Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί πρώτα Έλληνες και μετά Ευρωπαίοι στο μυαλό και την καρδιά μας

Δημοσιεύτηκε στις

Ο ευρωπαϊσμός, που μεταλλάχθηκε στην Ελλάδα σε μπλοκ εξουσίας που, με βάση το χρήμα των ευρωπαϊκών κονδυλίων, έστηνε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς για μπίζνες και πολιτικές καριέρες

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

Σε δυο μήνες από τώρα συμπληρώνονται 43 χρόνια από την ιστορική ημέρα που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, προσποιούμενος ότι σκουπίζει το φρύδι του, σκούπισε ένα δάκρυ ”συγκινημένος απ’ τη στιγμή θριάμβου του ευρωπαϊκού του οράματος”, όπως έγραψε τότε ο βρετανικός Guardian με αφορμή την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ (28 Μαΐου 1979).

Η πατρίδα μας είχε κάνει ασφαλώς το πιο αποφασιστικό βήμα στη σύγχρονη ιστορία της. Ένα βήμα που θα καθόριζε την μετέπειτα οικονομική, κοινωνική και πολιτική της πορεία, χωρίς ωστόσο να τη διασφαλίσει αμυντικά έναντι της Τουρκίας (όπως ήλπιζε ο πρώην πρωθυπουργός), με δεδομένο ότι η τελευταία είχε εγγράψει ήδη στο ποινολόγιο της ιστορίας της την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974.

Έκτοτε δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Έλληνες — ακόμα και οι φιλοευρωπαϊστές (στον αντίποδα των… ”καθυστερημένων” οπαδών των σχημάτων του αριστεροδεξιού ευρωσκεπτικισμού και αντιευρωπαϊσμού που εμφανίστηκαν τις επόμενες δεκαετίες με σημαία τον κίνδυνο της εθνικής μας αυτοκατάργησης) — προβληματίστηκαν βλέποντας τον διχασμό ή τριχασμό της ελληνικής κοινωνίας.

Τον διχασμό και τριχασμό της βούλησης του ελληνικού λαού που μόνο ”καθυστερημένος” δεν ήταν και πολύ περισσότερο οπισθοδρομικός, με την έννοια της άρνησής του να εξελιχθεί ως να ήταν νοσταλγός του οθωμανικού παρελθόντος.

Ήταν ένας λαός μάλλον απογοητευμένος, γιατί έβλεπε ότι η ευρωπαϊκή του ιδιότητα δεν κάλυπτε το πολυδιάστατο, την πολυμορφία και πολυποικιλία των Ελλήνων οι οποίοι, απ’ τη δεκαετία ακόμα του ’70, παράδερναν μεταξύ των φιλοσοβιετικών της Αριστεράς, των τριτοκοσμικών της Κεντροαριστεράς και των εμπαθών Ευρωπαίων του ΝΑΤΟϊκού… ”συνδικάτου” (κατά την αριστερή ορολογία), οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους πρώτα Ευρωπαίους και μετά Έλληνες.

Κι αυτό το ίδιον των τελευταίων έγινε εξόφθαλμα προκλητικό μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991, που έγινε αφορμή για πολιτικές ανακατατάξεις στην Ελλάδα. Ήταν η εποχή που δρέπαμε τους καρπούς της ενταξιακής ευδαιμονίας μας μετά από επίπονη προσπάθεια χρόνων.

Ευδαιμονίας που κορυφώθηκε με την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ (Μάρτιος 2020), η οποία — φευ! — πριμοδότησε τη φενάκη της λάμψης του ευρωπαϊσμού για τους πολλούς και τη δύναμη, το χρήμα και την εξουσία για τους λίγους.

Γιατί αυτό έγινε, αφής στιγμής ο ευρωπαϊσμός μεταλλάχθηκε στην Ελλάδα σε μπλοκ εξουσίας που, με βάση το χρήμα των ευρωπαϊκών κονδυλίων, έστηνε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς για μπίζνες και πολιτικές καριέρες.

Κι αυτό το εκμεταλλεύτηκαν πλήρως οι πολιτικοί τυχοδιώκτες της αθηναϊκής ελίτ της χώρας μας η οποία γεννοβολούσε πολιτικό προσωπικό χωρίς όραμα, το οποίο — ενώ όμνυε στο όνομα της Ευρώπης — έβλεπε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σαν ευκαιρία προσωπικής ανάδειξης εγκαταλείποντας κάθε υπόσχεση για αυτοτελή πολιτική, παραγωγή σκέψης και πράξης προς όφελος της πατρίδας.

Έτσι οι Έλληνες κατανάλωναν… ευρωπαϊσμό χωρίς να συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Πράγμα που τους έκανε να νιώθουν μειονεκτικά και να γίνονται έρμαια της σύγκρουσης που επέφερε ο ιστορικός μετασχηματισμός στην Ευρώπη με πρώτο πιάτο στο τραπέζι τη ”σύγκρουση για την κυριαρχία μεταξύ τάξεων, κοινωνικών ομάδων, εθνικών συνόλων και συστημάτων σκέψης”, για την οποία μιλούσε προ ”βασιλείας” του ΣΥΡΙΖΑ ο μετέπειτα ΑΝΥΠΕΞ μας Νίκος Ξυδάκης.

Σύγκρουση που εμπόδισε τους απλούς Έλληνες στην πλειοψηφία τους να κάνουν κτήμα τους και να μοιραστούν με τους άλλους λαούς της Ευρώπης την κοινή πνευματική και ηθική ζωή, τα κοινά ιδανικά και την κοινή ευρωπαϊκή παιδεία.

Έτσι έμειναν με την εντύπωση ότι η έννοια της Ευρώπης ήταν ιδέα υπό κατασκευή που αφορούσε τους λίγους της ηγεμονεύουσας ελίτ της και όχι τους πολλούς σκεπτόμενους πολίτες της οι οποίοι — αν εξαιρέσουμε τα 4 δέλτα τα οποία υπερασπιζόταν η Ευρώπη με θέρμη (Δημοκρατία, Δικαιώματα του ανθρώπου, Διάλογος και Διανομή αγαθών) — έβλεπαν να χάνονται τα κατακτημένα τους σε οικονομικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο.

Ήδη ο χρόνος τρέχοντας είχε φέρει δημογραφική κάμψη στα κράτη-μέλη της ΕΕ την οποία πλαισίωναν η ανεργία, η ανισότητα και η εξασθένηση της δημοκρατίας. Κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα τη διαρκή παράκαμψη της βούλησης των λαών της προς χάριν των συμφερόντων των λίγων οι οποίοι κανοναρχούσαν ανέκαθεν (με μεγαλύτερη επίταση την τελευταία εικοσαετία) τις τύχες της Ευρώπης από κοινού με την Αμερική.

Κι αυτό χτυπούσε καμπανάκια σε μας τους Έλληνες, γιατί είχε θαμπώσει εντωμεταξύ στη συνείδησή μας η εικόνα του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και της ΕΕ με αφορμή είτε την οικονομική κρίση είτε την άνιση μεταχείριση της Ελλάδας απ’ την Βορειοατλαντική Συμμαχία και την Αμερική σε σύγκριση με την Τουρκία.

Έτσι φτάσαμε το 2018 — με βάση έρευνα της Public Issue για τη γνώμη μας έναντι του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, με αφορμή μια μίνι κρίση με την Τουρκία λόγω της απόπειρας του ερευνητικού σκάφους της ”Μπαρμπαρός” να μπει σε τμήμα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας για σεισμικές έρευνες — να εκτιμούμε κατά 82% ότι η ισχύς της χώρας μας μειώνεται ή στην καλύτερη παραμένει στάσιμη μέσα στο ΝΑΤΟ (με το 62% να έχει αρνητική άποψη γι’ αυτό) και κατά 49% ότι η χώρα μας δεν ωφελείται από τη συμμαχία μας με τις ΗΠΑ.

Τώρα θα μου πείτε ότι μεσολάβησαν έκτοτε τέσσερα χρόνια στο διάστημα των οποίων άλλαξαν πολλά και πρώτα απ’ όλα προσδεθήκαμε πιο σφιχτά στο αμερικανικό άρμα. Κλίναμε το γόνυ στην Μέρκελ το ’19 χωνεύοντας δια παντός την λιμνιαία συμφωνία στις Πρεσπες, ενώ γίναμε στρατηγικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών δίνοντάς τους τη γη και το ύδωρ μας σε βάσεις.

Κι εγώ θα συμφωνήσω μαζί σας προσθέτοντας το πιο ανησυχητικό που πραγματικά με φοβίζει. Κι αυτό που με φοβίζει είναι ότι εμφανίζονται όλο και πιο συχνά στα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ Έλληνες που, με πρόσχημα το Ουκρανικό και την αγανάκτησή τους για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, εκδηλώνουν ”γενιτσαρικές” τάσεις υιοθετώντας νεωτερικά στερεότυπα του τύπου ”πρώτα Ευρωπαίος και μετά Έλληνας”, κατά τα πρότυπα των Ελλήνων της Τουρκοκρατίας οι οποίοι δήλωναν ανερυθρίαστα το ”πρώτα Οθωμανός και μετά Έλληνας”…

Το ευτύχημα είναι ότι η μεγάλη μάζα των Ελλήνων τους έχει γυρίσει την πλάτη, καθώς έχει αντιληφθεί ότι εκπροσωπούν την δουλικότητα και τον διακομματικό ραγιαδισμό που προτείνει σαν μοναδικά μέσα εθνικής επιβίωσης τον ραγιαδισμό και τον κατευνασμό έναντι της Τουρκίας.

Τον ραγιαδισμό και το σκύψιμο του Χατζηαβάτη που παραπέμπει στο εθνικό πλέγμα δουλικότητας το οποίο μας οδηγεί σε εκρήξεις μιμητισμού και μόνιμες υποχωρήσεις έναντι των ξένων, σε βαθμό που να διευκολύνουμε τις παρεμβάσεις τους στην Εξωτερική πολιτική μας.

Το δυστύχημα είναι ότι οι εν λόγω συμπατριώτες μας, έφτασαν να θεωρούν επίτευγμα την αφομοίωσή τους απ’ τον πολιτιστικό οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης σε βάρος της ελληνικότητας και της γλώσσα μας.

Όσοι μάλιστα απ’ αυτούς έχουν σπουδάσει σε χώρες της Εσπερίας και διαχειρίζονται ως ”άριστοι” τους αρμούς της εξουσίας στη χώρα μας από θέσεις-κλειδιά, δεν διστάζουν να προωθούν αρμοδίως τις ζημιογόνες για τα εθνικά μας συμφέροντα προτάσεις τους οι οποίες έρχονται και ξαναέρχονται στην επικαιρότητα από εκπροσώπους αναλυτές ελληνικών και ξένων think tanks (συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Τουρκίας)…

Το εξοργιστικό του πράγματος μάλιστα είναι ότι προφασίζονται πως ”κοιτούν μακριά” υπερφαλαγγίζοντας κεκτημένα αιώνων τα οποία η Ελλάδα υπερασπίζεται μέχρι τώρα αμυνόμενη έναντι της επεκτατικής βουλιμίας που έχει εμφιλοχωρήσει στη στρατηγική της ”Γαλάζιας Πατρίδας” της Τουρκίας.

Τώρα θα με ρωτήσει κανείς απ’ αυτούς:

– Φοβάστε την Ευρώπη και τα λέτε αυτά;

– Όχι, δε φοβάμαι την Ευρώπη των οραμάτων της εποχής του Καραμανλή, θα σας έλεγα με ειλικρίνεια, αλλά την έλλειψη οραμάτων των σύγχρονων ηγετών της Ευρώπης και των Ελλήνων που θέτουν ως προτεραιότητα τις ανάγκες της έναντι των δικών μας.

Δεν φοβάμαι την Ευρώπη που αποζητούσαμε χρόνια, μιας και αυτή γεννήθηκε από μας (το λέει και το όνομά της, άλλωστε). Όμως, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να προηγείται στο μυαλό και την καρδιά μας η Ελλάδα. ‘Επειτα, θα πρέπει να ομολογήσω ότι η σημερινή Ευρώπη κάνει ό,τι μπορεί για να μας αποξενώσει με το να απομακρύνεται αργά αλλά σταθερά από τις αρχές της ίδρυσής της.

Σε βαθμό μάλιστα που φοβίζει με τις φιλογερμανικές τάσεις της και την ”ευαλώτητά” της στην αμερικανική πολιτική. Επιπλέον, ό,τι την καθιστούσε μέχρι χθες θελκτική (η άρνησή της να αλλοτριώσει τις συνειδήσεις των Ευρωπαίων πολιτών, γιατί δεν τους θέλει μίμους και καθρέφτες της, αλλά ανεξάρτητες προσωπικότητες που κρατούν την μοναδικότητά τους), δείχνει να τίθεται υπό αίρεση σήμερα, με αποτέλεσμα να ποδηγετούνται τα περισσότερα μέλη της ΕΕ από την γερμανική επιρροή.

Κι αυτό είναι κάτι πολύ επικίνδυνο, ειδικά αν φέρει κανείς στο μυαλό του ότι — την ώρα που χιλιάδες Γερμανοί διαδήλωναν συμβολικά στην Πύλη του Βραδεμβούργου κατά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία — ο Γερμανός Καγκελάριος Όλαφ Σολτς (σε ομιλία του στην γερμανική Βουλή), ξεχνώντας την απόφαση της Συνθηκολόγησης του 1945 η οποία επέβαλε στη Γερμανία να μην εξοπλίζεται, δεσμεύτηκε για αμυντικό προϋπολογισμό 100 δισ. ευρώ (πάνω από το 2% του ΑΕΠ της χώρας του) με τη δικαιολογία ότι ανταποκρίνεται σε πάγιο αίτημα του ΝΑΤΟ…

 

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή