Διεθνή
Η ανατροπή της παγκόσμιας ισορροπίας μετά την εισβολή στη Ρωσία
Η κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καθιστά ανησυχητικά ζοφερό και υπό ενδεχόμενη κατάρρευση το περιβάλλον ασφάλειας, ιδιαιτέρως όταν ο επιτιθέμενος είναι ένα εκ των πέντε Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και με ότι αυτό συνεπάγεται στην αποτελεσματική παρέμβαση των Η.Ε
Η λήξη της εμπόλεμης κατάστασης εξαρτάται από το πώς θα ήθελε η Διεθνής κοινότητα την επόμενη ημέρα για τη Ρωσία και την Ουκρανία, λαμβανομένων υπόψη των συναφών γεωπολιτικών και εθνικών ιδιαιτεροτήτων και παραμέτρων στη νομικότητα και νομιμοποίηση των διαχρονικών ΑΝΣΚ των εμπολέμων. Συναφείς, μεταξύ άλλων και οι θέσεις του G.F.Kennan (‘A Fateful Error’,N.Y Times 5/2/1997) και του H.A.Kissinger(‘To settle the Ukraine crisis start at the end’, The Washington Post 5/3/2014).
Όλες οι διεργασίες και προσεγγίσεις μεταξύ Ρωσίας- Συμμαχίας ΝΑΤΟ -Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε)- πρώην Κρατών Μελών (Κ-Μ) του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Σ.Β), κατά την τελευταία 30ετία, συνετέλεσαν τα μέγιστα στην μεταψυχροπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας και στη σύνθεση ενός περιβάλλοντος ασφαλείας το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις χαρακτηρίστηκε από σταθερή αστάθεια. Η σύγκρουση Ρωσίας-Γεωργίας τον Αύγουστο 2008, η επιχείρηση <Ρωσική Άνοιξη> το 2014 για την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας και η Ουκρανική πολιτική κρίση, συνετέλεσαν καθοριστικά στη σταδιακή αμφισβήτηση και άρση του πνεύματος συνεργασίας και ειρήνης της Ρωσίας με τη Συμμαχία. Ανάλογη ήταν και η επίδραση στις σχέσεις της με την Ε.Ε.
Η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και της Ουκρανικής κυριαρχίας από τη Ρωσία, με οιαδήποτε επίκληση στα συμφέροντα της Ρωσικής μειονότητας της Ουκρανίας και στην Ιστορία, είναι καταδικαστέα και οιαδήποτε υιοθέτηση ή αποδοχή της ελλοχεύει κινδύνους να ακολουθηθεί ως πρότυπο για τάσεις γεωπολιτικών ανακατατάξεων στο διεθνές περιβάλλον. Η όλη διαμορφούμενη κατάσταση συνοδεύεται από αμφίπλευρη πληθώρα αιτιάσεων, επιχειρημάτων και δικαιολογιών επί συναφών Συμφωνιών και δεσμεύσεων. Οιαδήποτε προσπάθεια αναζωογόνησης τους μέσω διπλωματικών διαύλων οφείλει να είναι επιθυμητή, δυνατή και κατορθωτή, αλλά διαφαίνεται ότι απέχει πολύ όσο συνεχίζονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και η χρήση «Αιχμηράς Ισχύος» (Sharp Power).
Το τελευταίο 20ήμερο διαμορφώνεται ένα περιβάλλον ολοσχερούς ανασφάλειας με νέες απειλές, κινδύνους και αναθεωρητικές θεωρίες και πρακτικές, τείνοντας να ανατρέψει την παγκόσμια ισορροπία με απρόβλεπτες συνέπειες και διαφοροποιώντας ή/και εισάγοντας νέες παραμέτρους στην δόμηση της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Η μέχρι προ εικοσαημέρου δόμηση της σκιαγραφείται με μία εξαιρετικά συνοπτική αναδρομή (και ενδεχομένως ελλιπή λόγω χώρου) κατά την προηγούμενη 30ετία. Κυρίαρχο στοιχείο της η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Σ.Β). Το Βορειο-Ατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας (εναρκτήρια συνεδρίαση 20/12/1991) μέσω του οποίου προωθήθηκε σταδιακά η συνεργασία πρώην Κ-Μ του Σ.Β. με το ΝΑΤΟ, είτε με σχέση Εταιρικής Συνεργασίας(EAPC-PfP), είτε με ένταξη ορισμένων Κρατών στη Συμμαχία, καθώς και η Ιδρυτική Πράξη ΝΑΤΟ-Ρωσίας για τις αμοιβαίες σχέσεις, συνεργασία και ασφάλεια που υπεγράφη στις 27/5/1997 στο Παρίσι από τους Αρχηγούς των Κ-Μ της Συμμαχίας και τον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η έναρξη ένταξης πρώην χωρών του Σ.Β. στο ΝΑΤΟ το 1999 (Πολωνίας, Ουγγαρίας, Τσεχικής Δημοκρατίας), θεωρούνται ως το εδραίωμα των σχέσεων της Ρωσίας με τη Συμμαχία και θεμελίωσης εμπιστοσύνης με την Ε.Ε. Δημιουργήθηκε το πλαίσιο δέσμευσης για συνεργασία με σκοπό την δόμηση διαρκούς και συνολικής ειρήνης στην Ευρω-Ατλαντική περιοχή με κύριο όργανο το Μόνιμο Μεικτό Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας (PJC) και το διάδοχο του από το 2002, κατά την Διακήρυξη της Ρώμης, Συμβούλιο NATO-Ρωσίας [ΝΑΤΟ-RUSSIA Council (NRC)].Οι δύο διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2004,2007), επέφεραν την ένταξη ορισμένων χωρών εκ του πρώην Σ.Β., ενώ η Ανατολική Εταιρική Σχέση, απότοκος της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας, προσβλέπει στη συνεργασία της Ε.Ε με χώρες του ανατολικού περίγυρού της.
Αντίστοιχα, αλλά ειδικά για τη συνεργασία της Ρωσίας με την Ε.Ε, η Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας της 28/11/1997 (EU-Russia Partnership and Cooperation Agreement) καθόριζε το εύρος διαλόγου και πρωτοβουλιών για την επόμενη 10ετία ενώ στη Σύνοδο Κορυφής Ρωσίας-Ε.Ε στο Λονδίνο το 2005 επετεύχθη πολιτική συμφωνία για τη σύναψη νέας Βασικής Συμφωνίας Συνεργασίας, αλλά οι συνομιλίες που άρχισαν το 2008 διεκόπησαν το 2012.
Όλες αυτές οι διεργασίες και προσεγγίσεις συνετέλεσαν τα μέγιστα στην μεταψυχροπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας και στη σύνθεση ενός περιβάλλοντος ασφαλείας που λειτούργησε αποτελεσματικά, έστω και εάν σε ορισμένες περιπτώσεις χαρακτηρίστηκε από σταθερή αστάθεια. Η επιχείρηση <Ρωσική Άνοιξη> για την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας και η Ουκρανική κρίση συνετέλεσαν καθοριστικά, από το 2014, στη σταδιακή αμφισβήτηση και άρση του πνεύματος συνεργασίας και ειρήνης της Ρωσίας με τη Συμμαχία και ανάλογη επίδραση στις σχέσεις της με την Ε.Ε. Η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και της Ουκρανικής κυριαρχίας από τη Ρωσία συνοδεύθηκε από αμφίπλευρη πληθώρα αιτιάσεων και επικλήσεων συναφών Συμφωνιών και δεσμεύσεων. Παρά ταύτα η εικοτολογία για την κατάληξη της κατάστασης είναι εξαιρετικά ποικίλη με εικασίες περί ετεροβαρούς συνθηκολόγησης, win-win συμφωνίας με αμοιβαίο όφελος, καταστάσεις που προϋπήρξαν στην πρόσφατη ιστορία κατά τον Β’ΠΠ κ.α.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τροφοδοτεί τα στρατιωτικά και διπλωματικά επιτελεία των Κ-Μ της Συμμαχίας και της Ε.Ε, με στοιχεία για την καθ’ αρμοδιότητα έγκυρη ανάλυση αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων αναφορικά με τους Αντικειμενικούς Σκοπούς (ΑΝΣΚ) και τα Κέντρα Βάρους σε πολιτικοστρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο και την επιθυμητή τελική κατάσταση (end state). Συνεπαγόμενη και η ανάλυση της αποτελεσματικότητας της αντίληψης της στρατιωτικής τέχνης των εμπολέμων, εφαρμογής των αρχών πολέμου, όποιων διακλαδικών επιχειρήσεων, προσδιορισμού αποφασιστικών σημείων στήριξης των κέντρων βάρους, επιδίωξης επιχειρησιακών και τακτικών ελιγμών, προπαρασκευής των δυνάμεων με κατάλληλη υποστήριξη Διοικητικής Μέριμνας στην ανάπτυξη ή ενίσχυση των ανεπτυγμένων δυνάμεων, θεμάτων Διοικήσεως, Ελέγχου, Επικοινωνιών -Πληροφορικής και πλείστα όσα συνθέτουν την αντίληψη της σύγχρονης επιχειρησιακής τέχνης και στρατιωτικής επιδεξιότητας.
Η προβλεπόμενη και αναμενόμενη σε πολεμικές επιχειρήσεις αμφίπλευρη διεξαγωγή ολοκλήρου του φάσματος πληροφοριακών επιχειρήσεων και παραπλάνησης, με έμφαση όχι μόνον στις επιχειρήσεις αλλά και στην προσπάθεια χειραγώγησης της ψυχολογίας της κοινής γνώμης και μέσω «αιχμηράς ισχύος», δεν ευνοεί στο παρόν στάδιο την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και διδαγμάτων επί της εξέλιξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η Ελλάδα διαθέτει έμπειρο και ικανό εν ενεργεία στρατιωτικό και διπλωματικό προσωπικό το οποίο εκτιμώ ότι ήδη έχει αναλάβει τη συγκέντρωση και αξιολόγηση στοιχείων για περαιτέρω ανάλυση των πολιτικών και στρατιωτικών παραμέτρων αυτού του πολέμου.
Αναμφίβολα το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. ευρίσκονται στην πλέον αποφασιστική καμπή της μακρόχρονης ιστορίας τους. Σήμερα, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο προβαλλόμενος αναθεωρητισμός με τις συνεπαγόμενες προεκτάσεις του, αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα κινδύνου και απειλής όχι μόνον για τις συνορεύουσες χώρες αλλά και πέραν του συνόλου της Ευρώπης, θέτοντας νέες παραμέτρους στο στρατηγικό περιβάλλον για την ασφάλεια. Μέσα σε αυτό το στρατηγικό περιβάλλον τα κράτη επιχειρούν με επιδέξιες πολιτικές, εντός του πλαισίου της Στρατηγικής για την Εθνική τους Ασφάλεια, να μεγιστοποιήσουν το γεωπολιτικό τους κεφάλαιο ή κατ’ ελάχιστον να περιορίσουν ενδεχόμενες απώλειες. Τα κράτη χρησιμοποιούν την ισχύ τους η οποία επίσης επενεργεί και ως επιρροή, στην προστασία και προώθηση των συμφερόντων τους εδαφικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά.
Στο Διεθνές καθώς και στο εγγύς και περιφερειακό μας περιβάλλον, η εδαφική ακεραιότητα, ο εθνικός αλυτρωτισμός, οι εθνοτικές συγκρούσεις, η πολιτική αστάθεια, ο εθνικοθρησκευτικός φανατισμός, η ροή προσφύγων και παράνομων μεταναστών επενεργούν στην ολότητα της εθνικής ασφάλειας. Οι κίνδυνοι και απειλές προσαυξάνονται από τις υπερεθνικές και διεθνικές μορφές τρομοκρατίας, οργανωμένου εγκλήματος, κυβερνοπολέμου, θαλάσσιας πειρατείας, εμπορίας ανθρώπων, λαθρεμπόριου όπλων, καθώς και της διασποράς όπλων μαζικής καταστροφής. Η πανδημία λοιμωδών ασθενειών, κρίση τροφής, ενεργειακή ασφάλεια, κλιματική αλλαγή με μορφή κρίσης πλέον, οι καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης λόγω φυσικών καταστροφών ή ανθρωπογενών αιτίων, συνιστούν ένα πολυποίκιλο πλαίσιο απειλών και κινδύνων.
Οι επιπτώσεις εκ των νέων απειλών, καθιστούν δυσχερή τον περιορισμό τους σε τοπικό επίπεδο και δύνανται να επεκταθούν, κατά περίπτωση, σε αλληλοκαλυπτόμενους τομείς του εθνικού μας ενδιαφέροντος, όπως και σε άλλους περιοχικού ή διεθνούς ενδιαφέροντος και σαφώς συμπεριλαμβάνουν το πλαίσιο της Ε.Ε και της Συμμαχίας. Η αντίδραση της Συμμαχίας και της Ε.Ε κατέστησαν παρωχημένους τους χαρακτηρισμούς του ΝΑΤΟ ως εγκεφαλικά νεκρού, και της Ε.Ε ως εξαρτημένης από την γραφειοκρατική διασταλτικότητα και την υποταγή της στρατηγικής λογικής σε εσωτερικές πολιτικές. Η διάρκεια και η κατά περίπτωση εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας θα καταδείξει τη σύμπνοια και ενότητα των Κ-Μ ΝΑΤΟ και Ε.Ε σε αυτόν τον τομέα ή τις συνέπειες από την επιλεκτική εφαρμογή τους (βλ. παραμονή DB και TOTAL παρά την αποχώρηση ΒΡ και SHELL).
Η ολοκληρωμένη προσέγγιση της ενότητας «Ασφάλεια του Έθνους μας» καθίσταται επιβεβλημένη και μία πολυδιάστατη Στρατηγική οφείλει να προσεγγίζει και συγκεφαλαιώνει όλες τις διαστάσεις του πλέγματος οικονομική, αμυντική, εξωτερική πολιτική και πολιτική εσωτερικής ασφάλειας και πολιτικής προστασίας, οι οποίες θα αποτελούν πλέον τις βασικές συνιστώσες της και θα προσβλέπουν στην ενεργό συμμετοχή μας και αλληλεγγύη στη Συμμαχία και στην Ε.Ε. και δεν θα επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες και επιδιώξεις που συνήθως επενεργούν βλαπτικά στα κοινά και εθνικά συμφέροντα κατά περίπτωση. Η ρεαλιστική θεώρηση των διεθνών σχέσεων με βάση τις 6 αρχές του H.J.Morgenthau αναδεικνύει για μία ακόμη φορά, και ειδικά για την Ελλάδα, την αρχή ότι το συμφέρον οριοθετείται με όρους ισχύος σε οιαδήποτε εκδοχή ή αθροιστική προβολή Σκληρής-στρατιωτικής/Ήπιας/Ευφυούς Ισχύος. Αυτή η αρχή αποτελεί το γνώμονα του ρεαλισμού στην διεθνή πολιτική και στο πλέγμα των διεθνών σχέσεων και συνδέει τη στρατηγική λογική με την πολιτική και τις συνακόλουθες καταστάσεις.
Για την Ελλάδα, η οποιαδήποτε μελλοντική σχέση μας με τη Συμμαχία περνά αδιαμφισβήτητα μέσα από τη δυνατότητα αλλά και τη θέληση μας για συμμετοχή σε οποιοδήποτε μορφή και αν έχει το ΝΑΤΟ ή σε οποιαδήποτε διαχείριση κρίσεων και επιχειρησιακή αποστολή αναλάβει ή ρόλο που θα διαδραματίσει. Η μη συμμετοχή μας σε ένα Οργανισμό 30 Κ-Μ που προέρχονται από τα 2 πρώην αντίπαλα στρατόπεδα και τα 27 εξ αυτών είναι και Κ-Μ της Ε.Ε., δεν είναι πολιτικά ρεαλιστική και θα έτεινε σε απομονωτισμό και παροχή πεδίου ελιγμών και περιθωρίου βελτίωσης της θέσης χωρών που αντιστρατεύονται τα εθνικά μας συμφέροντα.. Έχουμε τις δυνατότητες, διαθέτουμε τους κατάλληλους μοχλούς καθώς και έμπειρο διπλωματικό και στρατιωτικό προσωπικό που θα συνεγείρουν τους Συμμάχους προς την κατεύθυνση των Εθνικών μας επιδιώξεων.
Στη Σύνοδο των Βρυξελλών τον Ιούνιο 2021 οι Ηγέτες της Συμμαχίας/ΝΑΤΟ συμφώνησαν να αναπτύξουν την επόμενη Στρατηγική Αντίληψη (Strategic Concept) για τη Σύνοδο Κορυφής της Μαδρίτης τον Ιούνιο του 2022.
Η νέα Στρατηγική αντίληψη θα λάβει υπ’ όψη της το νέο περιβάλλον ασφαλείας, την προσέγγιση και τις προτεραιότητες του ΝΑΤΟ και θα αντικαταστήσει την από το 2010 ισχύουσα. Εκτιμώ ότι η εκπόνηση της παραπάνω Στρατηγικής Αντίληψης δεν παρέβλεψε το project της Διοίκησης Μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ (Allied Command of Transformation- ACT) το Multiple Futures Project (Σχέδιο Πολλαπλών Μορφών Μέλλοντος) και οιαδήποτε αναθεώρηση του, όπως παρουσιάστηκε για την ισχύουσα Στρατηγική Αντίληψη. Θα δύναται να αξιοποιηθεί με ορίζοντα πέραν του 2030, ώστε να δεχθεί κατάλληλες τροποποιήσεις εξαιτίας της Ρωσικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας, της πληθυσμιακής αύξησης, έλλειψης πηγών ενέργειας, πανδημίας, αλλαγών στις συμμαχίες, προόδου στην ανθρώπινη ευφυΐα, γνώση και τεχνολογία και της παγκόσμιας οικονομικής αλληλεξάρτησης.
Συνοπτικά αυτές οι μορφές του μέλλοντος είχαν σκιαγραφηθεί ως ακολούθως :
Deceptive Stability( Απατηλή Σταθερότητα):Τα προηγμένα έθνη είναι απασχολημένα με τα εσωτερικά κοινωνικά τους προβλήματα που προέκυψαν από την γήρανση του γηγενούς πληθυσμού τους και την απορρόφηση νέων μεταναστευτικών πληθυσμών και παραμελούν άλλες ζωτικές λειτουργίες ασφάλειας και άμυνας και είναι απροετοίμαστα να αντιμετωπίσουν γεωπολιτικούς κινδύνους.
Dark Side of Exclusivity (Η σκοτεινή πλευρά της αποκλειστικότητας):Οι χώρες έξω από το παγκοσμιοποιημένο σύστημα αδυνατούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, καταρρέουν, γίνονται εστίες προβλημάτων και οι λοιπές χώρες αντιμετωπίζουν το δίλλημα στρατηγικών επιλογών αντίδρασης.
Clash of Moderrnities ( Σύγκρουση Νεωτερισμών):Ισχυρή πρόοδος σ’όλους τους τομείς στα προηγμένα έθνη οριζόντια δικτυακή διασύνδεση μεταξύ τους η οποία όμως προκαλείται εξωτερικά από ολοκληρωτικά καθεστώτα και εσωτερικά από αβέβαιη ισορροπία μεταξύ των ατομικών ελευθεριών και των παραλείψεων του κράτους.
New Power Politics (Πολιτικές νέων Δυνάμεων):Ο αυξανόμενος πλούτος σε συνδυασμό με την απόκτηση όπλων μαζικής καταστροφής φέρει στο προσκήνιο νέες δυνάμεις. Στην περίπτωση αυτή η υπάρχουσα ισορροπία στη διακίνηση αγαθών πάσης μορφής διαταράσσεται και οι δυνάμεις αυτές συναγωνίζονται για να αποκτήσουν ή να εμποδίσουν άλλους στη πρόσβαση πηγών και σφαιρών επιρροής.
Παράλληλα, η σχέση συνεργασίας, διαβούλευσης και συμπληρωματικότητας του ΝΑΤΟ με την ΕΕ δεν εξοβελίζεται από την αυτονομία λήψεως αποφάσεων. Με βάση αυτό η Ε.Ε. και η Συμμαχία σκοπεύουν στο πλαίσιο της συμπληρωματικότητας να εξασφαλίσουν την δυνατότητα να διευθύνουν κατά περίπτωση διαχείρισης κρίσεως και στρατιωτικής επιχείρησης, όλο το φάσμα των επιχειρήσεων και αποστολών ταυτόχρονα από συλλογική άμυνα, μεγάλης κλίμακας και υψηλής έντασης επιχειρήσεις, σταθεροποίηση και ανοικοδόμηση, μέχρι τις μεταρρυθμίσεις για την ασφάλεια τομέων (Security Sector Reform) με ιδιαίτερο βάρος στη Θαλάσσια κυριαρχία (sea supremacy) και ασφάλεια (maritime Security Awareness).
Η Συμμαχία και η Ε.Ε. επιδιώκουν να αναπτύξουν εύκαμπτες, προσαρμόσιμες, καλά εκπαιδευμένες, καλά εξοπλισμένες, εγκαίρως αναπτύξιμες και διατηρήσιμες στο πεδίο εκστρατευτικές δυνάμεις. Η δήλωση στις 12/3 του Josep Borrell F, Ύπατου εκπροσώπου και Αντιπροέδρου της Ε.Ε., ότι το ΝΑΤΟ είναι και θα παραμείνει ο τρόπος διασφάλισης της εδαφικής άμυνας στην Ευρώπη για όλα τα Κ-Μ της Ε.Ε., σε συνδυασμό με τη δήλωση της U.G.von der Leyen στις 11/3 ότι το ΝΑΤΟ είναι η ισχυρότερη στρατιωτική συμμαχία δείχνουν την κατεύθυνση. Επίσης η δήλωση στις 5/3 της Fl.Parly,ΥΠΑΜ Γαλλίας, ότι η ευρωπαϊκή άμυνα δεν οικοδομείται σε αντίθεση με το ΝΑΤΟ, αλλά μάλλον το αντίθετο ώστε μία ισχυρή Ευρώπη να συμβάλει σε μία πλέον ισχυρή Συμμαχία.
Παράλληλα υπενθύμισε και την κοινή δήλωση του Προέδρου Μακρόν και Μπάϊντεν, ότι αναγνωρίζουν τη σημασία μίας πλέον ισχυρής και ικανής ευρωπαϊκής άμυνας που συμβάλλει θετικά στην διατλαντική και παγκόσμια ασφάλεια και που είναι συμπληρωματική του ΝΑΤΟ. Το σχόλιο του ΥΠΑΜ του Η.Β ότι δεν είναι ανάγκη να φορέσουμε ευρωπαϊκά μπερέ σε ένα σωρό ανθρώπους, αντιπροσωπεύει ρεαλιστικά την στρατιωτική κατάσταση της Ε.Ε.
Επειδή καθ΄υπερβολή ακούγεται ως όρος ο ΕΥΡΩΣΤΡΑΤΟΣ, για την άμυνα της ΕΕ και των Κρατών Μελών της, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι επί πλέον των προσφάτων τοποθετήσεων αξιωματούχων ΕΕ, ΝΑΤΟ και ΗΠΑ, ο όρος είναι αδόκιμος και μη υποδειγματικός και κατά βάση μη επιτεύξιμος καθόσον:
-Η άμυνα των Κ-Μ της ΕΕ προβλέπεται να καλύπτεται από το ΝΑΤΟ και επιπλέον υπάρχουν θεσμικές αδυναμίες για την δημιουργία ουσιαστικού στρατιωτικού βραχίονα της ΕΕ, -Τα άρθρα 42,43,44 και 46 της ΣΕΕ (LISBON TREATY) ορίζουν τις αποστολές που δύναται να αναλάβει η ΕΕ με χρήση στρατιωτικών μέσων και οι αποστολές αφορούν σε διαχείριση κρίσεων εκτός της ΕΕ, –Η συνεργασία ΝΑΤΟ-ΕΕ προσδιορίζεται με βάση τη σχέση Διαβούλευσης, Συνεργασίας και Συμπληρωματικότητας μεταξύ τους, και πάντα στο πλαίσιο των αποστολών τύπου Petersberg και αρθ.43 της ΣΕΕ , της Συμφωνίας Berlin plus agenda καθώς και την Berlin plus Reversed. Σημειωτέον ότι η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία της ΕΕ (PESCO), ως αρθ.46 της ΣΕΕ, με το σημαντικό εργαλείο CROC για την ενεργοποίηση δυνάμεων,αφορούν σε επιχειρήσεις εκτός ΕΕ.
–-Κατά την παρ. 2 του αρθ. 42 της ΕΕ «Η Κοινή αμυντική πολιτική θα οδηγήσει στην κοινή άμυνα όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση με ομοφωνία». Προσθέτει δε, ότι συνιστάται στα Κ-Μ η έκδοση αυτής της απόφασης, να είναι σύμφωνη με τους συνταγματικούς κανόνες κάθε κράτους. Η αδυναμία ενιαίας εκτίμησης απειλών, έλλειψη πολιτικής βούλησης με συναφές πολιτικό κόστος, η γειτνίαση των ανατολικών χωρών της ΕΕ με τη Ρωσία, θέματα χρηματοδότησης και επικάλυψης της αμυντικής διάστασης από το ΝΑΤΟ, υπαγορεύουν ότι η ΕΕ θα εξακολουθήσει να κινείται στο επίπεδο διαχείρισης κρίσεων εκτός ΕΕ. Έχει να διανύσει μεγάλη απόσταση για κοινή αμυντική πολιτική και ακόμα μακρύτερη απόσταση για κοινή άμυνα. Η επικείμενη επανεξέταση των σχέσεων ΝΑΤΟ-ΕΕ εν όψει της νέας «Στρατηγικής Αντίληψης» της Συμμαχίας θα αποσαφηνήσει το πλαίσιο συνεργασίας και συμπληρωματικότητας στον αμυντικό τομέα.
Όλα αυτά όμως θα πρέπει να εξετασθούν με βάση τα επιζητούμενα θεμέλια εμπιστοσύνης εντός της Συμμαχίας καθώς και τη συστοίχηση της νέας στρατηγικής αντίληψης με την κοινωνική αντίληψη των χωρών που θα τύχει εφαρμογής (εντός και εκτός Συμμαχίας). Οι νέες δυναμικές, τα ετερογενή συμφέροντα των Κ-Μ, η νέα ρητορική των ΗΠΑ για τις διεθνείς σχέσεις, η στρατηγική καθήλωση και στρατιωτική απαγκίστρωση από το Αφγανιστάν, το Σύμφωνο AUKUS, καθώς και τα αποκλίνοντα συμφέροντα των ισχυρών «παικτών» του ΝΑΤΟ είναι βασικά στοιχεία στη νέα Αντίληψη του ΝΑΤΟ. Πρόσθετα στοιχεία αποτελούν η ενδεχόμενη υπογραφή μίας νέας συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι αιτηθείσες από τη Ρωσία γραπτές εγγυήσεις από τις ΗΠΑ ότι οι κυρώσεις δεν θα επηρεάσουν τις εμπορικοοικονομικές σχέσεις με το Ιράν και την παροχή στρατιωτικής τεχνογνωσίας στο Ιράν (κοινή συνέντευξη τύπου Ρώσου και Κιργίζιου ΥΠΕΞ την 5/3/22), η ευρεία συμμετοχή της Κίνας στους κυριότερους οικονομικούς και εμπορικούς οργανισμούς-συνεταιρισμούς.
Συμπληρωματικά στα ανωτέρω προστίθεται η Παγκόσμια Στρατηγική της Ε.Ε., η αποχώρηση του Η.Β από την Ε.Ε., το υπό σχεδίαση γιγαντιαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Γερμανίας ύψους 100 δις. Ευρώ και η σημαντική στροφή της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής (Zeitenwende /historic turning point), η πολυφωνία ή ομοφωνία της Ε.Ε. σε θέματα Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)/Common Foreign Security Policy (CFSP),η νέα Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΠΑΑ)/ Common Security Defence Policy (CSDP) και το όραμα περί Στρατηγικής Αυτοδυναμίας, αλλά όχι στρατηγικής αυτονομίας, οι παρατεταμένες/παγωμένες συγκρούσεις, οι νέες «θερμές περιοχές», η ανασφάλεια των Ανατολικών χωρών της Συμμαχίας. Κατά συνέπεια προκύπτει πληθώρα παραμέτρων για τη νέα Στρατηγική Αντίληψη της Συμμαχίας.
Συμπερασματικά η Συμμαχία και η Ε.Ε. αλλάζουν και θα συνεχίσουν να εξελίσσονται έχοντας το δικό της βαρύνοντα λόγο στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας και άμυνας. Οι δυνάμεις αυτές απαιτούν ένα εύκαμπτο σύστημα διοίκησης και ελέγχου το οποίο μπορεί να ενσωματωθεί και να διαλειτουργήσει αποτελεσματικά με ένα ευρύ φάσμα άλλων διεθνών «παικτών» χρησιμοποιώντας μια συνολική προσέγγιση για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και τις απειλές σε όλο το φάσμα της σύγκρουσης.
Αναμφισβήτητα η Ελληνική στρατιωτική συμμετοχή στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε δεν υπερτερεί των εθνικών αμυντικών απαιτήσεων και με αυτό το πρίσμα εξετάζεται οιαδήποτε στρατιωτική συνεισφορά μας. Παράλληλα οι αποφάσεις του Σ.Α των Η.Ε αποτελούν το γνώμονα εξέτασης οιαδήποτε συμμετοχής μας σε επιχειρήσεις εκτός περιοχής ΝΑΤΟ ή Ε.Ε. Οιαδήποτε απαίτηση για προσφορά προσωπικού ή μέσων που δυνατόν να διασπάσουν την αμυντική ενότητα και επιχειρησιακή σύζευξη των Μονάδων των Ελληνικών Ε.Δ δεν ικανοποιείται υπό τις παρούσες απαιτήσεις της Εθνικής μας Άμυνας.
Η διακλαδικότητα, διαλειτουργικότητα μέσων και σχεδίων, επιχειρησιακή σύζευξη ανεξαρτήτων ή μη Μονάδων καθώς και η χρηστικότητα (καταλληλότητα, ετοιμότητα, διαθεσιμότητα, αναπτυξιμότητα, ευελιξία, ευκινησία, ικανότητα διεξαγωγής παρατεταμένων επιχειρήσεων) των Μονάδων – μέσων – οργανικών τμημάτων αποτελούν την προσαρμογή στις θεμελιώδεις σύγχρονες απαιτήσεις για τις Ελληνικές Ε.Δ. προς αντιμετώπιση των Εθνικών απειλών. Έτσι με γνώμονα το Εθνικό Επίπεδο Επιδιώξεων και τις απαιτήσεις άμυνας της χώρας εξασφαλίζεται και η χωρίς οικονομικό κόστος προσαρμοστικότητα στις απαιτήσεις ΝΑΤΟ – ΕΕ και εν γένει των Διεθνών αποστολών. Η κατάρρευση της άμυνας εκμηδενίζει οιαδήποτε άλλη επιλογή και οπωσδήποτε δεν εμπίπτει στη στρατηγική λογική η οποία θα πρέπει να πρυτανεύει έναντι πολιτικών ιδεολογιών και ιδεοληψιών.Η γεωγραφική ιδιαιτερότητα και ιδιομορφία της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από τον εκτεταμένο θαλάσσιο χώρο,20.818 χλμ. ακτογραμμής, 25.213 τ.χλμ. εμβαδόν νησιωτικού χώρου με 29.372 νήσους και νησίδες, γραμμές θαλασσίων επικοινωνιών, εμπορικούς άξονες προς την Ευρώπη και ενεργειακές οδούς.
Η αναθεωρητική, κατά παράβαση του Δ.Δ., στάση της Τουρκίας, η εφαρμογή αιχμηρής ισχύος με επιθετική ρητορική και παράθεση απειλών καθώς και κενοσόφων επιχειρημάτων κατά της Ελλάδας, της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ασφάλειας του Κυπριακού Ελληνισμού, δεν επιτρέπει αποδυνάμωση της ελληνικής αμυντικής ισχύος. Αντιθέτως επιβάλει επίσπευση και διεύρυνση των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των 3 Κλάδων των Ε.Δ. μας, αξιολογώντας με ακρίβεια και λεπτομερή εκτίμηση και ανάλυση καταστάσεως τις διακυμάνσεις συμπεριφοράς χωρών του επιχειρησιακού μας ενδιαφέροντος. Αξίζει να συγκρατηθεί ότι ο συνολικός συντελεστής επιχειρησιακής αξίας και επιχειρησιακής ικανότητος των Ελληνικών Ε.Δ. υπερτερεί έναντι οιουδήποτε αντιστοίχου εκ των χωρών του επιχειρησιακού μας ενδιαφέροντος αλλά τούτο δεν επιτρέπει εφησυχασμό και ολιγωρίες στην εθνική στρατηγική λογική. Η σχέση άμυνας και οικονομίας δεν λειτουργεί διαζευκτικά ή διλημματικά.
Με βάση τα παραπάνω, απαιτείται εκ μέρους μας μια ενδελεχής εξέταση και προσέγγιση όλων των θεμάτων που σχετίζονται με την εθνική άμυνα, Συμμαχία και την Ε.Ε, μέσα από το πρίσμα των νέων εθνικών, περιφερειακών και παγκόσμιων προκλήσεων, αλλά και του ρόλου που επιθυμεί η χώρα μας να διαδραματίσει στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας με πρωτογενή παράγοντα ασφάλειας τη συνέχιση ενίσχυσης και εξέλιξης των Ε.Δ της και προβολή όλου του εύρους της ισχύος της(Σκληρή-Ήπια-Ευφυής)
*Π.Χηνοφώτης, Ναύαρχος ε.α. ΠΝ, Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, π.Υφυπουργός Εσωτερικών
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

