίζες που θεωρεί τη διαφορετικότητα ως πλούτο με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό και την αγάπη” (όπως είπε στις ευχές του προς τους Χριστιανούς της χώρας του τον Δεκέμβριο του ’21), αλλά αντίθετα εκδηλώνει συμπεριφορές παραχάραξης της ιστορίας και του πολιτισμού των μειονοτήτων της Τουρκίας.
Πρώτος του στόχος είναι η προώθηση της στρατηγικής της ”Γαλάζιας Πατρίδας” του, παράλληλα με την κάλυψη του κενού που άφησαν στον μουσουλμανικό κόσμο οι ήττες των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο και του Ισλαμικού Στρατού στη Συρία. Και τελευταίος η… προστασία του πολιτισμού των μειονοτήτων που οικειοποιήθηκε η Τουρκία.
Τρανταχτή απόδειξη είναι το γεγονός ότι, πέρα απ’ τον εξισλαμισμό εκκλησιών (οι οποίες ”κακοποιήθηκαν” λιγότερο από άλλα μνημεία τα οποία υπέστησαν συστηματική καταστροφή απ’ τους Τούρκους), εγκαταλείφθηκαν στο έλεος των αρχαιοκάπηλων και των μισαλλόδοξων μουσουλμάνων ή κατεδαφίστηκαν χώροι προϊστορικοί, της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, με αποτέλεσμα να χαθούν μοναδικά δείγματα πολιτισμού των Χετταίων, των Ελλήνων, των Ρωμαίων, των Βυζαντινών, των Σελτζούκων και των Αράβων.
Το παράδοξο ωστόσο είναι ότι τα ως άνω αρνητικά δεδομένα πλαισιώνονται όλο και πιο συχνά (τους τελευταίους, κυρίως, μήνες) από δείγματα ”μετάλλαξης” του Τούρκου Προέδρου, ο οποίος είναι ο κύριος υπεύθυνος για την πολιτιστική βαρβαρότητα σε βάρος μνημείων θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Έτσι, κατά τον ίδιο τρόπο που μετάλλαξε την Τουρκία από ένα κοσμικό κράτος σε ένα σύστημα ισλαμικών αποχρώσεων, μετάλλαξε και τον εαυτό του από αδίστακτο ”νονό της τρομοκρατίας” (όπως τον αποκάλεσε πρόσφατα η βουλευτής Σάρα Βάγκενκνεχτ του γερμανικού κόμματος της Αριστεράς ”Die Linke”) σε προστάτη των Γραμμάτων και των Τεχνών. Σε προστάτη του… πολιτισμού, δηλαδή!!!
”Γίνονται τέτοια θαύματα;” θα αναρωτηθείτε, δικαιολογημένα.
– Γίνονται όταν έχεις το επικοινωνιακό χάρισμα του Ταγίπ Ερντογάν, θα σας έλεγα.
Το χάρισμα ενός ηγέτη με την πιο περίπλοκη και αντιφατική προσωπικότητα, αφού — αν και αυταρχικός με δικτατορικά χαρακτηριστικά — παρουσιάζεται πότε ως προστάτης των μεταναστών που παραδίδει μαθήματα ανθρωπισμού στην Ελλάδα, πότε ως διαμεσολαβητής-ειρηνευτής στην ρωσοουκρανική κρίση και πότε ως μεγαλόψυχος προστάτης των διωκόμενων εκπροσώπων του πολιτισμού στη Γερμανία και γενικότερα τη χριστιανική Ευρώπη (βλ. Ρώσοι καλλιτέχνες).
Ενδεικτικό παράδειγμα για το τελευταίο είναι η δριμύτατη κριτική που άσκησε για την απόλυση του Ρώσου μαέστρου της Φιλαρμονικής του Μονάχου και φίλου του Πούτιν Βαλερί Γκεργκίεφ, μολονότι ο ίδιος δεν έχει δώσει δείγματα γραφής φιλότεχνου στη χώρα του.
Αρκεί να θυμηθούμε το μήνυμά του ”Θα σου κόψω τη γλώσσα” προς την Τουρκάλα τραγουδίστρια Σεζέν Ακσού για τους ”προσβλητικούς” στίχους ενός τραγουδιού της, οι οποίοι προκάλεσαν την οργή του και παραπέμπουν στο άρθρο 299 του ποινικού κώδικα του 2014 περί προσβολής του Πρόεδρο της Δημοκρατίας η οποία επισύρει ποινή από ένα έως τέσσερα χρόνια, αν και η ”προσβολή” πήγαινε στον Αδάμ και την Εύα και όχι στον Ταγίπ Ερντογάν…
Αυτό το πνεύμα αντιφατικότητας του Τούρκου Προέδρου σε θέματα πολιτισμού στη χώρα του φαίνεται πως έχει περάσει και στους Τούρκους αρχαιολόγους οι οποίοι κατά κανόνα ”πλαστογραφούν” την ταυτότητα μνημείων ελληνικής προέλευσης παρουσιάζοντάς τα ως ρωμαϊκά ή οθωμανικά.
Απ’ το σάρωμα ωστόσο τους αρχαιολογικού παραδείσου που εγκιβωτίζεται στη γη της Μικράς Ασίας διασώθηκε ευτυχώς το 2018 το θρυλικό βυζαντινό παλάτι του Βουκολέοντα της Μεσαιωνικής Κωνσταντινούπολης (στην ακτή της θάλασσας του Μαρμαρά), οι εργασίες για την αναστήλωση του οποίου άρχισαν την ίδια χρονιά με σκοπό να σωθεί το μνημείο (που χτίστηκε το 400 μ Χ) και να μετατραπεί σε υπαίθριο μουσείο.
Ας σημειωθεί ότι το εν λόγω παλάτι (που πήρε το όνομά του τον 6ο αι. από ένα άγαλμα ταύρου και λέοντα [ετυμολ. των ελληνικών λέξεων: βους + λέων’] στο μικρό λιμάνι του) ήταν η κύρια κατοικία των Βυζαντινών αυτοκρατόρων μέχρι τους Κομνηνούς (11-12ο αι), οι οποίοι μετέφεραν την έδρα τους στις Βλαχέρνες, ενώ κατά την Ύστερη Βυζαντινή Περίοδο – μετά την εγκατάλειψή του απ’ τους Παλαιολόγους — το παλάτι μετατράπηκε σε φυλακή για πολιτικούς κυρίως κρατούμενους (”Δεσμωτήριον του Βουκολέοντος”).
Εκεί – κατά τον βρετανικής υπηκοότητας βυζαντινολόγο Paul Magdalino (”Αυλή και Πρωτεύουσα του Βυζαντίου”) φυλάσσονταν το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού, η λόγχη και ο σπόγγος των Παθών του, τα οποία είχαν φέρει – κατά τις παραδόσεις – στην Κωνσταντινούπολη το 1234 (Φραγκοκρατία: 1204-1261) οι Γάλλοι.
Η σκαπάνη των Τούρκων αρχαιολόγων (οι οποίοι παραποιούν συνήθως την ιστορική αλήθεια ως προς την ταυτότητα και όχι μόνο των αρχαιολογικών ευρημάτων ειδικά αν είναι ελληνικά), έφερε στο φως — μαζί με τα κτιριακά απομεινάρια του Μεγάλου Παλατίου της Κωνσταντινούπολης (του οποίου ο πάνω όροφος ήταν έπαυλη και ο κάτω στρατώνας), το παρεκκλήσι του (όπου βρέθηκαν ιερά λείψανα) και πολλά δείγματα της κοσμικής βυζαντινής αρχιτεκτονικής τα οποία έφταναν ως το μικρό λιμάνι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε μυστική έξοδο του υπογείου του Παλατιού του Βουκολέοντα (Οίκου του υπεύθυνου των φρουρίων Ορμίσδα ή Οίκου του Ιουστινιανού) βρέθηκαν πριν από λίγους μήνες (Νοέμβριο του ’21) επτά σκελετοί πολεμιστών οι οποίοι — με την πρόοδο των ανασκαφών — έγιναν εννιά και αποδόθηκαν απ’ τους Τούρκους αρχαιολόγους σε σφαγιασθέντες Βυζαντινούς στρατιώτες από τους Σταυροφόρους της πρώτης άλωσης της Κωνσταντινούπολης (1096-1099).
Λεπτομέρειες για την ηλικία, τον ακριβή χρόνο και τον τρόπο θανάτου τους δεν δόθηκαν τότε απ’ τους Τούρκους ανασκαφείς. Ωστόσο οι εργαστηριακές έρευνες που ακολούθησαν διέψευσαν τις εικασίες ότι οι νεκροί έπεσαν θύματα σεισμού όντας φυλακισμένοι στο ”δεσμωτήριο” του παλατιού. Κι αυτό γιατί ένας από τους νεκρούς έφερε πλήγμα στο κρανίο από σπαθί. ΄Οπερ σημαίνει ότι και οι εννιά βρήκαν βίαιο θάνατο.
Όσο για το θέμα του χρόνου και του τρόπου θανάτου των πολεμιστών εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτηματικά παρά την αρχική (βολική) εκτίμηση των Τούρκων αρχαιολόγων ότι έπεσαν θύματα Σταυροφόρων.
Ο εθισμός των Τούρκων αρχαιολόγων στην παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας μάς κάνει επιφυλακτικούς, σε βαθμό που να μην μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι εννιά σκελετοί να ανήκουν σε ομαδικό τάφο όχι της εποχής των Σταυροφοριών, αλλά της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης απ’ τους Οθωμανούς Τούρκους.
Οι γείτονες εξ Ανατολών δια του υπουργείου Πολιτισμού τους έχουν δώσει δείγματα γραφής, βλέπετε, για τις ημιτελείς, μισοφωτισμένες και παραπλανητικές πρακτικές τους στο θέμα των αρχαιολογικών ανασκαφών, όπως και σ’ αυτό της ανακαίνισης ιστορικών κτιρίων (βλ. Μονή Παναγίας Σουμελά, η οποία ανακαινίστηκε για να πέσει θύμα ”εξισλαμισμού” και βεβήλωσης, όπως συνέβη με την πλειονότητα των ορθόδοξων ιερών προσκυνημάτων και των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς στην Τουρκία).
Την Τουρκία η οποία δεν έχει άλλον τρόπο να επιδείξει την ανωτερότητα της ταυτότητάς της παρά μόνον δια της υφαρπαγής συμβόλων του αρχαιοελληνικού και του βυζαντινού παρελθόντος (βλ. Δικέφαλος Αετός), τα οποία — για να τα οικειοποιείται ετσιθελικά — σημαίνει πως δεν της ανήκουν, γιατί ανήκουν αλλού.
Κι αυτό σημαίνει ότι και τον 21ο αιώνα είναι λίγο το φως που αχνοφέγγει στο ”απολίτιστο” πρόσωπο της Τουρκίας. Ως εκ τούτου, τα περί ”σεβασμού στον πολιτισμό” που ακούμε να λέει ο Ταγίπ Ερντογάν είναι έπεα πτερόεντα, αφού την ίδια στιγμή κιόλας που τα λέει τον διαψεύδουν η αλλαγή τοπωνυμίων στα Κατεχόμενα και η αλλαγή ονομάτων στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας…
Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

