Διεθνή
Moody’s: Αναβάθμισε τις ελληνικές τράπεζες έως Ba3 – Διατηρεί θετικό outlook – Καθησυχάζει για NPEs
Η Moody’s αναβάθμισε τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Eurobank, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς) και την Attica Bank
Η Moody’s αναβάθμισε τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Eurobank, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς) και την Attica Bank.
Ειδικότερα, η Moody’s αναβαθμίζει τις Εθνική και Eurobank Ba3 από B2, στα ίδια επίπεδα με την βαθμολογία της χώρας.
Ο οίκος αναβαθμίζει την Alpha Bank σε B1 από B2 και την Τράπεζα Πειραιώς σε B2 από B3, με θετικό outlook για όλες τις τράπεζες.
H αναβάθμιση οφείλεται στους εξής παράγοντες:
1) Την ενίσχυση σε ό,τι αφορά το θεσμικό πλαίσιο και τη διακυβέρνηση στην Ελλάδα, η οποία βελτιώνει το μακροοικονομικό προφίλ.
2) Τη βελτιωμένη ποιότητα του ενεργητικού και την επαναλαμβανόμενη κερδοφορία όπως αυτή καταγράφηκε με βάση τους ισολογισμούς του 2021 από τις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες.
Η βελτίωση αποδίδεται στις καλύτερες συνθήκες λειτουργίας και πίστωσης και την εφαρμογή των σχεδίων μετασχηματισμού.
3) Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Attica Bank οφείλεται κυρίως στην πρόσφατη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, η οποία οδήγησε σε υψηλότερη βαθμίδα.
Καθησυχάζει για NPEs
Οι θετικές προοπτικές αντικατοπτρίζουν την προσδοκία της Moody’s ότι οι ελληνικές τράπεζες θα εξακολουθήσουν να βελτιώνουν τα πιστωτικά τους προφίλ τούς επόμενους 12-18 μήνες και θα είναι σε θέση να διαχειριστούν τυχόν νέα προβληματικά δάνεια που μπορεί να προκύψουν, ως συνέπεια της πανδημίας του κορωνοϊού και των πρόσφατων πληθωριστικών πιέσεων.
Αντίστοιχα, η Moody’s αναθεώρησε το μακροοικονομικό προφίλ για την Ελλάδα σε «Αδύναμο +» από «Αδύναμο», το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τραπεζικού πίνακα αποτελεσμάτων και της ανάλυσης του οίκου αξιολόγησης, ωφελώντας τα συνολικά πιστωτικά προφίλ των εγχώριων τραπεζών.
Το βελτιωμένο μακροοικονομικό προφίλ άσκησε ανοδική πίεση στη Βασική Πιστωτική Αξιολόγηση (BCA) όλων των τραπεζών, αντανακλώντας ένα πιο ευνοϊκό λειτουργικό περιβάλλον που πιθανότατα θα βοηθούσε τις τράπεζες να βελτιώσουν τις προοπτικές τους για ισχυρότερα χρηματοοικονομικά μεγέθη στο μέλλον, ανέφερε η Moody’s.
Εθνική Τράπεζα
Η αναβάθμιση των μακροπρόθεσμων καταθέσεων, της αξιολόγησης του κινδύνου (σε Ba2 από Ba3) και της αξιολόγησης κινδύνου αντισυμβαλλομένου CRR σε Ba1 από Ba3) της Εθνικής Τράπεζας οφείλεται κυρίως στην αναβάθμιση της αξιολόγησης της τράπεζας σε B1 από B3, σημειώνει η Moody’s.
Όπως εξηγεί, η αναβάθμιση κατά δύο βαθμίδες προκλήθηκε από το βελτιωμένο μακροοικονομικό προφίλ για την Ελλάδα, καθώς και από τη συνεχή βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού και της κερδοφορίας της τράπεζας, σε συνδυασμό με τη σχετικά σταθερή κεφαλαιοποίηση και τις συνθήκες χρηματοδότησης. Η αναβάθμιση λαμβάνει υπόψη την εκπλήρωση του στόχου της για επίτευξη μονοψήφιου δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE), μέσω της δραστικής μείωσης των προβληματικών δανείων της.
Μετά την ολοκλήρωση της μεγάλης τιτλοποίησης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ύψους 5,7 δισ. ευρώ με την ονομασία “Frontier” μέσω του κρατικού συστήματος προστασίας περιουσιακών στοιχείων «Ηρακλής» (HAPS), η τράπεζα κατάφερε να επιτύχει δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων 7% τον Δεκέμβριο του 2021 έναντι 31,3% τον Δεκέμβριο του 2019.
Αυτός είναι ο δεύτερος χαμηλότερος δείκτης μεταξύ των ελληνικών τραπεζών και τοποθετεί την τράπεζα σε καλή θέση για να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους καθοδικούς κινδύνους από τυχόν νέες εισροές απομειωμένων δανείων, ιδίως από δανειολήπτες που επλήγησαν από την πανδημία και έλαβαν κρατική στήριξη ή μέτρα αναστολής.
Οι θετικές προοπτικές αξιολόγησης των καταθέσεων αντανακλούν το ενδεχόμενο περαιτέρω βελτίωσης των υποκείμενων χρηματοοικονομικών θεμελιωδών μεγεθών της Εθνικής Τράπεζας, ιδίως των βασικών κερδών της, κατά τους επόμενους 12-18 μήνες.
Εurobank
Η αξιολόγηση των καταθέσεων της Eurobank και η αναβάθμιση της αξιολόγησης οφείλεται κυρίως στην αναβάθμιση κατά δύο βαθμίδες σε B1 από B3, λαμβάνοντας υπόψη τις ισχυρές οικονομικές επιδόσεις και την κερδοφορία της το 2021, αλλά και τη σημαντική βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού της, με δείκτη NPE 6,8% τον Δεκέμβριο του 2021 (29% τον Δεκέμβριο του 2019) και προοπτικές περαιτέρω μείωσής του μέχρι το τέλος του 2022.
Η μεγάλη πρόοδος στη μείωση του αποθέματος των απομειωμένων δανείων κατά την τελευταία διετία οφείλεται στην ολοκλήρωση στις 20 Δεκεμβρίου 2021 της τιτλοποίησης NPE ύψους 5,2 δισ. ευρώ (project Mexico) μέσω του «Ηρακλή».
Ο αρνητικός σχηματισμός NPE της τράπεζας το 2021 σε συνδυασμό με το μειωμένο ετήσιο κόστος κινδύνου και την κάλυψη των προβλέψεων NPE στο 69,2% αποτελούν επίσης θετικούς πιστωτικούς παράγοντες.
Η Eurobank έχει σχεδόν πλήρως εξυγιάνει τον ισολογισμό της και συνεχίζει να χορηγεί νέα δάνεια (εκταμιεύσεις δανείων στην Ελλάδα στα 7,8 δισ. ευρώ το 2021), στηρίζοντας τα κέρδη της. Τυχόν νέες εισροές «κόκκινων» δανείων, ειδικά από δανειολήπτες που επωφελήθηκαν από προγράμματα κρατικής στήριξης λόγω της πανδημίας που θα τελειώσει, θα μετριαστούν πιθανότατα από τις συνεχείς προσπάθειες της τράπεζας να κάνει περισσότερες πωλήσεις NPEs και ρυθμίσεις δανείων.
Η θετική προοπτική αντανακλά τη δυνατότητα περαιτέρω βελτίωσης των κερδών και του πιστωτικού προφίλ της τράπεζας, καθώς και το ανοδικό δυναμικό για τις συνολικές οικονομικές επιδόσεις της που απορρέει από τις δυνατότητες οικονομικής και πιστωτικής ανάπτυξης στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
Ως αποτέλεσμα, η Moody’s εκτιμά ότι οι παράγοντες αυτοί θα ασκήσουν θετικές πιέσεις στις αξιολογήσεις καταθέσεων και χρέους της, κατά τους επόμενους 12-18 μήνες.
Alpha Bank
Η αναβάθμιση της αξιολόγησης της Alpha Bank οφείλεται στην αναβάθμιση της αξιολόγησης σε B2 από B3, η οποία αντανακλά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει στην αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων της, με τον δείκτη NPEs του ομίλου της να διαμορφώνεται στο 13% τον Δεκέμβριο του 2021, από 42,5% τον Δεκέμβριο του 2020, κυρίως λόγω της τιτλοποίησης Galaxy (NPEs ύψους 10,8 δισ. ευρώ) που ολοκληρώθηκε στις 22 Ιουνίου 2021, επιπλέον άλλων τιτλοποιήσεων και πωλήσεων NPEs ύψους σχεδόν 7 δισ. ευρώ.
Παρόλο που η Alpha Bank σχεδιάζει να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα του ενεργητικού της μειώνοντας το υπόλοιπο των NPEs της σε 1,1 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2024, δεν έχει ακόμη επιτύχει τον μονοψήφιο στόχο της για τα NPEs και έτσι υστερεί ελαφρώς σε σχέση με ορισμένες από τις τοπικές τράπεζες.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η Alpha Bank θα παρουσιάσει υψηλό μονοψήφιο δείκτη NPE μέχρι το τέλος του 2022, καθώς συνεχίζει να εφαρμόζει το σχέδιο μείωσης των NPE.
Η κάλυψη των προβλέψεων NPE της τράπεζας διαμορφώθηκε στο 47% τον Δεκέμβριο του 2021, το οποίο είναι επίσης χαμηλότερο από ορισμένους από τους τοπικούς ομολόγους της.
Παρ’ όλα αυτά, η Alpha Bank κατάφερε επίσης να μειώσει το υποκείμενο/κανονικό (εξαιρουμένων των εφάπαξ απομειώσεων έναντι των συναλλαγών NPE) κόστος κινδύνου επί των καθαρών δανείων σε περίπου 85 μονάδες βάσης το 2021 από 180 μονάδες βάσης το 2020.
Οι θετικές προοπτικές για τις αξιολογήσεις καταθέσεων της τράπεζας, οφείλονται κυρίως στις προοπτικές για περισσότερες ανοδικές πιέσεις στον δείκτη BCA καθώς η τράπεζα εφαρμόζει το επιχειρηματικό της σχέδιο με μονοψήφιο δείκτη NPE και ισχυρότερη επαναλαμβανόμενη κερδοφορία.
Τράπεζα Πειραιώς
Η αναβάθμιση των καταθέσεων της Τράπεζας Πειραιώς υποστηρίζεται κυρίως από την αναβάθμιση της σε B3 από Caa1, η οποία λαμβάνει υπόψη την απομόχλευση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του ισολογισμού της σε συνδυασμό με τη λειτουργική της αποτελεσματικότητα και τις νέες χορηγήσεις που θα στηρίξουν τη βασική της κερδοφορία.
Με τη συνεχιζόμενη εκτέλεση του σχεδίου Sunrise, η τράπεζα έχει μειώσει τα απόλυτα NPEs της στα 4,9 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2021 από 22,5 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2020, γεγονός που μεταφράζεται σε μείωση του δείκτη NPEs στο 13% από 45%.
Η κάλυψη της τράπεζας με προβλέψεις ήταν 41% τον Δεκέμβριο του 2021, η οποία είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο του κλάδου.
Η αναβάθμιση της BCA εξετάζει επίσης τη δυνατότητα περαιτέρω βελτίωσης της ποιότητας του ενεργητικού κατά τη διάρκεια του 2022, μέσω μιας σειράς συναλλαγών με στόχο ένα υπόλοιπο NPE περίπου 3,4 δισ. ευρώ και έναν δείκτη NPE μικρότερο του 8%.
H μέχρι στιγμής πορεία της τράπεζας παρέχει εμπιστοσύνη ότι τα σχέδια αυτά θα πρέπει να εκτελεστούν με επιτυχία, ασκώντας πρόσθετες ανοδικές πιέσεις στην αξιολόγηση.
Οι θετικές προοπτικές αξιολόγησης της τράπεζας αποτυπώνουν τις πιθανές περαιτέρω βελτιώσεις στα θεμελιώδη χρηματοοικονομικά της μεγέθη, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα του ενεργητικού της και το προφίλ των κερδών της, επωφελούμενες από τις ευνοϊκές οικονομικές προοπτικές της χώρας και τις ευκαιρίες δανειοδότησης που απορρέουν από το πρόγραμμα ανασυγκρότησης και ανάπτυξης (RRF).
www.bankingnews.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

